Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2026

 




ΥΠΕΡΕΥΛΟΓΗΜΕΝΟ
 
ΑΠΟ
 
ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ, ΤΟΝ ΥΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ
 
 ΤΟ ΝΕΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑΚΟ ΕΤΟΣ
 
2 0 2 6

 

 

ΕΑΝ   ΘΕΛΕΤΕ

ΕΠΙΣΚΕΦΘΕΙΤΕ

ΤΙΣ ΠΑΡΑΚΑΤΩ 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΕΣ ΞΕΝΕΣ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΕΣ


 

 

Περιτομή

του Κυρίου καί Θεοῦ ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ



Миниатюра 985 г. Минология Василия II. Константинополь. 
Ватиканская библиотека. Рим.
Περιτομή τού Κυρίου και Θεού ημών Ιησού Χριστού. 
 Μικρογραφία (Μινιατούρα) τού έτους  985 μ.Χ. στό Μηνολόγιο τοῦ Βασίλειος Β '. Κωνσταντινούπολη. 
Τώρα εὑρίσκεται στήν Βιβλιοθήκη τοῦ Βατικανοῦ. Ρώμη


Χριστοῦ περιτμηθέντος, ἐτμήθη Νόμος.
Καὶ τοῦ Νόμου τμηθέντος, εἰσήχθη Χάρις.


Ο Μωσαϊκός νόμος, διέταζε την περιτομή των αρσενικών παιδιών ('Εξοδ. ΙΒ' 43-49), (Γεν. ΙΖ' 9-19), η οποία γινόταν κατά την ογδόη ημέρα από αυτή της γέννησης του παιδιού (Λευιτ. ΙΓ' 3). Η τελετή αυτή έπαιρνε μέρος μέσα σε κτίριο της Συναγωγής, το πρωί, παρουσία δέκα τουλάχιστον προσώπων. Έτσι και η περιτομή του βρέφους Ιησού έγινε στη Συναγωγή της Βηθλεέμ. Η χειροποίητος αυτή περιτομή στο σώμα ήταν τύπος, που συμβόλιζε την περιτομή της καρδιάς, ενεργούμενης απ' ευθείας υπό του Θεού (Δευτ. Γ 16, Λ'6). Για τη δεύτερη αυτή περιτομή, την αχειροποίητο, ο απ. Παύλος διδάσκει: «Περιετμήθητε περιτομή αχειροποιήτω εν τη απεκδυθεί του σώματος των αμαρτιών της σαρκός, εν τη περιτομή του Χριστού, συνταφέντες αυτώ εν τω βαπτίσματι» (Κολ. Β' 11-12). Δηλαδή, λέει ο απ. Παύλος, περιτμηθήκατε και με περιτομή πνευματική, που ενεργείται απ' το Άγιο Πνεύμα. Και συνίσταται στο γδύσιμο και την αποβολή του σώματος, που δούλεψε στις αμαρτίες της σάρκας. Το γδύσιμο δε αυτό είναι η περιτομή, που πήρατε από τον Χριστό, όταν θαφτήκατε μαζί Του, δια του Αγίου Βαπτίσματος. Το Βρέφος όμως της φάτνης, αφού γεννήθηκε με τον Παλαιό Νόμο, έπρεπε να υποβληθεί και Αυτό στον τύπο, ο οποίος είχε δικαίωμα να ισχύει μέχρι της καταργήσεως του. Η περιτομή την οποία εορτάζουμε και τιμούμε ως Δεσποτική εορτή είναι η απάντηση σε όσους ισχυρίζονταν ότι ο Ιησούς εγεννήθη κατά φαντασίαν. Μετά την περιτομή επέστρεψε στην οικία Του, ζώντας ανθρώπινα και «προκόπτων εν ηλικία και σοφία και χάριτι».

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α’. Τοῦ λίθου σφραγισθέντος.
Μορφὴν ἀναλλοιώτως ἀνθρωπίνην προσέλαβες, Θεὸς ὢν κατ' οὐσίαν πολυεύσπλαγχνε Κύριε, καὶ νόμον ἐκπληρῶν περιτομήν, θελήσει καταδέχῃ σαρκικήν, ἵνα παύσῃς τὰ σκιώδη, καὶ περιέλῃς τὸ κάλυμμα τῶν παθῶν ἡμῶν. Δόξα τῇ ἀγαθότητι τῇ σῇ, δόξα τῇ εὐσπλαγχνία σου, δόξα τῇ ἀνεκφράστῳ Λόγε συγκαταβάσει σου.

Κοντάκιον
Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ὁ τῶν ὅλων Κύριος, περιτομὴν ὑπομένει, καὶ βροτῶν τὰ πταίσματα, ὡς ἀγαθὸς περιτέμνει· δίδωσι, τὴν σωτηρίαν σήμερον κόσμῳ· χαίρει δὲ, ἐν τοῖς ὑψίστοις καὶ ὁ τοῦ Κτίστου, Ἱεράρχης καὶ φωσφόρος, ὁ θεῖος μύστης Χριστοῦ Βασίλειος.

Μεγαλυνάριον
Σάρκα ὀκταήμερος ὡς βροτός, ὁ τῶν ὅλων Κτίστης, περιτέμνεται νομικῶς, τὴν ἐξ ἀκρασίας, ἡμῶν κακίαν τέμνων· αὐτοῦ τὴν ἀγαθότητα μεγαλύνωμεν.





Ο Άγιος Βασίλειος ο Μέγας





Свт. Василий Великий. 
Мозаика Софийского собора в Киеве. 1037-1045 гг.
Ο Άγιος Βασίλειος ο Μέγας. 
Ψηφιδωτό μεταξύ τών ετών 1037-1045 μ.Χ.
 από τον Καθεδρικό Ιερό Ναού της Αγίας Σοφίας 
στο Κίεβο. Ουκρανία





Василий Великий и Иоанн Златоуст. 
Мозаика Палатинской капеллы в Палермо, Сицилия, ок.1140 г.
Οι Άγιοι Βασίλειος ο Μέγας καί  Ιωάννης ο Χρυσόστομος.
Ψηφιδωτό μεταξύ τών ετών 1146-1151 μ.Χ.
 από το Παλατινό Παρεκκλήσι. Σικελία
Palatine Chapel ( ιταλική Cappella Palatina - κυριολεκτικά, "παρεκκλήσι παλατιού") - το εκκλησάκι του Νορμανδικού Παλατιού στο Παλέρμο , το προσωποπέδιο των βασιλιάδων και κατοίκων της Σικελίας. Είναι ένα από τα σημαντικότερα μνημεία του αραβο-νορμανδικού ρυθμού , περιέχει ψηφιδωτά από βυζαντινούς και τοπικούς δασκάλους του 12ου αιώνα (που συμπληρώνονται μέχρι τα τέλη του 18ου αιώνα ), καθώς και από την αραβική σκαλιστή οροφή , η οποία είναι η πιο σπάνια για την Ευρώπη  


Ζῇ Βασίλειος, καὶ θανὼν ἐν Κυρίῳ.
Ζῇ καὶ παρ᾽ ἡμῖν, ὡς λαλῶν ἐκ τῶν βίβλων,
Ἰανουαρίοιο θάνες, Βασίλειε, πρώτῃ.



Βιογραφία

«... τὰ τῶν ἀνθρώπων ἤθη κατεκόσμησας». Με τη φράση αυτή, το απολυτίκιο, απόλυτα επιτυχημένα, τονίζει την κοινωνική προσφορά του Άγιου Βασιλείου, που με τη θεία διδασκαλία του στόλισε με αρετές τα ήθη και τη ζωή των ανθρώπων.




Ο Μέγας αυτός πατέρας και διδάσκαλος της Ορθόδοξης Εκκλησίας γεννήθηκε το 329 μ.Χ., κατ' άλλους το 330 μ.Χ., στη Νεοκαισάρεια του Πόντου στο χωριό Άννησα και μεγάλωσε στην Καισάρεια της Καππαδοκίας. Τα δε εγκυκλοπαιδικά λεξικά αναφέρουν σαν πατρίδα του Μ. Βασιλείου την Καισαρεία της Καππαδοκίας. Είχε 8 αδέρφια, 3 αγόρια και πέντε κορίτσια. Από τα 4 αγόρια τα 3 αγόρια έγιναν επίσκοποι (ο Βασίλειος Καισαρείας, ο Γρηγόριος Νύσσης και ο Πέτρος Σεβάστειας) και το ένα μοναχός (ο Ναυκράτιος). Από τις 5 αδερφές του η πρώτη, και συγχρόνως το πιο μεγάλο παιδί της οικογένειας, η Μακρίνα, έγινε μοναχή. Οι γονείς του Βασίλειος (και αυτός), που καταγόταν από την Νεοκαισάρεια του Πόντου και Εμμέλεια, που καταγόταν από την Καππαδοκία, αν και κατά κόσμον ευγενείς και πλούσιοι, είχαν συγχρόνως και ακμαιότατο χριστιανικό φρόνημα. Αυτοί μάλιστα έθεσαν και τις πρώτες -καθοριστικής σημασίας- πνευματικές βάσεις του Αγίου.






Святитель Василий Великий, Архиепископ Кесарийский. 
Фреска XVI век (?). монастыря Святого Неофита 
близ города Пафос, Кипр. 
Ο Άγιος Βασίλειος, ο Αρχιεπίσκοπος της Καισάρειας. 
Τοιχογραφία τού 16ου αιώνα μ.Χ. ατην Ιερά Μονή Αγίου Νεοφύτου 
κοντά στην πόλη της Πάφου, Κύπρος. 









Святитель Василий Великий, Архиепископ Кесарийский. 
Греческая фреска XVI века. Иконописец Франгос Кателанос.
Ο Άγιος Βασίλειος, ο Αρχιεπίσκοπος της Καισάρειας. 
Ελληνική τοιχογραφία του 16ου αιώνα μ.Χ. 
Ο εικονογράφος Φράγκος Κατελάνος






Святитель Василий Великий, Архиепископ Кесарийский. 
Фреска  1208 - 1209 годы.церкви Богородицы 
в монастыре Студеница, Сербия.
Ο Άγιος Βασίλειος, ο Αρχιεπίσκοπος της Καισάρειας. 
Τοιχογραφία (Fresco) μεταξύ τῶν ετών 1208 - 1209 μ.Χ.
στον Ιερό Ναό τής Κοιμήσεως τής Θεοτόκου
 τής Ιεράς Μονής Στουντένιτσα. Σερβία.





Святитель Василий Великий, Архиепископ Кесарии Каппадокийской. 
Фреска 1230-е годы.
 притвора короля Радослава в церкви Богородицы
 в Студенице, Сербия. 
 Ο Άγιος Βασίλειος, ο Αρχιεπίσκοπος της Καισάρειας. 
Τοιχογραφία (Fresco) τού έτους 1230 μ.Χ.
στον Ιερό Ναό τής Κοιμήσεως τής Θεοτόκου
 τής Ιεράς Μονής Στουντένιτσα. Σερβία.






Святитель Василий Великий, Архиепископ Кесарии Каппадокийской. Фреска 1314 год.
церкви Святых Иоакима и Анны (Королевской церкви) 
в монастыре Студеница, Сербия.
Ο Άγιος Βασίλειος, ο Αρχιεπίσκοπος της Καισάρειας. 
Τοιχογραφία (Fresco) τού έτους 1314 μ.Χ.
στον Ιερό Ναό Ιωακείμ καί Άννης (Βασιλική Εκκλησία)
 τής Ιεράς Μονής Στουντένιτσα.Σερβία. 





Святитель Василий Великий, Архиепископ Кесарии Каппадокийской. 
Фреска  1037 - 1056 годы.
храма Святой Софии в Охриде 
Ο Άγιος Βασίλειος, ο Αρχιεπίσκοπος της Καισάρειας.
Τοιχογραφία (Fresco) μεταξὐ τών ετών 1037 - 1056 μ.Χ.
στον Ιερό Ναό Αγίας Σοφίας
στό Οχρίδα (Αχρίδα). Σκόπια





Святитель Василий Великий, Архиепископ Кесарийский. 
Фреска XIV век.Лесновского монастыря . 
Ο Άγιος Βασίλειος, ο Αρχιεπίσκοπος της Καισάρειας.
Τοιχογραφία (Fresco) του 14ου αιώνα μ.Χ. Μονή Λεσνόφσκι,
ένα ορθόδοξο μοναστήρι  που ευρίσκεται ανάμεσα στην πόλη Kratovo και το χωριό Zletevo. Σκόπια




Святитель Василий Великий, Архиепископ Кесарии Каппадокийской.
 Фреска  1368 - 1369 годы.
церкви Преображения Господня в монастыре Зрзе
Ο Άγιος Βασίλειος, ο Αρχιεπίσκοπος της Καισάρειας.
Τοιχογραφία (Fresco) μεταξὐ τών ετών 1368 - 1369 μ.Χ.
στον Ιερό Ναό Μεταμορφώσεως τού Σωτήρος
στό Ζρζε. Σκόπια



Святитель Василий Великий, Архиепископ Кесарии Каппадокийской. 
Фреска . 1535 - 1545 годы. 
церкви Преображения Господня в монастыре Зрзе, 
Иконописец Онуфрий.
Ο Άγιος Βασίλειος, ο Αρχιεπίσκοπος της Καισάρειας.
Τοιχογραφία (Fresco) μεταξὐ τών ετών 1535 - 1545 μ.Χ.
στον Ιερό Ναό Μεταμορφώσεως τού Σωτήρος
στό Ζρζε. Σκόπια





Святитель Василий Великий, Архиепископ Кесарии Каппадокийской. 
Фреска 1388 - 1389 годы. 
церкви Святого Андрея на Треске (Андрияш),  
Иконописец митрополит Йован Зограф.
Ο Άγιος Βασίλειος, ο Αρχιεπίσκοπος της Καισάρειας.
Τοιχογραφία (Fresco) μεταξὐ τών ετών 1388 - 1389 μ.Χ.
στον Ιερό Ναό Αποστόλου Ανδρέα
στό Τρέσκε (Αδριάν). Σκόπια






  Святитель Василий Великий, Архиепископ Кесарийский. 
Фреска 1316 - 1318 годы. церкви Св. Георгия в Старо Нагоричино.
Иконописцы Михаил Астрапа и Евтихий.
Ο Άγιος Βασίλειος, ο Αρχιεπίσκοπος της Καισάρειας.
Τοιχογραφία (Fresco) μεταξὐ τών ετών 1316 - 1318 μ.Χ.
στον Ιερό Ναό Αγίου Γεωργίου στο Staro Nagorichino.Σκόπια 
έργο τών αγιογράφων  Μιχαήλ Αστραπά και Ευτύχιο.









Святитель Василий Великий. Ок. 1316 года. 
Церковь Св. Никиты в Чучере. 
Иконописцы - Михаил Астрапа и Евтихий.
Ο Άγιος Βασίλειος, ο Αρχιεπίσκοπος της Καισάρειας.
Τοιχογραφία (Fresco) μεταξὐ τών ετών 1316 - 1318 μ.Χ.
στον Ιερό Ναό Αγίου Νικήτα στο  Čučer-Sandevo.Σκόπια
έργο τών αγιογράφων  Μιχαήλ Αστραπά και Ευτύχιο.









Святитель Василий Великий, Архиепископ Кесарийский. 
Фреска монастыря Гелати, Грузия
Ο Άγιος Βασίλειος, ο Αρχιεπίσκοπος της Καισάρειας. 
Τοιχογραφία (Fresco) της Μονής Μονή Γελατή τής Παναγίας κοντά στο Κουτάσι είναι το σημαντικότερο μεσαιωνικό μοναστήρι στη Γεωργία . Κέντρο εκκλησιαστικής και πολιτιστικής ζωής, κατοικία του Καθολικού Πατριάρχη από το δεύτερο μισό του 16ου αιώνα έως το 1814, μνημείο της Παγκόσμιας Κληρονομιάς (1994).




Με εφόδιο αυτή τη χριστιανική ανατροφή, ο Βασίλειος αρχίζει μια καταπληκτική ανοδική πνευματική πορεία. Έχοντας τα χαρίσματα της ευστροφίας και της μνήμης, κατακτά σχεδόν όλες τις επιστήμες της εποχής του. Και το σπουδαιότερο, κατακτά τη θεία θεωρία του Ευαγγελίου, που την κάνει αμέσως πράξη με την αυστηρή ασκητική ζωή του.

Ας αναφέρουμε όμως, περιληπτικά, την πορεία των δραστηριοτήτων του. Μετά τις πρώτες του σπουδές στην Καισαρεία και κατόπιν στο Βυζάντιο, επισκέφθηκε, νεαρός ακόμα, την Αθήνα, όπου επί τέσσερα χρόνια συμπλήρωσε τις σπουδές του, σπουδάζοντας φιλοσοφία, ρητορική, γραμματική, αστρονομία και ιατρική, έχοντας συμφοιτητές του τον Γρηγόριο τον Ναζιανζηνό (τον θεολόγο) και τον Ιουλιανό τον Παραβάτη.



Από την Αθήνα επέστρεψε στην Καισαρεία και δίδασκε την ρητορική τέχνη. Αποφάσισε όμως, να ακολουθήσει τη μοναχική ζωή και γι' αυτό πήγε στα κέντρα του ασκητισμού, για να διδαχθεί τα της μοναχικής πολιτείας στην Αίγυπτο, Παλαιστίνη, Συρία και Μεσοποταμία. Όταν επέστρεψε, αποσύρθηκε σε μια Μονή του Πόντου, αφού έγινε μοναχός, και ασκήθηκε εκεί με κάθε αυστηρότητα για πέντε χρόνια (357 - 362 μ.Χ.). Ήδη τέλεια καταρτισμένος στην Ορθόδοξη Πίστη, χειροτονήθηκε διάκονος και πρεσβύτερος από τον επίσκοπο Καισαρείας Ευσέβιο. Ο υποδειγματικός τρόπος της πνευματικής εργασίας του δεν αργεί να τον ανεβάσει στο θρόνο της αρχιεροσύνης, διαδεχόμενος τον Ευσέβιο στην επισκοπή της Καισαρείας (370 μ.Χ.). Με σταθερότητα και γενναίο φρόνημα, ως αρχιερέας έκανε πολλούς αγώνες για την Ορθόδοξη Πίστη. Με τους ορθόδοξους λόγους που συνέγραψε, κατακεραύνωσε τα φρονήματα των κακοδόξων.



Свт. Василий Великий. 
Миниатюра из Служебника Гостинопольского мон-ря. Ок. 1475 г. 
(РНБ. Соф. 531)
Ο Άγιος Βασίλειος ο Μέγας. 
Μικρογραφία (Μινιατούρ) τού έτους 1475 μ.Χ. 
 από το Ιερατικό Βιβλίο τής  Ιεράς Μονής Γοστινοπόλσκι  Νικόλσκι η οποία ευρισκόταν στη δεξιά όχθη του ποταμού. Volkhov, στα νότια του Sovrem. der. Welz της περιοχής Volkhov  Ρωσία  (Εθνική Βιβλιοθήκη τής Ρωσίας Νο. 531)


Στους αγώνες του κατά του Αρειανισμού αναδείχτηκε αδαμάντινος, ούτε κολακείες βασιλικές του Ουάλεντα (364 - 378 μ.Χ.), που πήγε αυτοπροσώπως στην Καισαρεία για να τον μετατρέψει στον Αρειανισμό, ούτε οι απειλές του Μόδεστου μπόρεσαν να κάμψουν το ορθόδοξο φρόνημα του Αγίου. Υπεράσπισε με θάρρος την Ορθοδοξία, καταπλήσσοντας τον βασιλιά και τους Αρειανούς. Ακόμα, αγωνίστηκε κατά της ηθικής σήψεως και επέφερε σοφές μεταρρυθμίσεις στο μοναχισμό.




Свт. Василий Великий. 
Фрагмент иконы «Богоматерь с младенцем». 2-я пол. XIII в. 
Мон-рь вмц. Екатерины на Синае
Ο Άγιος Βασίλειος ο Μέγας. 
Τμήμα τής Εικόνας "Η Παναγία με το Παιδί". 
τού δευτέρου μισού τού 13ου αιώνα μ.Χ. 
στην Ιερά Μονή Αγίας Αικατερίνης στο Σινά. Αίγυπτος




Святитель Василий Великий, Архиепископ Кесарии Каппадокийской. Византийская икона 
в монастыре Святой Екатерины на Синае.
Ο Άγιος Βασίλειος, ο Αρχιεπίσκοπος της Καισάρειας.
Βυζαντινή Εικόνα  
στην Ιερά Μονή Αγίας Αικατερίνης στο Σινά. Αίγυπτος




Святитель Василий Великий, Архиепископ Кесарии Каппадокийской.
 Фрагмент византийской иконы XIV века. 
Монастырь Святой Екатерины на Синае.
Ο Άγιος Βασίλειος, ο Αρχιεπίσκοπος της Καισάρειας.
Τμήμα βυζαντινής Εικόνας τού 14ου αιώνα μ.Χ.   
στην Ιερά Μονή Αγίας Αικατερίνης στο Σινά. Αίγυπτος








Святитель Василий Великий, Архиепископ Кесарийский.
 Икона. Греция, вторая половина XVI века. 
Византийский музей в Салониках.
Ο Άγιος Βασίλειος, ο Αρχιεπίσκοπος της Καισάρειας. 
Εικόνα ελληνική τού δεύτερου μισού τού 16ου αιώνα μ.Χ.
Τώρα ευρίσκεται στο Βυζαντινό Μουσείο Θεσσαλονίκης.



Свт. Василий Великий. 
Фрагмент иконы «Святители Николай, Антоний Великий и Афанасий Афонский с избранными святыми». Сер. XVI в. ЦМиАР
Ο Άγιος Βασίλειος ο Μέγας. 
Τμήμα τής Εικόνας "Άγιος Νικόλαος, Αντώνιος ο Μέγας και Αθανάσιος ο Αθωνίτης με τους επιλεγμένους αγίους" τού 16ου αιώνα μ.Χ.
Τώρα ευρίσκεται στο  ΚΕΝΤΡΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΕΧΝΩΝ ΣΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΟΥ ΡΟΥΛΕΥ. Ρωσία








Святитель Василий Великий, Архиепископ Кесарийский. 
Створка Царских Врат. Россия, середина XVI века.
Ο Άγιος Βασίλειος, ο Αρχιεπίσκοπος της Καισάρειας.
Εικόνα   στα μέσα τού 16ου αιώνα μ.Χ. 
στήν Ωραία Πύλη  (Βασιλική Πύλη) Ιερού Ναού. Ρωσία



Η δε υπόλοιπη ποιμαντορική δράση του, υπήρξε απαράμιλλη, κτίζοντας την περίφημη «Βασιλειάδα», συγκρότημα με ευαγή Ιδρύματα, όπως φτωχοκομείο, ορφανοτροφείο, γηροκομείο, ξενοδοχείο και νοσοκομείο κ.ά., όπου βρήκαν τροφή και περίθαλψη χιλιάδες πάσχοντες κάθε ηλικίας, γένους και φυλής.

Ο Μέγας Βασίλειος έχει πλούσιο και σημαντικό συγγραφικό έργο. Τα κυριότερα έργα του είναι οι 9 ομιλίες στην Εξαήμερο, ομιλίες στους Ψαλμούς, πολλές και διάφορες άλλες ομιλίες, ασκητικά έργα και επιστολές. Εκτός των άλλων έργων του, έγραψε και Θεία Λειτουργία, που, μετά την επικράτηση αυτής της συντομότερης του Αγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου, τελείται 10 φορές το χρόνο: την 1η Ιανουαρίου (όπου γιορτάζεται και η μνήμη του), τις πρώτες πέντε Κυριακές της Μ. Τεσσαρακοστής, τις παραμονές των Χριστουγέννων και των Θεοφανείων, την Μ. Πέμπτη και το Μ. Σάββατο.


Миниатюра 985 г. Минология Василия II. Константинополь. 
Ватиканская библиотека. Рим.
Ο Άγιος Βασίλειος, ο Αρχιεπίσκοπος της Καισάρειας.
 Μικρογραφία (Μινιατούρα) τού έτους  985 μ.Χ. στό Μηνολόγιο τοῦ Βασίλειος Β '. Κωνσταντινούπολη. 
Τώρα εὑρίσκεται στήν Βιβλιοθήκη τοῦ Βατικανοῦ. Ρώμη






Василий Великий, свт. (1 января)
Менологий на 30 декабря - 1 января
Византия. Греция; XIV в.; памятник: 
Византийский менологий (Byzantine illumination Menologion); 
10 x 13 см.;  местонахождение: Англия. Оксфорд. 
Бодлеанская Библиотека 
Ο Άγιος Βασίλειος, ο Αρχιεπίσκοπος της Καισάρειας.
Μηνολόγιο 30 Δεκεμβρίου - 1 Ιανουαρίου
Βυζαντινή Μηνολόγιο  τού 14ου αιώνα μ.Χ. 
Τώρα ευρίσκεται στην  Αγγλία. Οξφόρδη. 
Bodleian Βιβλιοθήκη (Bodleian Library)


Στα πενήντα του χρόνια ο Μέγας Βασίλειος, εξαιτίας της ασθενικής κράσεώς του και της αυστηρής ασκητικής ζωής του (ορισμένες πηγές λένε από βαριά αρρώστια του ήπατος ή των νεφρών), την 1η Ιανουαρίου του 378 μ.Χ. ή κατ' άλλους το 379 με 380 μ.Χ., εγκαταλείπει το φθαρτό και μάταιο αυτό κόσμο, αφήνοντας παρακαταθήκη και Ιερή κληρονομιά στην ανθρωπότητα ένα τεράστιο πνευματικό έργο.


Успение свт. Василия Великого.
 Икона. XV в.
 (Мон-рь вмц. Екатерины на Синае)
Η Κοίμηση τού Αγίου Βασιλείου τού Μεγάλου
Εικόνα  τού 15ου αιώνα μ.Χ. 
στην Ιερά Μονή Αγίας Αικατερίνης στο Σινά. Αίγυπτος



Ιερά Λείψανα

 

Μέρη χειρός βρίσκεται στη Μονή Παναχράντου Άνδρου.


Αποτμήματα του Ιερού Λειψάνου του Αγίου βρίσκονται στις Μονές Ιβήρων, Διονυσίου (δύο), Παντοκράτορος (τρία)ς, Αγ. Θεοδοσίου Άργους, Κύκκου Κύπρου, στη Λαύρα Αγ. Αλεξάνδρου Νέβσκι Αγίας Πετρουπόλεως





Ἡ Κάρα στή Μονή Μεγ. Λαύρας Ἁγίου Ὄρους





Στο Σκευοφυλάκειο του Ιερού Ναού της Αναστάσεως στα Ιεροσόλυμα αποθησαυρίζεται και το αδιάφθορο (αριστερό;) χέρι του Μεγάλου Βασιλείου.Το αδιάφθορο χέρι του Μεγάλου Βασιλείου βρίσκεται μέσα σε ασημένιο μεταβυζαντινό κιβωτίδιο, εντός επίχρυσης ειδικής λειψανοθήκης που επιτρέπει τη θέα στο σεπτό λείψανο. Η λειψανοθήκη φέρει στην πάνω πλευρά της παράσταση του Μεγάλου Βασιλείου με την επιγραφή Ο ΑΓΙΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ και περιμετρικά αφιερωτική επιγραφή, η οποία όσο επιτρέπουν οι φωτογραφίες διαβάζεται στη μία πλευρά της λειψανοθήκης ως εξής: + ΧΕΙΡ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΑΦΙΕΡΩΘΕΙΣΑ ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΕΝ ΕΤΕΙ ...





Η ασημένια λειψανοθήκη του 1849 με τους βυζαντινούς σταυρούς, 
όπου φυλάσσεται η δεξιά χείρα του Μεγάλου Βασιλείου.
Αποθησαυρίζεται στην Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος.





Η ασημένια λειψανοθήκη με το δεξί χέρι του Μεγάλου Βασιλείου προέρχεται από την Κωνσταντινούπολη. Το 1528 βρισκόταν στα χέρια του Γαβριήλ Σεβήρου και ίσως προερχόταν από την αυτοκρατορική οικογένεια των Παλαιολόγων. Αργότερα βρέθηκε στην ιδιοκτησία του Ιερού Ναού Αγίου Γεωργίου του Τροπαιοφόρου στη Βενετία που αποκαλείται και Άγιος Γεώργιος των Ελλήνων (San Giorgio dei Greci).

Ο Γαβριήλ Σεβήρος γεννήθηκε στη Μονεμβασιά. Διέτριβε στη Βενετία και ψηφίστηκε το 1578 εφημέριος της εκεί εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου. Τον Ιούλιο του 1577 επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη και προχειρίστηκε αρχιεπίσκοπος της Φιλαδέλφειας της Λυδίας. Επέστρεψε στη Βενετία και διέμεινε εκεί, ενώ το ποίμνιό του μάταια τον ζητούσε, και ο Πατριάρχης τον προέτρεπε να επιστρέψει στην έδρα του. Μετά από πολλές διενέξεις αποφασίστηκε, η έδρα της επισκοπής της Φιλαδέλφειας να μεταφερθεί στη Βενετία.

Ο Σεβήρος αναδείχτηκε ένας εκ των λογιότερων Ελλήνων του αιώνα του. Ως Μητροπολίτης διοίκησε θεάρεστα και με τα συγγράμματά του τίμησε το Ελληνικό έθνος.




Απότμημα τού Λειψάνου στον Ιερό Ναό Αγίων Βασιλείου καί Κοσμά τού Αιτωλού Νέας Φιλαδελφείας Αττικής




Μέρος τής χειρός στό Ιερό Ναό Κοιμήσεως Θεοτόκου 
Νέας Φιλαδελφείας Ἀττικῆς




Απότμημα τού Λειψάνου στην Ιερά Μονή Αγίου Παύλου Άγιον Όρος




ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΙΒΗΡΩΝ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ. Άγια λείψανα του Αγίου Βασιλείου του Μεγάλου, του Αγίου Γρηγορίου Νύσσης
και της Οσίας Μακρίνης (από αριστερά προς τα δεξιά).




Λειψανοθήκη της Ιεράς Mονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Βραγκιανών Αργιθέας.
Περιέχει λείψανα του Αγίου Βασιλείου του Μεγάλου, του Οσίου Παρθενίου επισκόπου Λαμψάκου του Θαυματουργού, 
του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Παντελεήμονος του Ιαματικού και του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Τρύφωνος του Θαυματουργού.




 Στην Ιερα Μονη Τιμίου Προδρόμου Νικήσιανης, Νομού Καβάλας φυλλάσονται λείψανα πολλών αγίων όπως:
Βασιλείου του Μεγάλου





Учение Святителя Василия Великого. 
Фрагмент Фреска  XIV век.
церкви Святых Архангелов в Лесновском монастыре
Διδασκαλίες του Αγίου Βασιλείου του Μεγάλου.
Τμήμα τοιχογραφίας  (fresco) του 14ου αιώνα μ. Χ.
στόν Ιερό Ναό τών Αγίων Αρχαγγέλων 
τής Ιεράς Μονή Λεσνόβσκι. Σκόπια


Το συγγραφικό έργο του

Τα έργα του κατατάσσονται σε τέσσερεις κατηγορίες:

Δογματικά συγγράμματα.
α) «Ανατρεπτικός του Απολογητικού του δυσσεβούς Ευνομίου». Αποτελείται από τρία βιβλία και καταφέρεται ενάντια του αρχηγού των Ανομοίων Ευνομίου.
β) «Προς Αμφιλόχιον, περί του Αγίου Πνεύματος». Επιστολική πραγματεία προς τον επίσκοπο Ικονίου Αμφιλόχιο σχετικά με το Άγιο Πνεύμα.

Ασκητικά συγγράμματα.
α) «Τα Ηθικά». Συλλογή 80 ηθικών κανόνων.
β) «Όροι κατά πλάτος». Περιέχει 55 κεφάλαια με θέμα γενικές αρχές του μοναχισμού.
γ) «Όροι κατ’ επιτομήν». Περιέχει 313 κεφάλαια που αναφέρονται στην καθημερινή ζωή των μοναχών.
δ) «Περί πίστεως».
ε) «Περί κρίματος».
στ) «Περί της εν παρθενία αληθούς αφθορίας». Έργο σχετικό με την παρθενική ζωή.

Ομιλίες.
Ορισμένες από τις ομιλίες του είναι:
α) «Εις την Εξαήμερον». Συλλογή 9 ομιλιών με θέμα τη δημιουργία του κόσμου.
β) «Εις του Ψαλμούς». Συλλογή 18 ομιλιών με αφορμή το περιεχόμενο των Ψαλμών του Δαυίδ.
γ) «Περί του ουκ έστιν αίτιος του κακού ο Θεός».
δ) «Περί πίστεως».
ε) «Κατά Σαβελλιανών, Αρείου και Ανομοίων».
στ) «Προς τους νέους, όπως αν εξ ελληνικών ωφελοίντο λόγων». Το διασημότερο από τα κείμενα του Βασιλείου, στο οποίο πραγματοποιεί προσπάθεια γεφύρωσης μεταξύ χριστιανικής και κλασσικής παιδείας.
ζ) «Προτρεπτικός εις το άγιον βάπτισμα».
η) «Εις το πρόσεχε σεαυτώ».
θ) «Προς Πλουτούντας».
ι) «Εν λιμώ και αυχμώ».
ια) «Εις την μάρτυρα Ιουλίτταν και περί ευχαριστίας».

Επιστολές.
Σώζονται 365 επιστολές με το όνομα του Μεγάλου Βασιλείου, που καλύπτουν την εικοσαετία από την επιστροφή του στην Καισάρεια από την Αθήνα έως και το θάνατό του.


Σχετική εικόνα

Το έθιμο της βασιλόπιτας

Στα χρόνια του Ιουλιανού του Παραβάτη, όταν το Βυζάντιο κήρυξε τον πόλεμο στην Περσία, ο Ιουλιανός πέρασε με τον στρατό του από την Καισαρεία. Τότε διέταξε να φορολογήσουν όλη την επαρχία και τα χρήματα αυτά θα τα έπαιρνε επιστρέφοντας για την Κωνσταντινουπολη. Ετσι, οι κάτοικοι αναγκάσθηκαν να δώσουν ό,τι είχε ο καθένας χρυσαφικά νομίσματα κ.λπ. Όμως ο Ιουλιανός σκοτώθηκε άδοξα σε μια μάχη στον πόλεμο με τους Πέρσες, έτσι δεν ξαναπέρασε ποτέ από την Καισάρεια. Τότε ο Αγιος Βασίλης έδωσε εντολή και από τα μαζεμένα χρυσαφικά τα μισά να δοθούν στους φτωχούς, ένα μικρό μέρος κράτησε για τις ανάγκες των ιδρυμάτων της Βασιλειάδος , και τα υπόλοιπα τα μοίρασε στους κατοίκους με ένα πρωτότυπο τρόπο: έδωσε εντολή να ζυμώσουν ψωμιά και σε κάθε ψωμί, έβαλε από ένα νόμισμα ή χρυσαφικό μέσα, κατόπιν τα μοίρασε στα σπίτια, έτσι τρώγοντας οι κάτοικοι τα ψωμιά όλο και κάτι έβρισκαν μέσα. Έτσι, γεννήθηκε το έθιμο της πίτας που ονομάσθηκε βασιλόπιτα.






Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος α’.
Εἰς πᾶσαν τὴν γῆν ἐξῆλθεν ὁ φθόγγος σου, ὡς δεξαμένην τὸν λόγον σου· δι' οὗ θεοπρεπῶς ἐδογμάτισας, τὴν φύσιν τῶν ὄντων ἐτράνωσας, τὰ τῶν ἀνθρώπων ἤθη κατεκόσμησας. Βασίλειον ἱεράτευμα, Πάτερ Ὅσιε· πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

 

Κάθισμα
Ἦχος πλ. δ’. Τὴν Σοφίαν καὶ λόγον.
Ἑξανοίξας τὸ στόμα λόγῳ Θεοῦ, ἐξηρεύξω σοφίαν κήρυξ φωτός, καὶ φρόνημα ἔνθεον, τῇ οἰκουμένῃ κατέσπειρας· τῶν γὰρ Πατέρων ὄντως, κυρώσας τὰ δόγματα, κατὰ Παῦλον ὤφθης, τῆς πίστεως πρόμαχος· ὅθεν καὶ Ἀγγέλων, συμπολίτης ὑπάρχεις, καὶ τούτων συνόμιλος, ἀνεδείχθης μακάριε, Θεοφάντορ Βασίλειε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, τῶν πταισμάτων ἄφεσιν δωρήσασθαι, τοῖς ἑορτάζουσι πόθῳ, τὴν ἁγίαν μνήμην σου.

 

Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον
Ὥφθης βάσις ἄσειστος τῇ Ἐκκλησίᾳ, νέμων πᾶσιν ἄσυλον, τὴν κυριότητα βροτοῖς, ἐπισφραγίζων σοῖς δόγμασιν, Οὐρανοφάντορ Βασίλειε Ὅσιε.


 

Ὁ Οἶκος
Τῆς σωφροσύνης ὁ κρατήρ, τὸ στόμα τῆς σοφίας, καὶ βάσις τῶν δογμάτων, Βασίλειος ὁ μέγας, πᾶσιν ἀστράπτει νοερῶς. Δεῦτε οὖν, καὶ στῶμεν ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ Θεοῦ, θερμῶς ἐνατενίζοντες, τοῖς θαύμασι τοῖς τούτου τερπόμενοι, καὶ ὥσπερ λαμπηδόνι ἀστραφθέντες τῷ φωτὶ αὐτῶν, θαλφθῶμεν τῷ τοῦ βίου καθαρτικῷ πνεύματι, μιμούμενοι αὐτοῦ τὴν πίστιν, τὴν ζέσιν, τὴν ταπείνωσιν, δι' ὧν οἶκος ἐδείχθη τοῦ ὄντως Θεοῦ· πρὸς ὃν βοῶντες ὑμνοῦμεν, οὐρανοφάντορ Βασίλειε Ὅσιε.


Μεγαλυνάριον
Τὸν οὐρανοφάντορα τοῦ Χριστοῦ, μύστην τοῦ Δεσπότου, τὸν φωστῆρα τὸν φαεινόν, τὸν ἐκ Καισαρείας, καὶ Καππαδόκων χώρας, Βασίλειον τὸν μέγαν, πάντες τιμήσωμεν.




ΑΠΟ ΤΟ ΡΩΣΙΚΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ
(μετάφραση GOOGLE)

Άγιου Δημήτριου Ροστόφ
Βίοι των Αγίων



Ο βίος του Αγίου Πατρός ημών Βασιλείου του Μεγάλου, Αρχιεπισκόπου Καισαρείας

Εορτάζεται την 1η Ιανουαρίου

Ο Βασίλειος, ένας μεγάλος άγιος του Θεού και ένας θεόσοφος διδάσκαλος της Εκκλησίας, γεννήθηκε από ευγενείς και ευσεβείς γονείς στην πόλη Καισάρεια της Καππαδοκίας , γύρω στο έτος 330, κατά τη διάρκεια της βασιλείας του αυτοκράτορα Μεγάλου Κωνσταντίνου . Ο Μέγας Κωνσταντίνος βασίλευσε από το 324 έως το 337. Ο πατέρας του ονομαζόταν επίσης Βασίλειος και η μητέρα του Εμμέλεια. Οι πρώτοι σπόροι της ευσέβειας φύτρωσαν στην ψυχή του από την ευσεβή γιαγιά του, Μακρίνα, η οποία στα νιάτα της είχε το προνόμιο να ακούσει τις διδασκαλίες του Αγίου Γρηγορίου του Θαυματουργού , και από τη μητέρα του, την ευσεβή Εμμέλεια. Ο πατέρας του Βασιλείου τον δίδαξε όχι μόνο στη χριστιανική πίστη αλλά και στις κοσμικές επιστήμες, τις οποίες γνώριζε καλά, καθώς ο ίδιος δίδασκε ρητορική, ρητορική και φιλοσοφία. Όταν ο Βασίλειος ήταν περίπου δεκατεσσάρων ετών, ο πατέρας του πέθανε και ο ορφανός Βασίλειος πέρασε δύο ή τρία χρόνια με τη γιαγιά του, Μακρίνα, όχι μακριά από τη Νεοκαισάρεια, κοντά στον ποταμό Ίριδα , σε μια εξοχική κατοικία που ανήκε στη γιαγιά του, η οποία αργότερα μετατράπηκε σε μοναστήρι. Από εδώ, ο Βασίλειος ταξίδευε συχνά στην Καισάρεια για να επισκεφτεί τη μητέρα του, η οποία ζούσε με τα άλλα παιδιά της σε εκείνη την πόλη, τον τόπο γέννησής της.

Μετά τον θάνατο της Μακρίνας, ο Βασίλειος, σε ηλικία δεκαεπτά ετών, επέστρεψε στην Καισάρεια για να σπουδάσει διάφορες επιστήμες στα τοπικά σχολεία. Χάρη στο εξαιρετικά οξύ του πνεύμα, ο Βασίλειος σύντομα έφτασε τους δασκάλους του σε γνώσεις και, αναζητώντας περαιτέρω γνώσεις, ξεκίνησε για την Κωνσταντινούπολη, όπου ο νεαρός σοφιστής Λιβάνιος ήταν φημισμένος για την ευγλωττία του εκείνη την εποχή . Αλλά ακόμη και εκεί, ο Βασίλειος δεν έμεινε πολύ και αναχώρησε για την Αθήνα, την πόλη που θεωρούνταν η μητέρα όλης της ελληνικής σοφίας . Στην Αθήνα, άρχισε να παρακολουθεί τα μαθήματα ενός φημισμένου ειδωλολάτρη δασκάλου ονόματι Εύβουλα, ενώ παράλληλα φοιτούσε στα σχολεία δύο άλλων φημισμένων Αθηναίων δασκάλων, του Ιμερίου και του Προαρέσιου . Ο Βασίλειος ήταν ήδη στο εικοστό έκτο έτος της ηλικίας του εκείνη την εποχή, επιδεικνύοντας εξαιρετικό ζήλο στις σπουδές του, αλλά ταυτόχρονα κερδίζοντας γενική αποδοχή για την αγνότητα της ζωής του. Γνώριζε μόνο δύο δρόμους στην Αθήνα - ο ένας οδηγούσε στην εκκλησία και ο άλλος στο σχολείο. Στην Αθήνα, ο Βασίλειος έγινε φίλος με έναν άλλο φημισμένο άγιο, τον Γρηγόριο τον Θεολόγο , ο οποίος σπούδαζε επίσης σε αθηναϊκά σχολεία εκείνη την εποχή . Ο Βασίλειος και ο Γρηγόριος, παρόμοιοι στον καλό χαρακτήρα, την πραότητα και την αγνότητα, αγαπιόντουσαν σαν να μοιράζονταν μια ενιαία ψυχή - και διατήρησαν αυτή την αμοιβαία αγάπη για πάντα. Ο Βασίλειος ήταν τόσο γοητευμένος από τις επιστήμες που συχνά ξεχνούσε να φάει ενώ διάβαζε. Σπούδασε γραμματική, ρητορική, αστρονομία, φιλοσοφία, φυσική, ιατρική και φυσικές επιστήμες. Αλλά όλες αυτές οι κοσμικές, γήινες επιστήμες δεν μπορούσαν να ικανοποιήσουν το μυαλό του, το οποίο αναζητούσε ανώτερο, ουράνιο φωτισμό. Αφού πέρασε περίπου πέντε χρόνια στην Αθήνα, ο Βασίλειος ένιωσε ότι η κοσμική μάθηση δεν μπορούσε να του προσφέρει μια σταθερή βάση για τη χριστιανική τελειότητα. Ως εκ τούτου, αποφάσισε να πάει σε εκείνες τις χώρες όπου ζούσαν Χριστιανοί ασκητές και όπου μπορούσε να εξοικειωθεί πλήρως με την αληθινή χριστιανική επιστήμη.

Έτσι, ενώ ο Γρηγόριος ο Θεολόγος παρέμεινε στην Αθήνα, έχοντας ήδη γίνει δάσκαλος της ρητορικής, ο Βασίλειος πήγε στην Αίγυπτο, όπου άκμασε η μοναστική ζωή . Εκεί, στην κατοχή κάποιου Αρχιμανδρίτη Πορφύριου, βρήκε μια μεγάλη συλλογή θεολογικών έργων, τα οποία μελέτησε για έναν ολόκληρο χρόνο, ασκώντας ταυτόχρονα τους ασκητικούς αγώνες. Στην Αίγυπτο, ο Βασίλειος παρατήρησε τη ζωή διάσημων ασκητών της εποχής του - του Παχωμίου, που έζησε στη Θηβαΐδα, του Μακάριου του Πρεσβύτερου και του Μακάριου της Αλεξάνδρειας , του Παφνούτιου, του Παύλου και άλλων. Από την Αίγυπτο, ο Βασίλειος ταξίδεψε στην Παλαιστίνη, τη Συρία και τη Μεσοποταμία για να εξερευνήσει τους ιερούς τόπους και να γνωρίσει τη ζωή των ασκητών εκεί. Αλλά στο δρόμο του για την Παλαιστίνη, σταμάτησε στην Αθήνα και εκεί συνομίλησε με τον πρώην μέντορά του, τον Εύβουλο, και συζήτησε επίσης για την αληθινή πίστη με άλλους Έλληνες φιλοσόφους.

Θέλοντας να προσηλυτίσει τον δάσκαλό του στην αληθινή πίστη και έτσι να του ανταποδώσει την εύνοια που ο ίδιος είχε λάβει από αυτόν, ο Βασίλειος άρχισε να τον αναζητά σε όλη την πόλη. Δεν μπόρεσε να τον βρει για πολλή ώρα, αλλά τελικά τον συνάντησε έξω από τα τείχη της πόλης, ενώ ο Εύβουλος συζητούσε κάποιο σημαντικό θέμα με άλλους φιλοσόφους. Αφού άκουσε τυχαία τη συζήτηση και χωρίς να αποκαλύψει το όνομά του, ο Βασίλειος συμμετείχε στη συζήτηση, επιλύοντας αμέσως το δύσκολο ζήτημα και στη συνέχεια, με τη σειρά του, έθεσε στον δάσκαλό του μια νέα ερώτηση. Όταν οι ακροατές προβληματίστηκαν για το ποιος θα μπορούσε να απαντήσει και να αντικρούσει τον περίφημο Εύβουλο με τέτοιο τρόπο, ο τελευταίος είπε:

- Αυτό είναι είτε κάποιος θεός, είτε ο Βασίλι 23 .

Αφού αναγνώρισε τον Βασίλειο, ο Εύβουλος έδιωξε τους φίλους και τους μαθητές του και έφερε τον Βασίλειο στο σπίτι του. Πέρασαν τρεις ολόκληρες μέρες συζητώντας, χωρίς να τρώνε σχεδόν τίποτα. Μεταξύ άλλων, ο Εύβουλος ρώτησε τον Βασίλειο ποια, κατά τη γνώμη του, αποτελούσε την ουσιαστική αξία της φιλοσοφίας.

«Η ουσία της φιλοσοφίας», απάντησε ο Βασίλειος, «είναι ότι δίνει στον άνθρωπο την ανάμνηση του θανάτου 24 ».

Ταυτόχρονα, επεσήμανε στον Εύβουλο την ευθραυστότητα του κόσμου και όλων των απολαύσεών του, οι οποίες στην αρχή φαίνονται πραγματικά γλυκές, αλλά στη συνέχεια γίνονται εξαιρετικά πικρές για όσους έχουν δεθεί υπερβολικά με αυτές.

«Παράλληλα με αυτές τις παρηγοριές», είπε ο Βασίλειος, «υπάρχουν και παρηγοριές άλλου είδους, ουράνιας προέλευσης. Δεν μπορεί κανείς να απολαμβάνει και τις δύο ταυτόχρονα — «Κανείς δεν μπορεί να υπηρετεί δύο κυρίους» ( Ματθαίος 6:24 ) — αλλά παρόλα αυτά, στο μέτρο του δυνατού, μοιραζόμαστε με εκείνους που είναι δεμένοι με τα εγκόσμια πράγματα τον άρτο της αληθινής γνώσης, και φέρνουμε εκείνους που, έστω και με δικό τους λάθος, έχουν χάσει το ένδυμα της αρετής κάτω από την κάλυψη των καλών πράξεων, λυπούμενοι αυτούς όπως λυπόμαστε έναν γυμνό άνθρωπο στο δρόμο».

Στη συνέχεια, ο Βασίλειος άρχισε να μιλάει στον Εύβουλο για τη δύναμη της μετάνοιας, περιγράφοντας τις εικόνες που είχε δει κάποτε για την αρετή και την κακία, οι οποίες εναλλάξ προσελκύουν τον άνθρωπο προς τον εαυτό τους, και την εικόνα της μετάνοιας, γύρω από την οποία, όπως και οι κόρες της, στέκονται διάφορες αρετές 25 .

«Αλλά δεν έχουμε ανάγκη, Εύβουλε», πρόσθεσε ο Βασίλειος, «να καταφεύγουμε σε τέτοια τεχνητά μέσα πειθούς. Κατέχουμε την ίδια την αλήθεια, την οποία μπορεί να συλλάβει όποιος ειλικρινά αγωνίζεται γι' αυτήν. Δηλαδή, πιστεύουμε ότι όλοι κάποια μέρα θα αναστηθούμε — μερικοί σε αιώνια ζωή και άλλοι σε αιώνια βάσανα και ντροπή. Οι προφήτες μας μιλούν γι' αυτό καθαρά: ο Ησαΐας, ο Ιερεμίας, ο Δανιήλ και ο Δαβίδ, και ο θείος Απόστολος Παύλος, καθώς και ο ίδιος ο Κύριος, που μας καλεί σε μετάνοια, που αναζήτησε το χαμένο πρόβατο και που αγκάλιασε με αγάπη τον άσωτο γιο καθώς επέστρεψε μετανοημένος, τον στόλισε με μια λαμπρή ρόμπα και ένα δαχτυλίδι και του έκανε γιορτή ( Λουκάς 15 ). Δίνει ίση ανταμοιβή σε όσους ήρθαν την ενδέκατη ώρα, όπως δίνει σε όσους υπέμειναν το βάρος της ημέρας και τη ζέστη . Δίνει σε εμάς που μετανοούμε και γεννιόμαστε από νερό και Πνεύμα, όπως είναι γραμμένο: Οφθαλμός δεν έχει δει, ούτε αυτί δεν έχει ακούσει, ούτε σε καρδιά ανθρώπου έχει εισέλθει, αυτά που ο Θεός έχει ετοιμάσει για όσους τον αγαπούν 27 .

Όταν ο Βασίλειος έδωσε στον Εύβουλο μια σύντομη ιστορία της οικονομίας της σωτηρίας μας, ξεκινώντας από την πτώση του Αδάμ και καταλήγοντας στη διδασκαλία για τον Χριστό τον Λυτρωτή, ο Εύβουλος αναφώνησε:

«Ω Βασίλειο, που αποκαλύφθηκες από τον ουρανό! Δι' εσένα πιστεύω στον Ένα Θεό, τον Πατέρα Παντοδύναμο, τον Δημιουργό των πάντων, και προσβλέπω στην ανάσταση των νεκρών και στη ζωή του μέλλοντος αιώνα, αμήν. Και ιδού η απόδειξη της πίστης μου στον Θεό: Θα περάσω το υπόλοιπο της ζωής μου μαζί σου, αλλά τώρα επιθυμώ να γεννηθώ εξ ύδατος και Πνεύματος».

Τότε ο Βασίλι είπε:

«Ευλογημένος να είναι ο Θεός μας από τώρα και στο εξής και στους αιώνες των αιώνων, που φώτισε το νου σου με το φως της αλήθειας, Εύβουλε, και σε οδήγησε από τα βάθη της πλάνης στη γνώση της αγάπης Του. Αν, όπως είπες, θέλεις να ζήσεις μαζί μου, τότε θα σου εξηγήσω πώς μπορούμε να φροντίσουμε για τη σωτηρία μας, απελευθερώνοντας τους εαυτούς μας από τις παγίδες αυτής της ζωής. Ας πουλήσουμε όλα τα υπάρχοντά μας και ας δώσουμε τα έσοδα στους φτωχούς, και μετά ας πάμε στην αγία πόλη για να δούμε τα θαύματα εκεί · εκεί θα ενισχυθούμε ακόμη περισσότερο στην πίστη μας.»

Αφού έτσι μοίρασαν όλα τα υπάρχοντά τους στους άπορους και αγόρασαν για τον εαυτό τους τα λευκά ενδύματα που ήταν απαραίτητα για όσους βαπτίζονταν 29 , πήγαν στην Ιερουσαλήμ και στην πορεία προσηλύτισαν πολλούς στην αληθινή πίστη.

Φτάνοντας στην Αντιόχεια , μπήκαν σε ένα πανδοχείο. Ο γιος του πανδοχέα, ο Φιλόξενος, καθόταν στην πόρτα, βαθιά ταραγμένος. Μαθητής του σοφιστή Λιβάνιου, είχε δανειστεί μερικά από τα ποιήματα του Ομήρου από αυτόν , σκοπεύοντας να τα παραδώσει για ρητορική, αλλά δεν μπόρεσε να το κάνει και, σε αυτό το δίλημμα, ήταν πολύ ταραγμένος. Ο Βασίλειος, βλέποντάς τον λυπημένο, ρώτησε:

-Γιατί είσαι λυπημένος, νεαρέ;

Ο Φιλόξενος είπε:

– Ακόμα κι αν σου πω τον λόγο της λύπης μου, τι όφελος θα μου προσφέρεις;

Όταν ο Βασίλειος επέμεινε και υποσχέθηκε ότι ο νέος δεν θα του έλεγε μάταια τον λόγο της θλίψης του, το αγόρι του μίλησε για τον σοφιστή και τους στίχους, προσθέτοντας ότι ο λόγος της θλίψης του ήταν ότι δεν μπορούσε να αποδώσει με σαφήνεια το νόημα αυτών των στίχων. Ο Βασίλειος, παίρνοντας τους στίχους, άρχισε να τους αναλύει, μεταφράζοντάς τους σε απλή γλώσσα. Το αγόρι, έκπληκτο και χαρούμενο, του ζήτησε να του γράψει τη μετάφραση. Τότε ο Βασίλειος έγραψε τη μετάφραση αυτών των ομηρικών στίχων με τρεις διαφορετικούς τρόπους, και το αγόρι, αποδεχόμενο με χαρά τη μετάφραση, πήγε μαζί τους το επόμενο πρωί στον δάσκαλό του, τον Λιβάνιο. Ο Λιβάνιος, αφού τη διάβασε, έμεινε έκπληκτος και είπε:

«Ορκίζομαι στη Θεία Πρόνοια ότι δεν υπάρχει κανείς μεταξύ των σύγχρονων φιλοσόφων που θα μπορούσε να δώσει μια τέτοια ερμηνεία! Ποιος σου το έγραψε αυτό, Φιλόξενε;»

Το αγόρι είπε:

«Υπάρχει ένας περιπλανώμενος στο σπίτι μου που έγραψε αυτή την ερμηνεία πολύ γρήγορα και χωρίς καμία δυσκολία.»

Ο Λιβάνιος έσπευσε αμέσως στο πανδοχείο για να δει τον ξένο. Βλέποντας τον Βασίλειο και τον Εύβουλο εκεί, εξεπλάγη από την απροσδόκητη άφιξή τους και χάρηκε για την παρουσία τους. Τους ζήτησε να μείνουν στο σπίτι του και όταν έφτασαν, τους πρόσφερε ένα πλούσιο γεύμα. Αλλά ο Βασίλειος και ο Εύβουλος, όπως συνήθιζαν, αφού έλαβαν ψωμί και νερό, ευχαρίστησαν τον Θεό, τον Δωρητή όλων των ευλογιών. Μετά από αυτό, ο Λιβάνιος άρχισε να τους κάνει διάφορες σοφιστικές ερωτήσεις και εκείνοι του έκαναν μια ομιλία για τη χριστιανική πίστη. Ο Λιβάνιος, αφού άκουσε προσεκτικά, είπε ότι δεν είχε έρθει ακόμη η ώρα για την αποδοχή αυτής της ομιλίας, αλλά ότι αν αυτό ήταν το θέλημα της Θείας Πρόνοιας, κανείς δεν θα μπορούσε να αντισταθεί στη διδασκαλία του Χριστιανισμού .

«Θα μου είχες κάνει μεγάλη υπηρεσία, Βασίλι», κατέληξε, «αν δεν είχες αρνηθεί να αναπτύξεις τη διδασκαλία σου προς όφελος των μαθητών που είναι μαζί μου».

Σύντομα συγκεντρώθηκαν οι μαθητές του Λιβάνιου και ο Βασίλειος άρχισε να τους διδάσκει ότι έπρεπε να αποκτήσουν καθαρότητα ψυχής, σωματική απάθεια, σεμνό βάδισμα, ήσυχη ομιλία, σεμνά λόγια, μετριοπάθεια στο φαγητό και το ποτό, σιωπή ενώπιον των πρεσβυτέρων, προσοχή στα λόγια των σοφών, υπακοή στους ανώτερους, ειλικρινή αγάπη για τους ίσους και τους κατώτερους, ώστε να αποστασιοποιούνται από το κακό, το πάθος και τις σαρκικές απολαύσεις, ώστε να μιλάνε λιγότερο και να ακούνε περισσότερο και να εμβαθύνουν στα πράγματα, να μην είναι απερίσκεπτοι στην ομιλία, να μην είναι φλύαροι, να μην γελούν με αυθάδεις με τους άλλους, να στολίζονται με σεμνότητα, να μην μπαίνουν σε συνομιλίες με ανήθικες γυναίκες, να χαμηλώνουν τα μάτια τους και να στρέφουν την ψυχή τους στη θλίψη, να αποφεύγουν τις διαμάχες, να μην επιδιώκουν το αξίωμα του δασκάλου και να θεωρούν τις τιμές αυτού του κόσμου ως μηδαμινές. Όποιος κάνει κάτι προς όφελος των άλλων, ας περιμένει ανταμοιβή από τον Θεό και αιώνια ανταμοιβή από τον Ιησού Χριστό, τον Κύριό μας. Έτσι μίλησε ο Βασίλειος στους μαθητές του Λιβάνιου, και αυτοί άκουσαν με μεγάλη έκπληξη. Στη συνέχεια, αυτός και ο Εύβουλος ξεκίνησαν ξανά το ταξίδι τους.

Όταν έφτασαν στην Ιερουσαλήμ και περιόδευσαν όλους τους ιερούς τόπους με πίστη και αγάπη, προσευχόμενοι εκεί στον Ένα Δημιουργό των όλων, τον Θεό, εμφανίστηκαν ενώπιον του επισκόπου εκείνης της πόλης, Μάξιμου , και του ζήτησαν να τους βαπτίσει στον Ιορδάνη . Ο επίσκοπος, βλέποντας τη μεγάλη τους πίστη, έκανε δεκτό το αίτημά τους: παίρνοντας τον κλήρο του, ξεκίνησε με τον Βασίλειο και τον Εύβουλο για τον Ιορδάνη. Όταν σταμάτησαν στην όχθη, ο Βασίλειος έπεσε στο έδαφος και προσευχήθηκε δακρυσμένος στον Θεό να του δείξει κάποιο σημάδι για να ενισχύσει την πίστη του. Στη συνέχεια, σηκώθηκε τρέμοντας, έβγαλε τα ρούχα του και μαζί τους «άφησε στην άκρη τον προηγούμενο τρόπο ζωής του γέρου». Και, μπαίνοντας στο νερό, προσευχήθηκε. Καθώς ο άγιος πλησίασε για να τον βαπτίσει, μια πύρινη αστραπή έπεσε ξαφνικά πάνω τους, και ένα περιστέρι αναδύθηκε από τον κεραυνό, έπεσε στον Ιορδάνη, ανακάτεψε το νερό και πέταξε στον ουρανό . Όσοι στέκονταν στην ακτή, βλέποντάς το αυτό, έτρεμαν και δόξασαν τον Θεό. Αφού βαπτίστηκε, ο Βασίλειος βγήκε από το νερό και ο επίσκοπος, θαυμάζοντας την αγάπη του για τον Θεό, τον έντυσε με το ένδυμα της ανάστασης του Χριστού , προσευχόμενος. Βάπτισε και τον Εύβουλο, έπειτα έχρισε και τους δύο με μύρο και μοίρασε τα Θεία Δώρα.

Επιστρέφοντας στην ιερή πόλη, ο Βασίλειος και ο Εύβουλος παρέμειναν εκεί για ένα χρόνο. Στη συνέχεια πήγαν στην Αντιόχεια, όπου ο Βασίλειος χειροτονήθηκε διάκονος από τον Αρχιεπίσκοπο Μελέτιο και στη συνέχεια ασχολήθηκε με την ερμηνεία των Γραφών . 38 Λίγο αργότερα, αναχώρησε με τον Εύβουλο για την πατρίδα του, την Καππαδοκία. Καθώς πλησίαζαν στην πόλη της Καισάρειας, ο Λεόντιος, Αρχιεπίσκοπος Καισάρειας, πληροφορήθηκε σε όνειρο την άφιξή τους και τους είπε ότι ο Βασίλειος θα γινόταν τελικά αρχιεπίσκοπος αυτής της πόλης. Έτσι, ο αρχιεπίσκοπος, καλώντας τον αρχιδιάκονό του 39 και αρκετούς αξιότιμους κληρικούς, τους έστειλε στην ανατολική πύλη της πόλης, διατάζοντας τους να του φέρουν με τιμή δύο ξένους που θα συναντούσαν εκεί. Πήγαν και, συναντώντας τον Βασίλειο και τον Εύβουλο καθώς έμπαιναν στην πόλη, τους έφεραν στον αρχιεπίσκοπο. Αυτός, βλέποντάς τους, έμεινε έκπληκτος, γιατί ήταν οι ίδιοι που είχε δει στο όνειρό του και δόξασε τον Θεό. Αφού τους ρώτησε από πού προέρχονταν και ποια ήταν τα ονόματά τους, και αφού έμαθε τα ονόματά τους, διέταξε να τους μεταφέρουν στην τραπεζαρία και να τους κεράσουν αναψυκτικά. Ο ίδιος, αφού κάλεσε τον κλήρο και τους διακεκριμένους πολίτες, τους είπε όλα όσα του είχαν ειπωθεί στο όραμα από τον Θεό για τον Βασίλειο. Τότε ο κλήρος είπε ομόφωνα:

- Αφού, για την ενάρετη ζωή σου, ο Θεός σου υπέδειξε κληρονόμο του θρόνου σου, κάνε μαζί του ό,τι θέλεις· γιατί αληθινά, ο άνθρωπος που υποδεικνύει άμεσα το θέλημα του Θεού είναι άξιος κάθε σεβασμού.

Ο αρχιεπίσκοπος κάλεσε τότε τον Βασίλειο και τον Εύβουλο και άρχισε να συζητά μαζί τους τις Γραφές, επιθυμώντας να ανακαλύψει την κατανόησή τους. Ακούγοντας τις ομιλίες τους, θαύμασε το βάθος της σοφίας τους και, κρατώντας τους κοντά του, τους φέρθηκε με ιδιαίτερο σεβασμό. Ο Βασίλειος, ενώ βρισκόταν στην Καισάρεια, έζησε την ίδια ζωή που είχε μάθει από πολλούς ασκητές, ταξιδεύοντας στην Αίγυπτο, την Παλαιστίνη, τη Συρία και τη Μεσοποταμία και παρατηρώντας τους ασκητές πατέρες που ζούσαν σε αυτές τις χώρες. Έτσι, μιμούμενος τη ζωή τους, έγινε καλός μοναχός, και ο Αρχιεπίσκοπος Καισαρείας, Ευσέβιος , τον χειροτόνησε ιερέα και ηγέτη των μοναχών στην Καισάρεια. Έχοντας χειροτονηθεί ιερέας, ο Άγιος Βασίλειος αφιέρωσε όλο τον χρόνο του στις εργασίες αυτής της διακονίας, σε τέτοιο βαθμό που αρνήθηκε ακόμη και να αλληλογραφήσει με τους πρώην φίλους του . Η φροντίδα για τους μοναχούς που είχε συγκεντρώσει, το κήρυγμα του λόγου του Θεού και άλλες ποιμαντικές ανησυχίες τον εμπόδισαν να αποσπάται από ξένες ασχολίες. Σε αυτόν τον νέο ρόλο, γρήγορα κέρδισε ένα επίπεδο σεβασμού που δεν είχε ούτε καν ο ίδιος ο αρχιεπίσκοπος, ο οποίος ήταν ακόμα άπειρος στα εκκλησιαστικά ζητήματα, έχοντας επιλεγεί ανάμεσα στους κατηχούμενους για τον θρόνο της Καισαρείας. Αλλά μόλις ένα χρόνο μετά την ιεροσύνη του, ο Επίσκοπος Ευσέβιος, λόγω ανθρώπινης αδυναμίας, άρχισε να ζηλεύει και να κακοπροαίρετος τον Βασίλειο. Ο Άγιος Βασίλειος το έμαθε αυτό και, μη θέλοντας να γίνει αντικείμενο φθόνου, αποσύρθηκε στην Ποντική Έρημο . Στην Ποντική Έρημο, ο Βασίλειος αποσύρθηκε στον ποταμό Ίριδα - ένα μέρος όπου η μητέρα του Εμμέλεια και η αδελφή του Μακρίνα είχαν αποσυρθεί πριν από αυτόν, και το οποίο τους ανήκε. Η Μακρίνα ίδρυσε εκεί ένα μοναστήρι. Κοντά, στους πρόποδες ενός ψηλού βουνού, πυκνά δασωμένου και ποτισμένου από κρύα, καθαρά ρυάκια, εγκαταστάθηκε ο Βασίλειος. Η έρημος ήταν τόσο ευχάριστη για τον Βασίλειο με την αδιατάρακτη σιωπή της που σκόπευε να τελειώσει τις μέρες του εκεί. Εδώ μιμήθηκε τα κατορθώματα εκείνων των μεγάλων ανδρών που είχε δει στη Συρία και την Αίγυπτο. Πάλευε με ακραίες στερήσεις, καλύπτοντας τον εαυτό του μόνο με ένα μόνο ένδυμα - ένα σραχίτσα (ένα πουκάμισο) και έναν μανδύα. Φορούσε επίσης ένα τρίχινο πουκάμισο, αλλά μόνο τη νύχτα, για να μην τον βλέπουν. Ζούσε με ψωμί και νερό, καρυκεύοντας αυτό το πενιχρό φαγητό με αλάτι και ρίζες. Από την αυστηρή εγκράτεια, έγινε πολύ χλωμός και αδυνατισμένος, και έπεσε σε απόλυτη εξάντληση. Δεν πήγε ποτέ στο λουτρό ούτε άναψε φωτιά. Αλλά ο Βασίλειος δεν ζούσε μόνος του: συγκέντρωνε μοναχούς σε μια κοινότητα· μέσω των επιστολών του, προσέλκυσε επίσης τον φίλο του Γρηγόριο στην έρημο.

Στη μοναξιά τους, ο Βασίλειος και ο Γρηγόριος έκαναν τα πάντα μαζί. Προσευχόντουσαν μαζί. Και οι δύο εγκατέλειψαν την ανάγνωση κοσμικών βιβλίων, τα οποία προηγουμένως τους κατανάλωναν τόσο πολύ χρόνο, και άρχισαν να αφιερώνονται αποκλειστικά στην Αγία Γραφή. Επιθυμώντας να τη μελετήσουν καλύτερα, διάβασαν τα έργα των Πατέρων της Εκκλησίας και των συγγραφέων που προηγήθηκαν, ιδιαίτερα του Ωριγένη . Εδώ, ο Βασίλειος και ο Γρηγόριος, καθοδηγούμενοι από το Άγιο Πνεύμα, έγραψαν τους κανόνες της μοναστικής κοινοβιακής ζωής, τους οποίους οι μοναχοί της Ανατολικής Εκκλησίας ακολουθούν σε μεγάλο βαθμό σήμερα .

Στην προσέγγισή τους στη φυσική ζωή, ο Βασίλειος και ο Γρηγόριος έβρισκαν ευχαρίστηση στην υπομονή. Δούλευαν με τα χέρια τους, μεταφέροντας καυσόξυλα, πελεκώντας πέτρες, φυτεύοντας και ποτίζοντας δέντρα, μεταφέροντας κοπριά και σηκώνοντας βαριά φορτία, με αποτέλεσμα τα χέρια τους να είναι μόνιμα σκληρά. Η κατοικία τους δεν είχε ούτε στέγη ούτε πύλη. Δεν υπήρχε ποτέ φωτιά ή καπνός. Το ψωμί που έτρωγαν ήταν τόσο στεγνό και κακοψημένο που μετά βίας μασούσαν.

Ήρθε, ωστόσο, η ώρα που τόσο ο Βασίλειος όσο και ο Γρηγόριος αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την έρημο, καθώς οι υπηρεσίες τους χρειάζονταν η Εκκλησία, η οποία τότε ταλαιπωρούνταν από αιρετικούς. Ο Γρηγόριος, ο πατέρας του, Γρηγόριος, ηλικιωμένος και επομένως δεν είχε τη δύναμη να καταπολεμήσει σθεναρά τους αιρετικούς, τον πήγε στη Ναζιανζό για να βοηθήσει τους Ορθόδοξους. Ο Βασίλειος, ωστόσο, πείστηκε να επιστρέψει από τον Ευσέβιο, Αρχιεπίσκοπο Καισαρείας, ο οποίος συμφιλιώθηκε μαζί του με μια επιστολή και του ζήτησε να βοηθήσει την Εκκλησία, η οποία δεχόταν επίθεση από τους Αρειανούς . Ο μακάριος Βασίλειος, βλέποντας τέτοια ανάγκη για την Εκκλησία και προτιμώντας την από το όφελος της ερημικής ζωής, άφησε τη μοναξιά και ήρθε στην Καισάρεια, όπου εργάστηκε πολύ, υπερασπιζόμενος την Ορθόδοξη πίστη από την αίρεση με λόγια και γραπτά. Όταν ο Αρχιεπίσκοπος Ευσέβιος πέθανε, παραδίδοντας την ψυχή του στον Θεό στην αγκαλιά του Βασιλείου, ο Βασίλειος προήχθη σε αρχιεπισκοπή και χειροτονήθηκε από σύνοδο επισκόπων. Μεταξύ αυτών των επισκόπων ήταν ο ηλικιωμένος Γρηγόριος, πατέρας του Γρηγορίου του Ναζιανζού . Αδύναμος και εξαντλημένος από την ηλικία, διέταξε να τον συνοδεύσουν στην Καισάρεια για να πείσουν τον Βασίλειο να αποδεχτεί την αρχιεπισκοπή και να αποτρέψει την ανύψωση οποιουδήποτε Αρειανού στο θρόνο.

Ο Βασίλειος διοικούσε με επιτυχία την Εκκλησία του Χριστού και χειροτόνησε τον αδελφό του, Πέτρο, ιερέα για να τον βοηθά στο έργο της Εκκλησίας, και αργότερα τον διόρισε επίσκοπο της πόλης της Σεβάστειας . 45 Εκείνη την εποχή, η μητέρα τους, η ευλογημένη Εμμησία, κοιμήθηκε στον Κύριο, έχοντας ζήσει πάνω από 90 χρόνια.

Μετά από λίγο καιρό, ο μακάριος Βασίλειος ζήτησε από τον Θεό να φωτίσει το μυαλό του, ώστε να μπορέσει να προσφέρει την αναίμακτη θυσία στον Θεό με τα δικά του λόγια και να του σταλεί η χάρη του Αγίου Πνεύματος για τον σκοπό αυτό . 46 Έξι ημέρες αργότερα, την έβδομη ημέρα, όταν ο Βασίλειος, στεκόμενος μπροστά στο θυσιαστήριο στο ναό, άρχισε να προσφέρει τον άρτο και το ποτήρι, ο ίδιος ο Κύριος εμφανίστηκε σε όραμα με τους αποστόλους και είπε:

– Κατόπιν αιτήματός σου, ας γεμίσουν τα χείλη σου με αίνο, ώστε να μπορείς να τελέσεις μια αναίμακτη λειτουργία απαγγέλλοντας τις προσευχές σου.

Μετά από αυτό, ο Βασίλειος άρχισε να μιλάει και να γράφει τα ακόλουθα λόγια: «Γεμίσου τα χείλη μου με αίνο, ας ψάλλω τη δόξα Σου», «Κύριε Θεέ μας, κτίσε μας και οδήγησέ μας σε αυτή τη ζωή» και άλλες προσευχές της Θείας Λειτουργίας. Στο τέλος της προσευχής, σήκωσε το ψωμί, προσευχόμενος θερμά τα εξής λόγια: «Άκουσε, Κύριε Ιησού Χριστέ, Θεέ μας, στους ουρανούς της κατοικίας Σου και στον θρόνο της βασιλείας Σου, και έλα να μας αγιάσεις, και κάθισε σε αυτό το βουνό και μείνε εδώ μαζί μας αοράτως· και δώσε με το χέρι Σου να μας χαρίσεις το πανάγαθο Σώμα και Αίμα Σου σε όλους εμάς τους ανθρώπους». 47 Ενώ ο άγιος το έκανε αυτό, ο Εύβουλος και ο ανώτερος κλήρος είδαν ένα ουράνιο φως να φωτίζει την Αγία Τράπεζα, τον άγιο και ορισμένους λαμπερούς άνδρες με λευκά άμφια που περιέβαλλαν τον Άγιο Βασίλειο. Βλέποντάς το, τρομοκρατήθηκαν πολύ και έπεσαν προσκυνητές, χύνοντας δάκρυα και δοξάζοντας τον Θεό.

Εκείνη την εποχή, ο Βασίλειος, αφού κάλεσε τον χρυσοχόο, τον διέταξε να κατασκευάσει ένα περιστέρι από καθαρό χρυσό - κατ' εικόνα του περιστεριού που εμφανίστηκε πάνω από τον Ιορδάνη - και το τοποθέτησε πάνω από τον ιερό θρόνο, ώστε να φυλάει, σαν να έλεγε κανείς, τα Θεία Μυστήρια.

Ο Κύριος ο Θεός, ακόμη και κατά τη διάρκεια της ζωής του Βασιλείου, έδωσε μαρτυρία για την αγιότητά Του με διάφορα θαυματουργά σημεία. Κάποτε, ενώ τελούσε τη Θεία Λειτουργία, ένας Ιουδαίος, θέλοντας να μάθει τη φύση των Αγίων Μυστηρίων, ενώθηκε με τους άλλους πιστούς, προσποιούμενος τον Χριστιανό. Μπαίνοντας στην εκκλησία, είδε τον Άγιο Βασίλειο να κρατάει ένα μωρό στην αγκαλιά του και να το συνθλίβει σε κομμάτια. Καθώς οι πιστοί άρχισαν να κοινωνούν από τα χέρια του αγίου, ο Ιουδαίος πλησίασε και ο άγιος, όπως και οι άλλοι Χριστιανοί, του πρόσφερε ένα μέρος από τα Άγια Δώρα. Λαμβάνοντάς το, ο Ιουδαίος είδε ότι ήταν πράγματι σάρκα, και όταν πλησίασε το ποτήριο, είδε ότι στην πραγματικότητα περιείχε αίμα. Έκρυψε το υπόλοιπο της Θείας Κοινωνίας και, επιστρέφοντας σπίτι, το έδειξε στη σύζυγό του και της είπε όλα όσα είχε δει με τα ίδια του τα μάτια. Πιστεύοντας ότι το χριστιανικό μυστήριο είναι πραγματικά φοβερό και ένδοξο, πήγε το επόμενο πρωί στον Όσιο Βασίλειο και τον παρακάλεσε να του χαρίσει το άγιο βάπτισμα. Ο Βασίλειος, αφού ευχαρίστησε τον Θεό, βάπτισε αμέσως τον Ιουδαίο και ολόκληρη την οικογένειά του.

Καθώς ο άγιος περπατούσε στο δρόμο μια μέρα, μια φτωχή γυναίκα, αδικημένη από έναν αξιωματικό, έπεσε στα πόδια του Βασιλείου, παρακαλώντας τον να γράψει στον αξιωματικό γι' αυτήν ως κάποια που είχε σε μεγάλη εκτίμηση. Ο άγιος, παίρνοντας ένα έγγραφο , έγραψε τα εξής στον αξιωματικό: «Αυτή η φτωχή γυναίκα ήρθε σε μένα λέγοντας ότι η επιστολή μου έχει μεγάλη σημασία για εσάς. Αν ναι, τότε αποδείξτε το μου έμπρακτα και δείξτε έλεος σε αυτή τη γυναίκα». Έχοντας γράψει αυτά τα λόγια, ο άγιος έδωσε το έγγραφο στην φτωχή γυναίκα, η οποία το πήρε και το έφερε στον αξιωματικό. Αφού διάβασε την επιστολή, ο αξιωματικός απάντησε στον άγιο: «Σύμφωνα με την επιστολή σας, άγιε πατέρα, θα ήθελα να δείξω έλεος σε αυτή τη γυναίκα, αλλά δεν μπορώ να το κάνω επειδή υπόκειται στον δημόσιο φόρο». Ο άγιος του απάντησε: «Είναι καλό αν ήθελες, αλλά δεν μπορούσες να το κάνεις· και ακόμα κι αν μπορούσες αλλά δεν ήθελες, ο Θεός θα σε βάλει ανάμεσα σε εκείνους που έχουν ανάγκη, ώστε να μην μπορείς να κάνεις αυτό που θέλεις». Αυτά τα λόγια του αγίου σύντομα εκπληρώθηκαν: λίγο αργότερα, ο αυτοκράτορας θύμωσε με τον αξιωματούχο, επειδή έμαθε ότι ασκούσε μεγάλη καταπίεση στον λαό, και τον φυλάκισε, αναγκάζοντάς τον να ξεπληρώσει όλους όσους είχε αδικήσει. Από τη φυλακή, ο αξιωματούχος έστειλε μια αίτηση στον Άγιο Βασίλειο, ζητώντας του να τον ελεήσει και, με τη μεσιτεία του, να κατευνάσει τον αυτοκράτορα. Ο Βασίλειος έσπευσε να μεσολαβήσει στον αυτοκράτορα για λογαριασμό του, και έξι ημέρες αργότερα έφτασε ένα διάταγμα, που απάλλασσε τον αξιωματούχο από την καταδίκη. Ο αξιωματούχος, βλέποντας πόσο ελεήμων ήταν ο άγιος απέναντί ​​του, έσπευσε να του εκφράσει την ευγνωμοσύνη του, και έδωσε στην προαναφερθείσα φτωχή γυναίκα από την περιουσία του διπλάσια από όσα της είχε πάρει.

Ενώ αυτός ο άγιος του Θεού, ο Μέγας Βασίλειος, πολεμούσε με θάρρος για την αγία πίστη του Χριστού στην Καισάρεια της Καππαδοκίας , ο αυτοκράτορας Ιουλιανός ο Αποστάτης, βλάσφημος και μεγάλος διώκτης των Χριστιανών ο οποίος καυχιόταν ότι θα κατέστρεφε τους Χριστιανούς, πολεμούσε τους Πέρσες. Ο Άγιος Βασίλειος προσευχόταν τότε στην εκκλησία μπροστά σε μια εικόνα της Υπεραγίας Θεοτόκου, στα πόδια της οποίας βρισκόταν μια εικόνα του αγίου Μεγαλομάρτυρα Μερκουρίου, που απεικονιζόταν ως πολεμιστής με δόρυ. Ο Μερκούριος ο πολεμιστής υπέστη μαρτυρικό θάνατο στην Καισάρεια της Καππαδοκίας (τιμάται στις 24 Νοεμβρίου). Προσευχήθηκε να μην επιτρέψει ο Θεός στον Ιουλιανό, τον διώκτη και καταστροφέα των Χριστιανών, να επιστρέψει ζωντανός από τον Περσικό Πόλεμο. Και έτσι είδε ότι η εικόνα του Αγίου Μερκουρίου, που στεκόταν κοντά στην Υπεραγία Θεοτόκο, άλλαξε και για ένα διάστημα η εικόνα του μάρτυρα έγινε αόρατη. Λίγο αργότερα, ο μάρτυρας επανεμφανίστηκε, αλλά με ένα αιματηρό δόρυ. Εκείνη ακριβώς την εποχή, ο Ιουλιανός τρυπήθηκε κατά τη διάρκεια του Περσικού Πολέμου από τον άγιο μάρτυρα Μερκούριο, που στάλθηκε από την Υπεραγία Θεοτόκο για να καταστρέψει τον εχθρό του Θεού.

Ο Μέγας Βασίλειος κατείχε επίσης ένα χάρισμα χάρης. Όταν ύψωσε τα Τίμια Δώρα κατά τη διάρκεια της Λειτουργίας, το χρυσό περιστέρι που περιείχε τα Θεία Δώρα, κρεμασμένο πάνω από την Αγία Τράπεζα, κινούμενο από τη δύναμη του Θεού, σείστηκε τρεις φορές. Κάποτε, καθώς ο Βασίλειος διακονούσε και ύψωνε τα Τίμια Δώρα, το συνηθισμένο σημάδι του περιστεριού, του οποίου το σεισμό υποδήλωνε την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος, απουσίαζε. Καθώς ο Βασίλειος συλλογιζόταν την αιτία, είδε έναν από τους διακόνους που κρατούσε τα ριπιδιά [51 ] να κοιτάζει μια γυναίκα που στεκόταν στην εκκλησία. Ο Βασίλειος διέταξε τον διάκονο να απομακρυνθεί από την αγία τράπεζα της προσφοράς και του όρισε μια μετάνοια: να νηστέψει και να προσεύχεται για επτά ημέρες, να περάσει ολόκληρες νύχτες άυπνος στην προσευχή και να μοιράσει ελεημοσύνες στους φτωχούς από τα υπάρχοντά του. Από τότε και στο εξής, ο Άγιος Βασίλειος διέταξε να τοποθετηθεί μια κουρτίνα και ένα χώρισμα στην εκκλησία μπροστά από την Αγία Τράπεζα, ώστε καμία γυναίκα να μην μπορεί να κοιτάξει την Αγία Τράπεζα κατά τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας. Διέταξε επίσης να οδηγηθούν οι ανυπάκουοι έξω από την εκκλησία και να αφοριστούν από τη Θεία Κοινωνία 52 .

Ενώ ο Άγιος Βασίλειος ήταν επίσκοπος, η Εκκλησία του Χριστού ταρασσόταν από τον Αυτοκράτορα Ουάλη , ο οποίος τυφλώθηκε από την αίρεση των Αρειανών. Καθαίρεσε πολλούς Ορθόδοξους επισκόπους, ανέδειξε Αρειανούς στις θέσεις τους και ανάγκασε άλλους, δειλούς και φοβισμένους, να προσχωρήσουν στην αίρεση του. Εξοργίστηκε και βασανίστηκε, βλέποντας τον Βασίλειο να παραμένει άφοβα στον θρόνο του, ακλόνητος πυλώνας της πίστης του, ενώ ενθάρρυνε και προέτρεπε άλλους να αποστρέφονται τον Αρειανισμό ως ψευδή διδασκαλία μισητή στον Θεό. Ενώ περιόδευε στα βασίλειά του και καταπίεζε τους Ορθόδοξους παντού, ο αυτοκράτορας, καθ' οδόν προς την Αντιόχεια, έφτασε στην Καισάρεια της Καππαδοκίας και εκεί άρχισε να χρησιμοποιεί κάθε μέσο για να κερδίσει τον Βασίλειο υπέρ του Αρειανισμού. Έπεισε τους διοικητές, τους ευγενείς και τους συμβούλους του να χρησιμοποιήσουν προσευχές, υποσχέσεις, ακόμη και απειλές, για να πείσουν τον Βασίλειο να εκπληρώσει τις επιθυμίες του Τσάρου. Οι υποστηρικτές του Τσάρου παρότρυναν επίμονα τον άγιο να το πράξει. Επιπλέον, ορισμένες ευγενείς, που ευνοούνταν από τον Τσάρο, άρχισαν να στέλνουν τους ευνούχους τους στον άγιο, συμβουλεύοντάς τον επίμονα να συμμαχήσει με τον Τσάρο. Κανείς όμως δεν μπορούσε να πείσει αυτόν τον ιεράρχη, ακλόνητο στην πίστη του, να απομακρυνθεί από την Ορθοδοξία. Τελικά, ο Έπαρχος Μόδεστος κάλεσε τον Βασίλειο και, αφού δεν κατάφερε να τον πείσει με κολακευτικές υποσχέσεις αποστασίας, άρχισε να τον απειλεί με μανία με δήμευση της περιουσίας του, εξορία και θάνατο. Ο άγιος, ωστόσο, απάντησε με θάρρος στις απειλές του:

«Αν μου πάρεις την περιουσία μου, ούτε θα πλουτίσεις ούτε θα με κάνεις ζητιάνο. Πιστεύω ότι δεν έχεις ανάγκη από αυτά τα παλιά μου ρούχα και τα λίγα βιβλία που αποτελούν ολόκληρο τον πλούτο μου. Δεν υπάρχει εξορία για μένα, γιατί δεν είμαι δεσμευμένος από τόπο, και ο τόπος όπου ζω τώρα δεν είναι δικός μου, και όπου κι αν είμαι εξόριστος θα είναι δικός μου. Ακόμα καλύτερα, παντού είναι ο τόπος του Θεού, όπου κι αν είμαι «ξένος και πάροικος» ( Ψαλμός 39:13 ). Και τι μπορεί να μου κάνει το μαρτύριο; Είμαι τόσο αδύναμος που ίσως μόνο το πρώτο χτύπημα γίνει αισθητό. Ο θάνατος, ωστόσο, είναι μια ευλογία για μένα: θα με οδηγήσει πιο γρήγορα στον Θεό, για τον Οποίο ζω και εργάζομαι, και για τον Οποίο αγωνίζομαι εδώ και πολύ καιρό».

Έκπληκτος από αυτά τα λόγια, ο ηγεμόνας είπε στον Βασίλι:

– Κανείς δεν μου έχει μιλήσει ποτέ με τόση τόλμη!

«Ναι», απάντησε ο άγιος, «γιατί δεν έχεις μιλήσει ποτέ πριν με επίσκοπο. Σε όλα τα άλλα ζητήματα δείχνουμε πραότητα και ταπεινότητα, αλλά όταν πρόκειται για τον Θεό, και οι άνθρωποι τολμούν να επαναστατήσουν εναντίον Του, τότε εμείς, απορρίπτοντας όλα τα άλλα ως μηδέν, κοιτάμε μόνο σε Αυτόν. Τότε η φωτιά, το σπαθί, τα θηρία και το σίδερο που κατασπαράζουν τα σώματά μας θα μας ευχαριστήσουν παρά θα μας τρομάξουν».

Αναφέροντας στον Ουάλη την σταθερότητα και την αφοβία του Αγίου Βασιλείου, ο Μόδεστος είπε:

«Ηττηθήκαμε, Τσάρε, από τον ηγούμενο της Εκκλησίας. Αυτός ο άνθρωπος είναι υπεράνω απειλών, πιο σταθερός από τα επιχειρήματα, πιο δυνατός από τις πεποιθήσεις.»

Μετά από αυτό, ο Τσάρος απαγόρευσε να ενοχλεί τον Βασίλι και, παρόλο που δεν δέχτηκε την επικοινωνία μαζί του, ντρεπόμενος να δείξει ότι έχει αλλάξει, άρχισε να αναζητά μια πιο αξιοπρεπή δικαιολογία.

Η εορτή των Θεοφανείων του Κυρίου έφτασε. Ο Τσάρος και η συνοδεία του μπήκαν στην εκκλησία όπου λειτουργούσε ο Βασίλειος και, μπαίνοντας ανάμεσα στον λαό, θέλησε να δείξει μια ομοιότητα με την Εκκλησία. Βλέποντας τη λαμπρότητα και την τάξη της εκκλησίας και ακούγοντας την ψαλμωδία και τις προσευχές των πιστών, ο Τσάρος θαύμασε, λέγοντας ότι δεν είχε ξαναδεί τέτοια τάξη και λαμπρότητα στις αρειανικές εκκλησίες του. Ο Άγιος Βασίλειος πλησίασε τον Τσάρο και άρχισε να συνομιλεί μαζί του, διδάσκοντάς τον από την Αγία Γραφή . Ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, που τυχαίνει να βρίσκεται εκεί εκείνη την εποχή, ήταν επίσης παρών κατά τη διάρκεια αυτής της συζήτησης και έγραψε γι' αυτήν. Από τότε και στο εξής, ο Τσάρος άρχισε να φέρεται στον Βασίλειο πιο ευνοϊκά. Αλλά, έχοντας αποσυρθεί στην Αντιόχεια, ενοχλήθηκε ξανά με τον Βασίλειο, έχοντας υποκινηθεί σε αυτό από κακούς ανθρώπους. Πιστεύοντας τις καταγγελίες τους, καταδίκασε τον Βασίλειο σε εξορία. Αλλά όταν ο αυτοκράτορας επρόκειτο να υπογράψει αυτό το διάταγμα, ο θρόνος στον οποίο καθόταν σείστηκε και το καλάμι με το οποίο επρόκειτο να υπογράψει έσπασε . Ο αυτοκράτορας πήρε ένα άλλο καλάμι, αλλά το ίδιο συνέβη και με αυτό. Το ίδιο συνέβη και με το τρίτο. Τότε το χέρι του άρχισε να τρέμει και φόβος τον κυρίευσε. Βλέποντας σε αυτό τη δύναμη του Θεού, ο αυτοκράτορας έσκισε το καταστατικό. Αλλά οι εχθροί της Ορθοδοξίας άρχισαν ξανά να ενοχλούν επίμονα τον αυτοκράτορα για τον Βασίλειο, προτρέποντάς τον να μην τον αφήνει μόνο του, και ένας αξιωματούχος ονόματι Αναστάσιος στάλθηκε από τον αυτοκράτορα για να φέρει τον Βασίλειο στην Αντιόχεια. Όταν αυτός ο αξιωματούχος έφτασε στην Καισάρεια και ενημέρωσε τον Βασίλειο για την εντολή του αυτοκράτορα, ο άγιος απάντησε:

«Εγώ, ο γιος μου, έμαθα πριν από λίγο καιρό ότι ο βασιλιάς, ακολουθώντας τη συμβουλή ανόητων ανθρώπων, έσπασε τρία μπαστούνια, θέλοντας να υπογράψει το διάταγμα για τη φυλάκισή μου και έτσι να αποκρύψει την αλήθεια. Τα αναίσθητα μπαστούνια συγκράτησαν την ακαταμάχητη ορμή του, συμφωνώντας να σπαστούν παρά να χρησιμεύσουν ως όπλα για την άδικη καταδίκη του.»

Αφού μεταφέρθηκε στην Αντιόχεια, ο Βασίλειος εμφανίστηκε ενώπιον του επάρχου και στην ερώτηση: «Γιατί δεν εμμένει στην πίστη που ομολογεί ο βασιλιάς;» απάντησε:

– Δεν θα συμβεί ποτέ εγώ, έχοντας παρεκκλίνει από την αληθινή χριστιανική πίστη, να γίνω οπαδός της ασεβούς αρειανικής διδασκαλίας· διότι κληρονόμησα από τους πατέρες μου την πίστη στην ομοούσια 56 , την οποία ομολογώ και δοξάζω.

Ο δικαστής τον απείλησε με θάνατο, αλλά ο Βασίλι απάντησε:

- Και τι; Άσε με να υποφέρω για την αλήθεια και να ελευθερωθώ από τα σωματικά δεσμά· το επιθυμώ αυτό εδώ και καιρό – μόνο που εσύ δεν θα παραβιάσεις την υπόσχεσή σου.

Ο έπαρχος ανέφερε στον Τσάρο ότι ο Βασίλειος δεν φοβόταν τις απειλές, ότι οι πεποιθήσεις του δεν μπορούσαν να αλλάξουν, ότι η καρδιά του ήταν άκαμπτη και σταθερή. Ο Τσάρος, φλεγόμενος από θυμό, άρχισε να σκέφτεται τρόπους για να καταστρέψει τον Βασίλειο. Αλλά εκείνη ακριβώς τη στιγμή, ο γιος του Τσάρου, ο Γαλάτ, αρρώστησε ξαφνικά και οι γιατροί τον είχαν ήδη καταδικάσει σε θάνατο. Η μητέρα του, πηγαίνοντας στον Τσάρο, του μίλησε με εκνευρισμό:

«Επειδή πιστεύεις λανθασμένα και διώκεις τον αρχιερέα του Θεού, το παιδί πεθαίνει γι' αυτό».

Ακούγοντας αυτό, ο Ουάλης κάλεσε τον Βασίλειο και του είπε:

«Αν η διδασκαλία της πίστης σας είναι ευάρεστη στον Θεό, τότε θεράπευσε τον γιο μου με τις προσευχές σου!»

Ο άγιος απάντησε:

«Ω, Τσάρε! Αν ασπαστείς την Ορθόδοξη πίστη και χαρίσεις ειρήνη στις εκκλησίες, ο γιος σου θα παραμείνει ζωντανός.»

Όταν ο Τσάρος υποσχέθηκε να το εκπληρώσει αυτό, ο Άγιος Βασίλειος στράφηκε αμέσως στον Θεό με προσευχή και ο Κύριος χάρισε στον γιο του Τσάρου ανακούφιση από την ασθένειά του. Μετά από αυτό, ο Βασίλειος στάλθηκε πίσω στον θρόνο του με τιμές. Οι Αρειανοί, ακούγοντας και βλέποντας αυτό, εξάπτονταν από φθόνο και κακία και είπαν στον Τσάρο:

- Και θα μπορούσαμε να το κάνουμε!

Ξανά εξαπάτησαν τον αυτοκράτορα, οπότε δεν τους εμπόδισε να βαπτίσουν τον γιο του. Αλλά όταν οι Αρειανοί άρπαξαν τον γιο του αυτοκράτορα για να τον βαπτίσουν, πέθανε αμέσως στην αγκαλιά τους. Ο προαναφερθείς Αναστάσιος το είδε αυτό με τα ίδια του τα μάτια και το ανέφερε στον αυτοκράτορα Βαλεντινιανό , αδελφό του Ανατολικού Αυτοκράτορα, Ουάλη, που βασίλευε στη Δύση. Ο Βαλεντινιανός, έκπληκτος από αυτό το θαύμα, δόξασε τον Θεό και, μέσω του Αναστασίου, έστειλε στον Άγιο Βασίλειο μεγάλα δώρα. Ο Βασίλειος δέχτηκε αυτά τα δώρα και ίδρυσε νοσοκομεία στις πόλεις της επισκοπής του, παρέχοντας στέγη σε πολλούς από τους ασθενείς και τους άπορους.

Ο μακάριος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός αναφέρει επίσης ότι ο Άγιος Βασίλειος θεράπευσε επίσης μέσω προσευχής τον έπαρχο Μόδεστο, ο οποίος ήταν τόσο αυστηρός προς τον άγιο, από μια σοβαρή ασθένεια, όταν αυτός, στην ασθένειά του, ζήτησε ταπεινά βοήθεια από τις ιερές προσευχές του.

Μετά από λίγο καιρό, ένας συγγενής του αυτοκράτορα, ονόματι Ευσέβιος, διορίστηκε έπαρχος στη θέση του Μόδεστου. Εκείνη την εποχή, στην Καισάρεια ζούσε μια χήρα - νέα, πλούσια και πολύ όμορφη, ονόματι Βεστιάνα, κόρη του Αράξη, μέλους της Συγκλήτου. Ο Ευσέβιος, ο έπαρχος, ήθελε να την αναγκάσει να παντρευτεί έναν αξιωματούχο, αλλά αυτή, όντας αγνή και επιθυμώντας να διατηρήσει την αγνότητα της χηρείας της άψογη για τη δόξα του Θεού, δεν ήθελε να παντρευτεί. Όταν έμαθε ότι σχεδίαζαν να την απαγάγουν με τη βία και να την αναγκάσουν να παντρευτεί, κατέφυγε στην εκκλησία και έπεσε στα πόδια του αρχιερέα του Θεού, του Αγίου Βασιλείου . Αφού την πήρε υπό την προστασία του, αρνήθηκε να την παραδώσει από την εκκλησία στους άνδρες που είχαν έρθει να την πάρουν, και στη συνέχεια την έστειλε κρυφά σε ένα γυναικείο μοναστήρι, στην αδελφή του, την Οσία Μακρίνα. Εξοργισμένος με τον Άγιο Βασίλειο, ο έπαρχος έστειλε στρατιώτες να πάρουν τη χήρα από την εκκλησία με τη βία, και όταν δεν βρέθηκε εκεί, διέταξε να την αναζητήσουν στην κρεβατοκάμαρα του αγίου. Ο έπαρχος, ένας ανήθικος άνθρωπος, πίστευε ότι ο Βασίλειος την είχε αμαρτωλά κρατήσει και την είχε κρύψει στην κρεβατοκάμαρά του. Μη μπορώντας όμως να τη βρει πουθενά, κάλεσε τον Βασίλειο και με μεγάλη οργή τον επέπληξε, απειλώντας να τον βασανίσει αν δεν παρέδιδε τη χήρα. Αλλά ο Άγιος Βασίλειος αποδείχθηκε προετοιμασμένος για τα βασανιστήρια.

«Αν διατάξεις να ξυριστεί το σώμα μου με σίδερο», είπε, «τότε θα γιατρέψεις το συκώτι μου, το οποίο, όπως βλέπεις, με ενοχλεί πολύ 59 ».

Σε αυτό το σημείο, οι πολίτες, έχοντας μάθει για το περιστατικό, έσπευσαν στο παλάτι του επάρχου —όχι μόνο άνδρες αλλά και γυναίκες— με όπλα και δόρατα, σκοπεύοντας να τον σκοτώσουν για τον άγιο πατέρα και ποιμένα τους. Αν ο Άγιος Βασίλειος δεν είχε ηρεμήσει τον λαό, ο επάρχος θα είχε σκοτωθεί. Ο επάρχος, ωστόσο, βλέποντας τέτοια δημόσια κατακραυγή, ανησύχησε πολύ και απελευθέρωσε τον άγιο σώο και ελεύθερο.

Ο Ελλάδιος, αυτόπτης μάρτυρας των θαυμάτων του Βασιλείου και διάδοχός του στον επισκοπικό θρόνο, ένας ενάρετος και άγιος άνθρωπος, διηγήθηκε τα εξής: Ένας Ορθόδοξος γερουσιαστής ονόματι Προτέριος, επισκεπτόμενος ιερούς τόπους, σκόπευε να δώσει την κόρη του στην υπηρεσία του Θεού σε ένα μοναστήρι. Ο διάβολος , ο αιώνιος μισητής της καλοσύνης, προκάλεσε σε έναν από τους σκλάβους του Προτέριου πάθος για την κόρη του κυρίου του. Βλέποντας την επιθυμία του μάταιη και μη τολμώντας να αναφέρει το πάθος του στην κόρη, ο σκλάβος πήγε σε έναν μάγο που ζούσε στην πόλη και του είπε για τη δύσκολη θέση του. Υποσχέθηκε στον μάγο πολύ χρυσάφι αν χρησιμοποιούσε τη μαγεία του για να τον βοηθήσει να παντρευτεί την κόρη του κυρίου του. Ο μάγος αρχικά αρνήθηκε, αλλά τελικά είπε:

- Αν θέλεις, θα σε στείλω στον κύριό μου, τον διάβολο · θα σε βοηθήσει σε αυτό, αρκεί να εκπληρώσεις το θέλημά του.

Ο άτυχος σκλάβος είπε:

«Ό,τι κι αν μου διατάξει, το υπόσχομαι ότι θα το κάνω.»

Ο μάγος τότε είπε:

– Θα απαρνηθείς τον Χριστό σου και θα δώσεις απόδειξη γι’ αυτό;

Ο σκλάβος είπε:

– Είμαι κι εγώ έτοιμος γι’ αυτό, απλώς για να πάρω αυτό που θέλω.

«Αν δώσεις μια τέτοια υπόσχεση», είπε ο μάγος, «τότε θα είμαι ο βοηθός σου».

Έπειτα, παίρνοντας το καταστατικό, έγραψε τα εξής στον διάβολο :

«Εφόσον πρέπει, κύριέ μου, να προσπαθήσω να απογαλακτίσω τους ανθρώπους από τη χριστιανική πίστη και να τους φέρω υπό την κυριαρχία σας για να αυξήσετε τους υπηκόους σας, σας στέλνω τώρα τον κομιστή αυτής της επιστολής, έναν νεαρό άνδρα που φλέγεται από πάθος για μια κοπέλα, και ζητώ τη βοήθειά σας για να εκπληρώσω την επιθυμία του. Μέσω αυτού, θα κερδίσω δόξα και θα προσελκύσω περισσότερους θαυμαστές σε εσάς.»

Έχοντας γράψει ένα τέτοιο μήνυμα στον διάβολο, ο μάγος το έδωσε στον νεαρό άνδρα και το έστειλε με αυτά τα λόγια:

- Πήγαινε αυτή την ώρα της νύχτας και στάσου στο Ελληνικό νεκροταφείο 60 , υψώνοντας το καταστατικό· τότε αμέσως θα σου εμφανιστούν εκείνοι που θα σε οδηγήσουν στον διάβολο.

Ο άτυχος σκλάβος περπάτησε γρήγορα και, σταματώντας στο νεκροταφείο, άρχισε να καλεί δαίμονες. Αμέσως, τα κακά πνεύματα εμφανίστηκαν μπροστά του και οδήγησαν με χαρά τον εξαπατημένο άνθρωπο στον πρίγκιπά τους. Βλέποντάς τον να κάθεται σε έναν ψηλό θρόνο, με το σκοτάδι των κακών πνευμάτων να τον περιβάλλει, ο σκλάβος του έδωσε την επιστολή από τον μάγο. Ο διάβολος, παίρνοντας την επιστολή, είπε στον σκλάβο:

- Με πιστεύεις;

Απάντησε: «Πιστεύω».

Ο διάβολος ρώτησε ξανά:

– Αποκηρύσσεις τον Χριστό σου;

«Απαρνούμαι», απάντησε ο σκλάβος.

Τότε ο Σατανάς του είπε:

«Συχνά με εξαπατάτε, Χριστιανοί: όταν μου ζητάτε βοήθεια, έρχεστε σε μένα, αλλά όταν πετυχαίνετε τον στόχο σας, με απαρνείστε ξανά και στρέφεστε στον Χριστό σας, ο οποίος, ως καλός και ελεήμων, σας δέχεται. Δώστε μου λοιπόν μια απόδειξη που να δηλώνει ότι απαρνείστε οικειοθελώς τον Χριστό και το βάπτισμα και υπόσχεστε να είστε δικοί μου για πάντα, και από την ημέρα της κρίσης θα υπομείνετε αιώνια βάσανα μαζί μου: σε αυτή την περίπτωση, θα εκπληρώσω την επιθυμία σας».

Ο σκλάβος, παίρνοντας το καταστατικό, έγραψε τι ήθελε ο διάβολος από αυτόν . Τότε ο καταστροφέας των ψυχών, το αρχαίο φίδι (δηλαδή, ο διάβολος), έστειλε δαίμονες μοιχείας, και αυτοί προκάλεσαν μια τόσο δυνατή αγάπη για το αγόρι στην κοπέλα που, κατακλυσμένη από σαρκικό πάθος, έπεσε στο έδαφος και άρχισε να φωνάζει στον πατέρα της:

«Λυπήσου με, λυπήσου την κόρη σου και πάντρεψέ με με τη σκλάβα μας, την οποία έχω ερωτευτεί βαθιά. Αν δεν το κάνεις αυτό για μένα, τη μοναχοκόρη σου, σύντομα θα με δεις να πεθαίνω από τρομερά βασανιστήρια και θα λογοδοτήσεις για μένα την Ημέρα της Κρίσης».

Ακούγοντας αυτό, ο πατέρας τρομοκρατήθηκε και είπε με δάκρυα στα μάτια:

Αλίμονό μου, η αμαρτωλή! Τι συνέβη στην κόρη μου; Ποιος μου έκλεψε τον θησαυρό μου; Ποιος αποπλάνησε το παιδί μου; Ποιος σκοτείνιασε το φως των ματιών μου; Ήθελα, κόρη μου, να σε αρραβωνιαστώ με τον ουράνιο Νυμφίο, για να είσαι σαν τους αγγέλους και να δοξάζεις τον Θεό με ψαλμούς και πνευματικά τραγούδια ( Εφεσ. 5:19 ), και εγώ ο ίδιος ήλπιζα να λάβω σωτηρία για χάρη σου, κι εσύ μιλάς αδιάντροπα για γάμο! Μη με οδηγείς στην κόλαση με θλίψη, παιδί μου· μην ντροπιάζεις την ευγενή σου κλήση παντρεύοντας μια δούλη.

Αυτή, αγνοώντας τα λόγια των γονιών της, είπε ένα πράγμα:

- Αν δεν κάνεις αυτό που θέλω, θα αυτοκτονήσω.

Ο πατέρας, μη σίγουρος για το τι να κάνει, με τη συμβουλή των συγγενών και των φίλων του, συμφώνησε να εκπληρώσει τη διαθήκη της παρά να τη δει να πεθαίνει με έναν σκληρό θάνατο. Φώναξε τον υπηρέτη του, του έδωσε την κόρη του και τη μεγάλη περιουσία του σε γάμο και της είπε:

«Προχώρα, άτυχη γυναίκα, και παντρεύσου! Αλλά νομίζω ότι αργότερα θα μετανιώσεις πολύ για τις πράξεις σου, και αυτό δεν θα σου κάνει καλό.»

Λίγο καιρό μετά την τέλεση του γάμου και την ολοκλήρωση του έργου του διαβόλου, παρατηρήθηκε ότι ο νεόνυμφος δεν πήγαινε στην εκκλησία ούτε λάμβανε τη Θεία Κοινωνία. Αυτό αναφέρθηκε και στην άτυχη σύζυγό του:

«Δεν ξέρεις», της είπαν, «ότι ο σύζυγός σου, που διάλεξες, δεν είναι Χριστιανός, αλλά είναι ξένος προς την πίστη του Χριστού;»

Ακούγοντας αυτό, έγινε πολύ λυπημένη και, πέφτοντας στο έδαφος, άρχισε να σκίζει το πρόσωπό της με τα νύχια της, χτυπούσε ακούραστα τον εαυτό της στο στήθος με τα χέρια της και φώναζε έτσι:

«Κανείς που δεν υπάκουσε στους γονείς του δεν θα μπορούσε ποτέ να σωθεί! Ποιος θα πει στον πατέρα μου για την ντροπή μου; Αλίμονό μου, δυστυχισμένη! Σε τι καταστροφή έπεσα! Γιατί γεννήθηκα και γιατί δεν χάθηκα στη γέννησή μου;»

Ενώ έκλαιγε με λυγμούς, ο σύζυγός της την άκουσε και έσπευσε να την ρωτήσει για τον λόγο των λυγμών της. Μόλις έμαθε τον λόγο, άρχισε να την παρηγορεί, λέγοντας ότι της είχαν πει ψέματα γι' αυτόν, και τη διαβεβαίωσε ότι ήταν Χριστιανός. Εκείνη, κάπως ηρεμημένη από τα λόγια του, του είπε:

«Αν θέλεις να με πείσεις εντελώς και να απομακρύνεις τη θλίψη από την άτυχη ψυχή μου, τότε έλα μαζί μου στην εκκλησία το πρωί και λάβε τα Πανάγια Μυστήρια μπροστά μου: τότε θα σε πιστέψω».

Ο άτυχος σύζυγός της, βλέποντας ότι δεν μπορούσε να κρύψει την αλήθεια, αναγκάστηκε, παρά τη θέλησή του, να της πει τα πάντα για τον εαυτό του - πώς είχε παραδοθεί στον διάβολο. Εκείνη, ξεχνώντας τη γυναικεία της αδυναμία, πήγε βιαστικά στον Άγιο Βασίλειο και του φώναξε:

«Ελέησόν με, μαθητή του Χριστού, ελέησον με την παράκουσα στο θέλημα του πατέρα μου, την δαιμονική πλάνη!» και του διηγήθηκε τα πάντα λεπτομερώς για τον άντρα της.

Η αγία, καλώντας τον άντρα της, τον ρώτησε αν αυτά που έλεγε η γυναίκα του γι' αυτόν ήταν αλήθεια. Εκείνος απάντησε με δάκρυα στα μάτια:

«Ναι, Άγιε του Θεού, όλα είναι αλήθεια! Και αν σιωπήσω, οι πράξεις μου θα φωνάξουν γι' αυτό», και τα διηγήθηκε όλα με τη σειρά, πώς παραδόθηκε στους δαίμονες.

Ο άγιος είπε:

– Θέλετε να επιστρέψετε στον Κύριό μας Ιησού Χριστό;

«Ναι, θέλω, αλλά δεν μπορώ», απάντησε.

«Γιατί όχι;» ρώτησε ο Βασίλι.

«Επειδή», απάντησε ο σύζυγος, «έδωσα απόδειξη ότι απαρνούμαι τον Χριστό και παραδίδομαι στον διάβολο».

Αλλά ο Βασίλι είπε:

– Μη λυπάστε γι’ αυτό, γιατί ο Θεός είναι ελεήμων και δέχεται όσους μετανοούν.

Η γυναίκα, πέφτοντας στα πόδια του αγίου, τον παρακάλεσε λέγοντας:

– Μαθητή του Χριστού! Βοήθησέ μας με όποιον τρόπο μπορείς.

Τότε ο άγιος είπε στον σκλάβο:

– Πιστεύεις ότι μπορείς ακόμα να σωθείς;

Απάντησε:

- Πιστεύω, κύριε, βοηθήστε την απιστία μου.

Ο άγιος τότε τον έπιασε από το χέρι, έκανε το σημείο του σταυρού του και τον κλείδωσε σε ένα δωμάτιο μέσα στον περίβολο της εκκλησίας, προστάζοντάς τον να προσεύχεται στον Θεό αδιάκοπα. Ο ίδιος παρέμεινε στην προσευχή για τρεις ημέρες και μετά επισκέφθηκε τον μετανοούντα και τον ρώτησε:

-Πώς νιώθεις, παιδί μου;

«Βρίσκομαι σε εξαιρετικά δεινή θέση, κύριε», απάντησε ο νεαρός. «Δεν μπορώ να αντέξω τις κραυγές των δαιμόνων, τους τρόμους, τους πυροβολισμούς και τα χτυπήματα με πασσάλους. Γιατί οι δαίμονες, κρατώντας την απόδειξή μου στα χέρια τους, με βρίζουν, λέγοντας: "Εσείς ήρθατε σε εμάς, όχι εμείς σε εσάς!"»

Ο άγιος είπε:

-Μη φοβάσαι, παιδί μου, μόνο πίστεψε.

Και αφού του έδωσε λίγο φαγητό, έκανε το σημείο του σταυρού πάνω του και τον κλείδωσε ξανά. Λίγες μέρες αργότερα τον επισκέφτηκε ξανά και του είπε:

- Πώς είσαι, παιδί μου;

Απάντησε:

– Από μακριά ακούω ακόμα τις απειλές και τις κραυγές τους, αλλά δεν μπορώ να τους δω τους ίδιους.

Ο Βασίλειος, αφού του έδωσε λίγο φαγητό και προσευχήθηκε γι' αυτόν, τον κλείδωσε ξανά και έφυγε. Έπειτα ήρθε σε αυτόν την τεσσαρακοστή μέρα και τον ρώτησε:

-Πώς ζεις, παιδί μου;

Είπε επίσης:

- Καλέ, άγιε πάτερ, γιατί σε είδα σε όνειρο, πώς πολέμησες για μένα και νίκησες τον διάβολο.

Αφού προσευχήθηκε, ο άγιος τον οδήγησε έξω από την απομόνωση και στο κελί του. Το επόμενο πρωί, κάλεσε ολόκληρο τον κλήρο, τους μοναχούς και όλους τους φιλόχριστους και τους είπε:

– Ας δοξάσουμε, αδελφοί, τον Θεό τον φιλάνθρωπο, γιατί τώρα ο καλός Ποιμένας θέλει να πάρει το χαμένο πρόβατο 61 στον ώμο του και να το φέρει στην εκκλησία: αυτή τη νύχτα πρέπει να παρακαλέσουμε την αγαθότητά Του, για να νικήσει και να ντροπιάσει τον εχθρό των ψυχών μας.

Οι πιστοί συγκεντρώνονταν στην εκκλησία και προσεύχονταν όλη νύχτα για τον μετανοούντα, φωνάζοντας: «Κύριε ελέησον».

Όταν ξημέρωσε, ο Βασίλειος, πιάνοντας τον μετανοούντα από το χέρι, τον οδήγησε μαζί με όλο τον λαό στην εκκλησία, ψάλλοντας ψαλμούς και ύμνους. Και τότε ο διάβολος, χωρίς ντροπή και αόρατα, ήρθε εκεί με όλη του την καταστροφική δύναμη, θέλοντας να αρπάξει τον νέο από τα χέρια του αγίου. Ο νέος άρχισε να φωνάζει:

- Άγιος του Θεού, βοήθησέ με!

Αλλά ο διάβολος, με τέτοια τόλμη και αναίδεια, επιτέθηκε στον νέο, προκαλώντας πόνο ακόμη και στον Άγιο Βασίλειο, παρασύροντας τον νέο μαζί του. Τότε ο μακάριος απευθύνθηκε στον διάβολο με τα εξής λόγια:

«Αδιάντροπε δολοφόνο, άρχοντα του σκότους και της καταστροφής! Δεν είναι αρκετή η καταστροφή που έφερες στον εαυτό σου και σε όσους είναι μαζί σου; Δεν θα σταματήσεις να διώκεις τη δημιουργία του Θεού μου;»

Ο διάβολος του φώναξε:

«Με προσβάλλεις, Βασίλι!» και πολλοί άκουσαν αυτή τη διαβολική φωνή. Τότε ο άγιος είπε:

- Ο Κύριος να σε απαγορεύσει, ω διάβολε!

Ο διάβολος του είπε ξανά:

«Βασίλι, με προσβάλλεις! Άλλωστε, δεν ήρθα εγώ σε αυτόν, αλλά αυτός σε μένα: απαρνήθηκε τον Χριστό του, δίνοντάς μου μια απόδειξη, την οποία κρατάω στο χέρι μου, και την οποία θα δείξω στον Κριτή όλων την Ημέρα της Κρίσης».

Ο Βασίλι είπε:

– Ευλογητός Κύριος ο Θεός μου! Αυτοί οι άνθρωποι δεν θα κατεβάσουν τα χέρια τους υψωμένα στον ουρανό μέχρι να τους δώσεις αυτή την απόδειξη.

Τότε, στρεφόμενος προς τον λαό, ο άγιος είπε:

«Σηκώστε τα χέρια σας ψηλά και φωνάξτε: «Κύριε, ελέησον!»» Έτσι, αφού ο λαός, με τα χέρια του υψωμένα προς τον ουρανό, φώναξε με δάκρυα για πολλή ώρα: «Κύριε, ελέησον!», η απόδειξη του νεαρού άνδρα, μπροστά στα μάτια όλων, μεταφέρθηκε στον αέρα κατευθείαν στα χέρια του Αγίου Βασιλείου. Παίρνοντας την απόδειξη, ο άγιος χάρηκε και ευχαρίστησε τον Θεό, και στη συνέχεια, φωναχτά σε όλους, είπε στον νεαρό άνδρα:

– Ξέρεις αυτή την απόδειξη, αδερφέ;

Ο νεαρός απάντησε:

- Ναι, Άγιε του Θεού, αυτή είναι η απόδειξή μου· την έγραψα με το ίδιο μου το χέρι.

Ο Μέγας Βασίλειος αμέσως το έσκισε μπροστά σε όλους και, φέρνοντας τον νέο στην εκκλησία, του έδωσε τα Θεία Μυστήρια και πρόσφερε πλούσιο γεύμα σε όλους τους παρευρισκόμενους. Στη συνέχεια, αφού δίδαξε τον νέο και του έδειξε τους σωστούς κανόνες της ζωής, τον επέστρεψε στη σύζυγό του, η οποία, αδιάκοπα, δόξαζε και ευχαριστούσε τον Θεό.

Ο ίδιος Ελλαδικός διηγήθηκε και τα εξής για τον Άγιο Βασίλειο: Κάποτε, ο μέγας πατήρ ημών Βασίλειος, φωτισμένος από τη θεία χάρη, είπε στον κλήρο του:

– Ακολουθήστε με, παιδιά, και θα δούμε τη δόξα του Θεού, και μαζί θα δοξάσουμε τον Κύριό μας.

Με αυτά τα λόγια, έφυγε από την πόλη, αλλά κανείς δεν ήξερε πού σκόπευε να πάει. Εκείνη την εποχή, σε ένα συγκεκριμένο χωριό ζούσε ο ιερέας Αναστάσιος με τη σύζυγό του Θεογνία. Είχαν ζήσει μαζί για σαράντα χρόνια στην παρθενία, και πολλοί θεωρούσαν τη Θεογνία στείρα, γιατί κανείς δεν γνώριζε για την μυστική, αγνή παρθενία τους. Ο Αναστάσιος, ωστόσο, είχε λάβει τη χάρη του Πνεύματος του Θεού για την αγία ζωή του, και ήταν διορατικός. Προβλέποντας στο πνεύμα ότι ο Βασίλειος ήθελε να τον επισκεφτεί, είπε στη Θεογνία:

«Θα πάω να καλλιεργήσω το χωράφι και εσύ, αδερφή μου, καθάρισε το σπίτι και στις εννέα το απόγευμα, αφού ανάψεις τα κεριά, βγες να συναντήσεις τον άγιο Αρχιεπίσκοπο Βασίλειο, γιατί έρχεται να μας επισκεφτεί τους αμαρτωλούς».

Έμεινε έκπληκτη από τα λόγια του αφέντη της, αλλά εκτέλεσε τις εντολές του. Όταν ο Άγιος Βασίλειος δεν ήταν μακριά από το σπίτι του Αναστασίου, η Θεογνία βγήκε να τον προϋπαντήσει και τον υποκλίθηκε.

«Είστε καλά, κυρία Θεογνία;» ρώτησε ο Βασίλι. Εκείνη, ακούγοντάς τον να την φωνάζει με το όνομά της, τρομοκρατήθηκε και είπε:

- Είμαι υγιής, άγιε Κύριε!

Ο άγιος είπε:

- Πού είναι ο κύριος Αναστάσιος, ο αδερφός σας;

Εκείνη απάντησε:

- Αυτός δεν είναι ο αδερφός μου, αλλά ο άντρας μου· πήγε στο χωράφι.

Ο Βασίλι είπε:

- Είναι σπίτι - μην ανησυχείς!

Ακούγοντας αυτό, τρόμαξε ακόμα περισσότερο, γιατί συνειδητοποίησε ότι ο άγιος είχε διεισδύσει στο μυστικό τους, και τρέμοντας έπεσε στα πόδια του αγίου και είπε:

– Προσευχήσου για μένα, τον αμαρτωλό, Άγιε του Θεού, γιατί βλέπω ότι μπορείς να κάνεις μεγάλα και θαυμαστά πράγματα.

Ο άγιος προσευχήθηκε γι' αυτήν και συνέχισε. Καθώς έμπαινε στο σπίτι του ιερέα, ο ίδιος ο Αναστάσιος τον συνάντησε και, φιλώντας τα πόδια της αγίας, είπε:

- Πώς μπορώ να ξέρω ότι ο άγιος του Κυρίου μου έχει έρθει σε μένα;

Ο άγιος, αφού τον φίλησε εν Κυρίω, είπε:

«Χαίρομαι που σε βρήκα, μαθητή του Χριστού· ας πάμε στην εκκλησία και ας γιορτάσουμε τη λατρεία του Θεού».

Ο ιερέας είχε το έθιμο να νηστεύει κάθε μέρα της εβδομάδας εκτός από το Σάββατο και την Κυριακή, και δεν έτρωγε τίποτα άλλο παρά ψωμί και νερό. Όταν έφτασαν στην εκκλησία, ο Άγιος Βασίλειος διέταξε τον Αναστάσιο να τελέσει τη Λειτουργία, αλλά αυτός αρνήθηκε, λέγοντας:

– Ξέρεις, Διδάσκαλε, τι λέγεται στη Γραφή: «Ο μικρότερος ευλογείται από τον μεγαλύτερο» ( Εβρ. 7:7 ).

Ο Βασίλι του είπε:

– Με όλα τα άλλα καλά σας έργα, να έχετε και υπακοή.

Όταν ο Αναστάσιος τελούσε τη Λειτουργία, κατά την ύψωση των Αγίων Μυστηρίων, ο Άγιος Βασίλειος και άλλοι άξιοι είδαν το Άγιο Πνεύμα να κατέρχεται με μορφή φωτιάς και να περιβάλλει τον Αναστάσιο και το ιερό θυσιαστήριο. Μετά τη Θεία Λειτουργία, όλοι μπήκαν στο σπίτι του Αναστασίου, και αυτός πρόσφερε γεύμα στον Άγιο Βασίλειο και τον κλήρο του.

Κατά τη διάρκεια του γεύματος, ο άγιος ρώτησε τον ιερέα:

– Από πού παίρνεις τον θησαυρό σου και πώς είναι η ζωή σου; Πες μου.

Ο πρεσβύτερος απάντησε:

- Άγιος του Θεού! Είμαι αμαρτωλός άνθρωπος και υπόκειμαι σε δημόσιους φόρους· έχω δύο ζεύγη βοδιών, το ένα το δουλεύω μόνος μου και το άλλο το δουλεύω με τον μισθωτό μου εργάτη· ό,τι κερδίζω από το ένα ζεύγος βοδιών το ξοδεύω για να συντηρώ τους ταξιδιώτες, και ό,τι κερδίζω από τον άλλο ζυγό πηγαίνει για την πληρωμή του φόρου· και η γυναίκα μου εργάζεται μαζί μου, υπηρετώντας εμένα και τους ταξιδιώτες.

Ο Βασίλι του είπε:

- Φώναξέ την αδερφή σου, όπως πραγματικά είναι, και πες μου για τις αρετές σου.

Ο Αναστάσιος απάντησε:

- Δεν έχω κάνει τίποτα καλό στη γη.

Τότε ο Βασίλι είπε:

«Ας σηκωθούμε να πάμε μαζί», και αφού σηκώθηκαν, έφτασαν σε ένα από τα δωμάτια του σπιτιού του.

«Άνοιξέ μου αυτές τις πόρτες», είπε ο Βασίλι.

«Όχι, Άγιε του Θεού», είπε ο Αναστάσιος, «μην μπεις εκεί μέσα, γιατί δεν υπάρχει τίποτα εκεί εκτός από οικιακά αντικείμενα».

Ο Βασίλι είπε:

- Μα ήρθα γι' αυτά τα πράγματα.

Εφόσον ο ιερέας εξακολουθούσε να αρνείται να ανοίξει την πόρτα, ο άγιος την άνοιξε με το λόγο του και, μπαίνοντας, βρήκε εκεί έναν άνθρωπο που έπασχε από σοβαρή λέπρα , πολλά από τα μέλη του σώματός του είχαν ήδη πέσει και σαπίσει. Κανείς δεν τον γνώριζε εκτός από τον ίδιο τον ιερέα και τη σύζυγό του.

Ο Βασίλειος είπε στον πρεσβύτερο:

- Γιατί ήθελες να μου κρύψεις αυτόν τον θησαυρό σου;

«Είναι άνθρωπος θυμωμένος και εριστικός», απάντησε ο πρεσβύτερος, «και γι' αυτό φοβόμουν να του το δείξω, μήπως προσβάλει την αγιότητά σας με κάποια λέξη».

Τότε ο Βασίλι είπε:

«Κάνεις μια καλή πράξη, αλλά άσε με κι εμένα να τον υπηρετήσω απόψε, ώστε να συμμετάσχω κι εγώ στην ανταμοιβή που θα λάβεις».

Έτσι, ο Άγιος Βασίλειος έμεινε μόνος με τον λεπρό και, αφού κλειδώθηκε μέσα, πέρασε όλη τη νύχτα προσευχόμενος, και το πρωί τον έβγαλε έξω εντελώς αβλαβή και υγιή. Ο ιερέας, η σύζυγός του και όλοι όσοι ήταν εκεί, έχοντας δει ένα τέτοιο θαύμα, δόξασαν τον Θεό. Ο Άγιος Βασίλειος, μετά από μια φιλική συζήτηση με τον ιερέα και μια οδηγία που έδωσε στους παρευρισκόμενους, επέστρεψε στο σπίτι του.

Όταν ο Άγιος Εφραίμ ο Σύρος , 64 ετών , που ζούσε στην έρημο, άκουσε για τον Άγιο Βασίλειο , άρχισε να προσεύχεται στον Θεό να του δείξει πώς ήταν ο Βασίλειος. Και τότε, μια μέρα, σε κατάσταση πνευματικής έκστασης, είδε μια στήλη φωτιάς που η κεφαλή της έφτανε στον ουρανό και άκουσε μια φωνή να λέει:

«Εφραίμ, Εφραίμ! Όπως βλέπεις αυτή τη στήλη φωτιάς, έτσι είναι και ο Βασίλι.»

Ο Άγιος Εφραίμ πήρε αμέσως μαζί του έναν μεταφραστή —γιατί δεν μπορούσε να μιλήσει ελληνικά— και ξεκίνησε για την Καισάρεια, φτάνοντας εκεί την εορτή των Θεοφανείων του Κυρίου. Στάθηκε σε απόσταση, απαρατήρητος από κανέναν, και είδε τον Άγιο Βασίλειο να πλησιάζει την εκκλησία με μεγάλη επισημότητα, ντυμένο με ανοιχτόχρωμα άμφια, και τον κλήρο του, επίσης ντυμένο με ανοιχτόχρωμα άμφια. Γυρίζοντας προς τον μεταφραστή που τον συνόδευε, ο Εφραίμ είπε:

«Φαίνεται, αδελφέ, ότι κοπιάσαμε μάταια, γιατί αυτός είναι ένας άνθρωπος τόσο υψηλού βαθμού που δεν έχω ξαναδεί όμοιό του.»

Μπαίνοντας στην εκκλησία, ο Εφραίμ στάθηκε στη γωνία, αόρατος σε κανέναν, και μίλησε στον εαυτό του ως εξής:

« Εμείς, που βαστάξαμε το βάρος και τη ζέστη της ημέρας» ( Ματθαίος 20:12 ), δεν έχουμε καταφέρει τίποτα, αλλά αυτός, που απολαμβάνει τόση δόξα και τιμή ανάμεσα στους ανθρώπους, είναι ταυτόχρονα και πύρινος στύλος. Αυτό με εκπλήσσει.

Όταν ο Άγιος Εφραίμ συλλογιζόταν έτσι γι' αυτόν, ο Μέγας Βασίλειος έμαθε από το Άγιο Πνεύμα και του έστειλε τον αρχιδιάκονό του, λέγοντάς του:

«Πηγαίνετε στις δυτικές πύλες της εκκλησίας· εκεί θα βρείτε έναν μοναχό να στέκεται στη γωνία της εκκλησίας με έναν άλλον άντρα, σχεδόν χωρίς γένια και κοντό. Πες του: πήγαινε και ανέβα στην Αγία Τράπεζα, γιατί ο αρχιεπίσκοπος σε καλεί.»

Ο αρχιδιάκονος, με μεγάλη δυσκολία σπρώχνοντας μέσα στο πλήθος, πλησίασε το σημείο όπου στεκόταν ο Άγιος Εφραίμ και είπε:

– Πάτερ! Πήγαινε, σε παρακαλώ, και ανέβα στο ιερό: ο αρχιεπίσκοπος σε καλεί.

Ο Εφραίμ, έχοντας μάθει μέσω του μεταφραστή τι είχε πει ο αρχιδιάκονος, απάντησε στον τελευταίο:

«Κάνεις λάθος, αδερφέ! Είμαστε ξένοι και άγνωστοι στον αρχιεπίσκοπο.»

Ο αρχιδιάκονος πήγε να το πει αυτό στον Βασίλειο, ο οποίος εκείνη την ώρα εξηγούσε τις Άγιες Γραφές στον λαό . Και τότε ο Άγιος Εφραίμ είδε φωτιά να βγαίνει από το στόμα του Βασιλείου καθώς μιλούσε.

Τότε ο Βασίλειος είπε ξανά στον αρχιδιάκονο:

- Πήγαινε και πες σε αυτόν τον επισκέπτη μοναχό: Κύριε Εφραίμ! Σε παρακαλώ να ανέβεις στο ιερό βήμα: ο αρχιεπίσκοπος σε καλεί.

Ο αρχιδιάκονος πήγε και μίλησε όπως του είχε διαταχθεί. Ο Εφραίμ έμεινε έκπληκτος με αυτό και δόξασε τον Θεό. Έπειτα, υποκλίνοντας μέχρι το έδαφος, είπε:

– Αληθινά μέγας ο Βασίλειος, αληθινά είναι στύλος φωτιάς, αληθινά το Άγιο Πνεύμα μιλάει δια των χειλιών του!

Στη συνέχεια ζήτησε από τον αρχιδιάκονο να ενημερώσει τον αρχιεπίσκοπο ότι μετά το τέλος της ιεράς λειτουργίας ήθελε να τον προσκυνήσει σε ένα απομονωμένο μέρος και να τον χαιρετήσει.

Όταν τελείωσε η Θεία Λειτουργία, ο Άγιος Βασίλειος πήγε στο δωμάτιο του φύλακα των αγγείων και, καλώντας τον Άγιο Εφραίμ, του έδωσε τον ασπασμό του Κυρίου και είπε:

«Σε χαιρετώ, Πάτερ, που πλήθυνες τους μαθητές του Χριστού στην έρημο και, με τη δύναμη του Χριστού, έδιωξες από αυτήν δαίμονες! Γιατί, Πάτερ, ανέλαβες τέτοιο κόπο, ερχόμενος να δεις έναν αμαρτωλό άνθρωπο; Είθε ο Κύριος να σε ανταμείψει για τον κόπο σου!»

Ο Εφραίμ, απαντώντας στον Βασίλειο μέσω διερμηνέα, του είπε όλα όσα είχε στην καρδιά του, και αυτός και ο σύντροφός του έλαβαν τα Άγια Μυστήρια από τα άγια χέρια του Βασιλείου. Όταν κάθισαν να φάνε στο σπίτι του Βασιλείου, ο Άγιος Εφραίμ είπε στον Άγιο Βασίλειο:

- Παναγιώτατε Πατέρα! Σας ζητώ μια χάρη - παρακαλώ κάντε την σε μένα.

Ο Μέγας Βασίλειος του είπε:

- Πες μου τι χρειάζεσαι: Σου είμαι πολύ ευγνώμων για το έργο σου, γιατί έκανες ένα τόσο μακρύ ταξίδι για μένα.

«Ξέρω, Πάτερ», είπε ο Όσιος Εφραίμ, «ότι ο Θεός σου δίνει όλα όσα Του ζητάς· αλλά θέλω να παρακαλέσεις την αγαθότητά Του να μου δώσει την ικανότητα να μιλώ ελληνικά».

Ο Βασίλης απάντησε:

«Το αίτημά σου είναι πέρα ​​από τις δυνάμεις μου, αλλά επειδή ζητάς με σταθερή ελπίδα, ας πάμε, αξιότιμε πατέρα και διδάσκαλο της ερήμου, στον ναό του Κυρίου και ας προσευχηθούμε στον Κύριο, ο οποίος μπορεί να εκπληρώσει την προσευχή σου, επειδή λέγεται: «Εκπληρώνει την επιθυμία εκείνων που τον φοβούνται· εισακούει την κραυγή τους και τους σώζει» ( Ψαλμ. 144:19 ).

Αφού επέλεξαν μια βολική ώρα, άρχισαν να προσεύχονται στην εκκλησία και προσευχήθηκαν για πολλή ώρα. Τότε ο Μέγας Βασίλειος είπε:

- Γιατί, έντιμε πάτερ, δεν δέχεσαι την χειροτονία στο βαθμό του πρεσβυτέρου, όντας άξιος γι' αυτήν;

«Επειδή είμαι αμαρτωλός, Κύριε!» του απάντησε ο Εφραίμ μέσω του μεταφραστή.

«Ω, μακάρι να είχα τις αμαρτίες σου!» είπε ο Βασίλειος, προσθέτοντας, «ας προσκυνήσουμε μέχρι εδάφους».

Όταν έπεσαν στο έδαφος, ο Άγιος Βασίλειος έβαλε το χέρι του στο κεφάλι του Αγίου Εφραίμ και είπε την προσευχή που απαιτείται για την χειροτονία σε διάκονο. Έπειτα είπε στον άγιο:

- Τώρα δώστε μας εντολή να σηκωθούμε από το έδαφος.

Για τον Εφραίμ, ο ελληνικός λόγος έγινε ξαφνικά σαφής, και ο ίδιος είπε στα ελληνικά: «Πρέσβειε, σώσε, ελέησον, διαφύλαξέ μας, Θεέ, με τη χάρη Σου» 65 .

Όλοι δόξασαν τον Θεό που έδωσε στον Εφραίμ την ικανότητα να κατανοεί και να μιλάει ελληνικά. Ο Άγιος Εφραίμ έμεινε με τον Άγιο Βασίλειο τρεις ημέρες, μέσα σε πνευματική χαρά. Ο Βασίλειος τον χειροτόνησε διάκονο και τον μεταφραστή του ιερέα και μετά τους έστειλε πίσω εν ειρήνη.

Στην πόλη της Νίκαιας , ο ασεβής αυτοκράτορας σταμάτησε κάποτε, και εκπρόσωποι της αίρεσης των Αρειανών τον παρακάλεσαν να εκδιώξει τους Ορθόδοξους από τον καθεδρικό ναό της πόλης και να παραδώσει την εκκλησία στο πλήθος των Αρειανών. Ο αυτοκράτορας, ο ίδιος αιρετικός, έκανε ακριβώς αυτό: πήρε βίαια την εκκλησία από τους Ορθόδοξους και την έδωσε στους Αρειανούς, και στη συνέχεια αναχώρησε για την Κωνσταντινούπολη. Όταν ολόκληρη η μεγάλη εκκλησία των Ορθοδόξων Χριστιανών βυθίστηκε σε μεγάλη θλίψη, ο κοινός μεσίτης και προστάτης όλων των εκκλησιών, ο Μέγας Βασίλειος, έφτασε στη Νίκαια. Τότε ολόκληρο το Ορθόδοξο ποίμνιο ήρθε σε αυτόν με θρήνους και θρήνους και του είπε για την προσβολή που είχαν υποστεί από τον αυτοκράτορα. Ο άγιος, αφού τους παρηγόρησε με τα λόγια του, πήγε αμέσως στον αυτοκράτορα στην Κωνσταντινούπολη και, εμφανιζόμενος ενώπιόν του, είπε:

« Και η εξουσία του βασιλιά αγαπάει τη δικαιοσύνη» ( Ψαλμός 99:4 ). Γιατί λοιπόν, βασιλιά, εξέδωσες άδικη καταδίκη, αποβάλλοντας τους Ορθόδοξους από την Αγία Εκκλησία και παραδίδοντας τη διακυβέρνησή της στους άδικους;

Ο βασιλιάς του είπε:

«Άρχισες πάλι να με προσβάλλεις, Βασίλι! Δεν είναι σωστό να φέρεσαι έτσι.»

Ο Βασίλι απάντησε:

– Θα ήταν καλό για μένα να πεθάνω για την αλήθεια.

Ενώ ανταγωνίζονταν και λογομαχούσαν μεταξύ τους, ο αρχιμάγειρας του βασιλιά, ο Δημοσθένης, άκουγε. Θέλοντας να βοηθήσει τους Αρειανούς, είπε κάτι αγενές, επιπλήττοντας τον άγιο.

Ο άγιος είπε:

– Εδώ βλέπουμε μπροστά μας τον αγράμματο Δημοσθένη 67 .

Ο ντροπιασμένος μάγειρας είπε ξανά κάτι σε απάντηση, αλλά ο άγιος είπε:

«Η δουλειά σου είναι να σκέφτεσαι το φαγητό, όχι να επινοείς εκκλησιαστικά δόγματα.»

Και ο Δημοσθένης, ντροπιασμένος, σώπασε. Ο βασιλιάς, άλλοτε εξοργισμένος από θυμό, άλλοτε ντροπιασμένος, είπε στον Βασίλειο:

- Πήγαινε και εξέτασε την υπόθεσή τους· ωστόσο, κρίνε έτσι ώστε να μην φαίνεται ότι βοηθάς τους ομοπίστους σου.

«Αν κρίνω άδικα», απάντησε ο άγιος, «τότε στείλτε με στην εξορία και διώξτε τους ομοπίστους μου και δώστε την εκκλησία στους Αρειανούς».

Αφού έλαβε το βασιλικό διάταγμα, ο άγιος επέστρεψε στη Νίκαια και, καλώντας τους Αρειανούς, τους είπε:

«Ο Τσάρος μου έδωσε την εξουσία να διεξάγω δίκη μεταξύ εσάς και των Ορθοδόξων σχετικά με την εκκλησία που κατασχέσατε με τη βία».

Του απάντησαν:

– Κριτής, αλλά σύμφωνα με τη βασιλική κρίση 68 .

Ο άγιος τότε είπε:

«Πηγαίνετε, εσείς οι Αρειανοί, και εσείς οι Ορθόδοξοι, και κλείστε την εκκλησία· αφού την κλειδώσετε, σφραγίστε την με σφραγίδες: εσείς με τις δικές σας, και εσείς με τις δικές σας, και τοποθετήστε έναν αξιόπιστο φρουρό και από τις δύο πλευρές. Τότε πρώτα, εσείς οι Αρειανοί, προσευχηθείτε για τρεις ημέρες και τρεις νύχτες, και μετά πλησιάστε την εκκλησία. Και αν, με την προσευχή σας, οι πόρτες της εκκλησίας ανοίξουν από μόνες τους, τότε ας είναι η εκκλησία δική σας για πάντα· αλλά αν αυτό δεν συμβεί, τότε θα προσευχηθούμε για μια νύχτα και θα πάμε με τη λιτανεία 69 , ψάλλοντας ιερούς ύμνους, στην εκκλησία· αν μας ανοίξει, τότε θα την κατέχουμε για πάντα· αλλά αν δεν μας ανοίξει, τότε η εκκλησία θα είναι ξανά δική σας».

Οι Αρειανοί χάρηκαν με αυτή την πρόταση, αλλά οι Ορθόδοξοι αναστατώθηκαν με τον άγιο, λέγοντας ότι δεν είχε κρίνει σύμφωνα με την αλήθεια, αλλά από φόβο για τον αυτοκράτορα. Τότε, όταν και οι δύο πλευρές κλείδωσαν σφιχτά την ιερή εκκλησία, τοποθετήθηκε άγρυπνη φρουρά μπροστά της, αφού σφραγίστηκε. Όταν οι Αρειανοί, αφού προσευχήθηκαν τρεις μέρες και τρεις νύχτες, έφτασαν στην εκκλησία, δεν συνέβη τίποτα θαυματουργό: προσευχήθηκαν εκεί από το πρωί μέχρι την έκτη ώρα, όρθιοι και φωνάζοντας: «Κύριε, ελέησον». Αλλά οι πόρτες της εκκλησίας δεν τους άνοιξαν και έφυγαν ντροπιασμένοι. Τότε ο Μέγας Βασίλειος, συγκεντρώνοντας όλους τους Ορθόδοξους με τις γυναίκες και τα παιδιά τους, έφυγε από την πόλη για την εκκλησία του Αγίου Μάρτυρα Διομήδη και, αφού τελείωσε την ολονύχτια αγρυπνία εκεί, πήγε μαζί με όλους το πρωί στην σφραγισμένη μητρόπολη, ψάλλοντας:

– Άγιος ο Θεός, Άγιος Δυνατός, Άγιος Αθάνατος, ελέησον ημάς!

Σταματώντας μπροστά στις πόρτες της εκκλησίας, είπε στον κόσμο:

– Σηκώστε τα χέρια σας προς τον ουρανό και φωνάξτε με θέρμη: «Κύριε ελέησον!»

Τότε ο άγιος διέταξε όλους να σιωπήσουν και, πλησιάζοντας τις πόρτες, τους ευλόγησε τρεις φορές με το σημείο του σταυρού και είπε:

– Ευλογητός ο Χριστιανικός Θεός πάντοτε, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων.

Όταν ο λαός φώναξε «Αμήν», η γη σείστηκε αμέσως και οι σίδερα άρχισαν να θρυμματίζονται, οι σύρτες έπεσαν, οι σφραγίδες έσπασαν και οι πύλες άνοιξαν διάπλατα σαν από δυνατό άνεμο και καταιγίδα, έτσι ώστε οι πόρτες χτύπησαν στους τοίχους. Ο Άγιος Βασίλειος άρχισε να ψέλνει:

– «Υψώστε, πύλες, τα κεφάλια σας και υψωθείτε, αιώνιες πόρτες, και ο Βασιλιάς της δόξας θα εισέλθει!» ( Ψαλμός 24:7 ).

Στη συνέχεια εισήλθε στην εκκλησία με πλήθος Ορθοδόξων και, αφού τέλεσε τη Θεία Λειτουργία, απέλυσε τον λαό με χαρά. Αμέτρητοι Αρειανοί, έχοντας δει αυτό το θαύμα, εγκατέλειψαν την πλάνη τους και ενώθηκαν με τους Ορθοδόξους. Όταν ο αυτοκράτορας έμαθε για τη δίκαιη απόφαση του Βασιλείου και αυτό το ένδοξο θαύμα, εξεπλάγη πολύ και άρχισε να βλασφημεί τον Αρειανισμό. Ωστόσο, τυφλωμένος από την ασέβεια, δεν μεταστράφηκε στην Ορθοδοξία και στη συνέχεια χάθηκε άθλια. Συγκεκριμένα, όταν χτυπήθηκε και τραυματίστηκε σε πόλεμο στη γη της Θράκης, έφυγε και κρύφτηκε σε έναν αχυρώνα όπου φυλασσόταν άχυρο. Οι διώκτες του περικύκλωσαν τον αχυρώνα και τον πυρπόλησαν, και ο αυτοκράτορας, κατακαημένος εκεί, κατέβηκε στην άσβεστη φωτιά . Ο θάνατος του αυτοκράτορα επήλθε μετά τον θάνατο του αγίου πατρός μας Βασιλείου, αλλά την ίδια χρονιά που κοιμήθηκε και ο άγιος.

Κάποτε, ο αδελφός του Αγίου Βασιλείου, ο Επίσκοπος Σεβάστειας Πέτρος, συκοφαντήθηκε. Λέγεται ότι συνέχιζε να συζεί με τη σύζυγό του, την οποία είχε εγκαταλείψει πριν χειροτονηθεί επίσκοπος — δεν είναι πρέπον για έναν επίσκοπο να είναι παντρεμένος. Ακούγοντας αυτό, ο Βασίλειος είπε:

«Είναι καλό που μου το είπες αυτό· θα έρθω μαζί σου και θα τον ξεσκεπάσω.»

Όταν ο άγιος πλησίασε στην πόλη της Σεβάστειας, ο Πέτρος αναγνώρισε πνευματικά την άφιξη του αδελφού του, διότι και ο Πέτρος ήταν γεμάτος με το Πνεύμα του Θεού και ζούσε με την λεγόμενη σύζυγό του όχι ως σύζυγο, αλλά ως αδελφή, αγνά. Έτσι, βγήκε από την πόλη για να συναντήσει τον Άγιο Βασίλειο, οκτώ μίλια μακριά , και, βλέποντας τον αδελφό του με μεγάλο αριθμό συντρόφων, χαμογέλασε και είπε:

- Αδερφέ, πώς θα μου φερθείς σαν ληστής;

Αφού αντάλλαξαν έναν ασπασμό εν Κυρίω, μπήκαν στην πόλη και, αφού προσευχήθηκαν στην εκκλησία των Αγίων Σαράντα Μαρτύρων, έφτασαν στο σπίτι του επισκόπου. Ο Βασίλειος, βλέποντας τη νύφη του, είπε:

- Γεια σου, αδερφή μου, ή μάλλον, νύφη μου του Κυρίου· ήρθα εδώ για σένα.

Εκείνη απάντησε:

– Χαιρετισμούς και σε σένα, αξιότιμε πατέρα· και από καιρό ήθελα να φιλήσω τα τίμια πόδια σου.

Και ο Βασίλειος είπε στον Πέτρο:

– Σε παρακαλώ, αδελφέ, να περάσεις τη νύχτα με τη γυναίκα σου στην εκκλησία απόψε.

«Θα κάνω ό,τι μου προστάξεις», απάντησε ο Πέτρος.

Όταν νύχτωσε και ο Πέτρος κοιμόταν στην εκκλησία με τη σύζυγό του, ο Άγιος Βασίλειος ήταν εκεί με πέντε ενάρετους άνδρες. Γύρω στα μεσάνυχτα, ξύπνησε αυτούς τους άνδρες και τους είπε:

- Τι βλέπεις πάνω από τον αδερφό μου και πάνω από την κουνιάδα μου;

Είπαν επίσης:

– Βλέπουμε τους Αγγέλους του Θεού να τους βενταλίζουν και να αλείφουν με ευωδίες την άψογη κλίνη τους.

Ο Βασίλειος τότε τους είπε:

- Μείνε σιωπηλός και μην πεις σε κανέναν τι είδες.

Το επόμενο πρωί, ο Βασίλειος διέταξε τον λαό να συγκεντρωθεί στην εκκλησία και να φέρει ένα μαγκάλι με αναμμένα κάρβουνα. Μετά από αυτό, είπε:

- Άπλωσε τα ρούχα σου, τίμια νύφη μου.

Και όταν το έκανε αυτό, η αγία είπε σε εκείνους που κρατούσαν το μαγκάλι.

- Βάλε μερικά αναμμένα κάρβουνα στα ρούχα της.

Εκτέλεσαν αυτή την εντολή. Τότε η αγία της είπε:

- Κράτα αυτά τα κάρβουνα στα ρούχα σου μέχρι να σου πω.

Έπειτα διέταξε ξανά να φέρουν καινούργια αναμμένα κάρβουνα και είπε στον αδελφό του:

– Άπλωσε το φελόνιό σου, αδελφέ 72 .

Όταν εκτέλεσε αυτή την εντολή, ο Βασίλειος είπε στους υπηρέτες:

«Ρίξτε τα κάρβουνα από το μαγκάλι στο φελόνιο», και τα έριξαν έξω.

Όταν ο Πέτρος και η γυναίκα του κρατούσαν αναμμένα κάρβουνα στα ρούχα τους για πολλή ώρα και δεν έπαθαν καμία ζημιά, οι άνθρωποι που το είδαν αυτό έμειναν έκπληκτοι και είπαν:

– Ο Κύριος προστατεύει τους αγίους Του και τους χαρίζει ευλογίες όσο βρίσκονται ακόμα στη γη.

Όταν ο Πέτρος και η σύζυγός του έριξαν τα κάρβουνα στο έδαφος, δεν ανιχνεύθηκε καμία μυρωδιά καπνού και τα ρούχα τους παρέμειναν άκαυστα. Τότε ο Βασίλειος διέταξε τους προαναφερθέντες πέντε ενάρετους άνδρες να πουν σε όλους τι είχαν δει, και αυτοί διηγήθηκαν στον κόσμο πώς είχαν δει αγγέλους του Θεού στην εκκλησία να αιωρούνται πάνω από το κρεβάτι του μακάριου Πέτρου και της συζύγου του, αλείφοντας το άψογο ανάκλιντρό τους με άρωμα. Μετά από αυτό, όλοι δόξασαν τον Θεό, που καθαρίζει τους αγίους Του από τις ψευδείς συκοφαντίες των ανθρώπων.

Στις ημέρες του σεβάσμιου πατρός μας Βασιλείου, υπήρχε στην Καισάρεια μια χήρα ευγενούς καταγωγής, εξαιρετικά πλούσια. Ζώντας μια ζωή αισθησιακής φύσης και εντρυφώντας στη σάρκα της, είχε υποδουλωθεί πλήρως στην αμαρτία και για πολλά χρόνια ζούσε στην πορνεία και την ακαθαρσία. Ο Θεός, που θέλει όλοι να μετανοήσουν ( Β΄ Πέτρου 3:8 ), άγγιξε την καρδιά της με τη χάρη Του, και η γυναίκα άρχισε να μετανοεί για την αμαρτωλή της ζωή. Μόνη της μια μέρα, συλλογίστηκε το αμέτρητο πλήθος των αμαρτιών της και άρχισε να θρηνεί την κατάστασή της:

Αλίμονό μου, ο αμαρτωλός και ο άσωτος! Πώς θα απαντήσω στον δίκαιο Κριτή για τις αμαρτίες που έχω διαπράξει; Έχω μολύνει τον ναό του σώματός μου, έχω μολύνει την ψυχή μου. Αλίμονό μου, ο πιο βαρύς από τους αμαρτωλούς! Με ποιον μπορώ να συγκριθώ στις αμαρτίες μου; Με μια πόρνη ή με έναν τελώνη; Αλλά κανείς δεν έχει αμαρτήσει όπως εγώ. Και - αυτό που είναι ιδιαίτερα τρομερό - έχω διαπράξει τόσο κακό ακόμα και μετά το βάπτισμα. Και ποιος θα μου πει αν ο Θεός θα δεχτεί τη μετάνοιά μου;

Λυγμώντας, θυμήθηκε όλα όσα είχε κάνει από τη νεότητά της μέχρι τα γεράματα, κάθισε και τα κατέγραψε σε ένα καταστατικό. Τέλος, κατέγραψε μια πολύ βαριά αμαρτία και σφράγισε το καταστατικό με μολύβδινη σφραγίδα. Έπειτα, επιλέγοντας μια ώρα που ο Άγιος Βασίλειος θα πήγαινε στην εκκλησία, έτρεξε κοντά του και, ρίχνοντας τον στα πόδια του με το καταστατικό, αναφώνησε:

- Ελέησόν με, Άγιε του Θεού, αμάρτησα περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον!

Ο άγιος σταμάτησε και τη ρώτησε τι ήθελε από αυτόν· και εκείνη, δίνοντάς του το σφραγισμένο καταστατικό, είπε:

- Ιδού, κύριέ μου, έγραψα όλες τις αμαρτίες και τις ανομίες μου σε αυτό το καταστατικό και το σφράγισα· εσύ όμως, δούλε του Θεού, μην το διαβάσεις ούτε αφαιρέσεις τη σφραγίδα, αλλά μόνο καθάρισέ τα με την προσευχή σου, γιατί πιστεύω ότι Αυτός που μου έδωσε αυτή τη σκέψη θα σε ακούσει όταν προσεύχεσαι για μένα.

Ο Βασίλι, παίρνοντας το καταστατικό, σήκωσε τα μάτια του στον ουρανό και είπε:

«Κύριε! Μόνο εσύ μπορείς να το κάνεις αυτό. Διότι αν πήρες επάνω Σου τις αμαρτίες όλου του κόσμου, πόσο μάλλον μπορείς να καθαρίσεις τις παραβάσεις αυτής της μοναδικής ψυχής; Διότι αν και όλες οι αμαρτίες μας είναι αριθμημένες ενώπιόν Σου, το έλεός Σου είναι αμέτρητο και ανεξιχνίαστο!»

Αφού είπε αυτά, ο Άγιος Βασίλειος μπήκε στην εκκλησία κρατώντας το καταστατικό στα χέρια του και, πέφτοντας μπροστά στην Αγία Τράπεζα, πέρασε όλη τη νύχτα προσευχόμενος για εκείνη τη γυναίκα.

Το επόμενο πρωί, αφού τέλεσε τη Θεία Λειτουργία, ο άγιος κάλεσε τη γυναίκα και της έδωσε το σφραγισμένο καταστατικό στην ίδια μορφή με την οποία το είχε λάβει, και ταυτόχρονα της είπε:

– Έχεις ακούσει, γυναίκα, ότι «ποιος μπορεί να συγχωρήσει αμαρτίες παρά μόνο ο Θεός» ( Μάρκος 2:7 );

Είπε επίσης:

«Άκουσα, τίμιε πατέρα, και γι' αυτό σε προβλημάτισα με ένα αίτημα να ικετεύσεις την αγαθότητά Του.»

Αφού είπε αυτά, η γυναίκα έλυσε το καταστατικό της και είδε ότι οι αμαρτίες της είχαν εξαλειφθεί. Μόνο η σοβαρή αμαρτία που είχε καταγράψει αργότερα δεν είχε εξαλειφθεί. Βλέποντας αυτό, η γυναίκα τρομοκρατήθηκε και, χτυπώντας το στήθος της, έπεσε στα πόδια του αγίου, φωνάζοντας:

- Ελέησόν με, δούλε του Υψίστου Θεού, και όπως ελέησες όλες τις ανομίες μου και προσευχήθηκες στον Θεό γι' αυτές, έτσι προσευχήσου και γι' αυτό, για να καθαρθεί εντελώς.

Ο αρχιεπίσκοπος, χύνοντας δάκρυα από οίκτο γι' αυτήν, είπε:

«Σήκω, γυναίκα: εγώ η ίδια είμαι αμαρτωλή και χρειάζομαι έλεος και συγχώρεση. Αυτός που καθάρισε τις άλλες αμαρτίες σου μπορεί επίσης να καθαρίσει την ακόμα άθικτη αμαρτία σου. Αν φυλαχτείς από την αμαρτία στο μέλλον και αρχίσεις να περπατάς στο δρόμο του Κυρίου, όχι μόνο θα συγχωρηθείς, αλλά και θα θεωρηθείς άξια ουράνιας δόξας. Αυτή είναι η συμβουλή μου προς εσένα: πήγαινε στην έρημο, εκεί θα βρεις έναν άγιο άνδρα που ονομάζεται Εφραίμ. Δώσε του αυτό το καταστατικό και ζήτα του να ζητήσει έλεος από τον Θεό, τον Αγάπη της Ανθρωπότητας».

Η γυναίκα, ακολουθώντας τον λόγο του αγίου, πήγε στην έρημο και, αφού διένυσε μεγάλη απόσταση, βρήκε το κελί του οσίου Εφραίμ. Χτυπώντας την πόρτα, είπε:

- Ελέησόν με, τον αμαρτωλόν, άγιε πάτερ!

Ο Άγιος Εφραίμ, αναγνωρίζοντας στο πνεύμα του τον σκοπό για τον οποίο ήρθε σε αυτόν, της απάντησε:

«Φύγε από μένα, γυναίκα, γιατί είμαι αμαρτωλός άνθρωπος και χρειάζομαι και εγώ τη βοήθεια των άλλων ανθρώπων».

Έπειτα πέταξε το καταστατικό μπροστά του και είπε:

«Ο Αρχιεπίσκοπος Βασίλειος με έστειλε σε εσάς για να με καθαρίσετε, προσευχόμενοι στον Θεό, από την αμαρτία μου, η οποία είναι γραμμένη σε αυτό το καταστατικό· εκείνος καθάρισε και τις υπόλοιπες αμαρτίες μου, αλλά εσείς δεν αρνείστε να προσευχηθείτε για μία αμαρτία, γιατί έχω σταλεί σε εσάς».

Ο Όσιος Εφραίμ είπε:

«Όχι, παιδί μου, αυτός που θα μπορούσε να προσευχηθεί στον Θεό για τις πολλές σου αμαρτίες, μπορεί να προσευχηθεί για μία ακόμη. Πήγαινε, πήγαινε, χωρίς καθυστέρηση, για να τον βρεις ζωντανό πριν αναχωρήσει προς τον Κύριο».

Τότε η γυναίκα, αφού υποκλίθηκε στον μοναχό, επέστρεψε στην Καισάρεια.

Αλλά έφτασε ακριβώς στην ώρα για την ταφή του Αγίου Βασιλείου, γιατί είχε ήδη πεθάνει και το άγιο σώμα του μεταφερόταν στον τόπο της ταφής. Μόλις συνάντησε την νεκρώσιμη πομπή, η γυναίκα ξέσπασε σε δυνατούς λυγμούς, έπεσε στο έδαφος και μίλησε στον άγιο σαν να ήταν ζωντανός:

«Αλίμονό μου, Άγιο του Θεού! Αλίμονό μου, δυστυχισμένο! Με έστειλες στην έρημο για να μπορέσεις, ανενόχλητος από εμένα, να αφήσεις το σώμα; Και έτσι επιστρέφω με άδεια χέρια, έχοντας κάνει μάταια το επίπονο ταξίδι στην έρημο. Είθε ο Θεός να το δει αυτό και να κρίνει μεταξύ μας, ότι εσύ, έχοντας την ικανότητα να με βοηθήσεις ο ίδιος, με έστειλες σε άλλον».

Φωνάζοντας έτσι, πέταξε το καταστατικό πάνω από το κρεβάτι του αγίου, λέγοντας σε όλους τη θλίψη της. Ένας από τους κληρικούς, θέλοντας να δει τι ήταν γραμμένο στο καταστατικό, το πήρε και, καθώς το έλυνε, δεν βρήκε καμία λέξη πάνω του: ολόκληρο το καταστατικό ήταν κενό.

«Τίποτα δεν είναι γραμμένο εδώ», είπε στη γυναίκα, «και μάταια είσαι λυπημένη, μη γνωρίζοντας την απερίγραπτη αγάπη του Θεού για την ανθρωπότητα που σου έχει αποκαλυφθεί».

Όλος ο λαός, βλέποντας αυτό το θαύμα, δόξασε τον Θεό, που έδωσε τέτοια δύναμη στους δούλους Του ακόμη και μετά τον θάνατό τους.

Στην Καισάρεια ζούσε ένας Εβραίος ονόματι Ιωσήφ. Ήταν τόσο επιδέξιος στην τέχνη της θεραπείας που μπορούσε να προσδιορίσει την ημέρα θανάτου ενός ασθενούς τρεις ή πέντε ημέρες νωρίτερα παρατηρώντας την ροή του αίματος στις φλέβες του, ακόμη και να εντοπίσει την ακριβή ώρα του θανάτου. Ο θεοφόρος πατέρας μας, Βασίλειος, προβλέποντας τη μελλοντική του μεταστροφή στον Χριστό, τον αγαπούσε πολύ και, συχνά προσκαλώντας τον να συνομιλήσει μαζί του, τον παρότρυνε να εγκαταλείψει την εβραϊκή πίστη και να δεχτεί το άγιο βάπτισμα. Αλλά ο Ιωσήφ αρνήθηκε, λέγοντας:

– Θέλω να πεθάνω με την πίστη στην οποία γεννήθηκα.

Ο άγιος του είπε:

«Πίστεψέ με, ούτε εσύ ούτε εγώ θα πεθάνουμε μέχρι να γεννηθείς από νερό και Πνεύμα» ( Ιωάννης 3:5 ), γιατί χωρίς τέτοια χάρη δεν μπορεί κανείς να εισέλθει στη Βασιλεία του Θεού. Δεν βαπτίστηκαν οι πατέρες σας «εν νεφέληις και εν θαλάσση» ( Α΄ Κορινθίους 10:1 ); Δεν ήπιαν από την πέτρα που προεικόνιζε την πνευματική πέτρα - τον Χριστό, που γεννήθηκε από την Παρθένο για τη σωτηρία μας; Οι πατέρες σας σταύρωσαν αυτόν τον Χριστό, αλλά Αυτός, θάβοντας, αναστήθηκε την τρίτη ημέρα και, αναληφθείς στον ουρανό, κάθισε στα δεξιά του Πατέρα και θα έρθει από εκεί για να κρίνει ζωντανούς και νεκρούς.

Ο άγιος του είπε πολλά άλλα ωφέλιμα για την ψυχή, αλλά ο Εβραίος παρέμεινε ακλόνητος στην απιστία του. Όταν ήρθε η ώρα του θανάτου του αγίου, αρρώστησε και κάλεσε τον Εβραίο, σαν να χρειαζόταν ιατρική βοήθεια. Τον ρώτησε:

- Τι λες για μένα, Ιωσήφ;

Ο ίδιος, αφού εξέτασε τον άγιο, είπε στην οικογένειά του:

- Ετοιμάστε τα πάντα για την ταφή, γιατί πρέπει να περιμένουμε τον θάνατό του από στιγμή σε στιγμή.

Αλλά ο Βασίλι είπε:

-Δεν ξέρεις τι λες!

Ο Εβραίος απάντησε:

«Πίστεψέ με, Κύριε, ότι ο θάνατός σου θα έρθει πριν από τη δύση του ηλίου».

Τότε ο Βασίλειος του είπε:

- Και αν μείνω ζωντανός μέχρι το πρωί, μέχρι τις έξι, τι θα κάνεις τότε;

Ο Ιωσήφ απάντησε:

- Άσε με να πεθάνω τότε!

«Ναι», είπε ο άγιος, «πεθάνετε, αλλά πεθάνετε ως προς την αμαρτία, για να ζήσετε για τον Θεό!»

«Ξέρω τι εννοείς, κύριε!» απάντησε ο Εβραίος, «και γι' αυτό σου ορκίζομαι ότι αν ζήσεις μέχρι το πρωί, θα εκπληρώσω την επιθυμία σου».

Τότε ο Άγιος Βασίλειος άρχισε να προσεύχεται στον Θεό να παρατείνει τη ζωή του μέχρι το πρωί για τη σωτηρία της ψυχής του Εβραίου, και έλαβε το αίτημά του. Το επόμενο πρωί έστειλε να τον καλέσουν, αλλά ο υπηρέτης δεν πίστεψε τον άνθρωπο που του είπε ότι ο Βασίλειος ήταν ζωντανός. Παρ' όλα αυτά, πήγε να τον δει, τον οποίο νόμιζε ήδη νεκρό. Όταν τον είδε πραγματικά ζωντανό, έπεσε σε φρενίτιδα, και μετά, πέφτοντας στα πόδια του αγίου, είπε με εγκάρδια θέρμη:

«Μέγας είναι ο Χριστιανικός Θεός, και δεν υπάρχει άλλος Θεός εκτός από Αυτόν! Αποκηρύσσω τον ασεβή Ιουδαϊσμό και μεταστρέφομαι στην αληθινή χριστιανική πίστη. Πρόσταξέ, λοιπόν, άγιε πατέρα, να βαπτιστώ αμέσως, όπως και ολόκληρο το σπιτικό μου».

Ο Άγιος Βασίλειος του είπε:

- Σε βαπτίζω με τα ίδια μου τα χέρια!

Ο Εβραίος τον πλησίασε, άγγιξε το δεξί χέρι του αγίου και είπε:

«Η δύναμή σου, κύριέ μου, έχει εξασθενήσει και ολόκληρη η ύπαρξή σου έχει εξαντληθεί εντελώς· δεν θα μπορέσεις να με βαπτίσεις ο ίδιος».

«Έχουμε έναν Δημιουργό που μας ενδυναμώνει», απάντησε ο Βασίλι.

Και σηκώθηκε, μπήκε στην εκκλησία και, παρουσία όλου του λαού, βάπτισε τον Εβραίο και ολόκληρη την οικογένειά του. Τον ονόμασε Ιωάννη και του έδωσε τα Θεία Μυστήρια, τελώντας ο ίδιος τη Λειτουργία εκείνη την ημέρα. Αφού δίδαξε στον νεοβαπτισμένο άνδρα την αιώνια ζωή και απηύθυνε λόγια οικοδομής σε όλο το λογικό του ποίμνιο, ο άγιος παρέμεινε στην εκκλησία μέχρι την ένατη ώρα. Έπειτα, αφού έδωσε σε όλους ένα τελευταίο ασπασμό και συγχώρεση, άρχισε να ευχαριστεί τον Θεό για όλες τις άφατες ευλογίες Του. Ενώ ο λόγος της ευχαριστίας ήταν ακόμα στα χείλη του, παρέδωσε την ψυχή του στα χέρια του Θεού και, ως επίσκοπος, ενώθηκε με τους εκλιπόντες επισκόπους, και ως μεγάλη λεκτική κεραυνός , ενώθηκε με τους ιεροκήρυκες την πρώτη Ιανουαρίου του 379 , κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Γρατιανού , ο οποίος διαδέχθηκε τον πατέρα του, Βαλεντινιανό.

Ο Άγιος Βασίλειος ο Μέγας εποίμασε την Εκκλησία του Θεού οκτώ χρόνια, έξι μήνες και δεκαέξι ημέρες, και συνολικά τα χρόνια της ζωής του ήταν σαράντα εννέα.

Ο νεοβαπτισμένος Εβραίος, βλέποντας τον άγιο νεκρό, έπεσε με το πρόσωπο μπρούμυτα και είπε με δάκρυα:

- Αληθινά, δούλε του Θεού Βασίλι, δεν θα είχες πεθάνει ούτε τώρα αν δεν το ήθελες.

Η ταφή του Αγίου Βασιλείου ήταν ένα μνημειώδες γεγονός και κατέδειξε την υψηλή εκτίμηση που έτρεφαν από τους πιστούς. Όχι μόνο Χριστιανοί, αλλά και Εβραίοι και ειδωλολάτρες συνέρρευσαν στους δρόμους σε μεγάλους αριθμούς και πίεζαν επίμονα προς τον τάφο του αποθανόντος αγίου. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός έφτασε επίσης για την ταφή του Βασιλείου και έκλαψε δυνατά για τον άγιο. Οι συγκεντρωμένοι επίσκοποι έψαλαν επικήδειους ύμνους και ενταφίασαν τα πολύτιμα λείψανα του μεγάλου αγίου του Θεού, Βασιλείου, στην εκκλησία του Αγίου Μάρτυρα Ευψυχίου , δοξάζοντας τον Θεό, τον Έναν εν Τριάδι, στον οποίο ανήκει η δόξα για πάντα. Αμήν .

Τροπάριο, Ήχος 1:

Το άγγελμά Σου διαδόθηκε σε όλη τη γη, καθώς δέχτηκαν τον λόγο Σου, με τον οποίο δίδαξες θεοσεβώς, διευκρίνισες τη φύση των όντων, στόλισες τα ανθρώπινα έθιμα, ω βασιλικό ιερατείο, ω σεβάσμιε πατέρα· πρέσβευε στον Χριστό Θεό για τη σωτηρία των ψυχών μας .

Κοντάκιον, Ήχος 4:

Εμφανίστηκες ως ακλόνητο θεμέλιο της Εκκλησίας, χορηγώντας σε όλους την ακλοπή κυριαρχία επί των ανθρώπων, σφραγισμένη με τις εντολές σου, ω ανεκδήλωτε Όσιε Βασίλειο.

* * *

Σημειώσεις

15 

Η Καππαδοκία ήταν επαρχία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, που βρισκόταν στην ανατολική Μικρά Ασία και ήταν φημισμένη κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Μεγάλου Βασιλείου για την εκπαίδευση των κατοίκων της. Στα τέλη του 11ου αιώνα, η Καππαδοκία έπεσε υπό τουρκική κυριαρχία και παραμένει υπό τον έλεγχό τους μέχρι σήμερα. Η Καισάρεια είναι η πρωτεύουσα της Καππαδοκίας. Η Εκκλησία της Καισάρειας είναι από καιρό φημισμένη για τη μόρφωση των αρχιερέων της. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, ο οποίος ξεκίνησε την εκπαίδευσή του εδώ, αποκαλεί την Καισάρεια πρωτεύουσα του διαφωτισμού.

16 

Ο πατέρας του Βασιλείου, επίσης ονομαζόμενος Βασίλειος, γνωστός για τη φιλανθρωπία του, ήταν παντρεμένος με μια ευγενή και πλούσια γυναίκα, την Εμμέλεια. Από αυτόν τον γάμο γεννήθηκαν πέντε κόρες και πέντε γιοι. Η μεγαλύτερη κόρη, η Μακρίνα, παρέμεινε πιστή σε αυτή την ευλογημένη ένωση, αφιερωμένη στην αγνότητα (η μνήμη της είναι στις 19 Ιουλίου). Από τους πέντε αδελφούς, ο ένας πέθανε σε πρώιμο στάδιο της παιδικής ηλικίας. τρεις ήταν επίσκοποι και αγιοποιήθηκαν. ο πέμπτος πέθανε ενώ κυνηγούσε. Από τους επιζώντες γιους, ο Βασίλειος ήταν ο μεγαλύτερος, ακολουθούμενος από τον Γρηγόριο, αργότερα Επίσκοπο Νύσσης (τιμάται στις 10 Ιανουαρίου), και τον Πέτρο, αρχικά απλό ασκητή, στη συνέχεια Επίσκοπο Σεβάστειας (τιμάται στις 9 Ιανουαρίου). Ο πατέρας του Βασιλείου πιθανότατα έλαβε αγιασμό λίγο πριν από τον θάνατό του, όπως μπορεί να συναχθεί από το γεγονός ότι ο Γρηγόριος ο Θεολόγος αναφέρεται στη μητέρα του Μεγάλου Βασιλείου ως σύζυγο ιερέα.

17 

Η Νεοκαισάρεια—σημερινό Νικσάρ—είναι η πρωτεύουσα του Πόντου Πολεμωνιακού, φημισμένου για την ομορφιά του, στη βόρεια Μικρά Ασία. Είναι ιδιαίτερα γνωστή για τη εκκλησιαστική σύνοδο που πραγματοποιήθηκε εκεί το 315. Ο Ίρις είναι ποταμός στον Πόντο, που πηγάζει από τον Αντίταυρο.

18 

Σοφιστές—λόγιοι που αφιερώθηκαν κυρίως στη μελέτη και τη διδασκαλία της ρητορικής—ο Λιβάνιος διατήρησε γραπτή αλληλογραφία με τον Βασίλειο ακόμη και αργότερα, όταν αυτός ήταν ήδη επίσκοπος.

19 

Η Αθήνα είναι η πρωτεύουσα της Ελλάδας και εδώ και καιρό προσελκύει την αφρόκρεμα της ελληνικής διάνοιας και του ταλέντου. Διάσημοι φιλόσοφοι όπως ο Σωκράτης και ο Πλάτωνας έζησαν κάποτε εδώ, καθώς και ποιητές όπως ο Αισχύλος, ο Σοφοκλής, ο Ευριπίδης και άλλοι. Η ελληνική σοφία αναφέρεται στην παγανιστική λογιότητα και εκπαίδευση.

20 

Ο Προαιρέσιος, ο πιο διάσημος δάσκαλος φιλοσοφίας της εποχής του, ήταν Χριστιανός, όπως φαίνεται από το γεγονός ότι έκλεισε τη σχολή του όταν ο αυτοκράτορας Ιουλιανός απαγόρευσε στους Χριστιανούς να διδάσκουν φιλοσοφία. Τίποτα δεν είναι γνωστό για τη θρησκεία του Ιβήριου.

21 

Ο Γρηγόριος (Ναζιανζηνός) αργότερα υπηρέτησε για ένα διάστημα ως Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως και ήταν φημισμένος για τα εξαιρετικά γραπτά του, για τα οποία κέρδισε τον τίτλο «Θεολόγος». Γνώριζε τον Βασίλειο από την Καισάρεια, αλλά έγιναν στενοί φίλοι μόνο στην Αθήνα. Η εορτή του είναι στις 25 Ιανουαρίου.

22 

Η Αίγυπτος ήταν από καιρό ένα μέρος όπου ο χριστιανικός ασκητισμός ήταν ιδιαίτερα ανεπτυγμένος. Ομοίως, φιλοξενούσε μεγάλο αριθμό χριστιανών λογίων, οι πιο διάσημοι από τους οποίους ήταν ο Ωριγένης και ο Κλήμης της Αλεξάνδρειας .

23 

Δηλαδή, σύμφωνα με τον Εύβουλο, ο Βασίλειος είχε ένα μυαλό που ξεπερνούσε το κανονικό ανθρώπινο μέτρο νοημοσύνης και από αυτή την άποψη ήταν κοντά στους θεούς.

24 

Δηλαδή, μόνο σε αυτόν αξίζει το τιμητικό όνομα του «φιλοσόφου» που βλέπει τον θάνατο ως μια μετάβαση σε μια νέα ζωή και ως εκ τούτου φεύγει από αυτόν τον κόσμο χωρίς φόβο.

25 

Στην αρχαιότητα, τέτοιες εικόνες χρησιμοποιούνταν συχνά από ηθικούς δασκάλους για να κάνουν μεγαλύτερη εντύπωση στους ακροατές.

26 

Δηλαδή, καύσωνας, καύσωνας, ο οποίος είναι πολύ σφοδρός στην ανατολή ( Ματθαίος 20:12 ).

27 

Δηλαδή, κάτι που τώρα δεν μπορούμε καν να φανταστούμε με κανέναν τρόπο ( Α΄ Κορινθίους 2:9 ).

28 

Δηλαδή, διάφορα αξιοθέατα, όπως ο τάφος του Χριστού, ο Γολγοθάς και ούτω καθεξής.

29 

Τόσο τώρα όσο και στην αρχαιότητα, οι νεοβαπτισμένοι άνθρωποι, ως ένδειξη του καθαρισμού που είχαν λάβει από τις αμαρτίες, ντύνονταν με λευκά ρούχα.

30 

Εδώ, φυσικά, βρίσκεται η Αντιόχεια της Συρίας, στον ποταμό Ορόντη, που ονομάζεται Μεγάλη.

31 

Ο Όμηρος είναι ο μεγαλύτερος Έλληνας ποιητής που έζησε τον 9ο αιώνα π.Χ. Έγραψε τα διάσημα ποιήματα: «Ιλιάδα» και «Οδύσσεια».

32 

Δηλαδή, δεν είχε έρθει ακόμη η ώρα να αντικατασταθεί η φιλοσοφία και η ειδωλολατρική θρησκεία με τη χριστιανική πίστη. Ο Λιβάνιος πέθανε ως ειδωλολάτρης (γύρω στο 391, στην Αντιόχεια).

33 

Μάξιμος Γ΄ – Πατριάρχης Ιεροσολύμων – από το 333 έως το 350.

34 

Οι αρχαίοι Χριστιανοί δέχονταν το Άγιο Βάπτισμα πολύ αργά, εν μέρει από ταπεινότητα, εν μέρει με την πεποίθηση ότι, έχοντας βαπτιστεί λίγο πριν από τον θάνατο, θα λάμβαναν άφεση όλων των αμαρτιών τους στο βάπτισμα.

35 

Δηλαδή, ελευθερώθηκε από το κληρονομικό προπατορικό αμάρτημα ( Εφεσ. 4:22 ).

36 

Αυτό το θαύμα θύμιζε την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος με τη μορφή περιστεριού πάνω στον Χριστό Σωτήρα, ο οποίος βαπτίστηκε στον Ιορδάνη.

37 

Ο Κύριος Ιησούς Χριστός, ενώ βρισκόταν στον τάφο, ήταν τυλιγμένος σε λευκά σάβανα.

38 

Ο Μέγας Βασίλειος έγραψε πολλά έργα. Όπως όλες οι πράξεις του Αγίου Βασιλείου διακρίνονταν από εξαιρετικό μεγαλείο και σημασία, έτσι και όλα τα γραπτά του είναι τυπωμένα με τον ίδιο χαρακτήρα χριστιανικής ανωτερότητας και μεγαλοπρέπειας. Στα έργα του, είναι ιεροκήρυκας, δογματικός πολεμιστής, ερμηνευτής της Αγίας Γραφής, δάσκαλος της ηθικής και της ευσέβειας και, τέλος, οργανωτής εκκλησιαστικών λειτουργιών. Οι ομιλίες του, που θεωρούνται οι καλύτερες σε δύναμη και έμπνευση, είναι αυτές κατά των τοκογλύφων, κατά της μέθης και της πολυτέλειας, κατά της δόξας και της πείνας. Στις επιστολές του, ο Άγιος Βασίλειος απεικονίζει με ζωντάνια τα γεγονότα της εποχής του. Πολλές από αυτές περιέχουν εξαιρετικές οδηγίες για την αγάπη, την πραότητα, τη συγχώρεση των αδικημάτων, την ανατροφή των παιδιών, κατά της τσιγκουνιάς και της υπερηφάνειας των πλουσίων, κατά των μάταιων όρκων, και προσφέρουν ακόμη και πνευματικές συμβουλές για τους μοναχούς. Ως δογματικός και πολεμιστής, εμφανίζεται ενώπιόν μας στα τρία βιβλία του που γράφτηκαν κατά του ψευδοδιδασκάλου του Αρειανού Ευνόμιου, και στο έργο του κατά του Σαβέλλιου και των Ανωμοέων για τη θεότητα του Αγίου Πνεύματος. Επιπλέον, ο Μέγας Βασίλειος έγραψε ένα ειδικό βιβλίο για το Άγιο Πνεύμα εναντίον του Αέτιου, του οποίου ο Ευνόμιος ήταν υπέρμαχος. Αρκετές από τις ομιλίες και τις επιστολές του Αγίου Βασιλείου ανήκουν επίσης στα δογματικά του έργα. Ως ερμηνευτής της Αγίας Γραφής, ο Άγιος Βασίλειος απέκτησε ιδιαίτερη φήμη για τις εννέα ομιλίες του στην Εξαήμερο, στις οποίες επέδειξε άριστη γνώση όχι μόνο του Λόγου του Θεού αλλά και της φιλοσοφίας και των φυσικών επιστημών. Επίσης γνωστές είναι οι ομιλίες του στους Ψαλμούς και στα 16 κεφάλαια του Βιβλίου του Ησαΐα. Οι ομιλίες, τόσο στην Εξαήμερο όσο και στους Ψαλμούς, εκφωνήθηκαν στην εκκλησία και ως εκ τούτου, μαζί με την έκθεση, περιέχουν προτροπές, παρηγοριές και διδασκαλίες. Άγγιξε τις διδασκαλίες της ευσέβειας στο περίφημο έργο του «Οδηγίες προς Νέους για το πώς να χρησιμοποιούν Ειδωλολάτρες Συγγραφείς» και σε δύο βιβλία για τον ασκητισμό. Οι επιστολές του προς ορισμένους επισκόπους θεωρούνται κανονικά έργα. Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος μιλάει ως εξής για τα πλεονεκτήματα των έργων του Μεγάλου Βασιλείου: «Παντού υπάρχει μία και η μεγαλύτερη απόλαυση—τα γραπτά και τα έργα του Βασιλείου. Μετά από αυτόν, οι συγγραφείς δεν χρειάζονται άλλο πλούτο παρά τα γραπτά του. Αντί για όλα, μόνο αυτός έγινε επαρκής για την εκπαίδευση των μαθητών». «Όποιος επιθυμεί να είναι ένας εξαιρετικός πολιτικός ρήτορας», λέει ο λόγιος Πατριάρχης Φώτιος, «δεν χρειάζεται ούτε τον Δημοσθένη ούτε τον Πλάτωνα, αρκεί να πάρει τον Βασίλειο ως πρότυπό του και να μελετήσει τα λόγια του. Σε όλα τα λόγια του, ο Άγιος Βασίλειος διαπρέπει. Ιδιαίτερα κατέχει την καθαρή, κομψή και μεγαλοπρεπή γλώσσα· στη σειρά των σκέψεών του, κατατάσσεται πρώτος. Συνδυάζει την πειστικότητα με την ευχαρίστηση και τη σαφήνεια». Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος μιλάει ως εξής για τη γνώση και τα συγγράμματα του Αγίου Βασιλείου: «Ποιος φωτίστηκε περισσότερο από το φως της γνώσης από τον Βασίλειο, που είδε στα βάθη του Πνεύματος και με τον Θεό εξερεύνησε όλα όσα είναι γνωστά για τον Θεό; Στον Βασίλειο, η αρετή ήταν η ομορφιά του, η θεολογία το μεγαλείο του, η πρόοδός του ο αδιάκοπος αγώνας και η άνοδός του προς τον Θεό, η δύναμή του η σπορά και η διάδοση του λόγου. Και γι' αυτό, χωρίς δισταγμό, μπορώ να πω: η φωνή τους έχει διαδοθεί σε όλη τη γη, και τα λόγια τους στα πέρατα του κόσμου, και τα λόγια τους στα πέρατα του κόσμου, όπως είπε ο Άγιος Παύλος για τους αποστόλους (Ρωμαίους 10:18 ).... Όταν κρατάω την Εξαήμερη Εκκλησία του στα χέρια μου και την απαγγέλλω προφορικά, συνομιλώ με τον Δημιουργό, κατανοώ τους νόμους της δημιουργίας και θαυμάζω τον Δημιουργό περισσότερο από πριν - έχοντας μόνο την όραση ως οδηγό μου. Όταν έχω μπροστά μου τα λόγια του κατηγορίας εναντίον των ψευδοδιδασκάλων, βλέπω τη φωτιά των Σοδόμων, από την οποία κατακαίγονται οι πονηρές και άνομες γλώσσες. Όταν διαβάζω τα λόγια για το Πνεύμα, ανακαλύπτω ξανά τον Θεό που έχω και νιώθω μέσα μου την τόλμη να διακηρύξω την αλήθεια, ανεβαίνοντας τους βαθμούς της θεολογίας και της στοχασμού του. Όταν διαβάζω τα άλλα σχόλιά του, τα οποία διευκρινίζει ακόμη και για όσους έχουν προβλήματα όρασης, είμαι πεπεισμένος να μην σταματάω σε ένα γράμμα και να κοιτάζω όχι μόνο την επιφάνεια, αλλά να φτάνω πιο μακριά, να εισέρχομαι από το ένα βάθος στο άλλο, επικαλούμενος την άβυσσο με την άβυσσο και αποκτώντας φως με το φως, μέχρι να φτάσω στο υψηλότερο νόημα. «Όταν ασχολούμαι με τους επαίνους του για τους ασκητές, τότε ξεχνάω το σώμα, συνομιλώ με τους επαινούμενους και εμπνέομαι να αγωνίζομαι. Όταν διαβάζω τα ηθικά και πρακτικά λόγια του, τότε καθαρίζομαι ψυχή και σώμα, γίνομαι ναός ευάρεστος στον Θεό - ένα όργανο στο οποίο χτυπά το Πνεύμα ως υμνοποιός της δόξας και της δύναμης του Θεού. Μέσω αυτού, μεταμορφώνομαι, αποκτώ ευεξία, από ένα άτομο γίνομαι άλλο, μεταμορφώνομαι με θεϊκή μεταμόρφωση» (Επιτάφιος κήρυγμα του Γρηγορίου του Θεολόγου προς τον Άγιο Βασίλειο).

39 

Οι αρχιδιάκονοι είχαν μεγάλη σημασία στην αρχαία εκκλησία ως οι πιο στενοί βοηθοί των επισκόπων.

40 

Ο Ευσέβιος προήχθη στην επισκοπική έδρα, κατόπιν αιτήματος του λαού, απευθείας από την δημόσια υπηρεσία και ως εκ τούτου δεν μπορούσε να έχει καμία ιδιαίτερη εξουσία ως θεολόγος και δάσκαλος της πίστης.

41 

Μία από τις πιο σημαντικές δραστηριότητές του κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου ήταν το κήρυγμα του λόγου του Θεού. Συχνά κήρυττε όχι μόνο καθημερινά, αλλά δύο φορές την ημέρα, πρωί και βράδυ. Μερικές φορές, αφού κήρυξε σε μια εκκλησία, επέστρεφε για να κηρύξει σε μια άλλη. Στις διδασκαλίες του, ο Βασίλειος αποκάλυπτε με ζωντάνια και πειστικότητα την ομορφιά των χριστιανικών αρετών και κατήγγειλε την αχρειότητα των κακιών τόσο για το μυαλό όσο και για την καρδιά. Προσέφερε κίνητρα για να αγωνιστεί κανείς για το πρώτο και να αποφύγει το δεύτερο, και, ως έμπειρος ασκητής ο ίδιος, υπέδειξε τον δρόμο για την επίτευξη της τελειότητας σε όλους. Τα ίδια του τα σχόλια στόχευαν, πρώτα και κύρια, στην πνευματική οικοδομή των ακροατών του. Είτε εξηγούσε την ιστορία της δημιουργίας του κόσμου, στόχευε, πρώτον, να δείξει ότι «ο κόσμος είναι σχολείο της γνώσης του Θεού» (Ομιλία 1 για την Εξαήμερο), και έτσι να προκαλέσει στους ακροατές του δέος για τη σοφία και την αγαθότητα του Δημιουργού, που αποκαλύπτεται στις δημιουργίες Του, μικρές και μεγάλες, όμορφες, ποικίλες και αμέτρητες. Δεύτερον, θέλει να δείξει πώς η φύση διδάσκει πάντα στον άνθρωπο καλή ηθική ζωή. Ο τρόπος ζωής, τα χαρακτηριστικά και οι συνήθειες των τετράποδων ζώων, των πτηνών, των ψαριών και των ερπετών —τα πάντα —ακόμα και το πιο κοινότοπο παρελθόν— του προσφέρουν την ευκαιρία να αντλήσει εποικοδομητικά μαθήματα για τον άρχοντα της γης —τον άνθρωπο. Είτε εξηγεί το βιβλίο των Ψαλμών, το οποίο, όπως το θέτει, συνδυάζει όλα τα χρήσιμα σε άλλα βιβλία —προφητεία, ιστορία και εποικοδόμηση—, εφαρμόζει κυρίως τα λόγια του Ψαλμωδού στη ζωή και την πράξη ενός Χριστιανού.

42 

Ο Πόντος είναι μια περιοχή στη Μικρά Ασία, κατά μήκος της νότιας ακτής της Μαύρης Θάλασσας, όχι μακριά από τη Νεοκαισάρεια. Η έρημος του Πόντου ήταν άγονη και το κλίμα της δεν ήταν καθόλου ευνοϊκό για την υγεία. Η καλύβα στην οποία ζούσε ο Βασίλειος δεν είχε γερές πόρτες, ούτε πραγματικό τζάκι ούτε στέγη. Είναι αλήθεια ότι σερβιριζόταν ζεστό φαγητό κατά τη διάρκεια των γευμάτων, αλλά, σύμφωνα με τον Γρηγόριο τον Θεολόγο, σερβιριζόταν με ψωμί τόσο μπαγιάτικο που τα δόντια αρχικά γλιστρούσαν και μετά βουλιάζονταν. Εκτός από τις κοινές προσευχές, την ανάγνωση της Αγίας Γραφής και τα επιστημονικά έργα, ο Μέγας Βασίλειος, ο Γρηγόριος ο Θεολόγος και άλλοι ντόπιοι μοναχοί ασχολούνταν με τη μεταφορά ξύλων, την κοπή πετρών, τη φροντίδα του λαχανόκηπου, ακόμη και με το τράβηγμα ενός τεράστιου κάρου με κοπριά.

43 

Αυτοί οι κανόνες χρησίμευσαν και συνεχίζουν να χρησιμεύουν ως οδηγός για τη ζωή των μοναχών σε όλη την Ανατολή, και, ιδιαίτερα, για τους Ρώσους μοναχούς μας. Στους κανόνες του, ο Βασίλειος δίνει έμφαση στην κοινοβιακή ζωή έναντι της ερημικής και μοναχικής ζωής, καθώς, ζώντας με άλλους, ένας μοναχός έχει μεγαλύτερες ευκαιρίες να υπηρετήσει τον σκοπό της χριστιανικής αγάπης. Ο Βασίλειος καθιερώνει για τους μοναχούς το καθήκον της αδιαμφισβήτητης υπακοής στον ηγούμενο και ορίζει τη φιλοξενία στους ξένους, αν και απαγορεύει να τους σερβίρουν ειδικά πιάτα. Σύμφωνα με τους κανόνες του Βασιλείου, οι μοναχοί πρέπει να ασχολούνται με νηστεία, προσευχή και συνεχή εργασία. Ωστόσο, δεν πρέπει να ξεχνούν τις ανάγκες των γύρω τους που είναι άτυχοι και άρρωστοι και έχουν ανάγκη από φροντίδα.

44 

Οι αιρετικοί του Αρείου δίδασκαν ότι ο Χριστός ήταν ένα κτιστό ον, όχι αιώνια υπαρκτό και όχι της ίδιας φύσης με τον Θεό Πατέρα. Αυτή η αίρεση έλαβε το όνομά της από τον Άρειο, έναν πρεσβύτερο της Αλεξανδρινής Εκκλησίας, ο οποίος άρχισε να κηρύττει αυτές τις ιδέες το 319.

45 

Η Σεβαστια είναι μια πόλη της Καππαδοκίας.

46 

Ο Πρόκλος, Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως (μέσα 5ου αιώνα), αναφέρει ότι ο Άγιος Βασίλειος συνέταξε μια συντομότερη λειτουργία επειδή πολλοί Χριστιανοί της εποχής του άρχισαν να εκφράζουν δυσαρέσκεια με τη διάρκεια των εκκλησιαστικών ακολουθιών. Για τον σκοπό αυτό, συντόμευσε τις συνήθεις δημόσιες προσευχές, ενώ παράλληλα επέκτεινε τις προσευχές του κλήρου. – Εκτός από τις λειτουργίες, ο Μέγας Βασίλειος συνέταξε: α) μια προσευχή πριν από την κοινωνία· β) προσευχές για την παραμονή της Πεντηκοστής· και γ) μια προσευχή και εξορκισμό για ένα δαιμονισμένο άτομο.

47 

Προσευχή στη Λειτουργία του Αγίου Βασιλείου του Μεγάλου.

48 

Χάρτης – χαρτί ή περγαμηνή από πάπυρο πάνω στο οποίο γινόταν γραφή στην αρχαιότητα· χειρόγραφο, κύλινδρος ( Γ΄ Μακ. 4:15 · Β΄ Ιωάννη 1:12 ).

49 

«Αν δεν ήταν ο Βασίλειος», λέει ο εκκλησιαστικός ιστορικός Σωζόμενος, «η αίρεση του Ευνόμιου θα είχε εξαπλωθεί στον Ταύρο, και η αίρεση του Απολλινάριου - από τον Ταύρο στην Αίγυπτο».

50 

Ο Ιουλιανός ο Αποστάτης βασίλευσε από το 361 έως το 363. Έχοντας γίνει αυτοκράτορας, αποστάτησε από τη χριστιανική πίστη και έκανε έργο ζωής την αποκατάσταση του παγανισμού· γι' αυτό και ονομάζεται «ο Αποστάτης».

51 

Ριπίδα (ελληνικά για «βεντάλια», εργαλείο για την απώθηση των μυγών). Πρόκειται για μεταλλικούς κύκλους σε αρκετά μακριές λαβές, που φέρουν εικόνες Σεραφείμ με έξι φτερά. Οι διάκονοι τις χρησιμοποιούν για να τις βενταλίζουν και να τις κουνούν πάνω από τα Τίμια Δώρα κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του επισκόπου, για να μην πέσουν έντομα μέσα τους. Ταυτόχρονα, οι ριπίδες μας υπενθυμίζουν ότι οι Άγιοι Άγγελοι, που απεικονίζονται στις ριπίδες, είναι παρόντες και διακονούν μαζί μας κατά τη διάρκεια της Λειτουργίας. Οι ριπίδες χρησιμοποιούνται κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του επισκόπου· κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του ιερέα, αντικαθίστανται από ένα πέπλο.

52 

Οι κουρτίνες στην πραγματικότητα τοποθετούνταν μπροστά από το τμήμα της εκκλησίας όπου στέκονταν οι γυναίκες. Αυτές οι κουρτίνες κατέβαιναν κατά τη διάρκεια της Θείας Ευχαριστίας και απαγορευόταν στις γυναίκες να τις σηκώνουν κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, υπό την απειλή αποβολής από την εκκλησία. Η Αγία Τράπεζα χωριζόταν από την υπόλοιπη εκκλησία με ένα πλέγμα, το οποίο αργότερα έγινε το σημερινό τέμπλο.

53 

Ο αυτοκράτορας Ουάλης βασίλευσε από το 364 έως το 378.

54 

Αυτός ο έπαρχος ήταν ο ηγεμόνας ολόκληρης της Ανατολής και ταυτόχρονα ο διοικητής των Πραιτωριανών ή της βασιλικής φρουράς.

55 

Το όργανο με το οποίο έγραφαν οι αρχαίοι ήταν κάτι σαν στυλό, μολύβι ή γραφίδα (βλ . Ψαλμός 44:1–3 ).

56 

Δηλαδή, ότι ο Υιός του Θεού είναι ομοούσιος με τον Θεό Πατέρα και ίσος με αυτόν.

57 

Ο Βαλεντινιανός βασίλευσε από το 364 έως το 376.

58 

Στην αρχαιότητα, από την εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου, στις εκκλησίες χορηγούνταν το λεγόμενο δικαίωμα ασύλου: αθώοι διωκόμενοι άνθρωποι κρύβονταν σε αυτές και έτσι οι αρχές είχαν χρόνο να πειστούν για την αθωότητά τους.

59 

Ο Μέγας Βασίλειος ήταν ένας εξαιρετικά αδύναμος άνθρωπος, συχνά εντελώς εξαντλημένος. «Οι συνεχείς και σοβαροί πυρετοί», έγραψε, «έχουν εξασθενήσει τόσο πολύ το σώμα μου που δεν διαφέρω από τον ιστό της αράχνης. Κάθε μονοπάτι είναι αδιάβατο για μένα, κάθε πνοή ανέμου είναι πιο επικίνδυνη από τις αναταράξεις ενός κολυμβητή... Έχω τη μία ασθένεια μετά την άλλη».

60 

Οι τάφοι των ειδωλολατρών, όντας ακάθαρτοι, θεωρούνταν από τους αρχαίους Χριστιανούς η αγαπημένη κατοικία των δαιμόνων.

61 

Πάρε το στους ώμους σου, όπως ένας ανατολίτικος βοσκός παίρνει στους ώμους του ένα κουρασμένο πρόβατο.

62 

Οι αρχαίοι Χριστιανοί είχαν το έθιμο να σηκώνουν τα χέρια τους προς τον ουρανό κατά την προσευχή. Εδώ λέει ο ύμνος της Εκκλησίας μας: «Η ύψωση της χειρός μου είναι η εσπερινή θυσία» (Στιχηρά Εσπερινά).

63 

Η λέπρα είναι μια ασθένεια που καταστρέφει ολόκληρο το ανθρώπινο σώμα και είναι επίσης μεταδοτική.

64 

Ο Άγιος Εφραίμ ο Σύρος είναι ένας φημισμένος Χριστιανός ασκητής και συγγραφέας. Η εορτή του είναι στις 28 Ιανουαρίου. Ο Εφραίμ ονομάζεται Σύρος, που σημαίνει Σύρος, επειδή η Μεσοποταμία, όπου γεννήθηκε, θεωρούνταν μέρος της Συρίας στην αρχαιότητα.

65 

Επιφώνημα από τη μικρή λιτανεία που εκφωνεί ο διάκονος στον Εσπερινό την ημέρα της Πεντηκοστής.

66 

Η Νίκαια είναι πόλη στην επαρχία της Βιθυνίας στη Μικρά Ασία. Η Πρώτη Οικουμενική Σύνοδος πραγματοποιήθηκε εδώ το 325.

67 

Ο Δημοσθένης ήταν ο πιο διάσημος ρήτορας της αρχαίας Ελλάδας· έζησε από το 384 έως το 322 π.Χ.

68 

Δηλαδή, όπως θα έκρινε ο ίδιος ο βασιλιάς.

69 

Η λέξη «Λίτια» από τα ελληνικά σημαίνει «θερμή προσευχή». Συνήθως τελούνταν έξω από την εκκλησία, αλλά τώρα τελείται στον νάρθηκα.

70 

Αυτό έλαβε χώρα στην πόλη της Αδριανούπολης, στη σημερινή Βουλγαρία.

71 

Ένα ποπρίστε είναι ένα μέτρο απόστασης· ήταν ίσο με τις 690 οργιές μας.

72 

Φελώνιο—αυτός είναι ο αρχαίος όρος για ένα μακρύ, φαρδύ, αμάνικο εξωτερικό ένδυμα που αγκάλιαζε το σώμα από όλες τις πλευρές. Η Χριστιανική Εκκλησία, από σεβασμό προς τον Σωτήρα και τους αποστόλους Του, οι οποίοι φορούσαν, αν όχι το ίδιο, τότε παρόμοιο εξωτερικό ένδυμα, υιοθέτησε το φελώνιο ως ιερό ένδυμα και, από την αρχαιότητα, το υιοθέτησε τόσο για τους επισκόπους όσο και για τους ιερείς.

73 

Δηλαδή, να έχει ένα ιδιαίτερο χάρισμα ευγλωττίας, πειστικότητας και δύναμης λόγου.

74 

Ο Γρατιανός κυβέρνησε την αυτοκρατορία (αρχικά μαζί με τον πατέρα του Βαλεντινιανό Α΄) από το 375 έως το 383.

75 

Η τρέχουσα τοποθεσία των λειψάνων του Αγίου Βασιλείου είναι άγνωστη: στο Άγιο Όρος (στη Λαύρα του Αγίου Αθανασίου), εκτίθεται μόνο η κεφαλή του· το άγιο σώμα του, σύμφωνα με τους Δυτικούς συγγραφείς, μεταφέρθηκε από την Καισάρεια κατά τη διάρκεια των Σταυροφοριών και μεταφέρθηκε από τους Σταυροφόρους στη Δύση—στη Φλάνδρα.

76 

Για τις υπηρεσίες του στην Εκκλησία και την εξαιρετική, εξαιρετικά ηθική και ασκητική του ζωή, ο Άγιος Βασίλειος ονομάστηκε Μέγας και γιορτάζεται ως «η δόξα και η ομορφιά της Εκκλησίας», «το φως και το μάτι του σύμπαντος», «ο διδάσκαλος των δογμάτων», «ο θάλαμος της μάθησης» και «ο ηγέτης της ζωής». Στην ολονύχτια αγρυπνία στη μνήμη του Αγίου Βασιλείου του Μεγάλου, η Εκκλησία απαγγέλλει δύο παρεμίες προς τιμήν της Περιτομής του Κυρίου και μία προς τιμήν του οικουμενικού διδασκάλου και Αγίου Βασιλείου - για την υψηλή τελειότητα των δικαίων και το καλό που φέρνουν στους πλησίον τους ( Παροιμίες 10:31–32, 11:1–12 ). Το πρωινό Ευαγγέλιο προς τιμήν του αγίου ( Ιωάννης 10:1–9 ) διακηρύσσει την αξιοπρέπεια ενός αληθινού ποιμένα που θυσιάζει τη ζωή του για τα πρόβατα. Στη Λειτουργία, η οποία τελείται την πρώτη ημέρα του Ιανουαρίου, ο Άγιος Βασίλειος διαβάζοντας την Επιστολή προς τιμήν του, η Εκκλησία ανακηρύσσει τον τελειότερο επίσκοπο - τον Υιό του Θεού, τον οποίο ο Μέγας Βασίλειος μιμήθηκε στη ζωή του ( Εβρ. 7:26–8:2 ). Τα Ευαγγέλια στη Λειτουργία (το ένα προς τους Περιτομημένους, το άλλο προς τον Άγιο Βασίλειο) προς τιμήν του αγίου διακηρύττουν τη διδασκαλία του Ιησού Χριστού για την μακαριότητα των πτωχών τω πνεύματι, εκείνων που πεινούν και διψούν για δικαιοσύνη και διώκονται για την πίστη του Χριστού ( Λουκ. 6:17–23 ), όπως ο Μέγας Βασίλειος.

77 

Τα λόγια «το οποίον θεϊκώς εδίδαξες» υποδηλώνουν τη μεγάλη μόρφωση του Αγίου Βασιλείου και τη βαθιά γνώση του για τους νόμους της φύσης. Ο Άγιος Βασίλειος άφησε πίσω του πολλά συγγράμματα, στα οποία εξήγησε, μεταξύ άλλων, τη σοφή διευθέτηση όλων των υπαρχόντων από τον Θεό. Τα λόγια «κοσμήσας τα ανθρώπινα έθιμα» υποδηλώνουν ότι ο Άγιος Βασίλειος έγραψε πολλούς κανόνες και κανονισμούς, μέσω των οποίων εισήγαγε πολλά ευσεβή έθιμα.

 



Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου