Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2026


ΕΑΝ   ΘΕΛΕΤΕ
ΕΠΙΣΚΕΦΘΕΙΤΕ
ΤΙΣ ΠΑΡΑΚΑΤΩ 
ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΕΣ ΞΕΝΕΣ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΕΣ



























Άγιος Μάρτυρας Μάμας

 



Η αρχαιότερη στον κόσμο (13ος αιώνας) φορητή εικόνα του Αγίου Μάμαντος
βρίσκεται στην εκκλησία "Παναγία Καθολική" στο Πελένδρι της Κύπρου.






Ἀκμαῖος ὢν Τριάδος εἰς πίστιν Μάμας,

Ἀκμαῖς τριαίνης καρτερεῖ τετρωμένος.

Δευτερίῃ χολάδες Μάμαντος χῦντο τριαίνῃ.




И вот еще на льве. Мч. Мамант. Икона. Кипр.
Ο Άγιος Μάμας, τέλη 15ου αιώνα, Ιερά Μητρόπολις Μόρφου


Στην Παφλαγονία ζούσε κάποιος άνδρας, που ονομαζόταν Θεόδοτος και καταγόταν από τη Γάγγρα, μαζί με τη γυναίκα του, τη Ρουφίνα. Και οι δύο διήγαν τον βίο τους με ευσέβεια και ευλάβεια. Ανάμεσα στους προεστώτες (άρχοντες) της περιοχής συγκαταλεγόταν και κάποιος άνδρας, από τους πιο επιφανείς, που ονομαζόταν Αλέξανδρος και ήταν εντεταλμένος από τον ηγεμόνα να υποχρεώνει τους χριστιανούς να θυσιάζουν στα είδωλα. Όσοι δεν υπάκουαν έπρεπε να υπόκεινται σε σκληρές τιμωρίες και βάσανα. Ανάμεσα σε αυτούς συγκαταλέγονταν και ο πατέρας του αγίου, ο Θεόδοτος, καθώς και η σύζυγος του, η Ρουφίνα.

Мч. Мамант. Джорджи. Фреска собора монастыря Дохиар. Афон. 1568
Ἅγιος Μάμας. Τοιχογραφία (Fresco) τοῦ έτους 1568 μ.Χ. 
από τον Ζώρζη (Τζώρτζης, Γεώργης) τον Κρήτα»
στο Καθολικό τής Ἱεράς Μονής Δοχειαρίου. Άγιον Όρος  



Αυτούς αφού συνέλαβε, τους ανέκρινε ενδελεχώς γιατί δεν υπάκουαν σε αυτόν και στις διαταγές του, αλλά αντίθετα με παρρησία τον αμφισβητούσαν και κορόιδευαν την λατρεία των ειδώλων. Τους παρακινούσε μάλιστα με κολακείες λέγοντας τους: «Να προσφέρετε θυσία στο είδωλο του Σεραπίωνα, διαφορετικά θα καταστρέψω τα σώματα σας με ανήκουστα βασανιστήρια». Ο μάρτυρας Θεόδοτος του απάντησε λέγοντας του: «Δεν μπορείς να με βασανίσεις γιατί έχω πατρικούς ορισμούς να μην έχει κανείς άνθρωπος εξουσία πάνω σε μένα».
Ἅγιος Μάμας. Τοιχογραφία (Fresco) τοῦ 16ου αἰώνα

Όταν ο Αλέξανδρος άκουσε τα λόγια αυτά του Θεοδότου και κατάλαβε ότι δεν έχει εξουσία σε αυτούς, του λέει με πραότητα: «Θεόδοτε, σε παρακαλώ, μην αντιστέκεσαι στις βασιλικές διαταγές, γιατί θα σε στείλω στο βασιλιά Φαύστο και αυτός θα σε τιμωρήσει σκληρά.» Ο Θεόδοτος του απαντά: «Μην καθυστερήσεις πονηρότατε, αλλά γρήγορα να εκπληρώσεις την απειλή σου, γιατί εγώ δε θυσιάζω στους δαίμονες» ούτε εκτελώ τη διαταγή του βασιλιά, ούτε πείθομαι στις κολακείες σας.» Ακούγοντας τα αυτά ο Αλέξανδρος, θύμωσε πολύ και έστειλε απεσταλμένους στο Φαύστο που βρισκόταν στην Καισαρεία. Η Ρουφίνα, η γυναίκα του Θεόδοτου ήταν έγκυος και ακολουθούσε τον άνδρα της.
Όταν πήγαν στην Καισαρεία και αφού ο Φαύστος πήρε την επιστολή του Αλέξανδρου και πληροφορήθηκε τα σχετικά με το Θεόδοτο, διέταξε να κλείσουν και τους δύο στην φυλακή. Οι υπηρέτες εκτέλεσαν τη διαταγή του ηγεμόνα και φυλάκισαν τον μακάριο Θεόδοτο μαζί με τη γυναίκα του Ρουφίνα. Βρισκόμενοι στη φυλακή αναστέναξαν και προσευχήθηκαν; «Κύριε, ο Θεός των δυνάμεων, ο πατέρας του αγαπητού σου Υιού Ιησού Χριστού, σε ευλογώ και σε δοξάζω, γιατί δια το όνομα σου το Άγιο με καταξίωσες να φυλακιστώ. Και τώρα Κύριε ικετεύω τη χάρη σου. Εσύ που έχεις την εξουσία της ζωής και του θανάτου, παράλαβε την ψυχή μου σε αυτή τη φυλακή, μήπως τη χάσω από το φόβο των βασάνων του αιμοβόρου ηγεμόνα.» Καθώς προσευχόταν κοιμήθηκε εν ειρήνη, Η γυναίκα του βλέποντας τι έγινε και μην μπορώντας να αντέξει τη συμφορά, από την πολλή της λύπη γέννησε το γιο της. Βλέποντας το νεκρό σώμα του άνδρα της, έκλαιγε στη φυλακή και έμεινε νηστική για πολλές μέρες. Ταλαιπωρημένη καθώς ήταν λέει: «Κύριε, ο Θεός που δημιούργησες τον άνδρα (άνθρωπο) και από την πλευρά του τη γυναίκα, όρισε τώρα να τελειώσω τη ζωή μου μαζί με τον άνδρα μου. Σου παραδίδω το παιδί μου στα χέρια σου και φρόντισε το όπως θέλεις.» Αφού πήρε το παιδί στην αγκαλιά της και αγκάλιασε το νεκρό σώμα του άνδρα της, κοιμήθηκε εν ειρήνη. Άγγελος Κυρίου διαφύλαξε το βρέφος στη ζωή.


Στην Καισαρεία ζούσε κάποια γυναίκα που ονομαζόταν Ματρώνα και που ήταν ευγενής και ευλαβής και καταγόταν από ξακουστό και πλούσιο γένος. Ο βασιλιάς σεβόταν την ευγενική καταγωγή της γυναίκας γιατί ήταν γνωστή σε όλους. Άγγελος Κυρίου με τη μορφή νέου άνδρα πήγε στη Ματρώνα και της λέει: «Ματρώνα πήγαινε στον ηγεμόνα, ζήτησε από αυτόν τα σώματα που βρίσκονται στη φυλακή και θάψε τα με τιμή, Πάρε το παιδί και φρόντισε το σαν να ήταν γιος σου.» Φοβισμένη η Ματρώνα κάλεσε έναν από τους δούλους της και του λέει: «Πήγαινε στον άδικο ηγεμόνα Φαύστο και πες του: Βασιλιά, η κυρία μου Ματρώνα χαιρετά την εξουσία σου και σε παρακαλεί να της δώσεις τους χριστιανούς που πέθαναν στη φυλακή για το Χρίστο, για να τους ενταφιάσει.» Όταν ο ηγεμόνας τα άκουσε αυτά διέταξε τους δούλους του να πραγματοποιήσουν την επιθυμία της Ματρώνας. Η Ματρώνα, τότε, έστειλε στη φυλακή όλους τους άνδρες και τις γυναίκες που βρίσκονταν στο σπίτι της, οι. οποίοι αφού πήραν τα σώματα των μαρτύρων, τα ενταφίασαν, όπως τους ταίριαζε, στον περίβολο του σπιτιού της. Ακολούθως, πήρε το παιδί και αφού κάλεσε κάποια γυναίκα, που λεγόταν Αμμία, της έδωσε το παιδί για να το μεγαλώσει λέγοντας της να την επισκέπτεται συχνά μαζί με το παιδί.
Όταν το παιδί έγινε ενός χρόνου η Αμμία το έδωσε πίσω στην κυρία της, τη Ματρώνα, η Ματρώνα παίρνοντας το στην αγκαλιά της, το φιλούσε συχνά και επειδή το παιδί τη φώναξε μαμά, το οποίο στα ρωμαϊκά (λατινικά) σημαίνει μητέρα και στα ελληνικά ψωμί, τον ονόμασε Μάμαντα. Όταν η Ματρώνα άκουσε το παιδί να την καλεί μητέρα, χάρηκε και για αυτό προσκάλεσε προς τιμή του παιδιού της τους άρχοντες της πόλης και όλους τους γνωστούς της για φαγητό. Στην τροφό του Αμμία έδωσε πολλά δώρα,
Ένας από τους καλεσμένους της που ονομαζόταν Αττικός, βλέποντας το παιδί, λέει στη Ματρώνα: «Κυρία, το παιδί είναι τεσσάρων χρονών;» Αυτή του απάντησε; «Χθες με φώναξε στα ρωμαϊκά (λατινικά) μαμά». Τότε, όλοι μαζί τον ονόμασαν Μάμα και έφυγαν. Το όνομα αυτό του Αγίου διατηρήθηκε μέχρι σήμερα. Η Ματρώνα παίρνοντας το παιδί στην αγκαλιά της, χαιρόταν πολύ γιατί δεν είχε άλλο παιδί εκτός από το Μάμα, τον οποίον της έστειλε ο Θεός. Όταν το παιδί έγινε πέντε χρονών, η Ματρώνα το έστειλε να μάθει τα ιερά γράμματα. Μετά από έξι μήνες ξεπέρασε τόσο πολύ όλους του τους συμμαθητές τόσο στη μάθηση και την εξυπνάδα όσο και στις καλές πράξεις, για αυτό και ο δάσκαλός του τον θαύμαζε πολύ.
- Άγιος Μάμας ο Μυροβλύτης, 16ος αι., Ναός Αγίων Βαρνάβα και Ιλαρίωνος, Περιστερώνα.


Τις μέρες εκείνες έφθασε διαταγή από τον Καίσαρα σε όλους τους ηγεμόνες κάθε πόλης και χώρας να υποχρεώνουν με σκληρές τιμωρίες και βασανιστήρια τους χριστιανούς να θυσιάζουν στα είδωλα. Μια μέρα, λοιπόν, στην Καισαρεία πήγε κάποιος που ονομαζόταν Δημόκριτος, ο οποίος αφού συγκέντρωσε όλους τους πολίτες της περιοχής, τους μετέφερε τις διαταγές του βασιλιά. Κάλεσε μάλιστα και όλους τους νεότερους και τους ανακοίνωσε τη διαταγή του τυράννου. Ο δούλος του Χριστού Μάμας βρισκόταν και εκείνος εκεί μαζί με το δάσκαλο και τους συμμαθητές του. Μαζί του ήταν και ένας δούλος της κυρίας του για να τον υπηρετεί. Όταν άκουσε ο Άγιος τις πονηρές διαταγές με τις οποίες ενεργούσαν οι υπηρέτες του διαβόλου, άρχισε να συμβουλεύει τους συμμαθητές του λέγοντας τους; «Πέστε μου φίλοι μου τι είδους Ουσία προσφέρετε και σε ποιου την προσκύνηση γίνεστε υπήκοοι;» Αυτοί του απάντησαν; «Υπακούμε στη διαταγή του Καίσαρα». Λέγει σε αυτούς ο Μάμας: «Μη αδελφοί μου, θυμηθείτε τις γραφές τις οποίες διδασκόμαστε και σκεφτείτε καλά και αναγνωρίστε τον αληθινό Θεό, τον ποιητή του ουρανού και της γης. Αυτόν να λατρέψετε και να προσκυνήσετε, γιατί ο Θεός διά του Ιησού Χριστού έδειξε το δρόμο της σωτηρίας. Σε αυτόν να προσφέρουμε θυσία και μην απατάσθε και να θυσιάζετε στα άψυχα είδωλα, τα οποία είναι έργα ανθρώπων. Μη συμμετέχετε, λοιπόν, αδελφοί στις βδελυρές θυσίες»,


Мч. Мамант. Феофан Критский. Фреска. Метеоры (Николай Анапафса).
Ἅγιος Μάμας. Τοιχογραφία (Fresco)  
από τον Θεοφάνη   Στριλιτζά τον Κρήτα»
στο Καθολικό τής Ιεράς Μονής τού  Αγίου Νικολάου Αναπαυσά στα Μετέωρα . 



Οι νεαροί τον άκουαν και απορούσαν με τις σκέψεις και τη διδασκαλία του. Πήγαν, λοιπόν, και τα ανακοίνωσαν στον ηγεμόνα Δημόκριτο και στη Ματρώνα. Ο ηγεμόνας και όσοι ήταν μαζί του δεν είπαν τίποτα στη Ματρώνα επειδή την φοβούνταν (σέβονταν) εξαιτίας του πλούτου και των πολλών αξιωμάτων που είχε. Ο Μάμας, όμως, πηγαίνοντας στην κυρία του της διηγήθηκε τα πάντα για τη διδασκαλία του. Όταν τα άκουσε αυτά η Ματρώνα χαιρόταν καθημερινά για το παιδί της, το Μάμα. Όταν αυτός έγινε 15 χρονών η μακαρία Ματρώνα κοιμήθηκε εν ειρήνη. Η ψυχή της μετέβηκε στις αιώνιες μονές, ενώ όλος ο πλούτος της έμεινε στον Άγιο.
Οι παλιοί συμμαθητές του ενθυμούμενοι τις νουθεσίες και τις διδασκαλίες του και ότι προσκυνεί την Αγια Τριάδα πήγαν στον ηγεμόνα λέγοντας του: «Κάποιος νέος ονομαζόμενος Μάμας, ο οποίος μαθήτευσε κοντά στο δάσκαλο μας, όχι μόνο δεν υπακούει στη βασιλική διαταγή, αλλά διδάσκει και εμάς να πιστεύουμε στον Εσταυρωμένο Χριστό και να μην προσφέρουμε θυσίες στα άψυχα είδωλα». Ακούγοντας τα όλα αυτά ο ασεβής Δημόκριτος, διέταξε να φέρουν τον Άγιο μπροστά του. Όταν παρουσιάστηκε σε αυτόν ο Άγιος του λέει ο ηγεμόνας: «Γιατί Μάμα δεν υπακούς στη βασιλική διαταγή, αλλά διδάσκεις και άλλους να πιστεύουν στον Εσταυρωμένο Χριστό;» Απαντώντας του ο Μάμας του λέει: «Πιστεύω στο ζώντα Θεό και μόνο αυτόν λάτρευα» και δε θυσιάζω στα κωφά και άλαλα είδωλα σου». Ο Δημόκριτος του λέει: «Πώς τολμάς εσύ, αν και είσαι νεαρός, να μην υπακούς σε μας και να διδάσκεις και άλλους να μη υπακούν στα βασιλικά προστάγματα;» Ο ηγεμόνας απευθυνόμενος στους στρατιώτες του, τους λέει: «Πάρτε τον και οδηγήστε τον στο βωμό του Σεραπίωνα για να προσφέρει θυσία και αφού τον δουν και άλλοι νέοι να θυσιάζουν και εκείνοι,» Όταν, όμως, τον άκουσε ο Άγιος Μάμος του είπε: «Μην ματαιοπονείς, άδικε ηγεμόνα. Εγώ δεν μπαίνω σε τόπο όπου λατρεύονται οι δαίμονες, ούτε φοβούμαι τις απειλές σου, διότι από μικρή ηλικία έχω ανατραφεί από ευσεβείς γονείς»
Ακούγοντας ο Δημόκριτος τον Άγιο να του μιλά με τόση παρρησία, του είπε; «Μάμα, υπάκουσε στα προστάγματα μου, διότι λυπούμαι τα νιάτα, την εξυπνάδα, τη σεμνότητα της ζωής σου, αλλά και την ευστροφία σου. Εάν υπακούσεις, θα απολαύσεις πολλά καλά από μένα και από τον Καίσαρα. Διαφορετικά θα σε τιμωρήσω και θα σε βασανίσω μέχρι θανάτου», Ο Άγιος του λέει: «Μάθε, Δημόκριτε, ότι δε δελεάζομαι από τα λόγια σου. Έχω σώφρονα λογισμό και δεν πείθομαι στις διαταγές σου. Έχω για βοηθό το Χριστό και Θεό μου και αυτός μπορεί να σου αφαιρέσει την «θεότητα» Αυτά ακούγοντας τα ο ηγεμόνας, θύμωσε πολύ και λέπι στον Άγιο: «Επειδή δε φοβάσαι τον βασιλιά και ούτε υπακούς στη διαταγή του, σε στέλλω σε αυτόν που μπορεί να σου αφαιρέσει τη ζωή με πολλά βασανιστήρια.»
Τον παρέδωσε, λοιπόν, σιδηροδέσμιο σε δέκα στρατιώτες για να τον μεταφέρουν στο βασιλιά, μαζί με μια επιστολή που έγραφε τα εξής: «Παντοδύναμε βασιλιά και αυτοκράτορα. Καθημερινά τιμούμε τη βασιλεία σου και υπακούμε στο θέλημα σου, όπως σου ταιριάζει, και σεβόμαστε τους θεούς που σου δίνουν τη δύναμη. Έχω γνωρίσει εδώ κάποιο νέο με το όνομα Μάμος από γένος λαμπρό και επιφανές, ο οποίος όχι μόνο δε θυσιάζει στους θεούς, αλλά καθημερινά προτρέπει και άλλους να μη θυσιάζουν σε αυτούς. Ακόμη δεν υβρίζει μόνο αυτούς, αλλά και τη βασιλεία σου. Επειδή κατάγεται από ξακουστό γένος δεν τόλμησα να τον βασανίσω εδώ, για να μην προκληθεί φασαρία εξαιτίας της ευγενικής του καταγωγής και του πλούτου του».

Св. Мамант. Чеканка. Гелати. Грузия. XI век. 
Государственный музей искусств Грузии им. Ш. Амиранашвили.
Άγιος Μάμας. 
Ανάγλυφη ετικέτα τού 11ου  αιώνα μ.Χ. απο την  Ιερά  Μονή Γέλατι της Παναγίας 
(κοντά στο Κουτάσι είναι το σημαντικότερο μεσαιωνικό μοναστήρι στη Γεωργία . Κέντρο εκκλησιαστικής και πολιτιστικής ζωής, κατοικία του Καθολικού από το δεύτερο μισό του XVI αιώνα έως το 1814, μνημείο της Παγκόσμιας Κληρονομιάς (1994). Το μοναστήρι ιδρύθηκε από τον βασιλιά Δαβίδ IV ο οικοδόμος το 1106 και έγινε η ταφική θόλο του. Η εκκλησία του καθεδρικού ναού χτίστηκε πριν από το 1125 και για άλλα πέντε χρόνια διακοσμήθηκε με ψηφιδωτά , τα οποία θεωρούνται τα καλύτερα σε ολόκληρη την Υπερκαυκασία. Εκείνη την εποχή το μοναστήρι ήταν έδρα της Ακαδημίας Ζελατ, τα μέλη της οποίας ενδιαφέρονται έντονα για την αρχαία ελληνική φιλοσοφία)
*****************
Ευρίσκεται στο Το Μουσείο Τεχνών της Γεωργίας 
( είναι επίσημα γνωστό ως το "Μουσείο Καλών Τεχνών που ονομάζεται μετά. Shalva Amiranashvili » και είναι ένα από τα σημαντικότερα μουσεία στη Γεωργία. ρίσκεται κοντά στην πλατεία Ελευθερίας ( Tavisuplebis Moedani ) στην Τιφλίδα και περιέχει περίπου 140.000 αντικείμενα γεωργιανής, ανατολικής, ρωσικής και ευρωπαϊκής τέχνης).



Πήραν, λοιπόν, οι στρατιώτες την επιστολή του ηγεμόνα και τον Άγιο σιδηροδέσμιο, και πήγαν στην περιοχή που ονομαζόταν «Εναές» και έδωσαν την επιστολή στο βασιλιά. Όταν αυτός διάβασε την επιστολή, διέταξε να παρουσιαστεί μπροστά του ο άγιος στον οποίο μίλησε με ήπιο τρόπο; «Πληροφορήθηκα από την επιστολή, νεαρέ, ότι ονομάζεσαι Μάμος και ότι επειδή είσαι μικρός στην ηλικία και ανώριμος και δε γνωρίζεις τη δύναμη τών μεγάλων θεών, ύβρισες αυτούς και τη δύναμη της βασιλείας μου. Εξαιτίας της συμπεριφοράς σου αυτής θα έπρεπε να θανατωθείς χωρίς να σε εξετάσω, αλλά έλα μαζί μου, θυσίασε στο Σεραπίωνα και στους υπόλοιπους θεούς και θα σε έχω κοντά μου στο παλάτι δίνοντας σου πολλή δόξα». Απαντώντας ο άγιος του είπε; «Άκουσε, βασιλιά. Τα πρόσκαιρα κακά τα οποία πρόκειται να πάθω θα μου χαρίσουν την αιώνια ζωή. Αντίθετα, η πρόσκαιρη τιμή και δόξα την οποία μου υπόσχεσαι θα μου προκαλέσει μεγάλη ζημιά. Δε λατρεύω τα είδωλα, παρά μόνο τον Κύριο μου Ιησού Χριστό.» Αφού τα άκουσε αυτά ο βασιλιάς θύμωσε και πρόσταξε τους υπηρέτες του να τον δέσουν χωρίς να τον λυπηθούν. Καθώς τον βασάνιζαν, ο κήρυκας φώναζε: «θυσίασε, Μάμα> στους θεούς για να λυτρωθείς από τα βάσανα». Κοιτάζοντας ψηλά ο Άγιος λέει στον ηγεμόνα: «Δες, κουράστηκαν οι στρατιώτες σου να με κτυπούν, αλλά η δύναμη του Χριστού με δυναμώνει για να αντέχω». Του λέει, τότε, ο βασιλιάς: «Δείξε μου κάποιο σημάδι ότι δέχεσαι να θυσιάσεις στους θεούς και θα λυτρωθείς από τα βάσανα». Του απαντά ο Άγιος: «Δε φοβούμαι τα βασανιστήρια σου. Μείνε μακριά μου γιατί εργάζεσαι για το άδικο. Ο Κύριος είναι βοηθός μου και δε με φοβίζουν οι απειλές σου». Αυτά ακούγοντας ο τύραννος διέταξε να δέσουν ψηλά τον Άγιο και να χακί στη φωτιά αναμμένων δάδων (λαμπάδων). Αλλά ο Χριστός προστάτευε το σώμα του Αγίου από τις φλόγες, ενώ η φωτιά κατευθυνόταν στα πρόσωπα των δαδούχων.
Τότε ο βασιλιάς πρόσταξε να δέσουν στο λαιμό του Αγίου μόλυβδο και να τον ρίξουν στη θάλασσα. Καθώς οι στρατιώτες κατευθύνονταν προς τη θάλασσα, άγγελος Κυρίου πήρε τον Άγιο. Οι στρατιώτες φοβισμένοι έφυγαν, ενώ ο άγγελος οδήγησε τον άγιο σε ένα όρος στην Καισαρεία όπου και τον άφησε μόνο του. Αυτός βρισκόμενος εκεί προσευχόταν, ενώ οι στρατιώτες πήγαν στο βασιλιά για να του ανακοινώσουν τι έγινε. Καθώς ο Άγιος προσευχόταν στο όρος άκουσε φωνή να του λέει: «Πάρε τη ράβδο αυτή και ό,τι ζητήσεις, μέσω αυτής θα σου το δώσω». Καρφώνοντας τη ράβδο στη γη έλαβε ευαγγέλιο και του είπε ο Θεός; «Οικοδόμησε θυσιαστήριο και εγώ θα σου στείλω όσους θέλουν να ακούν τα θεία μυστήρια». Ο Άγιος έκανε όσα του είπε ο Κύριος. Έφτιαξε βήμα όπου στεκόταν και διάβαζε το Ευαγγέλιο. Εκεί μαζεύονταν όλα τα ζώα του όρους και γονατίζοντας μπροστά στον Άγιο, τον άκουαν, Ο Άγιος τρεφόταν με γάλα από τα ελάφια.
Μια μέρα ο Άγιος κατέβηκε στην πόλη με σκοπό να επισκεφτεί τους φτωχούς. Οι άπιστοι, όμως, βλέποντας τον, τον φθόνησαν και τον κατάγγειλαν στον ηγεμόνα της Καισαρείας, Αλέξανδρο: «Παντοδύναμε Αλέξανδρε, στο όρος της πόλης ζει κάποιος ωραίος νέος, χριστιανός στην πίστη, ο οποίος με μαγείες θεραπεύει όλους όσοι προστρέχουν σε αυτόν, τυφλούς, χωλούς, κωφούς και όσοι πάσχουν από οποιαδήποτε άλλη ασθένεια. Σε αυτόν υποτάσσονται όλα τα ζώα και κηρύττει τον Εσταυρωμένο Χριστό ως τον αληθινό Θεό».
Τότε ο ηγεμόνας έστειλε δώδεκα στρατιώτες για να οδηγήσουν μπροστά του τον Άγιο. Οι στρατιώτες έφιπποι βρήκαν τον Άγιο και τον διέταξαν να τους ακολουθήσει. Ο άγιος τότε καλεί ένα λιοντάρι το οποίο και ιππεύει. Με τη ράβδο στο χέρι παρουσιάζεται στον ηγεμόνα και προστάζει το λιοντάρι να φύγει. Ο ηγεμόνας βλέποντας τον του λέει: «Εσύ είσαι ο μάγος Μάμας;» Ο Μάμος του απαντά: «Δεν είμαι μάγος, αλλά δούλος του Χριστού, του βασιλιά των πάντων». Του λέει τότε ο βασιλιάς: «Δε μάγεψες τα ζώα ώστε να υπακούνε στη θέληση σου;» Του λέει ο Άγιος: «Τα υπέταξα με το όνομα του Κυρίου μου Ιησού.» Του λέει ο ηγεμόνας: «Θυσίασε στους θεούς, διαφορετικά θα συ βασανίσω.» Του λέει ο Άγιος: «Κάνε ό,τι θέλεις χωρίς καθυστέρηση.» Του λέει ο ηγεμόνας: «Λυπούμαι την ομορφιά σου, για αυτό αρνήσου το Χριστό και σώσε τον εαυτό σου.» Του λέει ο Άγιος; «Λεν απαρνιέμαι το Θεό μου, αλλά σε λυπάμαι για την πλάνη στην οποία βρίσκεσαι.»
Αφού τα άκουσε αυτά ο ηγεμόνας θύμωσε πολύ και διέταξε να κρεμάσουν τον Άγιο και να του ξεσκίσουν τις σάρκες. Ο Άγιος, όμως, τα υπέμενε όλα αυτά αγόγγυστα. Του λέει τότε ο ηγεμόνας: «Δεν σε καταβάλλουν τα βάσανα;» Ο Άγιος του απαντά; «Ευχαριστώ το Θεό μου που μου δίνει υπομονή ώστε να μην αισθάνομαι, τα βασανιστήρια» Λέει τότε ο ηγεμόνας στους δούλους του; «Σπαράξτε τα εντόσθια του.» Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε φωνή από τον ουρανό που έλεγε: «Μάμα, μη φοβάσαι γιατί είμαι μαζί σου. Να έχεις δύναμη και θάρρος.» Κάποιοι από τους χριστιανούς ακούγοντας τα αυτά χάρηκαν. Ο ηγεμόνας τότε διέταξε να τον κατεβάσουν από το ξύλο και να τον αφήσουν κάτω μέχρι να σκεφτεί με ποίο τρόπο θα τον βασανίσει. Ξαφνικά καταφθάνει το λιοντάρι, το οποίο είχε μεταφέρει τον άγιο από το όρος, και γεμάτο οργή βρυχούταν θέλοντας να θανατώσει το πλήθος, Ο Άγιος, όμως, το επίπληξε λέγοντας του: «Πήγαινε εν ειρήνη από όπου ήρθες.» Το λιοντάρι πλησίασε τον άγιο, του ασπάστηκε τα χέρια και επέστρεψε στο όρος.



Св. Мамант. . Миниатюра Минология Василия II. Константинополь. 985 г. Ватиканская библиотека. Рим.
Άγιος Μάμας.  Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο τού Βασίλειου Β.  τό ἔτος 985 μ.Χ. στην Κωνσταντινούπολη. Τώρα ευρίσκεται στην Βιβλιοθήκη του Βατικανού. Ρώμη.

Ο τύραννος διέταξε να ανάψουν κάμινο και να ρίξουν σε αυτήν τον άγιο. Όταν πραγματοποιήθηκε η διαταγή του, άγγελος Κυρίου δρόσισε την κάμινο και διαφύλαξε τον άγιο αβλαβή, ενώ η φωτιά κατέκαυσε τους υπηρέτες. Βλέποντας τα αυτά ο ηγεμόνας διέταξε να φυλακίσουν τον άγιο και να τον αφήσουν στη φυλακή χωρίς τροφή. Άγγελος, όμως, Κυρίου τον έτρεφε. Μετά από πέντε μέρες ο ηγεμόνας διέταξε να παρουσιαστεί ο άγιος μπροστά του και του λέει: «Μάμα, αρνήσου το Θεό σου και θα σε τιμήσω.» Αλλά ο Άγιος του απάντησε: «Πιστεύω στο Θεό μου και είμαι χριστιανός, ό,τι θέλεις να κάνεις κάνε το γρήγορα, χωρίς καθυστέρηση,» Ο τύραννος διέταξε να ανάψουν φωτιά μεγαλύτερη της πρώτης και να ρίξουν σε αυτήν τον άγιο για να καεί. Ο άγιος υψώνοντας τα χέρια του, λέει: «Κύριε Θεέ μου, άκουσε με τον ταπεινό σου δούλο και δώσε μου δύναμη ώστε να αντέξω μέχρι το τέλος, για να γνωρίσουν όλοι ότι εσύ είσαι ο Θεός όλων και έχεις την εξουσία της ζωής και του θανάτου.» Κάνοντας το σημείο του σταυρού μπήκε στην κάμινο και, ω του θαύματος, τον περιέβαλε δρόσος διατηρώντας τον αβλαβή»
Μετά από τρεις μέρες ο ηγεμόνας έδωσε εντολή να βρουν τα καμένα οστά του αγίου και να τα κρύψουν για να μη λάβουν οι χριστιανοί τέτοιον θησαυρό. Καθώς, όμως, οι στρατιώτες έψαχναν, τον βρήκαν ζωντανό και γεμάτοι θαυμασμό παραδέχτηκαν τη δύναμη του Θεού. Πηγαίνοντας στον ηγεμόνα του ανακοίνωσαν τι έγινε και αυτός πρόσταξε να παρουσιαστεί ο άγιος μπροστά του και του λέει: «Τόσο ισχυρές ήταν οι μαγείες σου ώστε μπορούν να κάνουν ακόμη και τη δύναμη της φωτιάς ακίνδυνη;» Του λέει ο άγιος: «Η δύναμη του Αγίου Πνεύματος και του Χριστού τα κάνει όλα αυτά.» Ο ηγεμόνας τότε διέταξε να παραδοθεί ο άγιος στα θηρία για να τον κατασπαράξουν. Αν και οι στρατιώτες ελευθέρωσαν τα θηρία, εντούτοις κανένα δεν κακοποίησε τον άγιο. Τη στιγμή εκείνη, ο Κύριος έστειλε στο θέατρο το προαναφερθέν λιοντάρι βρυχούμενο για να βοηθήσει τον Άγιο αλλά και για να κατασπαράξει πολλούς απίστους. Γεμάτος τρόμο ο ηγεμόνας έφυγε από το θέατρο τρέχοντας, ενώ ο άγιος διέταξε το λιοντάρι να επιστρέψει στο όρος. Και αυτό υπάκουσε.
Ο Άγιος μεταφέρθηκε και πάλι μπροστά στον τύραννο, ο οποίος με παρακάλια προσπαθούσε να τον μεταπείσει, χωρίς όμως επιτυχία. Στο τέλος του λέει: «Έχω ένα πολύ άγριο λιοντάρι και αυτό θα σε σκοτώσει.» Ελευθέρωσαν το λιοντάρι εναντίον του αγίου, αλλά ακόμα και αυτό κυλιόταν μπροστά στα πόδια του και ασπαζόταν τα χέρια του. Τότε οι άπιστοι πήραν πέτρες για να τον λιθοβολήσουν, αλλά σκοτείνιασαν τα μάτια τους με αποτέλεσμα να κτυπά ο ένας τον άλλο.
Τότε ο ηγεμόνας πρόσταξε να παρουσιαστεί μπροστά του ένας στρατιώτης δυνατός και περήφανος, ο οποίος έπληξε την κοιλιά του αγίου με τρίαινα και γυρίζοντας την τήν έβγαλε μαζί με τα εντόσθια του αγίου. Ο Άγιος τα πήρε στα χέρια του και περπατώντας έφτασε έξω από την πόλη. Αφού κάθισε σε μια πέτρα που βρήκε εκεί υμνούσε το Θεό που τον είχε αξιώσει τέτοιου Αφού κάθισε σε μια πέτρα που βρήκε εκεί υμνούσε το Θεό που τον είχε αξιώσει τέτοιου μαρτυρίου. Τότε ακούστηκε φωνή από τον ουρανό να λέει: «Χαίρε Μάμα αθλητή γιατί σε σένα βρίσκεται το πνεύμα μου. Οι άγγελοι θαύμασαν τους αγώνες σου. Ζήτησε μου όποια χάρη θες και θα στην εκπληρώσει, γιατί σε αγάπησα όπως τον Αβραάμ, τον Ισαάκ και τον Ιακώβ.» Λέγει ο άγιος: «Συγχώρεσε, Κύριε, την αμαρτία αυτή των βασανιστών μου και βοήθα αυτούς που γιορτάζουν τη μνήμη του δούλου σου να έχουν κάθε αγαθό στα ζώα και στα δέντρα τους και στους ίδιους δώσε υγεία και ευλογία Μην επιτρέψεις επιδημία θανάτου να καταβάλει όσους τιμούν τον μαρτυρά σου, ούτε καμιά άλλη δυστυχία.Δέξου την ψυχή μου στα άγια σου χέρια, και επέτρεψε στο σώμα μου να κάνη θαύματα στους πιστούς που σε προσκυνούν για να δοξάζεται το όνομα σου.» Ο άγιος άκουσε τότε φωνή να λέει: «Ας γεννηθεί το θέλημα σου, δούλε μου, και έλα στις σκηνές των αγίων, όπου σε περιμένει ο θείος χορός των συναθλητών σου.» Και ο Άγιος παρέδωσε το πνεύμα στο Δημιουργό.
Οι χριστιανοί αφού πήραν το σώμα του, το κήδευσαν με τιμές σε πέτρινο μνημείο. Ο Άγιος μαρτύρησε τον καιρό που βασιλιάς ήταν ο Αυρηλιανός Καίσαρας και ηγεμόνας ο Αλέξανδρος Καισαρείας - Καππαδοκίας, στις 2 Σεπτεμβρίου το 275 μ.Χ.

Μετά από κάποια χρόνια βασιλιάς ήταν κάποιος ασεβής, ο οποίος παρακινημένος από το φθόνο που ένιωθε για τα θαύματα που έκανε ο Άγιος, έριξε το σώμα του Αγίου στη θάλασσα. Αυτό μαζί με το μνημείο μεταφέρθηκε από τη θάλασσα έχοντας βάρος φύλλου, έφτασε σε ένα λιμάνι στην Κύπρο κοντά στη Μόρφου. Όταν το σώμα του Αγίου έφτασε εκεί, ο Άγιος φανερώθηκε στον ύπνο κάποιου γεωργού, τον οποίο πρόσταξε να ζεύξει το ζεύγος των βοδιών του και να πάει προς την παραλία και να μεταφέρει το σώμα με τη λάρνακα.
Αφού ο γεωργός πραγματοποίησε την εντολή αυτή, με τη βοήθεια πολλών από τους ντόπιους ίδρυσαν ναό στην τιμή του αγίου και κατέθεσαν το τίμιο του σώμα σε αυτό, το οποίο ευωδιάζει και θεραπεύει κάθε ασθένεια για τη δόξα του Θεού.
Δια μέσω των πρεσβειών του Αγίου ας μας ελεεί ο Θεός, Αμήν.

(Πηγή: Ἱερά Μητρόπολις Μόρφου)




Ο Τάφος του Αγίου Μάμα στην Τουρκία

 



Στο βιβλίο "Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΜΑΣ" που συνέγραψε η Άννα Μαραβά - Χατζηνικολάου αναφέρονται τα εξής :

" Στα παλιά τα χρόνια , λέει η παράδοση, ένας Τούρκος είχε κάνει αχυρώνα την Εκκλησία της Μαμασού , που η μισή είναι χτισμένη και η άλλη μισή λαξευτή. Μια μέρα το άχυρο πήρε φωτιά μοναχό του και καταστράφηκε όλο. Ο Τούρκος δεν κατάλαβε τίποτα και ξαναγέμισε με άχυρο το κτίριο. Το άχυρο όμως έπαιρνε διαρκώς φωτιά . Στο τέλος κουράστηκε με αυτή την ιστορία και αποφάσισε να κάνει την Εκκλησία σταύλο. Την πρώτη μέρα ψόφησε ένα ζώο , την δεύτερη άλλο , την τρίτη άλλο ως το τελευταίο. Ο Τούρκος , που ήταν άνθρωπος ευσεβής , κατάλαβε πως κάποιο μυστήριο συμβαίνει εκεί. Έσκαψε μέσα και ανακάλυψε πρώτα μια Χριστιανική Εκκλησία κι έπειτα τα λείψανα του Αγίου Μάμα. Από τότε το κτίσμα έγινε τόπος προσκυνήματος , ονομάστηκε Ζιαρέτ Κιλισσέ , δηλαδή προσκύνημα - εκκλησία. Χωρίστηκε σε δύο μέρη. Το ένα ήταν χριστιανική Εκκλησία και το άλλο τεκές. Δερβίσηδες φρόντιζαν για την συντήρηση όλου του κτηρίου και του τάφου του Αγίου.

Ο Τάφος βρισκόταν σε βράχο λαξευτό , στο αριστερό μέρος της Εκκλησίας. Εκεί ήταν ένα ξύλινο κιβώτιο ,που είχε μέσα τα κόκαλα ,την κάρα κι ένα βραχίονα του Αγίου. Οι άρρωστοι βάζανε απάνω τους τα λείψανα ,τα τρίβανε στο πονεμένο μέρος. Οι δερβίσηδες ρίχνανε χώμα πάνω στον τάφο, για να παίρνουν οι προσκυνητές. Στον Άγιο πήγαιναν απαραίτητα οι νιόπαντροι απ' όλη την περιφέρεια , αλλά και από μακριά και από την Καισάρεια ακόμα , για να θεμελιώσει ο Άγιος το σπιτικό τους. Πήγαιναν επίσης οι άτεκνοι και τάζανε , αν αποκτήσουν παιδί να του δώσουν το όνομα του Αγίου. Εκεί γινόταν μεγάλο πανηγύρι δύο φορές τον χρόνο. Στις 21 Μαΐου, γιορτή των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης και στις 15 Αυγούστου. Οι Αρμένηδες γιόρταζαν στις 2 Σεπτεμβρίου. Τον Άγιο εμείς (οι Έλληνες) , τον λέγαμε ο "Άγιος Μάμαντος" , οι Αρμένηδες ο "Άγιος Μάμας" και οι Τούρκοι Σαμμάς ή Μαμασούν Μπαμπάς , δηλαδή Άγιος της Μαμασού. Εκεί ήταν πολλά δέντρα, ιτιές με τρεχούμενα νερά. Τρεις μέρες συνέχεια διασκεδάζανε. Φέρνανε τάματα διάφορα. Τα σφαχτάρια τα σφάζανε και τα μαγειρεύανε οι δερβίσηδες και τρώγανε μαζί με τον κόσμο.
Με την Ανταλλαγή του 1924 , οι Γκελβεριώτες (δηλαδή οι Χριστιανοί από την γειτονική κωμόπολη Γκέλβερη ή Καρβάλη) θέλησαν να πάρουν μαζί τους στην Ελλάδα και τον Άγιο της Μαμασού. Αλλά οι Τούρκοι δεν τους άφησαν : "Είναι δικός μας εβλιά (άγιος)", λέγανε. "Θα μείνει εδώ που τον βρήκαμε."
Έτσι ο Άγιος έμεινε εκεί. Σήμερα ακόμα , συνεχίζοντας παμπάλαιες συνήθειες, δίνει ευτεκνία στα Καππαδοκικά πλήθη πιστών. Ένας προύχοντας της Γκέλβερης που ρωτήθηκε πως γίνεται να μένει το προσκύνημα αυτό εκεί , απάντησε ότι ένας τόπος που ήταν πάντα Ιερός και θαυματουργός δεν μπορεί να πάψει να είναι σεβαστός από τον λαό. Κι έτσι ο Μαμασούν Μπαμπάς ζει πάντα στην Καππαδοκία.

Ο τελευταίος απόγονος των δερβίσηδων εξακολουθεί να ανάβει τα καντήλια και να δέχεται προσκυνητές. Ανασηκώνει με άπειρη ευλάβεια το ύφασμα που σκεπάζει τα οστά του Αγίου , που εξακολουθούν να βρίσκονται στην παλιά τους θέση."





Το Λείψανο του Αγίου Μάμα

Το λείψανο του αγίου Μάμα αναπαυόταν στην Καισάρεια της Καππαδοκίας και πάνω από τον τάφο του γύρω στα μέσα του 4ου αι. , οι αδελφοί Γάλλος και Ιουλιανός ο Παραβάτης, τότε εξόριστοι στην Μάκελλο, οικοδόμησαν Βασιλική.
Ο Νικήτας Σερρών (11ος αιώνας) αναφέρει ότι ο τάφος του Αγίου ήταν πάντα στην Καισάρεια. Η Άννα Μαραβά-Χατζηνικολάου με βάση τις πληροφορίες που συνέλεξε ορίζει τη θέση του τάφου του Μεγαλομάρτυρα της Καισάρειας στην τοποθεσία Ντελικλί-Τας, όπου συνήθιζαν να πηγαίνουν οι Καισαρειώτες στις 2 Σεπτεμβρίου.


Η κάρα του Αγίου μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη από ένα μοναχό, μετά την κατάληψη της Καισάρειας από τους Σελτζούκους το 1067. Ο αυτοκράτορας Ισαάκιος Άγγελος (1185-1195) οικοδόμησε ξανά το κατεστραμμένο μοναστήρι του Αγίου Μάμαντος στην Ξυλόκερκο Πόρτα για να την καταθέσει εκεί. Όταν οι Σταυροφόροι κατέλαβαν την Κωνσταντινούπολη το 1204, άρπαξαν ανάμεσα στα άλλα πολύτιμα λείψανα και την κάρα του αγίου που είχε ένα ασημένιο στεφάνι με το όνομά του γραμμένο ελληνικά και από εκεί μεταφέρθηκε από τον κληρικό Gualon de Dampiere στην πόλη Langres της Καμπανίας στα 1209.

Εκτός από την κάρα στη Langres είχαν μεταφερθεί τμήμα οστού του λαιμού, ένας βραχίονας και λίγο αίμα (λύθρο) του αγίου. Το βραχίονα και το λύθρο είχε δωρίσει ο αυτοκράτορας Αλέξιος Κομνηνός στο Regnaud, επίσκοπο της Langres, στα 1075.

Παράδοση της Κύπρου αναφέρει πως η λάρνακα που περιείχε το λείψανό του,ή τμήματα του λειψάνου του, ρίφθηκε στη θάλασσα, από τις απέναντι της Κύπρου Μικρασιατικές ακτές. Κατά την εκκλησιαστική παράδοση, η σαρκοφάγος με το ιερό λείψανο μεταφέρθηκε από τα κύματα και ξεβράσθηκε στην παραλία του κόλπου της Μόρφου. Σύμφωνα με όσα αναφέρει ο χρονικογράφος Λεόντιος Μαχαιράς στο Χρονικόν, παραθέτοντας την παράδοση, ένας χωρικός βρήκε τη σαρκοφάγο και με τη βοήθεια των γιων του τη μετέφεραν με ευκολία στην ενδοχώρα, παρά το βάρος της. Όταν έφτασαν στο σημείο όπου βρίσκεται σήμερα ο ναός του Αγίου, στη Μόρφου, η σαρκοφάγος έγινε ξαφνικά τόσο βαριά που ήταν αδύνατο να μετακινηθεί. Την άφησαν λοιπόν στον τόπο εκείνο και έκτισαν ναό στο όνομα του αγίου Μάμα, που με την πάροδο των ετών εξελίχθηκε σε ένα από τα σπουδαιότερα μοναστήρια της Κύπρου. Σύμφωνα και με μια τοπική παράδοση το μοναστήρι είχε ανοικοδομηθεί πάνω στα θεμέλια ειδωλολατρικού ναού της Αφροδίτης/Αστάρτης την εποχή της δυναστείας των Κομνηνών αυτοκρατόρων του Βυζαντίου.






Η Λάρνακα του Αγίου Μάμα στην ομώνυμη εκκλησία στην πόλη Μόρφου της κατεχόμενης Κύπρου.
-Στο μέσο του βόρειου τοίχου  , σε περίοπτο σημείο του Ναού,  βρίσκεται μαρμάρινη σαρκοφάγος από λευκό μάρμαρο, του 3ου αιώνα μ.Χ. Είναι πακτωμένη στον τοίχο με τέτοιο τρόπο ώστε  τμήμα της να είναι ορατό και από την εξωτερική πλευρά και είναι τοποθετημένη χαμηλότερα από το σημερινό δάπεδο. -Η νότια, κύρια πλευρά της, είναι ορατή από όρυγμα που έγινε μετά την τελευταία ανασκαφή. 

Η μεταβυζαντινή λειψανοθήκη του ναού του Αγίου Μάμα.

Εντός του Ιερού Βήματος φυλασσόταν μέχρι το 1974, ξύλινη βιβλιόσχημη λειψανοθήκη, όπως εκείνες που χρησιμοποιούσαν στις ζητείες οι περιοδεύοντες μοναχοί. Η λειψανοθήκη περιείχε προσηλωμένα σε αργυρή πλάκα, τεμάχια ιερών λειψάνων των αγίων Παντελεήμονος, Χαραλάμπους, Νεοφύτου, Τρύφωνος, Φιλίππου, Μιχαήλ των Συνάδων, Πολυδώρου, Ιωάννου του Λαμπαδιστού και Μάμαντος. Στο μέσο της πλάκας υπήρχε κοίλος σταυρός και στο κέντρο του η επιγραφή «Χαρίτωνος ιερομονάχου 1832» .

Στο κάλυμμα της απεικονίζεται στο μέσο ο άγιος Μάμας πάνω σε λιοντάρι να κρατεί ποιμενική γκλίτσα και σταυρό, αντί του συνηθισμένου ελαφιού ή προβάτου και η ζωγραφική ήταν καλυμμένη με ασημένια επένδυση.




Ιερά Μονή Ιβήρων Αγιον  Ορος
Άγια Λείψανα του Αγίου Χαραλάμπους, του Αγίου Νέστορος, του Οσίου  Ιλαρίωνος, των Αγίων  μαρτύρων Μηνοδώρας, Νυμφοδώρας, και Μητροδώρας, του Αγίου Αποστόλου Ανδρέα, του Αγίου Γεωργίου, Αίμα των Αγίων Αναργύρων Κοσμά και Δαμιανού, της Αγίας Οσιομάρτυρος Ανυσίας, του Αγίου Αποστόλου Φιλίππου, του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Προκοπίου, του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Μάμαντος, του Αγίου Νεομάρτυρος Παχωμίου του Αγιοπαυλίτου, του Αγίου Νεομάρτυρος Θεοδώρου του εν Αλικαρνασσώ, του Αγίου Ιωάννου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως του Νηστευτού, του Αγίου Οσιομάρτυρος Κοσμά Πρώτου του Αγίου Όρους, της Αγίας Μεγαλομάρτυρος Βαρβάρας, του Οσίου Κυριάκου του Αναχωρητού, του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Ευσταθίου, του Αγίου Ιερομάρτυρος Μοδέστου, του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Ιακώβου του Πέρσου, των Αγίων Δισμυρίων, του Οσίου Μακαρίου του Αιγυπτίου, του Αγίου Μηνά του Καλλικέλαδου, του Αγίου Ιερόθεου Αθηνών, του Αγίου Διονυσίου του Αεροπαγίτου κ.ά.








ΛΕΙΨΑΝΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΑΜΑ ΣΤΟ ΙΕΡΟ ΝΑΟ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΣ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΚΙΑΣ

Στόν Ἱερό μας Ναό ἔχουμε τήν ἰδιαίτερη εὐλογία νά φυλάσσουμε Λείψανα τοῦ Ἁγίου Μάμαντος ἀπό τόν ἀγιασμένο Τάφο του πού εὑρίσκεται στήν Μαμασό Καπαδοκίας. Ταῦτα δέ ἐγένοντο ἡ αἰτία νά τοποθετηθῇ καί Ἱερόν Παρεκκλήσιον στόν Προαύλειο χῶρο τοῦ Ναοῦ ἀφιερωμένο στόν Ἅγιο Μάμα καί νά θεωρῆται οὗτος ὁ τρίτος Προστάτης τῆς Ἐνορίας μας   ( Ἁγία Ἀναστασία καί Ἅγιος Φανούριος οἱ ἕτεροι δύο ).
      Ἄς γνωρίσωμεν ὅμως τό σχετικό ἱστορικό, πῶς Ὁ ΑΓΙΟΣ ΜΑΜΑΣ συνεδέθη μέ τήν Ἐνορία μας, ὅπως τό περιγράφει ὁ Πρωτοπρεσβύτερος Ἀπόστολος Καμπουρόπουλος, Ἐκκλησιαστικῶς Προιστάμενος τῆς Ἐνορίας μας:  


Κατά τόν μήνα Νοέμβριον τοῦ ἔτους 2000, μετετέθην ἀπό τήν Ἀποστολική Ἱερά Μητρόπολι Φιλίππων Νεαπόλεως καί Θάσου εἰς τήν Ἱεράν Μητρόπολιν Περιστερίου, διορισθείς ὑπό τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Περιστερίου κ.κ. Χρυσοστόμου εἰς τήν Ἐνορίαν τῆς Ἁγίας Ἀναστασίας τῆς Πατρικίας, ἡ ὁποία ἑορτάζει τήν 10ην Μαρτίου.
           Ἡ Ἐνορία ἀποτελεῖται ἀπό ἁπλούς εὐσεβεῖς χριστιανούς, πτωχούς βιοπαλαιστάς, ἀλλά πλουσίους στήν πίστη καί στήν εὐσέβεια πρός τόν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, οἱ ὁποῖοι σέβονται καί τιμοῦν τήν προστάτιδά τους τήν Ἁγία Ἀναστασία τήν Πατρικία μέ συγκινητικό τρόπο.
            Ἀνήγειραν πρός τιμήν της μεγαλοπρεπή Ἱερό Ναό, τόν μοναδικό στήν Ἑλλάδα καί ἴσως στόν κόσμο, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ κόσμημα καί γιά τήν Ἐνορία, ἀλλά καί γιά ὁλόκληρη τήν προσφυγική περιοχή τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Περιστερίου.
            Εἰσερχόμενος γιά πρώτη φορά στό ἐσωτερικό τοῦ ἱ. Ναοῦ, ξαφνιάσθηκα ὅταν ἀντίκρυσα, στό δεξιό κλεῖτος αὐτοῦ, μιά μεγαλοπρεπῆ εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Μάμαντος. Ἐρευνήσας τής αἰτία τῆς ὑπάρξεως τῆς Ἱερᾶς αὐτῆς Εἰκόνος, πληροφορήθηκα ὅτι στήν Ἐνορία διαμένουν πολλοί κάτοικοι, προερχόμενοι ἀπό τήν περιοχή τῆς Βορείου Χίου, ὅπου στήν κοινότητα τῶν Ἀφροδισίων τιμᾶται ὡς Προστάτης ὁ Ἅγιος Μάμας, πρός τιμήν τοῦ ὁποίου ἔχει ἀφιερωθεῖ καί ὁ Ναός τῆς Κοινότητος.
          Ἐνστικτωδῶς ἡ μνήμη μου ἀνέτρεξε στήν περιοχή τῆς Νέας Καρβάλης τῆς Καβάλας, ὅπου φυλάσσεται τό ἱερό σκήνωμα τοῦ Μεγάλου Καππαδόκου Πατέρα τῆς Ἐκκλησίας μας τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου. Στήν Νέα Καρβάλη δραστηριοποιεῖται ἡ « Πολιτιστική Στέγη τῆς Νέας Καρβάλης » πού ἔχει προσδώσει μία ξεχωριστή εἰκόνα στά πολιτιστικά δρώμενα τοῦ Νομοῦ τῆς Καβάλας ἀλλά καί τῆς εὐρύτερης περιοχῆς τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας καί τῆς Θράκης. Σκοποί καί στόχοι τής Πολιτιστικῆς Στέγης ἡ διατήρησις καί ἡ διάδοσις τῆς πολιτιστικῆς κληρονομιᾶς μας καί ἰδιαίτερα τῶν Καππαδοκικῶν ἠθῶν καί ἐθίμων καί τῶν λοιπῶν πολιτιστικῶν στοιχείων τῆς Καππαδοκίας, τῆς Μικράς Ἀσίας κ.λ.π.
          Πολλά τά προσκυνήματα πού πραγματοποίησε ἡ Στέγη στά ἱερά χώματα τῆς Καππαδοκίας. Σ’ ἕνα ἀπό αὐτά εἶχαν τήν ἰδιαίτερη εὐλογία νά ἐπισκεφθοῦν τήν Μαμασό τῆς Καππαδοκίας, κοντά στήν ἀρχαία Ναζιανζό, ὅπου ὑπήρχε Ἐκκλησία ἀφιερωμένη στόν ἅγιο Μάμα, πού ἀναφέρει ὁ Νικήτας Σερρῶν, προσθέτοντας ὅτι σ’ αὐτήν ὁ Μέγας Γρηγόριος ἐξεφώνησε τόν πανηγυρικό του λόγο στόν ἅγιο Μάμα.
           Ἀξίζει νά μεταφέρουμε τί ἀναγράφεται στό σχετικό βιβλίο μέ τίτλο « Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΜΑΣ » πού συνέγραψε ἡ Ἄννα Μαραβᾶ - Χατζηνικολάου καί ἐξέδωσε στήν Ἀθήνα, τό ἔτος 1953, τό « ΚΕΝΤΡΟ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ – ΜΟΥΣΙΚΟΛΑΟΓΡΑΦΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ – ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΜΕΛΠΩΣ ΜΕΡΛΙΕ » καί περιλαμβάνεται στή σειρά ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑ μέ ἀριθμό 9 : « Στά παλιά τά χρόνια, λέει ἡ παράδοση, ἕνας Τούρκος εἶχε κάνει ἀχυρώνα τήν Ἐκκλησία τῆς Μαμασοῦ, πού ἡ μισή εἶναι χτισμένη καί ἡ ἀλλη μισή λαξευτή. Μιά μέρα τό ἄχυρο πήρε φωτιά μονάχο του καί καταστράφηκε ὅλο. Ὁ Τούρκος δέν κατάλαβε τίποτα καί ξαναγέμισε ἄχυρο τό κτίριο. Τό ἄχυρο ὅμως ἔπαιρνε διαρκῶς φωτιά. Στό τέλος κουράστηκε μ’ αὐτή τήν ἱστορία, καί ἀποφάσισε νά κάνει τήν Ἐκκλησία σταῦλο. Τήν πρώτη μέρα ψόφησε ἕνα ζῶο, τήν δεύτερη ἄλλο, τήν τρίτη ἄλλο, ὥς τό τελευταῖο. Ὁ Τούρκος πού ἦταν εὐσεβής ἄνθρωπος, κατάλαβε πώς κάποιο μυστήριο συμβαίνει ἐκεῖ. Ἔσκαψε μέσα, καί ἀνακάλυψε μιά πρωτοχριστιανική Ἐκκλησία κί ἔπειτα τά λείψανα τοῦ ἁγίου Μάμα. Ἀπό τότε τό κτίσμα ἔγινε τόπος προσκυνήματος, ὀνομάστηκε Ζιαρέτ Κιλισσέ, δηλαδή προσκύνημα - ἐκκλησία. Χωρίστηκε σέ δύο μέρη. Τό ἕνα ἦταν χριστιανική Ἐκκλησία καί τό ἄλλο τεκκές. Δερβίσηδες φρόντιζαν γιά τή συντήρηση ὅλου του κτιρίου καί τοῦ τάφου τοῦ Ἁγίου.
         Ὁ Τάφος βρισκόταν σέ βράχο λαξευτό, στό ἀριστερό μέρος τῆς Ἐκκλησίας. Ἐκεῖ ἦταν ἕνα ξύλινο κιβώτιο, πού εῖχε μέσα τά κόκκαλα, τήν κάρα, κί ἕνα βραχίονα τοῦ Ἁγίου. Οἱ ἄρρωστοι βάζανε ἀπάνω τους τά λείψανα, τά τρίβανε στό πονεμένο μέρος. Οἱ δερβίσηδες ρίχνανε χῶμα πάνω στόν τάφο, γιά νά παίρνουν οἱ προσκυνητές. Στόν Ἅγιο πήγαιναν ἀπαραίτητα οἱ νιόπαντροι απ’ ὅλη τήν Περιφέρεια, ἀλλά καί ἀπό μακριά καί ἀπό τήν Καισάρεια ἀκόμα, γιά νά θεμελιώσει ὁ Ἅγιος τό σπιτικό τους. Πήγαιναν ἐπίσης οἱ ἄτεκνοι, καί τάζανε, ἄν ἀποκτήσουνε παιδί, νά τοῦ δώσουν τό ὄνομα τοῦ Ἁγίου. Ἐκεῖ γινόταν μεγάλο πανηγύρι δύο φορές τόν χρόνο. Στίς 21 Μαΐου, γιορτή τῶν Ἁγίων Κωνσταντίνου καί Ἐλένης, καί στίς 15 Αὐγούστου.
       Οἱ Ἀρμένηδες γιόρταζαν στίς 2 τοῦ Σεπτέμβρη. Τόν Ἅγιο ἐμεῖς ( οἱ Ἕλληνες ) τόν λέγαμε ὁ Ἅγιος Μάμαντος, οἱ Ἀρμένηδες ὁ Ἅγιος Μάμας, καί οἱ Τούρκοι Σαμμάς ἤ Μαμασούν Μπαμπάς, δηλαδή Ἅγιος τῆς Μαμασοῦ. Ἐκεῖ ἦταν πολλά δέντρα, ἰτιές μέ τρεχούμενα νερά.
        Τρεῖς ἡμέρες συνέχεια διασκεδάζανε. Φέρνανε τάματα διάφορα. Τά σφαχτάρια τά σφάζανε καί τά μαγειρεύανε οἱ δερβίσηδες, καί τρώγανε μαζί μέ τόν κόσμο.
Μέ τήν ἀνταλλαγή στά 1924, οἱ Γκελβεριώτες ( δηλαδή οἱ Χριστιανοί ἀπό τήν γειτονική κωμόπολη Γκέλβερη ἤ Καρβάλη ) θέλησαν νά πάρουν μαζί τους στήν Ἑλλάδα καί τόν Ἅγιο τῆς Μαμασοῦ. Ἀλλά οἱ Τούρκοι δέν τούς ἄφησαν.     «  Εἶναι δικός μας ἐβλιά ( δηλαδή Ἅγιος ), λέγανε. Θά μείνει ἐδῶ πού τόν βρήκαμε.
Ἔτσι ὁ Ἅγιος ἔμεινε ἐκεῖ. Σήμερα ἀκόμα, συνεχίζοντας παμπάλαιες συνήθειες, δίνει εὐτεκνία στά Καππαδοκικά πλήθη τῶν πιστῶν. Ἕνας προύχοντας τῆς Γκέλβερης, πού ρωτήθηκε πώς γίνεται νά μένει τό προσκύνημα αὐτό ἐκεῖ, ἀπάντησε ὅτι ἕνας τόπος πού ἦταν πάντα ἱερός καί θαυματουργός δέν μπορεῖ νά πάψει ποτέ νά εἶναι σεβαστός ἀπό τόν λαό. Καί ἔτσι ὁ Μαμασούν Μπαμπάς ζεῖ πάντα στήν Καππαδοκία.
        Ὁ τελευταῖος ἀπόγονος τῶν Δερβίσηδων ἐξακολουθεῖ ν’ ἀνάβει τά καντήλια καί νά δέχεται τούς προσκυνητές. Ἀνασηκώνει μέ ἄπειρη εὐλάβεια τό ὕφασμα πού σκεπάζει τά ὀστᾶ τοῦ Ἁγίου, πού ἐξακολουθοῦν νά βρίσκονται στή παλιά τους θέση ».
Οἱ εὐλαβεῖς προσκυνητές τῆς Νέας Καρβάλης κατάφεραν νά λάβουν λείψανα ἀπό τόν εὐλογημένο αὐτόν χῶρο τά ὁποῖα καί ἔχουν τοποθετήσει στό περίλαμπρο πολιτιστικό τους Κέντρο στήν Νέα Καρβάλη, πλησίον τοῦ Ἱεροῦ Προσκυνήματος τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου, γιά νά εὐλογεῖ ὁ Ἅγιος τούς ἀπογόνους τῶν Καππαδοκῶν καί νά τούς ἐνισχύει στό ὑψηλό πολιτιστικό ἔργο, πού ἐπιτελοῦν.
Ἀπό αὐτά τά λείψανα, ἐλάβαμε καί ἡμεῖς, τόν Νοέμβριον τοῦ 2000, καί τά μεταφέραμε εἰς τόν Ἱερόν Ναόν τῆς Ἁγίας Ἀναστασίας τῆς Πατρικίας, στό Περιστέρι, γιά νά ἀγιάζουν τήν Ἐνορία καί τούς Χριστιανούς πού τά πλησιάζουν.


Το βυζαντινό ασημένιο στεφάνι που περικλείει την Τιμία Κάρα του Αγίου Παιδομάρτυρος Μάμαντος. Η επιγραφή στα ελληνικά: ΑΓΙΟΣ ΜΑΜΑΣ. Βρισκόταν κάποτε στην Μονή του Αγίου Μάμαντος στην Κωνσταντινούπολη, από όπου αφαιρέθηκε το 1204 κατά τη λεηλασία της Κωνσταντινούπολης από τους σταυροφόρους της Δ΄Σταυροφορίας. Το 1209 μεταφέρθηκε στον Καθεδρικό Ναό του Αγίου Μάμαντος στη πόλη Langres της Γαλλίας, όπου και βρίσκεται μέχρι σήμερα.





O αρχαιολόγος – βυζαντινολόγος Δρ Χριστόδουλος Α. Χατζηχριστοδούλου αναφέρει στο βιβλίο του “Ο Καθεδρικός Ναός του Αγίου Μάμαντος στη Μόρφου” ότι, σύμφωνα με τις πηγές, φαίνεται ότι είχαν μεταφερθεί στην Κύπρο τμήματα των ιερών λειψάνων και όχι ολόκληρο το σκήνωμα του αγίου, που είχε ταφεί στην Καισάρεια της Καππαδοκίας.
Η κάρα του αγίου μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη από ένα μοναχό, μετά την κατάληψη της Καισάρειας από τους Σελτζούκους το 1067. Όταν οι Σταυροφόροι κατέλαβαν την Κωνσταντινούπολη το 1204, άρπαξαν ανάμεσα στα άλλα πολύτιμα λείψανα και την κάρα του αγίου που είχε ένα ασημένιο στεφάνι με το όνομά του γραμμένο Ελληνικά και από εκεί μεταφέρθηκε από τον κληρικό Gualon de Dampierre στην πόλη Langres της Καμπανίας (Γαλλία) στα 1209.

Η κάρα βρίσκεται ακόμη στην πόλη Langres, στο θησαυρό του Καθεδρικού ναού της πόλης που τιμάται επ’ ονόματι του Αγίου Μάμαντος (Σαν Μαμές – San Mamés).


Η λειψανοθήκη της Τιμίας Κάρας του Αγίου Μάμαντος.
Γαλλικό έργο του 1855.

Η λειψανοθήκη της Τιμίας Κάρας του Αγίου Μάμαντος
 (λεπτομέρεια).Διακρίνεται η θήκη στο πίσω μέρος της κεφαλής.



Η θήκη της λειψανοθήκης ανοιχτή. Στο εσωτερικό η Τιμία Κάρα του Αγίου Παιδομάρτυρος Μάμαντος
με το ασημένιο βυζαντινό στεφάνι και το όνομα του Αγίου γραμμένο στα ελληνικά.


Η κάρα του Αγίου Μάμαντος περιέχονταν σε μία πολύτιμη λειψανοθήκη σε σχήμα μπούστου που όμως δηώθηκε κατά την περίοδο της Γαλλικής Επανάστασης. Σήμερα βρίσκεται σε παρόμοια λειψανοθήκη του 1855, δώρο του Καρδινάλιου Césaire Mathieu, πρώην επισκόπου της Langres. Η λειψανοθήκη είναι από επίχρυσο ασήμι και έχει διαστάσεις  63Χ41Χ33 εκ. Το πάνω μέρος της λειψανοθήκης ανοίγει και αποκαλύπτει την Τιμία Κάρα του Αγίου Παιδομάρτυρος Μάμαντος.



Στεφάνι του Αγίου Μάμαντος.
Χρησιμοποιούνταν για να στεφανώνει την αγία κάρα του Αγίου Μάμαντος
κατά τη διάρκεια επίσημων τελετών. Έργο του 1875 από πολύτιμα υλικά.


Λεπτομέρεια από το πρώτο στεφάνι του Αγίου Μάμαντος.




Δεύτερο Στεφάνι του Αγίου Μάμαντος.
Και αυτό χρησιμοποιούνταν για να στεφανώνει την αγία κάρα του Αγίου Μάμαντος
κατά τη διάρκεια επίσημων τελετών. Έργο του 1855 από πολύτιμα υλικά
.


Λεπτομέρεια από το δεύτερο στεφάνι του Αγίου Μάμαντος.

Λεπτομέρεια από το δεύτερο στεφάνι του Αγίου Μάμαντος.
Η αφιερωτική επιγραφή σε μεγένθυση.
SANCTI MAMMETIS (=του Αγίου Μάμαντος).




Αγαλματίδιο μικρών διαστάσεων του Αγίου Μάμαντος από ελεφαντόδοντο.
Ο Άγιος Μάμας κρατάει τα σπλάχνα του, ενώ στο δεξί του πόδι βρίσκεται το λιοντάρι.
Μέρος του Θησαυρού του Καθεδρικού Ναού του Αγίου Μάμαντος στη πόλη Langres.

Ανάγλυφο στον Καθεδρικό Ναό της Langres που απεικονίζει την μετακομιδή της Τιμίας Κάρας του Αγίου Μάμαντος στη Langres  της Γαλλίας.


Λεπτομέρεια του ανάλυφου της μετακομιδής της Τιμίας Κάρας του Αγίου Μάμαντος.
Απεικονίζεται η πάνδημος υποδοχή της Τιμίας Κάρας.


Ο Άγιος Μάμας έζησε στα μέσα του 3ου αιώνα και μαρτύρησε επί Αυτοκράτορα Αυρηλιανού. Γεννήθηκε στην Παφλαγονία της Μικράς Ασίας το 260 μ.Χ. από γονείς Χριστιανούς, οι οποίοι συνελήφθησαν για τη χριστιανική τους δράση και φυλακίστηκαν. Ο Άγιος γεννήθηκε στη φυλακή και επειδή οι γονείς του, ο Θεόδοτος και η Ρουφίνα, πέθαναν εκεί, ανέλαβε να τον μεγαλώσει κάποια γυναίκα που ονομαζόταν Αμμία Ματρώνα. Αυτή ήταν ευσεβής Χριστιανή και σε αυτήν οφείλεται το όνομα του Αγίου. Η παράδοση λέει ότι ο μικρός συνήθιζε να τη φωνάζει “μάμα”.
(πηγή; leipsanothiki.blogspot.gr)


Ρωσική εικόνα του 19ου αιώνα που εικονίζει τον Άγιο Μάμα με σκηνές από το βίο του.



Ταπισερί με θέμα: "Ο Μάμας στον Διοικητή Αλέξανδο" στο Μουσείο του Λούβρου
Στον Καθεδρικό Ναό της το 1540 υφάνθηκαν οκτώ ταπετσαρίες που απεικονίζουν σκηνές από τη ζωή του Αγίου Μάμα, οι οποίες τοποθετήθηκαν στο Ιερό του Ναού. Σήμερα μόνο τρείς σώζονται δύο στη Langres και μία στο Λούβρο (φωτό).
D'après Jean COUSIN père Saint Mammès venant se livrer au tribunal du gouverneur de la Cappadoce de la tenture L'Histoire de saint Mammès Tapisserie, laine et soie Commandée par Claude de Longwy, cardinal de Givry, pour la cathédrale de Langres. Tissée à Paris, en 1544, par Pierre Blasse II et Jacques Langlois.
Σύμφωνα με τον Jean COUSIN ο πατέρας Saint Mammès έρχεται στο δικαστήριο του κυβερνήτη της Καππαδοκίας της ταπετσαρίας Η ιστορία του αγίου Mammès Ταπετσαρία, το μαλλί και το μετάξι Με τον Claude de Longwy, Cardinal de Givry, για τον καθεδρικό ναό του Langres. Υφαντό στο Παρίσι, το 1544, από τους Pierre Blasse II και Jacques Langlois.





Παραίνεση του Μεγάλου Βασιλείου στους πιστούς

για τιμή στον Άγιο Μάμα



Στην Καισάρεια της Καππαδοκίας στο Στάδιο της οποίας μαρτύρησε ο Άγιος Μάμας, ο Μέγας Βασίλειος εκφώνησε μια πανηγυρική ομιλία στην μνήμη του.


Στις δυο του Σεπτέμβρη εορταζόταν και στον 4ο αιώνα η μνήμη του Αγίου Μάμα. Η εορτή αυτή ήταν η πιο επίσημη της εκκλησίας της Καππαδοκίας. Εκεί λοιπόν στην Καππαδοκική Μητρόπολη ο μέγας Βασίλειος εξάρει τις αρετές του Μάρτυρα Μάμα μπροστά σε μεγάλο εκκλησίασμα.


Στην ομιλία αυτή πρώτη φορά στα Ορθόδοξα Πατερικά κείμενα, μέσω του Μεγάλου Βασιλείου, προτρέπονται οι πιστοί να ζητούν την επέμβαση των Αγίων στην καθημερινή τους ζωή.


Καλούνται λοιπόν οι ευσεβείς χριστιανοί να τιμούν τον Άγιο Μάμα με κοινά γεύματα και με συνεργασία όλων να διαδίδουν όσα καλά έλαβαν από την Θεία Πρόνοια με την μεσολάβηση του Αγίου.


Μεταφρασμένο απόσπασμα της ομιλίας παραθέτουμε παρακάτω:



«Να θυμάστε τον μάρτυρα, όσοι στα όνειρά σας ευτυχήσατε να τον δείτε.



Όσοι περνώντας από τούτον τον τόπο,



σ’ εκείνον προσευχηθήκατε για να σας βοηθήσει.



Όσοι αφού επικαλέστηκαν το όνομά του, είδαν τη συνδρομή του στο έργο τους.



Όσοι ενώ είχαν χαθεί, με την βοήθειά του ξαναβρήκαν τον δρόμο τους.



Όσοι από αρρώστια βρήκαν γιατρειά.



Όσοι τα παιδιά τους εκεί που είχαν ήδη τελειώσει, τα είδαν να ξαναζωντανεύουν.



Σε όσους ζωή μακροχρόνια έδωσε, ενώ κινδύνεψαν να πεθάνουν νέοι.



Όλα αυτά τα καλά αφού προσεκτικά συγκεντρώνετε, σε συνεργασία μεταξύ σας να τα επαινείτε και να εξυμνείτε τη Θεία Χάρη με θέρμη και ενθουσιασμό.



Ο ένας στον άλλον να τα διαδίδετε, ότι γνωρίζει ο καθένας από σας, ώστε να τα μεταδίδετε σε όσους δεν τα γνωρίζουν.



Για να μαθαίνουν όλοι από εκείνους που ήδη ξέρουν, και έτσι συνεισφέροντας, προσφέροντας δηλαδή όλοι από κοινού,



γεύματα μεταξύ σας, την δικιά μου ασθένεια και αδυναμία να συγχωρείτε



Μεγάλου Βασιλείου Ομιλία ΧΧΙΙΙ


Εις τον Άγιον μάρτυρα Μάμαντα P.G. XXXI σ. 589


http://agiosmamas.blogspot.com/



Ἀπολυτίκιον
Ήχος γ'. Θείας πίστεως.
Θείον βλάστημα, Μαρτύρων πέλων, ηκολούθησας, ασχέτω πόθω, τοις ενθέοις αληθώς τούτων ίχνεσι και του Σωτήρος κηρύξας το όνομα, εθαυμαστώθης σοφέ δι' αθλήσεως. Μάμα ένδοξε, Χριστόν τον Θεόν ικέτευε, δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α’.
Τῆς Παφλαγόνου τὸ κλέος, καὶ Γαγγραίων τὸ στήριγμα, φύλαξ καὶ φρουρὸς τῶν Κυπρίων, ἀνεδείχθης, Μαμὰ ἔνδοξε. Τὴν Θάλασσαν διῆλθες ὥσπερ ζῶν, καὶ ταύτης τρικυμίας χαλινῶν, θαυμασίως λάρνακά σου, Μόρφου τὴ πάλει, Μάρτυς κατεστήριξας- διὸ ἐν τὴ μνήμη σου, σοφέ, εὐῶδες μύρον βρύει ἐξ αὐτῆς. Δόξα Θεῶ τῷ ἐνεργούντι, διὰ σοῦ πάσιν ἰάματα.




Στη βόρεια Εύβοια κοντά στο πανέμορφο ψαροχώρι των Ηλίων, σε μια περιοχή μαγευτικής φυσικής ομορφιάς, βρίσκεται η ιερά Μονή του Αγίου Γεωργίου του Τροπαιοφόρου, μέσα σε μια μεγάλη χαράδρα, που σχηματίζεται από το όρος Βαλάντι και τη νοτιοδυτική πλευρά του όρους Τελεθρίου.



Η Ιερά Μονή φαίνεται πως ανταποκρίθηκε θετικά και ουσιαστικά στο κάλεσμα της Τσαρίνας Αικατερίνης της Β΄, κατά τον 18ο αιώνα. Η πολύτιμη δωρεά της στην Μονή, της Τιμίας Κάρας του Αγίου Μάμαντος. Ίσως μάλιστα  αυτός να ήταν ο λόγος της μίας εκ των τριών καταστροφών που το μοναστήρι υπέστη από τους Τούρκους.




Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’.
Ὁ Μάρτυς σου Κύριε, ἐν τῇ ἀθλήσει αὐτοῦ, τὸ στέφος ἐκομίσατο τῆς ἀφθαρσίας, ἐκ σοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν· ἔχων γὰρ τὴν ἰσχύν σου, τοὺς τυράννους καθεῖλεν ἔθραυσε καὶ δαιμόνων τὰ ἀνίσχυρα θράση. Αὐτοῦ ταῖς ἱκεσίαις Χριστέ ὁ Θεός, σῶσον τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ήχος α`
Παφλαγονίας ὁ κλάδος καὶ μαρτύρων ἀγλάϊσμα, πόλεως Μόρφου τὸ κλέος καὶ Κυπρίων τὸ καύχημα, Λεόντων χάσματα ἔφραξας, Μάμα σοφέ, καὶ μαρτυρίου τὸν στέφανον κομισάμενος. Δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι καὶ θαυμαστῶς ἐνισχύσαντι, δόξα τῷ χορηγοῦντι διὰ σοῦ πᾶσιν ἰάματα.


Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ήχος α`
Παφλαγονίας το κλέος και μαρτύρων αγλάϊσμα, φύλαξ και φρουρός των Κυπρίων, ανεδείχθης Μάμα μάρτυς ένδοξε.Την θάλασσαν διήλθεν ώσπερ ζών, και ταύτης τρικυμίας χαλινών,θαυμασίως λάρνακά σου, Μόρφου τη πόλει κατεστήριξας.Διό εν τη μνήμη σου σοφέ, ευώδες μύρον βρύει εξ αυτής. Δόξα τω Θεώ τω ενεργούντι δια σού πάσιν ιάματα.


Φορητή εικόνα του 19ου αιώνα των Αγίων Αγίων Μάμαντος και Δημητρίου 
από τον Ιερό Ναό Αγίας Βαρβάρας της Μητρόπολης Ταμασού Κύπρου.



Κάθισμα
Ἦχος πλ. δ’. Τὴν Σοφίαν καὶ Λόγον.

Εὐσεβείας ὑπάρχων γόνος σεπτός, ἀσεβείας ἐδείχθης ἐκμειωτής, ὦ Μάμα πανεύφημε, τῇ δυνάμει τοῦ Πνεύματος· ἐν γὰρ σταδίῳ πλάνην, εἰδώλων διήλεγξας, καὶ εὐθαρσῶς Τριάδα, ὑμνεῖσθαι ἐκήρυξας· ὅθεν καὶ θηρίοις, ἐκδοθεὶς ἀθλοφόρε, τὸν θῆρα ἐνέκρωσας, καὶ ἀρχέκακον δράκοντα· διὰ τοῦτο βοῶμέν σοι· Πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, τῶν πταισμάτων ἄφεσιν δωρήσασθαι, τοῖς ἑορτάζουσι πόθῳ, τὴν ἁγίαν μνήμην σου.


Κοντάκιον
Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ἐν τῇ ράβδῳ Ἅγιε, τῇ ἐκ Θεοῦ σοι δοθείσῃ, τὸν λαόν σου ποίμανον, ἐπὶ νομὰς ζωηφόρους· θήρας δέ, τοὺς ἀοράτους καὶ ἀνημέρους, σύντριψον, ὑπὸ τοὺς πόδας τῶν σὲ ὑμνούντων, ὅτι πάντες οἱ ἐν κινδύνοις, προστάτην Μάμα, θερμόν σε κεκτήμεθα.

Ὁ Οἶκος
Τὸν ἐν πάσῃ τῇ γῇ περιβόητον Μάρτυρα, καὶ ἐν τοῖς οὐρανοῖς σὺν Ἀγγέλοις χορεύοντα, ὑμνήσωμεν Μάμαντα, τὸν πρὶν τὰς ἐλάφους ἐν ταῖς ἐρήμοις καινῶς ἀμέλγοντα, καὶ νῦν περιούσιον λαὸν Κυρίου, ῥάβδῳ δυνάμεως, ὡς ποιμένα καλῶς περιέποντα, καὶ ὁδηγοῦντα εἰς τόπον χλόης, ἔνθα ὑπάρχει ἀληθῶς τοῦ Παραδείσου ἡ τρυφή. Ὅθεν πάντες οἱ ἐν κινδύνοις, προστάτην Μάμα, θερμὸν σε κεκτήμεθα.





ΑΠΟ ΤΟ ΡΩΣΙΚΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ

(μετάφραση Google)


Η ζωή και τα πάθη της Αγίας Μάρτυρος Μάμας

Εορτάζεται στις 2 Σεπτεμβρίου

Ο Άγιος Μάρτυρας του Χριστού, Μάμας, γεννήθηκε στην Παφλαγονία το 5501. Οι γονείς του, Θεόδοτος και Ρουφίνα, ήταν ευγενείς: και οι δύο προέρχονταν από οικογένεια πατρικίων , ήταν τιμημένοι, πλούσιοι και έλαμπαν από ευσέβεια. Δεν μπορούσαν να κρύψουν για πολύ την πίστη τους στον Χριστό και την ένθερμη αγάπη τους γι' Αυτόν. Ομολόγησαν ανοιχτά την ευσέβειά τους και προσηλύτισαν πολλούς στον Χριστό. Γι' αυτό, αναφέρθηκαν στον Αλέξανδρο, κυβερνήτη της πόλης Γάγγρα . Αυτός ο κυβερνήτης έλαβε εντολή από τον αυτοκράτορα να χρησιμοποιήσει κάθε δυνατό μέσο για να διαδώσει και να ενισχύσει τη λατρεία των ειδωλολατρικών θεών, και να βασανίσει και να σκοτώσει Χριστιανούς και όλους όσους δεν υπακούουν σε αυτή την αυτοκρατορική εντολή.

Αφού κάλεσε τον Θεόδοτο στην αυλή του, ο Αλέξανδρος άρχισε να τον αναγκάζει να θυσιάσει στα είδωλα. Αλλά ο Θεόδοτος δεν άκουγε καν τι του έλεγε ο κυβερνήτης. Ο Αλέξανδρος, αν και ήταν έτοιμος να παραδώσει αμέσως τον ανυπάκουο για βασανιστήρια, παρόλα αυτά απέφυγε να το κάνει λόγω της ευγενούς καταγωγής του Θεοδότου, διότι δεν είχε δικαίωμα να ατιμάζει και να βασανίζει τους απογόνους των πατρικίων χωρίς ειδική βασιλική άδεια. Ως εκ τούτου, ο Αλέξανδρος έστειλε τον Θεόδοτο στην Καισάρεια της Καππαδοκίας το 5504 , στον κυβερνήτη Φάυστο. Αυτός ο κυβερνήτης, εξίσου ζηλωτής στην ασέβειά του, ήταν επίσης σκληρός στη μεταχείριση των Χριστιανών. Μόλις είδε τον Θεόδοτο, ο Φάυστος τον φυλάκισε αμέσως. Η σύζυγος του Θεοδότου, η ευλογημένη Ρουφίνα, ακολούθησε επίσης τον σύζυγό της, αν και ήταν έγκυος εκείνη την εποχή. Πήγε μαζί του στη φυλακή και εκεί υπέφερε για τον Χριστό. Ο Θεόδοτος γνώριζε την αδυναμία του σώματός του και είδε τη σκληρότητα του βασανιστή του, αλλά προτίμησε να πεθάνει παρά να αμαρτήσει με οποιονδήποτε τρόπο ενάντια στην ευσέβεια. Φοβούμενος ότι δεν θα είχε τη δύναμη να υπομείνει τα τρομερά βάσανα που τον περίμεναν, στράφηκε στον Κύριο με θερμή προσευχή.

«Κύριε, Θεέ των δυνάμεων», προσευχήθηκε ο Θεόδοτος, «Πάτερ του αγαπημένου Σου Υιού! Σε ευλογώ και Σε δοξάζω που με έκρινες άξιο να ριχτώ σε αυτή τη φυλακή για χάρη του ονόματός Σου. Αλλά σε παρακαλώ, Κύριε: Εσύ γνωρίζεις την αδυναμία μου· δέξου το πνεύμα μου σε αυτή τη φυλακή, για να μην καυχηθεί ο εχθρός μου εναντίον μου».

Ο Θεός, ο οποίος «έκτισεν τας καρδίας πάντων... και πάντα σκέπτεται» ( Ψαλμός 32:15 ), άκουσε τον πιστό δούλο Του και σύντομα του χάρισε ένα ευλογημένο τέλος. Αφού έβγαλε την ψυχή του από τη φυλακή του σώματος, την τοποθέτησε στις φωτεινές κατοικίες του ουρανού. Η σύζυγος του Θεοδότου, η ευλογημένη Ρουφίνα, υπομένοντας την ανάγκη και τα βάσανα στη φυλακή και καταβεβλημένη από μεγάλη θλίψη για τον σύζυγό της, γέννησε πρόωρα έναν γιο. Κοιτάζοντας το νεογέννητο και το άψυχο σώμα του συζύγου της, προσευχήθηκε στον Θεό με μετάνοια και δάκρυα:

«Ω Θεέ, που έπλασες τον άνδρα και έπλασες τη γυναίκα από το πλευρό του, πρόσταξε να ακολουθήσω κι εγώ το ίδιο μονοπάτι που ακολούθησε ο σύζυγός μου, και, αφού με απελευθέρωσες από αυτή τη σύντομη ζωή, δέξου με στις αιώνιες κατοικίες Σου! Ανέθρεψε Εσύ αυτό το νεογέννητο παιδί όπως ξέρεις καλύτερα! Γίνε ο πατέρας και η μητέρα του και ο φύλακας της ζωής του!»

Έτσι, κραυγάζοντας στον Θεό μέσα στη θλίψη της, αυτή η τιμία και αγία γυναίκα εισακούστηκε από Αυτόν και απελευθερώθηκε από τα δεσμά του σώματός της, και αναχώρησε για την αιώνια ελευθερία, παραδίδοντας την ψυχή της στα χέρια του Κυρίου. Το βρέφος παρέμεινε ζωντανό ανάμεσα στους νεκρούς γονείς του.

Τότε, «ο Κύριος, ο φύλακας των μικρών» ( Ψαλμός 115:5 ), καταδέχτηκε να αποκαλύψει τι είχε συμβεί σε μια ευγενή και ευσεβή γυναίκα ονόματι Αμμία, η οποία ζούσε στην Καισάρεια. Σε ένα όνειρο, μέσω του Αγγέλου Του, την διέταξε να ζητήσει από τον κυβερνήτη τα σώματα των αγίων που είχαν κοιμηθεί στη φυλακή και να τα θάψει με τιμές. Έπρεπε να πάρει το βρέφος κοντά της και να το αναθρέψει ως γιο. Ξυπνώντας, η Αμμία έσπευσε να εκπληρώσει την εντολή του Κυρίου και άρχισε να ζητά την άδεια του κυβερνήτη να πάρει τα σώματα των νεκρών κρατουμένων από τη φυλακή. Ο Θεός έσκυψε την σκληρή καρδιά του κυβερνήτη στο έλεος και δεν εμπόδισε την επιθυμία της σεβάσμιας γυναίκας. Έτσι, η Αμμία, μπαίνοντας στη φυλακή, βρήκε τα σώματα και των δύο κρατουμένων να βρίσκονται δίπλα-δίπλα, και ανάμεσά τους, ένα όμορφο και χαρούμενο βρέφος. Αφού πήρε τα σώματα των αγίων, τα έθαψε με ευλάβεια στον κήπο της και πήρε το βρέφος κοντά της. Ήταν άτεκνη χήρα και ζούσε μια αγνή ζωή. Αγαπώντας το βρέφος σαν δικό της γιο, το μεγάλωσε ως Χριστιανή.

Το βρέφος μεγάλωνε, αλλά δεν μιλούσε τίποτα μέχρι τα πέντε του χρόνια. Η πρώτη λέξη που είπε στην Αμία, η οποία έγινε σαν δεύτερη μητέρα γι' αυτόν, ήταν «μαμά» (ελληνικά για «νοσοκόμες» ή «μητέρα»), και από αυτή τη λέξη ονομάστηκε Μάμας. Η Αμία τον έστειλε να μάθει να διαβάζει και να γράφει, και σύντομα ξεπέρασε τους συνομηλίκους του τόσο πολύ που όλοι θαύμαζαν την ευφυΐα του.

Εκείνη την εποχή, ο ασεβής Αυρηλιανός βασίλευε στη Ρώμη το 5505. Υποχρέωσε τους πάντες να λατρεύουν τα είδωλα, όχι μόνο τους ενήλικες άνδρες και γυναίκες, αλλά και τα μικρά παιδιά. Έδωσε μάλιστα ιδιαίτερη προσοχή στα παιδιά, ελπίζοντας ότι, ως νεαρά και ανόητα, θα παρασυρθούν εύκολα και θα οδηγηθούν σε οποιαδήποτε κακή πράξη. Επιπλέον, ο ασεβής βασιλιάς πίστευε ότι τα παιδιά, συνηθισμένα από μικρή ηλικία να τρώνε θυσιαστικό κρέας, θα γίνονταν πιο ένθερμοι ειδωλολάτρες στα γηρατειά. Γι' αυτό, με διάφορες κολακείες, τα οδήγησε στην ασέβειά του. Πολλά από τα παιδιά, ακόμη και οι νέοι άνδρες, υπέκυψαν στην αποπλάνηση και υπάκουσαν στο θέλημα του βασιλιά. Αλλά όσοι ήταν συμμαθητές του Μάμαντος, ακολουθώντας τις οδηγίες του, δεν υπάκουσαν στις εντολές του βασιλιά. Διότι ο Μάμαντος, έχοντας στη νεότητά του «σοφία , που είναι τα γκρίζα μαλλιά των ανθρώπων, και άμεμπτη ζωή, που είναι η ηλικία των γηρατειών» ( Σοφ. 4:9 ), απέδειξε στους συντρόφους του την ασήμαντη σημασία των ειδωλολατρικών θεών, άψυχων και ανίσχυρων, και τους δίδαξε να γνωρίζουν τον Έναν αληθινό Θεό - τον οποίο ο ίδιος σεβόταν - και να Του προσφέρουν μια πνευματική θυσία - ένα μεταμελημένο πνεύμα και μια ταπεινή καρδιά ( Ψαλμ. 50:19 ).

Εκείνη την εποχή, ο αυτοκράτορας έστειλε έναν άλλο κυβερνήτη στην Καισάρεια για να αντικαταστήσει τον Φαύστο, ονόματι Δημόκριτος. Ήταν μεγάλος ζηλωτής της ασεβούς και άθεης πίστης του και φαινόταν να εξαπολύει διωγμούς και δολοφονίες εναντίον των Χριστιανών. Πληροφορήθηκε για τον Μάμαντα, ο οποίος όχι μόνο δεν λάτρευε ο ίδιος τους θεούς, αλλά και διέφθειρε και δίδασκε τους άλλους νέους που μελετούσαν μαζί του τη χριστιανική πίστη. Ο Μάμαντας ήταν τότε δεκαπέντε ετών. Ήταν ήδη ορφανός ξανά, γιατί η δεύτερη μητέρα του, η Αμμία, άφησε τη μεγάλη της περιουσία στον θετό γιο της, τον Άγιο Μάμαντα, ως μοναδικό κληρονόμο της, και αναχώρησε για τα ουράνια πλούτη που είχαν ετοιμαστεί για όσους αγαπούν τον Θεό.

Ο Δημόκριτος, ακούγοντας για τον Μάμαντα, έστειλε να τον καλέσουν και, όταν τον έφεραν, τον ρώτησε πρώτα απ' όλα αν ήταν Χριστιανός και αν ήταν αλήθεια ότι όχι μόνο δεν λάτρευε ο ίδιος τους θεούς, αλλά διέφθειρε και τους συντρόφους του, διδάσκοντάς τους να μην υπακούν στην εντολή του βασιλιά.

Ο νεαρός Μάμαντ, σαν ένας τέλειος και ώριμος άντρας, απάντησε άφοβα:

«Εγώ είμαι αυτός που περιφρονεί τη σοφία σου. Έχεις ξεστρατίσει από το σωστό μονοπάτι και περιπλανιέσαι σε τέτοιο σκοτάδι που δεν μπορείς καν να κοιτάξεις το φως της αλήθειας. Έχοντας εγκαταλείψει τον αληθινό και ζωντανό Θεό, έχεις στραφεί σε δαίμονες και λατρεύεις άψυχα και κωφά είδωλα. Εγώ, ωστόσο, δεν θα εγκαταλείψω ποτέ τον Χριστό μου και θα προσπαθήσω να προσηλυτίσω σε Αυτόν όλους όσους μπορώ».

Έκπληκτος από την τολμηρή απάντηση του Μάμαντα, ο Δημόκριτος θύμωσε και διέταξε να τον μεταφέρουν αμέσως στο ναό του πονηρού θεού τους Σέραπι 5506 και εκεί να τον αναγκάσουν να θυσιάσει στο είδωλο. Ο Μάμαντας, ωστόσο, μη φοβούμενος καθόλου την οργή του ηγεμόνα, απάντησε ήρεμα:

«Δεν πρέπει να με προσβάλλεις: είμαι γιος γονέων που κατάγονταν από ευγενή συγκλητική οικογένεια.»

Τότε ο Δημόκριτος ρώτησε τους παρευρισκόμενους για την καταγωγή του Μάμαντος και, όταν έμαθε ότι καταγόταν από αρχαίους Ρωμαίους αξιωματούχους και ότι η Αμμία, μια ευγενής και πλούσια γυναίκα, τον είχε μεγαλώσει και τον είχε κάνει κληρονόμο της πλούσιας περιουσίας της, δίστασε να τον υποβάλει σε βασανιστήρια, γιατί πραγματικά δεν είχε κανένα δικαίωμα να το κάνει. Γι' αυτό, τοποθετώντας του σιδερένια δεσμά, τον έστειλε στον αυτοκράτορα Αυρηλιανό, που τότε βρισκόταν στην πόλη των Αιγών, και σε μια επιστολή του εξήγησε τα πάντα για τον Μάμαντα. Ο αυτοκράτορας, αφού έλαβε την επιστολή του Δημόκριτου και τη διάβασε, διέταξε αμέσως να φέρουν ενώπιόν του τον νεαρό Μάμαντα. Όταν ο μάρτυρας εμφανίστηκε ενώπιόν του, ο αυτοκράτορας προσπάθησε με κάθε τρόπο να τον πείσει για την ασέβειά του, άλλοτε με απειλές, άλλοτε με κολακείες, υποσχόμενος δώρα και τιμές, και είπε:

«Όμορφε νεάνιδε, αν πλησιάσεις τον μεγάλο Σέραπι και του προσφέρεις μια θυσία, θα ζήσεις μαζί μας στο παλάτι, θα ανατραφείς σαν βασιλιάς και όλοι θα σε τιμούν και θα σε επαινούν και θα είσαι αληθινά ευτυχισμένος· αλλά αν δεν με ακούσεις, θα χαθείς σκληρά.»

Αλλά ο νεαρός Μάμαντ του απάντησε με θάρρος:

«Ω Βασιλιά! Είθε ποτέ να μην υποκλιθώ στα άψυχα είδωλα που λατρεύεις ως θεούς. Πόσο ανόητος είσαι, που υποκλίνεσαι στο ξύλο και στην αναίσθητη πέτρα αντί για τον Ζωντανό Θεό! Σταμάτα να με εξαπατάς με κολακευτικά λόγια, γιατί όταν νομίζεις ότι μου κάνεις χάρη, στην πραγματικότητα με βασανίζεις, και όταν με βασανίζεις, μου κάνεις χάρη. Μάθε λοιπόν ότι όλες οι χάρες, τα δώρα και οι τιμές που μου έχεις υποσχεθεί θα γίνονταν οδυνηρά βασανιστήρια αν τα αγαπούσα αντί για τον Χριστό, αλλά τα οδυνηρά βασανιστήρια στα οποία υπόσχεσαι να με προδώσεις για χάρη του Χριστού θα είναι μια μεγάλη ευλογία, γιατί ο θάνατος για τον Χριστό μου είναι πιο αγαπητός για μένα από οποιεσδήποτε τιμές ή υπάρχοντα.»

Έτσι άφοβα μίλησε ο Άγιος Μάμας ενώπιον του βασιλιά, κατέχοντας το μυαλό και την καρδιά ενός ώριμου άνδρα στη νεανική του κορμοστασιά: γιατί η δύναμη του Θεού μπορεί να κάνει ακόμη και ένα μικρό παιδί να φαίνεται ανυπέρβλητο στον Γολιάθ , « εκ στόματος νηπίων και θηλαζόντων όρισες αίνο» ( Ψαλμός 8:3 ), και ένα μικρό παιδί θα γίνει τόσο σοφό ώστε να καταλαβαίνει καλύτερα από τους μεγαλύτερους. Όλα αυτά εκπληρώθηκαν στην περίπτωση του νεαρού Μάμα: τα λόγια του άνομου βασιλιά δεν τον έπεισαν, τα δώρα δεν τον αποπλάνησαν, τα βασανιστήρια, τα οποία δέχτηκε με μεγαλύτερη χαρά παρά μεγάλες τιμές, δεν τον τρόμαξαν.

Ο εξοργισμένος βασανιστής διέταξε αμέσως να τον ξυλοκοπήσουν χωρίς έλεος. Αλλά ο Άγιος Μάμας υπέμεινε τα βασανιστήρια με τόση υπομονή, σαν να μην ένιωθε καθόλου πόνο.

Ο βασιλιάς του είπε:

«Υπόσχεσέ με μόνο ότι θα κάνεις μια θυσία στους θεούς και θα απελευθερωθείς αμέσως από τα βασανιστήρια.»

Ο μάρτυρας απάντησε:

– Ούτε με την καρδιά μου ούτε με τα χείλη μου θα απαρνηθώ τον Θεό και τον Βασιλιά μου, τον Ιησού Χριστό, ακόμα κι αν μου επιφέρουν δέκα χιλιάδες φορές περισσότερες πληγές· αυτές οι πληγές με ενώνουν με τον αγαπημένο μου Κύριό μου, και εύχομαι τα χέρια των βασανιστών μου να μην κουραστούν ποτέ, γιατί όσο περισσότερο με χτυπούν, τόσο περισσότερες ευλογίες μου φέρνουν από τον εμπνευστή του αγώνα, τον Χριστό.

Ο Αυρηλιανός, βλέποντας ότι ο Μάμαν δεν φοβόταν καθόλου τα βάσανα, διέταξε να καεί το σώμα του με κεριά. Αλλά η φωτιά, σαν να ντρεπόταν για το σώμα του μάρτυρα, δεν τον άγγιξε, αλλά γύρισε στα πρόσωπα των βασανιστών. Και ο αυτοκράτορας φούντωσε από θυμό και οργή, πιο έντονη από ό,τι είχε γίνει ο μάρτυρας από την υλική φωτιά του Χριστού: γιατί όσο ο τελευταίος δεν έδωσε προσοχή στη φωτιά, τόσο καιγόταν η καρδιά του βασανιστή. Και ο αυτοκράτορας διέταξε να λιθοβοληθεί ο Άγιος Μάμαν. Αλλά αυτό το βάσανο, για τον μάρτυρα, που κατακαίεται από την αγάπη για τον Χριστό, ήταν τόσο ευχάριστο σαν να τον είχε σκορπίσει κάποιος με ευωδιαστά λουλούδια. Τότε ο αυτοκράτορας, βλέποντας ότι δεν μπορούσε να πετύχει, καταδίκασε τον μάρτυρα σε θάνατο και διέταξε να τον ρίξουν στη θάλασσα. Αφού έδεσαν ένα βαρύ μολύβδινο βάρος στο λαιμό του, οι υπηρέτες του βασιλιά τον οδήγησαν στη θάλασσα. Αλλά ακόμη και εδώ ο Κύριος δεν εγκατέλειψε τον δούλο Του, «γιατί θα δώσει εντολή στους αγγέλους Του για σένα, να σε φυλάνε» ( Ψαλμός 90:11 ). Στο δρόμο προς τη θάλασσα, εμφανίστηκε ένας Άγγελος Κυρίου, που έλαμπε σαν αστραπή. Βλέποντάς τον, οι υπηρέτες εγκατέλειψαν τον Άγιο Μάμαντα και τράπηκαν σε φυγή έντρομοι. Ο Άγγελος, παίρνοντας τον μάρτυρα, έλυσε το λουρί και, οδηγώντας τον σε ένα ψηλό βουνό στην έρημο κοντά στην Καισάρεια, του διέταξε να ζήσει εκεί.

Ο Άγιος Μάμανας ξεκίνησε τη ζωή του στην έρημο με νηστεία. Σε αυτό το βουνό, νήστεψε σαράντα ημέρες και σαράντα νύχτες και εμφανίστηκε ως δεύτερος Μωυσής ( Έξοδος 24:18 ), έχοντας λάβει έναν νέο νόμο: γιατί μια φωνή και ένα ραβδί κατέβηκαν σε αυτόν από τον ουρανό. Παίρνοντας αυτό το ραβδί, ο Μάμανας, με εντολή από ψηλά, χτύπησε τη γη με αυτό, και αμέσως το Ευαγγέλιο αναδύθηκε από τα βάθη της γης. Μετά από αυτό, έχτισε μια μικρή εκκλησία και προσευχήθηκε σε αυτήν, διαβάζοντας το Άγιο Ευαγγέλιο. Με εντολή του Θεού, άγρια ​​ζώα συνέρρεαν στον Άγιο Μάμαντα από την έρημο, όπως τα πρόβατα σε έναν βοσκό, και, σαν νοήμονα όντα, τον άκουγαν και τον υπάκουαν. Έτρωγε το γάλα των άγριων ζώων, από το οποίο έφτιαχνε τυρί - όχι μόνο για τον εαυτό του αλλά και για τους φτωχούς. Αφού ετοίμασε πολύ τυρί, το μετέφερε στην πόλη της Καισάρειας και το μοίρασε στους φτωχούς.

Σύντομα, φήμες για τον Μάμαντα διαδόθηκαν σε όλη την Καισάρεια. Τότε ο Αλέξανδρος —όχι αυτός που αναφέρθηκε παραπάνω, αλλά κάποιος άλλος— διόρισε κυβερνήτη της Καππαδοκίας εκείνη την εποχή, έναν σκληρό και πολύ κακό άνθρωπο, έχοντας μάθει τα πάντα για τον Μάμαντα, τον θεώρησε μάγο και έστειλε ιππείς πολεμιστές στην έρημο για να τον βρουν και να τον φέρουν πίσω. Κατεβαίνοντας από το βουνό, ο ίδιος ο Άγιος Μάμαντας συνάντησε τους ιππείς και ρώτησε ποιον έψαχναν. Αυτοί, νομίζοντας ότι ήταν ένας βοσκός που έβοσκε τα πρόβατά του στο βουνό, απάντησαν:

- Ψάχνουμε τον Μαμάντ, που ζει κάπου σε αυτή την έρημο· ξέρεις πού είναι;

«Γιατί τον ψάχνετε;» τους ρώτησε ο Μάμαντ.

Οι πολεμιστές απάντησαν:

«Τον ανέφεραν στον κυβερνήτη ότι ήταν μάγος, και έτσι ο κυβερνήτης μας έστειλε να τον πάρουμε για βασανιστήρια.»

Τότε ο Μάμαντ τους είπε:

«Θα σας πω, φίλοι μου, γι' αυτόν, αλλά πρώτα μπείτε στην καλύβα μου και, αφού ξεκουραστείτε λίγο από τη δουλειά σας, δροσιστείτε με φαγητό.»

Οι πολεμιστές τον ακολούθησαν στην κατοικία του, και τους πρόσφερε τυρί. Καθώς άρχισαν να τρώνε, ήρθαν ελάφια και αγριοκάτσικα, συνηθισμένα στο άρμεγμα του ιερού ασκητή. Ο Μάμαντ άρμεξε το γάλα και το πρόσφερε στους πολεμιστές να πιουν, μετά άρχισε να προσεύχεται. Ακόμα περισσότερα ζώα άρχισαν να συγκεντρώνονται. Βλέποντάς τους, οι πολεμιστές φοβήθηκαν και, εγκαταλείποντας το φαγητό τους, ήρθαν στον Μάμαντ. Τους ηρέμησε και στη συνέχεια ανακοίνωσε ότι ήταν ο ίδιος ο Μάμαντος που αναζητούσαν. Τότε του είπαν:

«Αν θέλεις να πας ο ίδιος στον κυβερνήτη, τότε έλα μαζί μας. Αλλά αν δεν θέλεις, τότε άσε μας να πάμε μόνοι μας, γιατί δεν τολμάμε να σε οδηγήσουμε. Αλλά παρακαλούμε τα ζώα να μην μας αγγίζουν.»

Αφού ηρεμησε τους πολεμιστές, ο Μάμαντ τους διέταξε να προχωρήσουν.

«Πήγαινε», είπε, «εσείς πρώτοι, και εγώ θα σας ακολουθήσω μόνος μου».

Αφού έφυγαν από εκεί, οι στρατιώτες περίμεναν την άφιξη του Μάμαν στις πύλες της πόλης, γιατί εμπιστεύονταν απόλυτα τα λόγια ενός τόσο θαυμαστού ανθρώπου και δεν μπορούσαν καν να σκεφτούν κάτι κακό γι' αυτόν. Ο Μάμαν, παίρνοντας μαζί του το λιοντάρι, ακολούθησε τους στρατιώτες. Όταν μπήκε στις πύλες της πόλης, το λιοντάρι έμεινε έξω από την πόλη. Οι στρατιώτες, παίρνοντας τον Μάμαν, τον παρουσίασαν στον κυβερνήτη, Αλέξανδρο.

Ο κυβερνήτης, βλέποντας τον άγιο, άρχισε αμέσως να τον ανακρίνει:

«Είσαι ο μάγος για τον οποίο άκουσα;» είπε.

Ο άγιος απάντησε:

«Είμαι δούλος του Ιησού Χριστού, ο οποίος φέρνει σωτηρία σε όλους όσους πιστεύουν σε Αυτόν και κάνουν το θέλημά Του, αλλά που παραδίδει τους μάγους και τους μάγους στο αιώνιο πυρ. Πες μου: γιατί με κάλεσες κοντά σου;»

«Επειδή», απάντησε ο κυβερνήτης, «δεν ξέρω με ποια μαγεία και φυλαχτά έχεις εξημερώσει άγρια ​​και άγρια ​​θηρία τόσο πολύ που ζεις ανάμεσά τους και, όπως έχω ακούσει, τα διατάζεις σαν να ήταν λογικά όντα».

Ο Άγιος Μάμαντος είπε επίσης σχετικά με αυτό:

«Αυτός που υπηρετεί τον Έναν, Ζωντανό και Αληθινό Θεό δεν θα συμφωνήσει ποτέ να ζει με ειδωλολάτρες και πονηρούς ανθρώπους. Επομένως, προτιμώ να ζω με τα άγρια ​​θηρία στην έρημο παρά μαζί σας στις φωλιές των αμαρτωλών. Διότι τα άγρια ​​θηρία έχουν εξημερωθεί και δεν με υπακούν με μαγεία, όπως νομίζετε — δεν ξέρω καν από τι αποτελείται η μαγεία — αλλά αν και είναι ανόητα πλάσματα, ωστόσο ξέρουν πώς να φοβούνται τον Θεό και να τιμούν τους δούλους Του. Εσείς, όμως, είστε πολύ πιο ανόητοι από τα άγρια ​​θηρία, γιατί δεν τιμάτε τον αληθινό Θεό και ατιμάζετε τους δούλους Του, βασανίζοντάς τους και σκοτώνοντάς τους χωρίς έλεος.»

Ο κυβερνήτης εξοργίστηκε όταν άκουσε αυτά τα λόγια και διέταξε αμέσως να κρεμαστεί ο άγιος μάρτυρας, να μαστιγωθεί το σώμα του και να γδαρθεί με σιδερένια νύχια. Αλλά ο μάρτυρας, αν και σοβαρά τραυματισμένος, το υπέμεινε με τέτοιο θάρρος, σαν να μην ένιωθε πόνο: ούτε φώναξε ούτε στέναξε, και μόνο, με τρυφερότητα, σήκωσε τα μάτια του στον ουρανό, περίμενε βοήθεια από εκεί, την οποία και έλαβε: γιατί ξαφνικά μια φωνή ακούστηκε από τον ουρανό, λέγοντας:

- Να είσαι δυνατός και να μην έχεις κουράγιο, Μαμάντ!

Πολλοί από τους παρόντες πιστούς άκουσαν αυτή τη φωνή και ενδυναμώθηκαν περαιτέρω στην πίστη τους. Ο Άγιος Μάμας, ωστόσο, πλήρως ενδυναμωμένος από αυτή τη φωνή, δεν έδωσε σημασία στα βασανιστήριά του. Βασάνισαν τον άγιο για πολύ καιρό, μαστιγώνοντας το σώμα του. Τελικά, τον έριξαν στη φυλακή μέχρι να προετοιμάσουν τον φούρνο στον οποίο ο κυβερνήτης σκόπευε να τον κάψει. Υπήρχαν έως και σαράντα άλλοι κρατούμενοι στη φυλακή. Όταν εξαντλήθηκαν από την πείνα και τη δίψα, ο Άγιος Μάμας προσευχήθηκε - και ιδού, ένα περιστέρι πέταξε στη φυλακή από το παράθυρο, κρατώντας τροφή στο στόμα του, λαμπερή σαν μαργαριτάρια και πιο γλυκιά από το μέλι. Αφού το έβαλε μπροστά στον Άγιο Μάμα, το περιστέρι πέταξε έξω. Αυτή η τροφή πολλαπλασιάστηκε για όλους τους κρατούμενους, όπως ακριβώς τα μικρά ψωμιά πολλαπλασιάζονταν κάποτε στην έρημο για ένα πλήθος ανθρώπων ( Ματθαίος 14:19-20 ). Αφού έλαβαν αυτή τη θαυματουργή τροφή, οι κρατούμενοι ενδυναμώθηκαν. Και πάλι, μέσω της προσευχής του Αγίου Μάμα, τα μεσάνυχτα άνοιξαν οι πόρτες της φυλακής και όλοι οι κρατούμενοι βγήκαν έξω. Μόνο ο Άγιος Μάμας παρέμεινε. Όταν το καμίνι έκαιγε άγρια, ο μάρτυρας βγήκε από τη φυλακή και ρίχτηκε στο πύρινο καμίνι. Αλλά ο Θεός, που κάποτε πότισε το βαβυλωνιακό καμίνι για τους τρεις νέους ( Δαν. 3:49-50 ), πότισε και τη φωτιά για τον Μάμαν και δημιούργησε ένα δροσερό μέρος για τον δούλο Του ανάμεσα στις φλεγόμενες φλόγες. Ο μάρτυρας, τραγουδώντας και δοξάζοντας τον Θεό σε αυτό το καμίνι, παρέμεινε μέσα σε αυτό για τρεις ημέρες, μέχρι που το καμίνι κρύωσε εντελώς και τα κάρβουνα έγιναν στάχτη. Τρεις ημέρες αργότερα, ο ηγεμόνας, βλέποντας ότι ο Μάμαν ήταν ακόμα ζωντανός, έμεινε έκπληκτος και είπε:

– Είναι όντως τόσο μεγάλη η δύναμη αυτού του μάγου που ούτε η φωτιά δεν μπορεί να τον αγγίξει;

Πολλοί από τον λαό, βλέποντας ότι η φωτιά δεν άγγιξε καθόλου τον άγιο και δεν τον έβλαψε, αναγνώρισαν τον αληθινό Θεό και, αποδίδοντας αυτό το θαύμα μόνο σε Αυτόν, δόξασαν τη δύναμή Του.

Ο τρελός κυβερνήτης, ωστόσο, αρνήθηκε να αναγνωρίσει τον Παντοδύναμο Θεό. Αφού έβγαλε τον μάρτυρα από το καμίνι και είδε ότι η φωτιά δεν τον είχε βλάψει, το απέδωσε σε μαγεία και βλασφήμησε την αλήθεια. Τελικά, καταδίκασε τον μάρτυρα να καταβροχθιστεί από άγρια ​​θηρία. Έφεραν τον άγιο στο τσίρκο και άφησαν μια πεινασμένη αρκούδα πάνω του. Αλλά αυτή, πλησιάζοντας, τον προσκύνησε και ξάπλωσε στα πόδια του, αγκαλιάζοντας τα πόδια του. Έπειτα άφησαν μια λεοπάρδαλη, αλλά κι αυτή αγκάλιασε ταπεινά τον λαιμό του, φίλησε το πρόσωπό του και έγλειψε τον ιδρώτα από το μέτωπό του. Εκείνη τη στιγμή, ένα λιοντάρι ήρθε τρέχοντας - το ίδιο ακριβώς που είχε συνοδεύσει τον άγιο από την έρημο - και, πηδώντας στο τσίρκο, είπε στον άγιο με ανθρώπινη φωνή (γιατί ο Θεός, σε μια εκδήλωση της παντοδύναμης δύναμής Του, άνοιξε το στόμα του θηρίου, όπως έκανε κάποτε στο γαϊδούρι του Βαλαάμ) τα ακόλουθα λόγια:

- Εσύ είσαι ο βοσκός μου που με τρέφεις στο βουνό!

Και αφού είπε αυτά, όρμησε αμέσως πάνω στο πλήθος, το οποίο ήταν αμέτρητο πλήθος, Έλληνες και Εβραίοι, ενήλικες και παιδιά. Με θέλημα Θεού, οι πόρτες του τσίρκου κλείδωσαν και το θηρίο διέλυσε το πλήθος, έτσι ώστε ο ίδιος ο κυβερνήτης μόλις που γλίτωσε: ελάχιστοι από όσους ήταν στο τσίρκο γλίτωσαν από την οργή του λιονταριού, το οποίο άρπαξε και κατασπάραξε τους πάντες με αγριότητα. Αλλά ο άγιος εξημέρωσε το λιοντάρι και το έστειλε στην έρημο. Ο κυβερνήτης, συλλαμβάνοντας ξανά τον άγιο, τον κράτησε για κάποιο χρονικό διάστημα στη φυλακή και, φέρνοντάς τον πίσω στο τσίρκο, εξαπέλυσε εναντίον του το πιο άγριο λιοντάρι. Αλλά και αυτό το λιοντάρι, αμέσως πράο, ξάπλωσε στα πόδια του αγίου. Βλέποντας αυτό, ο λαός έτριξε τα δόντια του στον άγιο με θυμό και φώναξε στον κυβερνήτη:

- Πάρτε το λιοντάρι μακριά, και θα λιθοβολήσουμε αυτόν τον μάγο!

Και άρχισαν να πετούν πέτρες στον μάρτυρα. Ένας από τους ειδωλολάτρες ιερείς, με εντολή του βασανιστή, χτύπησε τον άγιο δυνατά στην κοιλιά με μια τρίαινα και την άνοιξε, έτσι ώστε όλα τα εντόσθιά του να πέσουν έξω. Αφού τα μάζεψε και τα κράτησε στα χέρια του, ο Άγιος Μάμας έφυγε από την πόλη. Το αίμα του, που έρεε σαν νερό, συνέλεξε σε ένα αγγείο μια από τις πιστές γυναίκες. Αφού περπάτησε περίπου 200 οργιές, ο Άγιος Μάμας βρήκε μια σπηλιά σε έναν βραχώδη βράχο και κοιμήθηκε μέσα σε αυτήν. Εκεί άκουσε μια φωνή από τον ουρανό να τον καλεί στα ουράνια βασίλεια και με χαρά παρέδωσε το πνεύμα του στα χέρια του Κυρίου, για τον Οποίο είχε τόσο θερμά υποφέρει .

Έτσι ο Άγιος Μάμας έλαβε το στέφανο του μαρτυρίου. Τα ιερά λείψανά του τάφηκαν από τους πιστούς στον τόπο του θανάτου του, και πολλές θεραπείες και θαύματα συνέβησαν εκεί, όπως φαίνεται καθαρά από τα λόγια του Μεγάλου Βασιλείου , ο οποίος, στο κήρυγμά του προς τον λαό κατά την ημέρα της εορτής του αγίου μάρτυρα Μάμαντος, λέει:

– Θυμηθείτε τον άγιο μάρτυρα – όσους τον είδαν σε όραμα, ποιος από αυτούς που ζουν σε αυτόν τον τόπο τον έχει βοηθό, ποιον από αυτούς που επικαλούνται το όνομά του βοήθησε έμπρακτα, ποιον από αυτούς που χάθηκαν στη ζωή οδήγησε, ποιον από ασθένειες θεράπευσε, ποιον από τα παιδιά, ήδη νεκρά, επανέφερε στη ζωή, ποιον από τους οποίους συνέχισε τη ζωή – όλοι, συγκεντρωθείτε, δοξάστε τον μάρτυρα.

Όταν ο Ιουλιανός ο Αποστάτης , ακόμα στη νεότητά του και επιθυμώντας να αφήσει πίσω του ένα μνημείο ευσέβειας (αν και ήδη λύκος με ένδυμα προβάτου), άρχισε να χτίζει μια μεγαλοπρεπή εκκλησία προς τιμήν του αγίου μάρτυρα Μάμαντος πάνω στον τάφο του (δεν το έκανε αυτό από ευσέβεια, αλλά από ματαιοδοξία και υποκρισία), τότε ένα πραγματικά ένδοξο θαύμα μπόρεσε να φανεί. Γιατί ό,τι χτιζόταν την ημέρα καταστράφηκε τη νύχτα: οι ανυψωμένοι πυλώνες έγιναν σωρό. Μερικές από τις πέτρες δεν μπορούσαν να συγκρατηθούν σωστά στον τοίχο, άλλες έγιναν τόσο σκληρές που δεν μπορούσαν να πελεκηθούν. Άλλες θρυμματίστηκαν και κάθε πρωί το τσιμέντο και τα τούβλα βρίσκονταν σκορπισμένα από τον άνεμο και παρασυρμένα από τη θέση τους. Και αυτό ήταν μια καταγγελία της κακίας του Ιουλιανού και ένα σημάδι του μελλοντικού διωγμού του κατά της Εκκλησίας του Θεού. Ένα τέτοιο θαύμα έλαβε χώρα στον τάφο του αγίου: γιατί ο άγιος δεν ήθελε να χτιστεί μια εκκλησία προς τιμήν του για όσους σύντομα θα αντιμετώπιζαν διωγμό για την αληθινή πίστη.

Διὰ τῶν εὐχῶν, Κύριε, τοῦ μάρτυρος Μαμᾶ σου, κάνε ὑπὲρ ἡμῖν σημεῖον καλῶς καὶ ἐλεύθερωσί μας ἀπὸ τῶν διώκοντών μας, ἵνα Σε δοξάζομεν μετὰ Πατῆς καὶ Πνεύματος ἁγίου εἰς τοὺς αἰῶνας, αμήν.

Κοντάκιον, Ήχος 3:

Με το ιερό ραβδί που σου δόθηκε από τον Θεό, προστάτεψε τον λαό σου σε ζωογόνα βοσκοτόπια· και συνέτριψε τα αόρατα και αδάμαστα θηρία κάτω από τα πόδια εκείνων που σου ψάλλουν· γιατί όλοι όσοι βρίσκονται σε δύσκολη θέση σε έχουν ως θερμό μεσίτη τους, Μαμάντε.

* * *

Σημειώσεις

5501

Η Παφλαγονία ήταν επαρχία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας που βρισκόταν στα νότια της Μικράς Ασίας.

5502

Η ανώτατη τάξη στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, που αντιστοιχούσε στην ευγενή μας αριστοκρατία, ονομαζόταν πατρίκιοι.

5503

Η Γάγγρα είναι η κύρια πόλη της Παφλαγονίας.

5504

Αρκετές πόλεις έφεραν το όνομα Καισάρεια. Η Καισάρεια, η πρωτεύουσα της ρωμαϊκής επαρχίας της Καππαδοκίας, καταστράφηκε αργότερα από σεισμό.

5505

Ο αυτοκράτορας Αυρηλιανός βασίλευσε από το 270 έως το 275.

5506

Ο Σέραπις ήταν μια παγανιστική θεότητα που απεικονιζόταν ως άνδρας σε θρόνο, κρατώντας ένα σκήπτρο και έναν αετό στα πόδια του. Στο κεφάλι του υπήρχε ένα καλάθι, σύμβολο αφθονίας. Προσωποποιούσε την αρσενική και παραγωγική δύναμη της φύσης. Κατά την εποχή του μάρτυρα Μάμαντος, η λατρεία αυτού του ειδώλου ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένη στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.

5507

Η πόλη των Αιγών βρισκόταν στην επαρχία της Κιλικίας, στη Μικρά Ασία, στον κόλπο της Ισσού.

5508

Ο Γολιάθ είναι ένας διάσημος βιβλικός γίγαντας, ένας Φιλισταίος, που θεωρείται ανίκητος και έπεσε σε μονομαχία με τον Δαβίδ ( Α΄ Σαμουήλ 17:1-58 ).

5509

Ένα τσίρκο ήταν μια πλατεία που περικλείονταν από μια σειρά από παγκάκια ή έναν τοίχο. Εκεί, οι μαχητές ανταγωνίζονταν μεταξύ τους και με άγρια ​​ζώα. Οι Χριστιανοί ρίχνονταν σε αυτήν την πλατεία ή αρένα και στη συνέχεια τα άγρια ​​ζώα, που κρατούνταν σε ειδικά κλουβιά στο τσίρκο, απελευθερώνονταν.

5510

Ο Μάμας πέθανε το 275.

5511

Ο αυτοκράτορας Ιουλιανός βασίλεψε από το 361 έως το 363. Αφού έγινε αυτοκράτορας, αποστάτησε από τη χριστιανική πίστη και έκανε έργο ζωής την αποκατάσταση του παγανισμού. Για αυτόν τον λόγο, ονομάζεται Αποστάτης.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου