





Άγιος Μάρτυρας Μάμας
Η αρχαιότερη στον κόσμο (13ος αιώνας) φορητή εικόνα του Αγίου Μάμαντος
βρίσκεται στην εκκλησία "Παναγία Καθολική" στο Πελένδρι της Κύπρου.
Ἀκμαῖος ὢν Τριάδος εἰς πίστιν Μάμας,
Ἀκμαῖς τριαίνης καρτερεῖ τετρωμένος.
Δευτερίῃ χολάδες Μάμαντος χῦντο τριαίνῃ.
![]() |
| Ἅγιος Μάμας. Τοιχογραφία (Fresco) τοῦ 16ου αἰώνα |

Ο Τάφος του Αγίου Μάμα στην Τουρκία
" Στα παλιά τα χρόνια , λέει η παράδοση, ένας Τούρκος είχε κάνει αχυρώνα την Εκκλησία της Μαμασού , που η μισή είναι χτισμένη και η άλλη μισή λαξευτή. Μια μέρα το άχυρο πήρε φωτιά μοναχό του και καταστράφηκε όλο. Ο Τούρκος δεν κατάλαβε τίποτα και ξαναγέμισε με άχυρο το κτίριο. Το άχυρο όμως έπαιρνε διαρκώς φωτιά . Στο τέλος κουράστηκε με αυτή την ιστορία και αποφάσισε να κάνει την Εκκλησία σταύλο. Την πρώτη μέρα ψόφησε ένα ζώο , την δεύτερη άλλο , την τρίτη άλλο ως το τελευταίο. Ο Τούρκος , που ήταν άνθρωπος ευσεβής , κατάλαβε πως κάποιο μυστήριο συμβαίνει εκεί. Έσκαψε μέσα και ανακάλυψε πρώτα μια Χριστιανική Εκκλησία κι έπειτα τα λείψανα του Αγίου Μάμα. Από τότε το κτίσμα έγινε τόπος προσκυνήματος , ονομάστηκε Ζιαρέτ Κιλισσέ , δηλαδή προσκύνημα - εκκλησία. Χωρίστηκε σε δύο μέρη. Το ένα ήταν χριστιανική Εκκλησία και το άλλο τεκές. Δερβίσηδες φρόντιζαν για την συντήρηση όλου του κτηρίου και του τάφου του Αγίου.
Ο Τάφος βρισκόταν σε βράχο λαξευτό , στο αριστερό μέρος της Εκκλησίας. Εκεί ήταν ένα ξύλινο κιβώτιο ,που είχε μέσα τα κόκαλα ,την κάρα κι ένα βραχίονα του Αγίου. Οι άρρωστοι βάζανε απάνω τους τα λείψανα ,τα τρίβανε στο πονεμένο μέρος. Οι δερβίσηδες ρίχνανε χώμα πάνω στον τάφο, για να παίρνουν οι προσκυνητές. Στον Άγιο πήγαιναν απαραίτητα οι νιόπαντροι απ' όλη την περιφέρεια , αλλά και από μακριά και από την Καισάρεια ακόμα , για να θεμελιώσει ο Άγιος το σπιτικό τους. Πήγαιναν επίσης οι άτεκνοι και τάζανε , αν αποκτήσουν παιδί να του δώσουν το όνομα του Αγίου. Εκεί γινόταν μεγάλο πανηγύρι δύο φορές τον χρόνο. Στις 21 Μαΐου, γιορτή των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης και στις 15 Αυγούστου. Οι Αρμένηδες γιόρταζαν στις 2 Σεπτεμβρίου. Τον Άγιο εμείς (οι Έλληνες) , τον λέγαμε ο "Άγιος Μάμαντος" , οι Αρμένηδες ο "Άγιος Μάμας" και οι Τούρκοι Σαμμάς ή Μαμασούν Μπαμπάς , δηλαδή Άγιος της Μαμασού. Εκεί ήταν πολλά δέντρα, ιτιές με τρεχούμενα νερά. Τρεις μέρες συνέχεια διασκεδάζανε. Φέρνανε τάματα διάφορα. Τα σφαχτάρια τα σφάζανε και τα μαγειρεύανε οι δερβίσηδες και τρώγανε μαζί με τον κόσμο.
Με την Ανταλλαγή του 1924 , οι Γκελβεριώτες (δηλαδή οι Χριστιανοί από την γειτονική κωμόπολη Γκέλβερη ή Καρβάλη) θέλησαν να πάρουν μαζί τους στην Ελλάδα και τον Άγιο της Μαμασού. Αλλά οι Τούρκοι δεν τους άφησαν : "Είναι δικός μας εβλιά (άγιος)", λέγανε. "Θα μείνει εδώ που τον βρήκαμε."
Έτσι ο Άγιος έμεινε εκεί. Σήμερα ακόμα , συνεχίζοντας παμπάλαιες συνήθειες, δίνει ευτεκνία στα Καππαδοκικά πλήθη πιστών. Ένας προύχοντας της Γκέλβερης που ρωτήθηκε πως γίνεται να μένει το προσκύνημα αυτό εκεί , απάντησε ότι ένας τόπος που ήταν πάντα Ιερός και θαυματουργός δεν μπορεί να πάψει να είναι σεβαστός από τον λαό. Κι έτσι ο Μαμασούν Μπαμπάς ζει πάντα στην Καππαδοκία.
Ο τελευταίος απόγονος των δερβίσηδων εξακολουθεί να ανάβει τα καντήλια και να δέχεται προσκυνητές. Ανασηκώνει με άπειρη ευλάβεια το ύφασμα που σκεπάζει τα οστά του Αγίου , που εξακολουθούν να βρίσκονται στην παλιά τους θέση."
Εκτός από την κάρα στη Langres είχαν μεταφερθεί τμήμα οστού του λαιμού, ένας βραχίονας και λίγο αίμα (λύθρο) του αγίου. Το βραχίονα και το λύθρο είχε δωρίσει ο αυτοκράτορας Αλέξιος Κομνηνός στο Regnaud, επίσκοπο της Langres, στα 1075.

Η μεταβυζαντινή λειψανοθήκη του ναού του Αγίου Μάμα.
Εντός του Ιερού Βήματος φυλασσόταν μέχρι το 1974, ξύλινη βιβλιόσχημη λειψανοθήκη, όπως εκείνες που χρησιμοποιούσαν στις ζητείες οι περιοδεύοντες μοναχοί. Η λειψανοθήκη περιείχε προσηλωμένα σε αργυρή πλάκα, τεμάχια ιερών λειψάνων των αγίων Παντελεήμονος, Χαραλάμπους, Νεοφύτου, Τρύφωνος, Φιλίππου, Μιχαήλ των Συνάδων, Πολυδώρου, Ιωάννου του Λαμπαδιστού και Μάμαντος. Στο μέσο της πλάκας υπήρχε κοίλος σταυρός και στο κέντρο του η επιγραφή «Χαρίτωνος ιερομονάχου 1832» .
Στο κάλυμμα της απεικονίζεται στο μέσο ο άγιος Μάμας πάνω σε λιοντάρι να κρατεί ποιμενική γκλίτσα και σταυρό, αντί του συνηθισμένου ελαφιού ή προβάτου και η ζωγραφική ήταν καλυμμένη με ασημένια επένδυση.
ΛΕΙΨΑΝΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΑΜΑ ΣΤΟ ΙΕΡΟ ΝΑΟ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΣ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΚΙΑΣ Στόν Ἱερό μας Ναό ἔχουμε τήν ἰδιαίτερη εὐλογία νά φυλάσσουμε Λείψανα τοῦ Ἁγίου Μάμαντος ἀπό τόν ἀγιασμένο Τάφο του πού εὑρίσκεται στήν Μαμασό Καπαδοκίας. Ταῦτα δέ ἐγένοντο ἡ αἰτία νά τοποθετηθῇ καί Ἱερόν Παρεκκλήσιον στόν Προαύλειο χῶρο τοῦ Ναοῦ ἀφιερωμένο στόν Ἅγιο Μάμα καί νά θεωρῆται οὗτος ὁ τρίτος Προστάτης τῆς Ἐνορίας μας ( Ἁγία Ἀναστασία καί Ἅγιος Φανούριος οἱ ἕτεροι δύο ). Ἄς γνωρίσωμεν ὅμως τό σχετικό ἱστορικό, πῶς Ὁ ΑΓΙΟΣ ΜΑΜΑΣ συνεδέθη μέ τήν Ἐνορία μας, ὅπως τό περιγράφει ὁ Πρωτοπρεσβύτερος Ἀπόστολος Καμπουρόπουλος, Ἐκκλησιαστικῶς Προιστάμενος τῆς Ἐνορίας μας: Κατά τόν μήνα Νοέμβριον τοῦ ἔτους 2000, μετετέθην ἀπό τήν Ἀποστολική Ἱερά Μητρόπολι Φιλίππων Νεαπόλεως καί Θάσου εἰς τήν Ἱεράν Μητρόπολιν Περιστερίου, διορισθείς ὑπό τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Περιστερίου κ.κ. Χρυσοστόμου εἰς τήν Ἐνορίαν τῆς Ἁγίας Ἀναστασίας τῆς Πατρικίας, ἡ ὁποία ἑορτάζει τήν 10ην Μαρτίου. Ἡ Ἐνορία ἀποτελεῖται ἀπό ἁπλούς εὐσεβεῖς χριστιανούς, πτωχούς βιοπαλαιστάς, ἀλλά πλουσίους στήν πίστη καί στήν εὐσέβεια πρός τόν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, οἱ ὁποῖοι σέβονται καί τιμοῦν τήν προστάτιδά τους τήν Ἁγία Ἀναστασία τήν Πατρικία μέ συγκινητικό τρόπο. Ἀνήγειραν πρός τιμήν της μεγαλοπρεπή Ἱερό Ναό, τόν μοναδικό στήν Ἑλλάδα καί ἴσως στόν κόσμο, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ κόσμημα καί γιά τήν Ἐνορία, ἀλλά καί γιά ὁλόκληρη τήν προσφυγική περιοχή τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Περιστερίου. Εἰσερχόμενος γιά πρώτη φορά στό ἐσωτερικό τοῦ ἱ. Ναοῦ, ξαφνιάσθηκα ὅταν ἀντίκρυσα, στό δεξιό κλεῖτος αὐτοῦ, μιά μεγαλοπρεπῆ εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Μάμαντος. Ἐρευνήσας τής αἰτία τῆς ὑπάρξεως τῆς Ἱερᾶς αὐτῆς Εἰκόνος, πληροφορήθηκα ὅτι στήν Ἐνορία διαμένουν πολλοί κάτοικοι, προερχόμενοι ἀπό τήν περιοχή τῆς Βορείου Χίου, ὅπου στήν κοινότητα τῶν Ἀφροδισίων τιμᾶται ὡς Προστάτης ὁ Ἅγιος Μάμας, πρός τιμήν τοῦ ὁποίου ἔχει ἀφιερωθεῖ καί ὁ Ναός τῆς Κοινότητος. Ἐνστικτωδῶς ἡ μνήμη μου ἀνέτρεξε στήν περιοχή τῆς Νέας Καρβάλης τῆς Καβάλας, ὅπου φυλάσσεται τό ἱερό σκήνωμα τοῦ Μεγάλου Καππαδόκου Πατέρα τῆς Ἐκκλησίας μας τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου. Στήν Νέα Καρβάλη δραστηριοποιεῖται ἡ « Πολιτιστική Στέγη τῆς Νέας Καρβάλης » πού ἔχει προσδώσει μία ξεχωριστή εἰκόνα στά πολιτιστικά δρώμενα τοῦ Νομοῦ τῆς Καβάλας ἀλλά καί τῆς εὐρύτερης περιοχῆς τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας καί τῆς Θράκης. Σκοποί καί στόχοι τής Πολιτιστικῆς Στέγης ἡ διατήρησις καί ἡ διάδοσις τῆς πολιτιστικῆς κληρονομιᾶς μας καί ἰδιαίτερα τῶν Καππαδοκικῶν ἠθῶν καί ἐθίμων καί τῶν λοιπῶν πολιτιστικῶν στοιχείων τῆς Καππαδοκίας, τῆς Μικράς Ἀσίας κ.λ.π. Πολλά τά προσκυνήματα πού πραγματοποίησε ἡ Στέγη στά ἱερά χώματα τῆς Καππαδοκίας. Σ’ ἕνα ἀπό αὐτά εἶχαν τήν ἰδιαίτερη εὐλογία νά ἐπισκεφθοῦν τήν Μαμασό τῆς Καππαδοκίας, κοντά στήν ἀρχαία Ναζιανζό, ὅπου ὑπήρχε Ἐκκλησία ἀφιερωμένη στόν ἅγιο Μάμα, πού ἀναφέρει ὁ Νικήτας Σερρῶν, προσθέτοντας ὅτι σ’ αὐτήν ὁ Μέγας Γρηγόριος ἐξεφώνησε τόν πανηγυρικό του λόγο στόν ἅγιο Μάμα. Ἀξίζει νά μεταφέρουμε τί ἀναγράφεται στό σχετικό βιβλίο μέ τίτλο « Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΜΑΣ » πού συνέγραψε ἡ Ἄννα Μαραβᾶ - Χατζηνικολάου καί ἐξέδωσε στήν Ἀθήνα, τό ἔτος 1953, τό « ΚΕΝΤΡΟ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ – ΜΟΥΣΙΚΟΛΑΟΓΡΑΦΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ – ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΜΕΛΠΩΣ ΜΕΡΛΙΕ » καί περιλαμβάνεται στή σειρά ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑ μέ ἀριθμό 9 : « Στά παλιά τά χρόνια, λέει ἡ παράδοση, ἕνας Τούρκος εἶχε κάνει ἀχυρώνα τήν Ἐκκλησία τῆς Μαμασοῦ, πού ἡ μισή εἶναι χτισμένη καί ἡ ἀλλη μισή λαξευτή. Μιά μέρα τό ἄχυρο πήρε φωτιά μονάχο του καί καταστράφηκε ὅλο. Ὁ Τούρκος δέν κατάλαβε τίποτα καί ξαναγέμισε ἄχυρο τό κτίριο. Τό ἄχυρο ὅμως ἔπαιρνε διαρκῶς φωτιά. Στό τέλος κουράστηκε μ’ αὐτή τήν ἱστορία, καί ἀποφάσισε νά κάνει τήν Ἐκκλησία σταῦλο. Τήν πρώτη μέρα ψόφησε ἕνα ζῶο, τήν δεύτερη ἄλλο, τήν τρίτη ἄλλο, ὥς τό τελευταῖο. Ὁ Τούρκος πού ἦταν εὐσεβής ἄνθρωπος, κατάλαβε πώς κάποιο μυστήριο συμβαίνει ἐκεῖ. Ἔσκαψε μέσα, καί ἀνακάλυψε μιά πρωτοχριστιανική Ἐκκλησία κί ἔπειτα τά λείψανα τοῦ ἁγίου Μάμα. Ἀπό τότε τό κτίσμα ἔγινε τόπος προσκυνήματος, ὀνομάστηκε Ζιαρέτ Κιλισσέ, δηλαδή προσκύνημα - ἐκκλησία. Χωρίστηκε σέ δύο μέρη. Τό ἕνα ἦταν χριστιανική Ἐκκλησία καί τό ἄλλο τεκκές. Δερβίσηδες φρόντιζαν γιά τή συντήρηση ὅλου του κτιρίου καί τοῦ τάφου τοῦ Ἁγίου. Ὁ Τάφος βρισκόταν σέ βράχο λαξευτό, στό ἀριστερό μέρος τῆς Ἐκκλησίας. Ἐκεῖ ἦταν ἕνα ξύλινο κιβώτιο, πού εῖχε μέσα τά κόκκαλα, τήν κάρα, κί ἕνα βραχίονα τοῦ Ἁγίου. Οἱ ἄρρωστοι βάζανε ἀπάνω τους τά λείψανα, τά τρίβανε στό πονεμένο μέρος. Οἱ δερβίσηδες ρίχνανε χῶμα πάνω στόν τάφο, γιά νά παίρνουν οἱ προσκυνητές. Στόν Ἅγιο πήγαιναν ἀπαραίτητα οἱ νιόπαντροι απ’ ὅλη τήν Περιφέρεια, ἀλλά καί ἀπό μακριά καί ἀπό τήν Καισάρεια ἀκόμα, γιά νά θεμελιώσει ὁ Ἅγιος τό σπιτικό τους. Πήγαιναν ἐπίσης οἱ ἄτεκνοι, καί τάζανε, ἄν ἀποκτήσουνε παιδί, νά τοῦ δώσουν τό ὄνομα τοῦ Ἁγίου. Ἐκεῖ γινόταν μεγάλο πανηγύρι δύο φορές τόν χρόνο. Στίς 21 Μαΐου, γιορτή τῶν Ἁγίων Κωνσταντίνου καί Ἐλένης, καί στίς 15 Αὐγούστου. Οἱ Ἀρμένηδες γιόρταζαν στίς 2 τοῦ Σεπτέμβρη. Τόν Ἅγιο ἐμεῖς ( οἱ Ἕλληνες ) τόν λέγαμε ὁ Ἅγιος Μάμαντος, οἱ Ἀρμένηδες ὁ Ἅγιος Μάμας, καί οἱ Τούρκοι Σαμμάς ἤ Μαμασούν Μπαμπάς, δηλαδή Ἅγιος τῆς Μαμασοῦ. Ἐκεῖ ἦταν πολλά δέντρα, ἰτιές μέ τρεχούμενα νερά. Τρεῖς ἡμέρες συνέχεια διασκεδάζανε. Φέρνανε τάματα διάφορα. Τά σφαχτάρια τά σφάζανε καί τά μαγειρεύανε οἱ δερβίσηδες, καί τρώγανε μαζί μέ τόν κόσμο. Μέ τήν ἀνταλλαγή στά 1924, οἱ Γκελβεριώτες ( δηλαδή οἱ Χριστιανοί ἀπό τήν γειτονική κωμόπολη Γκέλβερη ἤ Καρβάλη ) θέλησαν νά πάρουν μαζί τους στήν Ἑλλάδα καί τόν Ἅγιο τῆς Μαμασοῦ. Ἀλλά οἱ Τούρκοι δέν τούς ἄφησαν. « Εἶναι δικός μας ἐβλιά ( δηλαδή Ἅγιος ), λέγανε. Θά μείνει ἐδῶ πού τόν βρήκαμε. Ἔτσι ὁ Ἅγιος ἔμεινε ἐκεῖ. Σήμερα ἀκόμα, συνεχίζοντας παμπάλαιες συνήθειες, δίνει εὐτεκνία στά Καππαδοκικά πλήθη τῶν πιστῶν. Ἕνας προύχοντας τῆς Γκέλβερης, πού ρωτήθηκε πώς γίνεται νά μένει τό προσκύνημα αὐτό ἐκεῖ, ἀπάντησε ὅτι ἕνας τόπος πού ἦταν πάντα ἱερός καί θαυματουργός δέν μπορεῖ νά πάψει ποτέ νά εἶναι σεβαστός ἀπό τόν λαό. Καί ἔτσι ὁ Μαμασούν Μπαμπάς ζεῖ πάντα στήν Καππαδοκία. Ὁ τελευταῖος ἀπόγονος τῶν Δερβίσηδων ἐξακολουθεῖ ν’ ἀνάβει τά καντήλια καί νά δέχεται τούς προσκυνητές. Ἀνασηκώνει μέ ἄπειρη εὐλάβεια τό ὕφασμα πού σκεπάζει τά ὀστᾶ τοῦ Ἁγίου, πού ἐξακολουθοῦν νά βρίσκονται στή παλιά τους θέση ». Οἱ εὐλαβεῖς προσκυνητές τῆς Νέας Καρβάλης κατάφεραν νά λάβουν λείψανα ἀπό τόν εὐλογημένο αὐτόν χῶρο τά ὁποῖα καί ἔχουν τοποθετήσει στό περίλαμπρο πολιτιστικό τους Κέντρο στήν Νέα Καρβάλη, πλησίον τοῦ Ἱεροῦ Προσκυνήματος τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου, γιά νά εὐλογεῖ ὁ Ἅγιος τούς ἀπογόνους τῶν Καππαδοκῶν καί νά τούς ἐνισχύει στό ὑψηλό πολιτιστικό ἔργο, πού ἐπιτελοῦν. Ἀπό αὐτά τά λείψανα, ἐλάβαμε καί ἡμεῖς, τόν Νοέμβριον τοῦ 2000, καί τά μεταφέραμε εἰς τόν Ἱερόν Ναόν τῆς Ἁγίας Ἀναστασίας τῆς Πατρικίας, στό Περιστέρι, γιά νά ἀγιάζουν τήν Ἐνορία καί τούς Χριστιανούς πού τά πλησιάζουν. |
Γαλλικό έργο του 1855.
με το ασημένιο βυζαντινό στεφάνι και το όνομα του Αγίου γραμμένο στα ελληνικά.
Στεφάνι του Αγίου Μάμαντος.
Χρησιμοποιούνταν για να στεφανώνει την αγία κάρα του Αγίου Μάμαντος
κατά τη διάρκεια επίσημων τελετών. Έργο του 1875 από πολύτιμα υλικά.
Λεπτομέρεια από το πρώτο στεφάνι του Αγίου Μάμαντος.
Δεύτερο Στεφάνι του Αγίου Μάμαντος.
Και αυτό χρησιμοποιούνταν για να στεφανώνει την αγία κάρα του Αγίου Μάμαντος
κατά τη διάρκεια επίσημων τελετών. Έργο του 1855 από πολύτιμα υλικά.
Λεπτομέρεια από το δεύτερο στεφάνι του Αγίου Μάμαντος.
Λεπτομέρεια από το δεύτερο στεφάνι του Αγίου Μάμαντος.
Η αφιερωτική επιγραφή σε μεγένθυση.
SANCTI MAMMETIS (=του Αγίου Μάμαντος).
Ο Άγιος Μάμας κρατάει τα σπλάχνα του, ενώ στο δεξί του πόδι βρίσκεται το λιοντάρι.
Μέρος του Θησαυρού του Καθεδρικού Ναού του Αγίου Μάμαντος στη πόλη Langres.
Απεικονίζεται η πάνδημος υποδοχή της Τιμίας Κάρας.

Παραίνεση του Μεγάλου Βασιλείου στους πιστούς
για τιμή στον Άγιο Μάμα
Ἀπολυτίκιον Ήχος γ'. Θείας πίστεως. Θείον βλάστημα, Μαρτύρων πέλων, ηκολούθησας, ασχέτω πόθω, τοις ενθέοις αληθώς τούτων ίχνεσι και του Σωτήρος κηρύξας το όνομα, εθαυμαστώθης σοφέ δι' αθλήσεως. Μάμα ένδοξε, Χριστόν τον Θεόν ικέτευε, δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος. Ἕτερον Ἀπολυτίκιον Ἦχος α’. Τῆς Παφλαγόνου τὸ κλέος, καὶ Γαγγραίων τὸ στήριγμα, φύλαξ καὶ φρουρὸς τῶν Κυπρίων, ἀνεδείχθης, Μαμὰ ἔνδοξε. Τὴν Θάλασσαν διῆλθες ὥσπερ ζῶν, καὶ ταύτης τρικυμίας χαλινῶν, θαυμασίως λάρνακά σου, Μόρφου τὴ πάλει, Μάρτυς κατεστήριξας- διὸ ἐν τὴ μνήμη σου, σοφέ, εὐῶδες μύρον βρύει ἐξ αὐτῆς. Δόξα Θεῶ τῷ ἐνεργούντι, διὰ σοῦ πάσιν ἰάματα. Στη βόρεια Εύβοια κοντά στο πανέμορφο ψαροχώρι των Ηλίων, σε μια περιοχή μαγευτικής φυσικής ομορφιάς, βρίσκεται η ιερά Μονή του Αγίου Γεωργίου του Τροπαιοφόρου, μέσα σε μια μεγάλη χαράδρα, που σχηματίζεται από το όρος Βαλάντι και τη νοτιοδυτική πλευρά του όρους Τελεθρίου. Η Ιερά Μονή φαίνεται πως ανταποκρίθηκε θετικά και ουσιαστικά στο κάλεσμα της Τσαρίνας Αικατερίνης της Β΄, κατά τον 18ο αιώνα. Η πολύτιμη δωρεά της στην Μονή, της Τιμίας Κάρας του Αγίου Μάμαντος. Ίσως μάλιστα αυτός να ήταν ο λόγος της μίας εκ των τριών καταστροφών που το μοναστήρι υπέστη από τους Τούρκους. Ἕτερον Ἀπολυτίκιον Ἦχος δ’. Ὁ Μάρτυς σου Κύριε, ἐν τῇ ἀθλήσει αὐτοῦ, τὸ στέφος ἐκομίσατο τῆς ἀφθαρσίας, ἐκ σοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν· ἔχων γὰρ τὴν ἰσχύν σου, τοὺς τυράννους καθεῖλεν ἔθραυσε καὶ δαιμόνων τὰ ἀνίσχυρα θράση. Αὐτοῦ ταῖς ἱκεσίαις Χριστέ ὁ Θεός, σῶσον τὰς ψυχὰς ἡμῶν. Ἕτερον Ἀπολυτίκιον Ήχος α` Παφλαγονίας ὁ κλάδος καὶ μαρτύρων ἀγλάϊσμα, πόλεως Μόρφου τὸ κλέος καὶ Κυπρίων τὸ καύχημα, Λεόντων χάσματα ἔφραξας, Μάμα σοφέ, καὶ μαρτυρίου τὸν στέφανον κομισάμενος. Δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι καὶ θαυμαστῶς ἐνισχύσαντι, δόξα τῷ χορηγοῦντι διὰ σοῦ πᾶσιν ἰάματα. Ήχος α` Παφλαγονίας το κλέος και μαρτύρων αγλάϊσμα, φύλαξ και φρουρός των Κυπρίων, ανεδείχθης Μάμα μάρτυς ένδοξε.Την θάλασσαν διήλθεν ώσπερ ζών, και ταύτης τρικυμίας χαλινών,θαυμασίως λάρνακά σου, Μόρφου τη πόλει κατεστήριξας.Διό εν τη μνήμη σου σοφέ, ευώδες μύρον βρύει εξ αυτής. Δόξα τω Θεώ τω ενεργούντι δια σού πάσιν ιάματα. Φορητή εικόνα του 19ου αιώνα των Αγίων Αγίων Μάμαντος και Δημητρίου από τον Ιερό Ναό Αγίας Βαρβάρας της Μητρόπολης Ταμασού Κύπρου. Κάθισμα Ἦχος πλ. δ’. Τὴν Σοφίαν καὶ Λόγον. Εὐσεβείας ὑπάρχων γόνος σεπτός, ἀσεβείας ἐδείχθης ἐκμειωτής, ὦ Μάμα πανεύφημε, τῇ δυνάμει τοῦ Πνεύματος· ἐν γὰρ σταδίῳ πλάνην, εἰδώλων διήλεγξας, καὶ εὐθαρσῶς Τριάδα, ὑμνεῖσθαι ἐκήρυξας· ὅθεν καὶ θηρίοις, ἐκδοθεὶς ἀθλοφόρε, τὸν θῆρα ἐνέκρωσας, καὶ ἀρχέκακον δράκοντα· διὰ τοῦτο βοῶμέν σοι· Πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, τῶν πταισμάτων ἄφεσιν δωρήσασθαι, τοῖς ἑορτάζουσι πόθῳ, τὴν ἁγίαν μνήμην σου. Κοντάκιον Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον. Ἐν τῇ ράβδῳ Ἅγιε, τῇ ἐκ Θεοῦ σοι δοθείσῃ, τὸν λαόν σου ποίμανον, ἐπὶ νομὰς ζωηφόρους· θήρας δέ, τοὺς ἀοράτους καὶ ἀνημέρους, σύντριψον, ὑπὸ τοὺς πόδας τῶν σὲ ὑμνούντων, ὅτι πάντες οἱ ἐν κινδύνοις, προστάτην Μάμα, θερμόν σε κεκτήμεθα. Ὁ Οἶκος Τὸν ἐν πάσῃ τῇ γῇ περιβόητον Μάρτυρα, καὶ ἐν τοῖς οὐρανοῖς σὺν Ἀγγέλοις χορεύοντα, ὑμνήσωμεν Μάμαντα, τὸν πρὶν τὰς ἐλάφους ἐν ταῖς ἐρήμοις καινῶς ἀμέλγοντα, καὶ νῦν περιούσιον λαὸν Κυρίου, ῥάβδῳ δυνάμεως, ὡς ποιμένα καλῶς περιέποντα, καὶ ὁδηγοῦντα εἰς τόπον χλόης, ἔνθα ὑπάρχει ἀληθῶς τοῦ Παραδείσου ἡ τρυφή. Ὅθεν πάντες οἱ ἐν κινδύνοις, προστάτην Μάμα, θερμὸν σε κεκτήμεθα. ![]() |
ΑΠΟ ΤΟ ΡΩΣΙΚΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ
(μετάφραση Google)
Η ζωή και τα πάθη της Αγίας Μάρτυρος Μάμας
Εορτάζεται στις 2 Σεπτεμβρίου
Ο Άγιος Μάρτυρας του Χριστού, Μάμας, γεννήθηκε στην Παφλαγονία το 5501. Οι γονείς του, Θεόδοτος και Ρουφίνα, ήταν ευγενείς: και οι δύο προέρχονταν από οικογένεια πατρικίων , ήταν τιμημένοι, πλούσιοι και έλαμπαν από ευσέβεια. Δεν μπορούσαν να κρύψουν για πολύ την πίστη τους στον Χριστό και την ένθερμη αγάπη τους γι' Αυτόν. Ομολόγησαν ανοιχτά την ευσέβειά τους και προσηλύτισαν πολλούς στον Χριστό. Γι' αυτό, αναφέρθηκαν στον Αλέξανδρο, κυβερνήτη της πόλης Γάγγρα . Αυτός ο κυβερνήτης έλαβε εντολή από τον αυτοκράτορα να χρησιμοποιήσει κάθε δυνατό μέσο για να διαδώσει και να ενισχύσει τη λατρεία των ειδωλολατρικών θεών, και να βασανίσει και να σκοτώσει Χριστιανούς και όλους όσους δεν υπακούουν σε αυτή την αυτοκρατορική εντολή.
Αφού κάλεσε τον Θεόδοτο στην αυλή του, ο Αλέξανδρος άρχισε να τον αναγκάζει να θυσιάσει στα είδωλα. Αλλά ο Θεόδοτος δεν άκουγε καν τι του έλεγε ο κυβερνήτης. Ο Αλέξανδρος, αν και ήταν έτοιμος να παραδώσει αμέσως τον ανυπάκουο για βασανιστήρια, παρόλα αυτά απέφυγε να το κάνει λόγω της ευγενούς καταγωγής του Θεοδότου, διότι δεν είχε δικαίωμα να ατιμάζει και να βασανίζει τους απογόνους των πατρικίων χωρίς ειδική βασιλική άδεια. Ως εκ τούτου, ο Αλέξανδρος έστειλε τον Θεόδοτο στην Καισάρεια της Καππαδοκίας το 5504 , στον κυβερνήτη Φάυστο. Αυτός ο κυβερνήτης, εξίσου ζηλωτής στην ασέβειά του, ήταν επίσης σκληρός στη μεταχείριση των Χριστιανών. Μόλις είδε τον Θεόδοτο, ο Φάυστος τον φυλάκισε αμέσως. Η σύζυγος του Θεοδότου, η ευλογημένη Ρουφίνα, ακολούθησε επίσης τον σύζυγό της, αν και ήταν έγκυος εκείνη την εποχή. Πήγε μαζί του στη φυλακή και εκεί υπέφερε για τον Χριστό. Ο Θεόδοτος γνώριζε την αδυναμία του σώματός του και είδε τη σκληρότητα του βασανιστή του, αλλά προτίμησε να πεθάνει παρά να αμαρτήσει με οποιονδήποτε τρόπο ενάντια στην ευσέβεια. Φοβούμενος ότι δεν θα είχε τη δύναμη να υπομείνει τα τρομερά βάσανα που τον περίμεναν, στράφηκε στον Κύριο με θερμή προσευχή.
«Κύριε, Θεέ των δυνάμεων», προσευχήθηκε ο Θεόδοτος, «Πάτερ του αγαπημένου Σου Υιού! Σε ευλογώ και Σε δοξάζω που με έκρινες άξιο να ριχτώ σε αυτή τη φυλακή για χάρη του ονόματός Σου. Αλλά σε παρακαλώ, Κύριε: Εσύ γνωρίζεις την αδυναμία μου· δέξου το πνεύμα μου σε αυτή τη φυλακή, για να μην καυχηθεί ο εχθρός μου εναντίον μου».
Ο Θεός, ο οποίος «έκτισεν τας καρδίας πάντων... και πάντα σκέπτεται» ( Ψαλμός 32:15 ), άκουσε τον πιστό δούλο Του και σύντομα του χάρισε ένα ευλογημένο τέλος. Αφού έβγαλε την ψυχή του από τη φυλακή του σώματος, την τοποθέτησε στις φωτεινές κατοικίες του ουρανού. Η σύζυγος του Θεοδότου, η ευλογημένη Ρουφίνα, υπομένοντας την ανάγκη και τα βάσανα στη φυλακή και καταβεβλημένη από μεγάλη θλίψη για τον σύζυγό της, γέννησε πρόωρα έναν γιο. Κοιτάζοντας το νεογέννητο και το άψυχο σώμα του συζύγου της, προσευχήθηκε στον Θεό με μετάνοια και δάκρυα:
«Ω Θεέ, που έπλασες τον άνδρα και έπλασες τη γυναίκα από το πλευρό του, πρόσταξε να ακολουθήσω κι εγώ το ίδιο μονοπάτι που ακολούθησε ο σύζυγός μου, και, αφού με απελευθέρωσες από αυτή τη σύντομη ζωή, δέξου με στις αιώνιες κατοικίες Σου! Ανέθρεψε Εσύ αυτό το νεογέννητο παιδί όπως ξέρεις καλύτερα! Γίνε ο πατέρας και η μητέρα του και ο φύλακας της ζωής του!»
Έτσι, κραυγάζοντας στον Θεό μέσα στη θλίψη της, αυτή η τιμία και αγία γυναίκα εισακούστηκε από Αυτόν και απελευθερώθηκε από τα δεσμά του σώματός της, και αναχώρησε για την αιώνια ελευθερία, παραδίδοντας την ψυχή της στα χέρια του Κυρίου. Το βρέφος παρέμεινε ζωντανό ανάμεσα στους νεκρούς γονείς του.
Τότε, «ο Κύριος, ο φύλακας των μικρών» ( Ψαλμός 115:5 ), καταδέχτηκε να αποκαλύψει τι είχε συμβεί σε μια ευγενή και ευσεβή γυναίκα ονόματι Αμμία, η οποία ζούσε στην Καισάρεια. Σε ένα όνειρο, μέσω του Αγγέλου Του, την διέταξε να ζητήσει από τον κυβερνήτη τα σώματα των αγίων που είχαν κοιμηθεί στη φυλακή και να τα θάψει με τιμές. Έπρεπε να πάρει το βρέφος κοντά της και να το αναθρέψει ως γιο. Ξυπνώντας, η Αμμία έσπευσε να εκπληρώσει την εντολή του Κυρίου και άρχισε να ζητά την άδεια του κυβερνήτη να πάρει τα σώματα των νεκρών κρατουμένων από τη φυλακή. Ο Θεός έσκυψε την σκληρή καρδιά του κυβερνήτη στο έλεος και δεν εμπόδισε την επιθυμία της σεβάσμιας γυναίκας. Έτσι, η Αμμία, μπαίνοντας στη φυλακή, βρήκε τα σώματα και των δύο κρατουμένων να βρίσκονται δίπλα-δίπλα, και ανάμεσά τους, ένα όμορφο και χαρούμενο βρέφος. Αφού πήρε τα σώματα των αγίων, τα έθαψε με ευλάβεια στον κήπο της και πήρε το βρέφος κοντά της. Ήταν άτεκνη χήρα και ζούσε μια αγνή ζωή. Αγαπώντας το βρέφος σαν δικό της γιο, το μεγάλωσε ως Χριστιανή.
Το βρέφος μεγάλωνε, αλλά δεν μιλούσε τίποτα μέχρι τα πέντε του χρόνια. Η πρώτη λέξη που είπε στην Αμία, η οποία έγινε σαν δεύτερη μητέρα γι' αυτόν, ήταν «μαμά» (ελληνικά για «νοσοκόμες» ή «μητέρα»), και από αυτή τη λέξη ονομάστηκε Μάμας. Η Αμία τον έστειλε να μάθει να διαβάζει και να γράφει, και σύντομα ξεπέρασε τους συνομηλίκους του τόσο πολύ που όλοι θαύμαζαν την ευφυΐα του.
Εκείνη την εποχή, ο ασεβής Αυρηλιανός βασίλευε στη Ρώμη το 5505. Υποχρέωσε τους πάντες να λατρεύουν τα είδωλα, όχι μόνο τους ενήλικες άνδρες και γυναίκες, αλλά και τα μικρά παιδιά. Έδωσε μάλιστα ιδιαίτερη προσοχή στα παιδιά, ελπίζοντας ότι, ως νεαρά και ανόητα, θα παρασυρθούν εύκολα και θα οδηγηθούν σε οποιαδήποτε κακή πράξη. Επιπλέον, ο ασεβής βασιλιάς πίστευε ότι τα παιδιά, συνηθισμένα από μικρή ηλικία να τρώνε θυσιαστικό κρέας, θα γίνονταν πιο ένθερμοι ειδωλολάτρες στα γηρατειά. Γι' αυτό, με διάφορες κολακείες, τα οδήγησε στην ασέβειά του. Πολλά από τα παιδιά, ακόμη και οι νέοι άνδρες, υπέκυψαν στην αποπλάνηση και υπάκουσαν στο θέλημα του βασιλιά. Αλλά όσοι ήταν συμμαθητές του Μάμαντος, ακολουθώντας τις οδηγίες του, δεν υπάκουσαν στις εντολές του βασιλιά. Διότι ο Μάμαντος, έχοντας στη νεότητά του «σοφία , που είναι τα γκρίζα μαλλιά των ανθρώπων, και άμεμπτη ζωή, που είναι η ηλικία των γηρατειών» ( Σοφ. 4:9 ), απέδειξε στους συντρόφους του την ασήμαντη σημασία των ειδωλολατρικών θεών, άψυχων και ανίσχυρων, και τους δίδαξε να γνωρίζουν τον Έναν αληθινό Θεό - τον οποίο ο ίδιος σεβόταν - και να Του προσφέρουν μια πνευματική θυσία - ένα μεταμελημένο πνεύμα και μια ταπεινή καρδιά ( Ψαλμ. 50:19 ).
Εκείνη την εποχή, ο αυτοκράτορας έστειλε έναν άλλο κυβερνήτη στην Καισάρεια για να αντικαταστήσει τον Φαύστο, ονόματι Δημόκριτος. Ήταν μεγάλος ζηλωτής της ασεβούς και άθεης πίστης του και φαινόταν να εξαπολύει διωγμούς και δολοφονίες εναντίον των Χριστιανών. Πληροφορήθηκε για τον Μάμαντα, ο οποίος όχι μόνο δεν λάτρευε ο ίδιος τους θεούς, αλλά και διέφθειρε και δίδασκε τους άλλους νέους που μελετούσαν μαζί του τη χριστιανική πίστη. Ο Μάμαντας ήταν τότε δεκαπέντε ετών. Ήταν ήδη ορφανός ξανά, γιατί η δεύτερη μητέρα του, η Αμμία, άφησε τη μεγάλη της περιουσία στον θετό γιο της, τον Άγιο Μάμαντα, ως μοναδικό κληρονόμο της, και αναχώρησε για τα ουράνια πλούτη που είχαν ετοιμαστεί για όσους αγαπούν τον Θεό.
Ο Δημόκριτος, ακούγοντας για τον Μάμαντα, έστειλε να τον καλέσουν και, όταν τον έφεραν, τον ρώτησε πρώτα απ' όλα αν ήταν Χριστιανός και αν ήταν αλήθεια ότι όχι μόνο δεν λάτρευε ο ίδιος τους θεούς, αλλά διέφθειρε και τους συντρόφους του, διδάσκοντάς τους να μην υπακούν στην εντολή του βασιλιά.
Ο νεαρός Μάμαντ, σαν ένας τέλειος και ώριμος άντρας, απάντησε άφοβα:
«Εγώ είμαι αυτός που περιφρονεί τη σοφία σου. Έχεις ξεστρατίσει από το σωστό μονοπάτι και περιπλανιέσαι σε τέτοιο σκοτάδι που δεν μπορείς καν να κοιτάξεις το φως της αλήθειας. Έχοντας εγκαταλείψει τον αληθινό και ζωντανό Θεό, έχεις στραφεί σε δαίμονες και λατρεύεις άψυχα και κωφά είδωλα. Εγώ, ωστόσο, δεν θα εγκαταλείψω ποτέ τον Χριστό μου και θα προσπαθήσω να προσηλυτίσω σε Αυτόν όλους όσους μπορώ».
Έκπληκτος από την τολμηρή απάντηση του Μάμαντα, ο Δημόκριτος θύμωσε και διέταξε να τον μεταφέρουν αμέσως στο ναό του πονηρού θεού τους Σέραπι 5506 και εκεί να τον αναγκάσουν να θυσιάσει στο είδωλο. Ο Μάμαντας, ωστόσο, μη φοβούμενος καθόλου την οργή του ηγεμόνα, απάντησε ήρεμα:
«Δεν πρέπει να με προσβάλλεις: είμαι γιος γονέων που κατάγονταν από ευγενή συγκλητική οικογένεια.»
Τότε ο Δημόκριτος ρώτησε τους παρευρισκόμενους για την καταγωγή του Μάμαντος και, όταν έμαθε ότι καταγόταν από αρχαίους Ρωμαίους αξιωματούχους και ότι η Αμμία, μια ευγενής και πλούσια γυναίκα, τον είχε μεγαλώσει και τον είχε κάνει κληρονόμο της πλούσιας περιουσίας της, δίστασε να τον υποβάλει σε βασανιστήρια, γιατί πραγματικά δεν είχε κανένα δικαίωμα να το κάνει. Γι' αυτό, τοποθετώντας του σιδερένια δεσμά, τον έστειλε στον αυτοκράτορα Αυρηλιανό, που τότε βρισκόταν στην πόλη των Αιγών, και σε μια επιστολή του εξήγησε τα πάντα για τον Μάμαντα. Ο αυτοκράτορας, αφού έλαβε την επιστολή του Δημόκριτου και τη διάβασε, διέταξε αμέσως να φέρουν ενώπιόν του τον νεαρό Μάμαντα. Όταν ο μάρτυρας εμφανίστηκε ενώπιόν του, ο αυτοκράτορας προσπάθησε με κάθε τρόπο να τον πείσει για την ασέβειά του, άλλοτε με απειλές, άλλοτε με κολακείες, υποσχόμενος δώρα και τιμές, και είπε:
«Όμορφε νεάνιδε, αν πλησιάσεις τον μεγάλο Σέραπι και του προσφέρεις μια θυσία, θα ζήσεις μαζί μας στο παλάτι, θα ανατραφείς σαν βασιλιάς και όλοι θα σε τιμούν και θα σε επαινούν και θα είσαι αληθινά ευτυχισμένος· αλλά αν δεν με ακούσεις, θα χαθείς σκληρά.»
Αλλά ο νεαρός Μάμαντ του απάντησε με θάρρος:
«Ω Βασιλιά! Είθε ποτέ να μην υποκλιθώ στα άψυχα είδωλα που λατρεύεις ως θεούς. Πόσο ανόητος είσαι, που υποκλίνεσαι στο ξύλο και στην αναίσθητη πέτρα αντί για τον Ζωντανό Θεό! Σταμάτα να με εξαπατάς με κολακευτικά λόγια, γιατί όταν νομίζεις ότι μου κάνεις χάρη, στην πραγματικότητα με βασανίζεις, και όταν με βασανίζεις, μου κάνεις χάρη. Μάθε λοιπόν ότι όλες οι χάρες, τα δώρα και οι τιμές που μου έχεις υποσχεθεί θα γίνονταν οδυνηρά βασανιστήρια αν τα αγαπούσα αντί για τον Χριστό, αλλά τα οδυνηρά βασανιστήρια στα οποία υπόσχεσαι να με προδώσεις για χάρη του Χριστού θα είναι μια μεγάλη ευλογία, γιατί ο θάνατος για τον Χριστό μου είναι πιο αγαπητός για μένα από οποιεσδήποτε τιμές ή υπάρχοντα.»
Έτσι άφοβα μίλησε ο Άγιος Μάμας ενώπιον του βασιλιά, κατέχοντας το μυαλό και την καρδιά ενός ώριμου άνδρα στη νεανική του κορμοστασιά: γιατί η δύναμη του Θεού μπορεί να κάνει ακόμη και ένα μικρό παιδί να φαίνεται ανυπέρβλητο στον Γολιάθ , « εκ στόματος νηπίων και θηλαζόντων όρισες αίνο» ( Ψαλμός 8:3 ), και ένα μικρό παιδί θα γίνει τόσο σοφό ώστε να καταλαβαίνει καλύτερα από τους μεγαλύτερους. Όλα αυτά εκπληρώθηκαν στην περίπτωση του νεαρού Μάμα: τα λόγια του άνομου βασιλιά δεν τον έπεισαν, τα δώρα δεν τον αποπλάνησαν, τα βασανιστήρια, τα οποία δέχτηκε με μεγαλύτερη χαρά παρά μεγάλες τιμές, δεν τον τρόμαξαν.
Ο εξοργισμένος βασανιστής διέταξε αμέσως να τον ξυλοκοπήσουν χωρίς έλεος. Αλλά ο Άγιος Μάμας υπέμεινε τα βασανιστήρια με τόση υπομονή, σαν να μην ένιωθε καθόλου πόνο.
Ο βασιλιάς του είπε:
«Υπόσχεσέ με μόνο ότι θα κάνεις μια θυσία στους θεούς και θα απελευθερωθείς αμέσως από τα βασανιστήρια.»
Ο μάρτυρας απάντησε:
– Ούτε με την καρδιά μου ούτε με τα χείλη μου θα απαρνηθώ τον Θεό και τον Βασιλιά μου, τον Ιησού Χριστό, ακόμα κι αν μου επιφέρουν δέκα χιλιάδες φορές περισσότερες πληγές· αυτές οι πληγές με ενώνουν με τον αγαπημένο μου Κύριό μου, και εύχομαι τα χέρια των βασανιστών μου να μην κουραστούν ποτέ, γιατί όσο περισσότερο με χτυπούν, τόσο περισσότερες ευλογίες μου φέρνουν από τον εμπνευστή του αγώνα, τον Χριστό.
Ο Αυρηλιανός, βλέποντας ότι ο Μάμαν δεν φοβόταν καθόλου τα βάσανα, διέταξε να καεί το σώμα του με κεριά. Αλλά η φωτιά, σαν να ντρεπόταν για το σώμα του μάρτυρα, δεν τον άγγιξε, αλλά γύρισε στα πρόσωπα των βασανιστών. Και ο αυτοκράτορας φούντωσε από θυμό και οργή, πιο έντονη από ό,τι είχε γίνει ο μάρτυρας από την υλική φωτιά του Χριστού: γιατί όσο ο τελευταίος δεν έδωσε προσοχή στη φωτιά, τόσο καιγόταν η καρδιά του βασανιστή. Και ο αυτοκράτορας διέταξε να λιθοβοληθεί ο Άγιος Μάμαν. Αλλά αυτό το βάσανο, για τον μάρτυρα, που κατακαίεται από την αγάπη για τον Χριστό, ήταν τόσο ευχάριστο σαν να τον είχε σκορπίσει κάποιος με ευωδιαστά λουλούδια. Τότε ο αυτοκράτορας, βλέποντας ότι δεν μπορούσε να πετύχει, καταδίκασε τον μάρτυρα σε θάνατο και διέταξε να τον ρίξουν στη θάλασσα. Αφού έδεσαν ένα βαρύ μολύβδινο βάρος στο λαιμό του, οι υπηρέτες του βασιλιά τον οδήγησαν στη θάλασσα. Αλλά ακόμη και εδώ ο Κύριος δεν εγκατέλειψε τον δούλο Του, «γιατί θα δώσει εντολή στους αγγέλους Του για σένα, να σε φυλάνε» ( Ψαλμός 90:11 ). Στο δρόμο προς τη θάλασσα, εμφανίστηκε ένας Άγγελος Κυρίου, που έλαμπε σαν αστραπή. Βλέποντάς τον, οι υπηρέτες εγκατέλειψαν τον Άγιο Μάμαντα και τράπηκαν σε φυγή έντρομοι. Ο Άγγελος, παίρνοντας τον μάρτυρα, έλυσε το λουρί και, οδηγώντας τον σε ένα ψηλό βουνό στην έρημο κοντά στην Καισάρεια, του διέταξε να ζήσει εκεί.
Ο Άγιος Μάμανας ξεκίνησε τη ζωή του στην έρημο με νηστεία. Σε αυτό το βουνό, νήστεψε σαράντα ημέρες και σαράντα νύχτες και εμφανίστηκε ως δεύτερος Μωυσής ( Έξοδος 24:18 ), έχοντας λάβει έναν νέο νόμο: γιατί μια φωνή και ένα ραβδί κατέβηκαν σε αυτόν από τον ουρανό. Παίρνοντας αυτό το ραβδί, ο Μάμανας, με εντολή από ψηλά, χτύπησε τη γη με αυτό, και αμέσως το Ευαγγέλιο αναδύθηκε από τα βάθη της γης. Μετά από αυτό, έχτισε μια μικρή εκκλησία και προσευχήθηκε σε αυτήν, διαβάζοντας το Άγιο Ευαγγέλιο. Με εντολή του Θεού, άγρια ζώα συνέρρεαν στον Άγιο Μάμαντα από την έρημο, όπως τα πρόβατα σε έναν βοσκό, και, σαν νοήμονα όντα, τον άκουγαν και τον υπάκουαν. Έτρωγε το γάλα των άγριων ζώων, από το οποίο έφτιαχνε τυρί - όχι μόνο για τον εαυτό του αλλά και για τους φτωχούς. Αφού ετοίμασε πολύ τυρί, το μετέφερε στην πόλη της Καισάρειας και το μοίρασε στους φτωχούς.
Σύντομα, φήμες για τον Μάμαντα διαδόθηκαν σε όλη την Καισάρεια. Τότε ο Αλέξανδρος —όχι αυτός που αναφέρθηκε παραπάνω, αλλά κάποιος άλλος— διόρισε κυβερνήτη της Καππαδοκίας εκείνη την εποχή, έναν σκληρό και πολύ κακό άνθρωπο, έχοντας μάθει τα πάντα για τον Μάμαντα, τον θεώρησε μάγο και έστειλε ιππείς πολεμιστές στην έρημο για να τον βρουν και να τον φέρουν πίσω. Κατεβαίνοντας από το βουνό, ο ίδιος ο Άγιος Μάμαντας συνάντησε τους ιππείς και ρώτησε ποιον έψαχναν. Αυτοί, νομίζοντας ότι ήταν ένας βοσκός που έβοσκε τα πρόβατά του στο βουνό, απάντησαν:
- Ψάχνουμε τον Μαμάντ, που ζει κάπου σε αυτή την έρημο· ξέρεις πού είναι;
«Γιατί τον ψάχνετε;» τους ρώτησε ο Μάμαντ.
Οι πολεμιστές απάντησαν:
«Τον ανέφεραν στον κυβερνήτη ότι ήταν μάγος, και έτσι ο κυβερνήτης μας έστειλε να τον πάρουμε για βασανιστήρια.»
Τότε ο Μάμαντ τους είπε:
«Θα σας πω, φίλοι μου, γι' αυτόν, αλλά πρώτα μπείτε στην καλύβα μου και, αφού ξεκουραστείτε λίγο από τη δουλειά σας, δροσιστείτε με φαγητό.»
Οι πολεμιστές τον ακολούθησαν στην κατοικία του, και τους πρόσφερε τυρί. Καθώς άρχισαν να τρώνε, ήρθαν ελάφια και αγριοκάτσικα, συνηθισμένα στο άρμεγμα του ιερού ασκητή. Ο Μάμαντ άρμεξε το γάλα και το πρόσφερε στους πολεμιστές να πιουν, μετά άρχισε να προσεύχεται. Ακόμα περισσότερα ζώα άρχισαν να συγκεντρώνονται. Βλέποντάς τους, οι πολεμιστές φοβήθηκαν και, εγκαταλείποντας το φαγητό τους, ήρθαν στον Μάμαντ. Τους ηρέμησε και στη συνέχεια ανακοίνωσε ότι ήταν ο ίδιος ο Μάμαντος που αναζητούσαν. Τότε του είπαν:
«Αν θέλεις να πας ο ίδιος στον κυβερνήτη, τότε έλα μαζί μας. Αλλά αν δεν θέλεις, τότε άσε μας να πάμε μόνοι μας, γιατί δεν τολμάμε να σε οδηγήσουμε. Αλλά παρακαλούμε τα ζώα να μην μας αγγίζουν.»
Αφού ηρεμησε τους πολεμιστές, ο Μάμαντ τους διέταξε να προχωρήσουν.
«Πήγαινε», είπε, «εσείς πρώτοι, και εγώ θα σας ακολουθήσω μόνος μου».
Αφού έφυγαν από εκεί, οι στρατιώτες περίμεναν την άφιξη του Μάμαν στις πύλες της πόλης, γιατί εμπιστεύονταν απόλυτα τα λόγια ενός τόσο θαυμαστού ανθρώπου και δεν μπορούσαν καν να σκεφτούν κάτι κακό γι' αυτόν. Ο Μάμαν, παίρνοντας μαζί του το λιοντάρι, ακολούθησε τους στρατιώτες. Όταν μπήκε στις πύλες της πόλης, το λιοντάρι έμεινε έξω από την πόλη. Οι στρατιώτες, παίρνοντας τον Μάμαν, τον παρουσίασαν στον κυβερνήτη, Αλέξανδρο.
Ο κυβερνήτης, βλέποντας τον άγιο, άρχισε αμέσως να τον ανακρίνει:
«Είσαι ο μάγος για τον οποίο άκουσα;» είπε.
Ο άγιος απάντησε:
«Είμαι δούλος του Ιησού Χριστού, ο οποίος φέρνει σωτηρία σε όλους όσους πιστεύουν σε Αυτόν και κάνουν το θέλημά Του, αλλά που παραδίδει τους μάγους και τους μάγους στο αιώνιο πυρ. Πες μου: γιατί με κάλεσες κοντά σου;»
«Επειδή», απάντησε ο κυβερνήτης, «δεν ξέρω με ποια μαγεία και φυλαχτά έχεις εξημερώσει άγρια και άγρια θηρία τόσο πολύ που ζεις ανάμεσά τους και, όπως έχω ακούσει, τα διατάζεις σαν να ήταν λογικά όντα».
Ο Άγιος Μάμαντος είπε επίσης σχετικά με αυτό:
«Αυτός που υπηρετεί τον Έναν, Ζωντανό και Αληθινό Θεό δεν θα συμφωνήσει ποτέ να ζει με ειδωλολάτρες και πονηρούς ανθρώπους. Επομένως, προτιμώ να ζω με τα άγρια θηρία στην έρημο παρά μαζί σας στις φωλιές των αμαρτωλών. Διότι τα άγρια θηρία έχουν εξημερωθεί και δεν με υπακούν με μαγεία, όπως νομίζετε — δεν ξέρω καν από τι αποτελείται η μαγεία — αλλά αν και είναι ανόητα πλάσματα, ωστόσο ξέρουν πώς να φοβούνται τον Θεό και να τιμούν τους δούλους Του. Εσείς, όμως, είστε πολύ πιο ανόητοι από τα άγρια θηρία, γιατί δεν τιμάτε τον αληθινό Θεό και ατιμάζετε τους δούλους Του, βασανίζοντάς τους και σκοτώνοντάς τους χωρίς έλεος.»
Ο κυβερνήτης εξοργίστηκε όταν άκουσε αυτά τα λόγια και διέταξε αμέσως να κρεμαστεί ο άγιος μάρτυρας, να μαστιγωθεί το σώμα του και να γδαρθεί με σιδερένια νύχια. Αλλά ο μάρτυρας, αν και σοβαρά τραυματισμένος, το υπέμεινε με τέτοιο θάρρος, σαν να μην ένιωθε πόνο: ούτε φώναξε ούτε στέναξε, και μόνο, με τρυφερότητα, σήκωσε τα μάτια του στον ουρανό, περίμενε βοήθεια από εκεί, την οποία και έλαβε: γιατί ξαφνικά μια φωνή ακούστηκε από τον ουρανό, λέγοντας:
- Να είσαι δυνατός και να μην έχεις κουράγιο, Μαμάντ!
Πολλοί από τους παρόντες πιστούς άκουσαν αυτή τη φωνή και ενδυναμώθηκαν περαιτέρω στην πίστη τους. Ο Άγιος Μάμας, ωστόσο, πλήρως ενδυναμωμένος από αυτή τη φωνή, δεν έδωσε σημασία στα βασανιστήριά του. Βασάνισαν τον άγιο για πολύ καιρό, μαστιγώνοντας το σώμα του. Τελικά, τον έριξαν στη φυλακή μέχρι να προετοιμάσουν τον φούρνο στον οποίο ο κυβερνήτης σκόπευε να τον κάψει. Υπήρχαν έως και σαράντα άλλοι κρατούμενοι στη φυλακή. Όταν εξαντλήθηκαν από την πείνα και τη δίψα, ο Άγιος Μάμας προσευχήθηκε - και ιδού, ένα περιστέρι πέταξε στη φυλακή από το παράθυρο, κρατώντας τροφή στο στόμα του, λαμπερή σαν μαργαριτάρια και πιο γλυκιά από το μέλι. Αφού το έβαλε μπροστά στον Άγιο Μάμα, το περιστέρι πέταξε έξω. Αυτή η τροφή πολλαπλασιάστηκε για όλους τους κρατούμενους, όπως ακριβώς τα μικρά ψωμιά πολλαπλασιάζονταν κάποτε στην έρημο για ένα πλήθος ανθρώπων ( Ματθαίος 14:19-20 ). Αφού έλαβαν αυτή τη θαυματουργή τροφή, οι κρατούμενοι ενδυναμώθηκαν. Και πάλι, μέσω της προσευχής του Αγίου Μάμα, τα μεσάνυχτα άνοιξαν οι πόρτες της φυλακής και όλοι οι κρατούμενοι βγήκαν έξω. Μόνο ο Άγιος Μάμας παρέμεινε. Όταν το καμίνι έκαιγε άγρια, ο μάρτυρας βγήκε από τη φυλακή και ρίχτηκε στο πύρινο καμίνι. Αλλά ο Θεός, που κάποτε πότισε το βαβυλωνιακό καμίνι για τους τρεις νέους ( Δαν. 3:49-50 ), πότισε και τη φωτιά για τον Μάμαν και δημιούργησε ένα δροσερό μέρος για τον δούλο Του ανάμεσα στις φλεγόμενες φλόγες. Ο μάρτυρας, τραγουδώντας και δοξάζοντας τον Θεό σε αυτό το καμίνι, παρέμεινε μέσα σε αυτό για τρεις ημέρες, μέχρι που το καμίνι κρύωσε εντελώς και τα κάρβουνα έγιναν στάχτη. Τρεις ημέρες αργότερα, ο ηγεμόνας, βλέποντας ότι ο Μάμαν ήταν ακόμα ζωντανός, έμεινε έκπληκτος και είπε:
– Είναι όντως τόσο μεγάλη η δύναμη αυτού του μάγου που ούτε η φωτιά δεν μπορεί να τον αγγίξει;
Πολλοί από τον λαό, βλέποντας ότι η φωτιά δεν άγγιξε καθόλου τον άγιο και δεν τον έβλαψε, αναγνώρισαν τον αληθινό Θεό και, αποδίδοντας αυτό το θαύμα μόνο σε Αυτόν, δόξασαν τη δύναμή Του.
Ο τρελός κυβερνήτης, ωστόσο, αρνήθηκε να αναγνωρίσει τον Παντοδύναμο Θεό. Αφού έβγαλε τον μάρτυρα από το καμίνι και είδε ότι η φωτιά δεν τον είχε βλάψει, το απέδωσε σε μαγεία και βλασφήμησε την αλήθεια. Τελικά, καταδίκασε τον μάρτυρα να καταβροχθιστεί από άγρια θηρία. Έφεραν τον άγιο στο τσίρκο και άφησαν μια πεινασμένη αρκούδα πάνω του. Αλλά αυτή, πλησιάζοντας, τον προσκύνησε και ξάπλωσε στα πόδια του, αγκαλιάζοντας τα πόδια του. Έπειτα άφησαν μια λεοπάρδαλη, αλλά κι αυτή αγκάλιασε ταπεινά τον λαιμό του, φίλησε το πρόσωπό του και έγλειψε τον ιδρώτα από το μέτωπό του. Εκείνη τη στιγμή, ένα λιοντάρι ήρθε τρέχοντας - το ίδιο ακριβώς που είχε συνοδεύσει τον άγιο από την έρημο - και, πηδώντας στο τσίρκο, είπε στον άγιο με ανθρώπινη φωνή (γιατί ο Θεός, σε μια εκδήλωση της παντοδύναμης δύναμής Του, άνοιξε το στόμα του θηρίου, όπως έκανε κάποτε στο γαϊδούρι του Βαλαάμ) τα ακόλουθα λόγια:
- Εσύ είσαι ο βοσκός μου που με τρέφεις στο βουνό!
Και αφού είπε αυτά, όρμησε αμέσως πάνω στο πλήθος, το οποίο ήταν αμέτρητο πλήθος, Έλληνες και Εβραίοι, ενήλικες και παιδιά. Με θέλημα Θεού, οι πόρτες του τσίρκου κλείδωσαν και το θηρίο διέλυσε το πλήθος, έτσι ώστε ο ίδιος ο κυβερνήτης μόλις που γλίτωσε: ελάχιστοι από όσους ήταν στο τσίρκο γλίτωσαν από την οργή του λιονταριού, το οποίο άρπαξε και κατασπάραξε τους πάντες με αγριότητα. Αλλά ο άγιος εξημέρωσε το λιοντάρι και το έστειλε στην έρημο. Ο κυβερνήτης, συλλαμβάνοντας ξανά τον άγιο, τον κράτησε για κάποιο χρονικό διάστημα στη φυλακή και, φέρνοντάς τον πίσω στο τσίρκο, εξαπέλυσε εναντίον του το πιο άγριο λιοντάρι. Αλλά και αυτό το λιοντάρι, αμέσως πράο, ξάπλωσε στα πόδια του αγίου. Βλέποντας αυτό, ο λαός έτριξε τα δόντια του στον άγιο με θυμό και φώναξε στον κυβερνήτη:
- Πάρτε το λιοντάρι μακριά, και θα λιθοβολήσουμε αυτόν τον μάγο!
Και άρχισαν να πετούν πέτρες στον μάρτυρα. Ένας από τους ειδωλολάτρες ιερείς, με εντολή του βασανιστή, χτύπησε τον άγιο δυνατά στην κοιλιά με μια τρίαινα και την άνοιξε, έτσι ώστε όλα τα εντόσθιά του να πέσουν έξω. Αφού τα μάζεψε και τα κράτησε στα χέρια του, ο Άγιος Μάμας έφυγε από την πόλη. Το αίμα του, που έρεε σαν νερό, συνέλεξε σε ένα αγγείο μια από τις πιστές γυναίκες. Αφού περπάτησε περίπου 200 οργιές, ο Άγιος Μάμας βρήκε μια σπηλιά σε έναν βραχώδη βράχο και κοιμήθηκε μέσα σε αυτήν. Εκεί άκουσε μια φωνή από τον ουρανό να τον καλεί στα ουράνια βασίλεια και με χαρά παρέδωσε το πνεύμα του στα χέρια του Κυρίου, για τον Οποίο είχε τόσο θερμά υποφέρει .
Έτσι ο Άγιος Μάμας έλαβε το στέφανο του μαρτυρίου. Τα ιερά λείψανά του τάφηκαν από τους πιστούς στον τόπο του θανάτου του, και πολλές θεραπείες και θαύματα συνέβησαν εκεί, όπως φαίνεται καθαρά από τα λόγια του Μεγάλου Βασιλείου , ο οποίος, στο κήρυγμά του προς τον λαό κατά την ημέρα της εορτής του αγίου μάρτυρα Μάμαντος, λέει:
– Θυμηθείτε τον άγιο μάρτυρα – όσους τον είδαν σε όραμα, ποιος από αυτούς που ζουν σε αυτόν τον τόπο τον έχει βοηθό, ποιον από αυτούς που επικαλούνται το όνομά του βοήθησε έμπρακτα, ποιον από αυτούς που χάθηκαν στη ζωή οδήγησε, ποιον από ασθένειες θεράπευσε, ποιον από τα παιδιά, ήδη νεκρά, επανέφερε στη ζωή, ποιον από τους οποίους συνέχισε τη ζωή – όλοι, συγκεντρωθείτε, δοξάστε τον μάρτυρα.
Όταν ο Ιουλιανός ο Αποστάτης , ακόμα στη νεότητά του και επιθυμώντας να αφήσει πίσω του ένα μνημείο ευσέβειας (αν και ήδη λύκος με ένδυμα προβάτου), άρχισε να χτίζει μια μεγαλοπρεπή εκκλησία προς τιμήν του αγίου μάρτυρα Μάμαντος πάνω στον τάφο του (δεν το έκανε αυτό από ευσέβεια, αλλά από ματαιοδοξία και υποκρισία), τότε ένα πραγματικά ένδοξο θαύμα μπόρεσε να φανεί. Γιατί ό,τι χτιζόταν την ημέρα καταστράφηκε τη νύχτα: οι ανυψωμένοι πυλώνες έγιναν σωρό. Μερικές από τις πέτρες δεν μπορούσαν να συγκρατηθούν σωστά στον τοίχο, άλλες έγιναν τόσο σκληρές που δεν μπορούσαν να πελεκηθούν. Άλλες θρυμματίστηκαν και κάθε πρωί το τσιμέντο και τα τούβλα βρίσκονταν σκορπισμένα από τον άνεμο και παρασυρμένα από τη θέση τους. Και αυτό ήταν μια καταγγελία της κακίας του Ιουλιανού και ένα σημάδι του μελλοντικού διωγμού του κατά της Εκκλησίας του Θεού. Ένα τέτοιο θαύμα έλαβε χώρα στον τάφο του αγίου: γιατί ο άγιος δεν ήθελε να χτιστεί μια εκκλησία προς τιμήν του για όσους σύντομα θα αντιμετώπιζαν διωγμό για την αληθινή πίστη.
Διὰ τῶν εὐχῶν, Κύριε, τοῦ μάρτυρος Μαμᾶ σου, κάνε ὑπὲρ ἡμῖν σημεῖον καλῶς καὶ ἐλεύθερωσί μας ἀπὸ τῶν διώκοντών μας, ἵνα Σε δοξάζομεν μετὰ Πατῆς καὶ Πνεύματος ἁγίου εἰς τοὺς αἰῶνας, αμήν.
Κοντάκιον, Ήχος 3:
Με το ιερό ραβδί που σου δόθηκε από τον Θεό, προστάτεψε τον λαό σου σε ζωογόνα βοσκοτόπια· και συνέτριψε τα αόρατα και αδάμαστα θηρία κάτω από τα πόδια εκείνων που σου ψάλλουν· γιατί όλοι όσοι βρίσκονται σε δύσκολη θέση σε έχουν ως θερμό μεσίτη τους, Μαμάντε.
* * *
Σημειώσεις
Η Παφλαγονία ήταν επαρχία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας που βρισκόταν στα νότια της Μικράς Ασίας.
Η ανώτατη τάξη στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, που αντιστοιχούσε στην ευγενή μας αριστοκρατία, ονομαζόταν πατρίκιοι.
Η Γάγγρα είναι η κύρια πόλη της Παφλαγονίας.
Αρκετές πόλεις έφεραν το όνομα Καισάρεια. Η Καισάρεια, η πρωτεύουσα της ρωμαϊκής επαρχίας της Καππαδοκίας, καταστράφηκε αργότερα από σεισμό.
Ο αυτοκράτορας Αυρηλιανός βασίλευσε από το 270 έως το 275.
Ο Σέραπις ήταν μια παγανιστική θεότητα που απεικονιζόταν ως άνδρας σε θρόνο, κρατώντας ένα σκήπτρο και έναν αετό στα πόδια του. Στο κεφάλι του υπήρχε ένα καλάθι, σύμβολο αφθονίας. Προσωποποιούσε την αρσενική και παραγωγική δύναμη της φύσης. Κατά την εποχή του μάρτυρα Μάμαντος, η λατρεία αυτού του ειδώλου ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένη στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.
Η πόλη των Αιγών βρισκόταν στην επαρχία της Κιλικίας, στη Μικρά Ασία, στον κόλπο της Ισσού.
Ο Γολιάθ είναι ένας διάσημος βιβλικός γίγαντας, ένας Φιλισταίος, που θεωρείται ανίκητος και έπεσε σε μονομαχία με τον Δαβίδ ( Α΄ Σαμουήλ 17:1-58 ).
Ένα τσίρκο ήταν μια πλατεία που περικλείονταν από μια σειρά από παγκάκια ή έναν τοίχο. Εκεί, οι μαχητές ανταγωνίζονταν μεταξύ τους και με άγρια ζώα. Οι Χριστιανοί ρίχνονταν σε αυτήν την πλατεία ή αρένα και στη συνέχεια τα άγρια ζώα, που κρατούνταν σε ειδικά κλουβιά στο τσίρκο, απελευθερώνονταν.
Ο Μάμας πέθανε το 275.
Ο αυτοκράτορας Ιουλιανός βασίλεψε από το 361 έως το 363. Αφού έγινε αυτοκράτορας, αποστάτησε από τη χριστιανική πίστη και έκανε έργο ζωής την αποκατάσταση του παγανισμού. Για αυτόν τον λόγο, ονομάζεται Αποστάτης.








































Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου