



Άγιοι Αθανάσιος ο Μέγας και Κύριλλος
Πατριάρχες Αλεξανδρείας
Eις τον Aθανάσιον.
Ἀθανάσιον καὶ θανόντα ζῆν λέγω.
Οἱ γὰρ δίκαιοι ζῶσι καὶ τεθνηκότες.
Εις την φυγήν Κυρίλλου.
Φυγῆς Κυρίλλου σήμερον μνήμην ἄγει,
Ἀλλ' οὐ τελευτῆς τῆς ἀειμνήστου κτίσις.
Τάρχυσαν ὀγδοάτῃ δεκάτῃ νέκυν Ἀθανασίου.
Святители Афанасий, Кирилл Александрийские, Игнатий Богоносец. Икона (таблетка). Новгород. Конец XV в. 24 х 19. Из Софийского собора. Новгородский музей. Άγιοι Αθανάσιος, Κύριλλος Αλεξανδρείας, Ιγνάτιος Αντιοχείας. Εικονίδιο τού τέλους τού 15ου αιώνα μ.Χ. στον Καθεδρικό Ναό τἠς Αγίας Σοφίας Νόβγκοροντ Τώρα ευρίσκεται στο Μουσείο Νόβγκοροντ. Ρωσία | |||
Βιογραφία Ο Μέγας Αθανάσιος γεννήθηκε το 295 μ.Χ. από φτωχούς αλλά ενάρετους γονείς, γεγονός που του στέρησε τη δυνατότητα για ανώτερες σπουδές. Όμως ο πανάγαθος Θεός τον προίκισε με πλούσια πνευματικά προσόντα. Λαμβάνει τη στοιχειώδη εκπαίδευση και στη συνέχεια μελετά μόνος του για να φθάσει σε υψηλότατα επίπεδα γνώσης και σοφίας. Από πολύ νέος έδειξε την κλίση του προς την Εκκλησία. 25 ετών χειροτονείται διάκονος από τον πατριάρχη Αλεξανδρείας Αλέξανδρο, τον οποίο ακολουθεί στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο το 325 μ.Χ., στη Νίκαια της Βιθυνίας. Αναδεικνύεται πρωτεργάτης στην καταδίκη της αιρετικής διδασκαλίας του Αρείου. Свт. Афанасий. Феофан Критский и Симеон. Фреска церкви свт. Николая. Монастырь Ставроникита. Афон. 1546 год. Άγιος Αθανάσιος ο Μέγας. Τοιχογραφία (Fresco) τού έτους 1546 μ.Χ. από τον Θεοφάνη τον Κρήτα και τον Συμεών στο Παρεκκλήσιο τού Αγίου Νικολάου τής Ιεράς Μονής Σταυρονικήτα. Αγίου Όρους Святитель Афанасий Великий, Архиепископ Александрийский. Фреска 1477 год. церкви Святых Константина и Елены в Охриде Άγιος Αθανάσιος ο Μέγας. Τοιχογραφία (Fresco) τού έτους 1477 μ.Χ. στόν Ιερό Ναό Αγίων Κωνσταντίνου καί Ελένης στήν Οχρίδα (Αχρίδα). Σκόπια Святитель Афанасий Великий, Архиепископ Александрийский. Фреска 1316 - 1318 годы. церкви Св. Георгия в Старо Нагоричино Иконописцы Михаил Астрапа и Евтихий. Άγιος Αθανάσιος ο Μέγας. Τοιχογραφία (Fresco) μεταξύ τών ετών 1316- 1318 μ.Χ. στόν Ιερό Ναό Αγίου Γεωργίου στο Στάρο Ναγκορίτσινο. Σκόπια Святитель Афанасий Великий, Архиепископ Александрийский. Фреска XIV век. Лесновского монастыря, Άγιος Αθανάσιος ο Μέγας, Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Τοιχογραφία τού 14ου αιώνα μ.Χ. στην Ιερά Μονή Λεσνόφσκι. Σκόπια Святитель Афанасий Великий, Архиепископ Александрийский. Фреска XVI век монастыря Святого Неофита близ города Пафос, Кипр. Άγιος Αθανάσιος ο Μέγας, Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Τοιχογραφία τού 16ου αιώνα μ.Χ. στην Ιερά Μονή Αγίου Νεοφύτου στην Πάφο. Κύπρος Святитель Афанасий Великий, Архиепископ Александрийский. Фреска XIII век. церкви Святой Троицы в монастыре Сопочаны, Сербия. Άγιος Αθανάσιος ο Μέγας, Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Τοιχογραφία τού 13ου αιώνα μ.Χ. στον Ιερό Ναό Αγίας Τριάδος τής Ιεράς Μονής Σοποτσάνι που ευρίσκεται κοντά στην πόλη Novi Pazar (νότια της Σερβίας). Свт. Афанасий. Фреска. Cербия ( Στου. 1209 г. Άγιος Αθανάσιος. Τοιχογραφία (Fresco) τού έτους 1209 μ.Χ. στην Ιερά Μονή Στουντένιτσας. Σερβία : St. Athanasius of Alexandria. Church of Holy Apostles (built c. 1250 frescoes c. 1260). from the Serbian Patriarchate in Peć Άγιος Αθανάσιος Αλεξανδρείας. Τοιχογραφία (Fresco) τού έτους 1260 μ.Χ. στόν Ιερό Ναό τών Αγίων Αποστόλων στην Μονή Πατριαρχείο Πεκίου στημ πολή Pec (Πέγια ή Πετσ) . Κοσσυφοπέδιο Σερβία Святитель Афанасий Великий, Архиепископ Александрийский. Фреска собора Христа Спасителя в Цаленджихе, Грузия. Άγιος Αθανάσιος ο Μέγας, Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Τοιχογραφία τού Καθεδρικού Ιερού Ναού τού Χριστού Σωτήρος στην Τσαλαντζίικα της Γεωργίας. Святитель Афанасий Великий, Архиепископ Александрийский. Икона. Византийский музей в Кастории, Греция. Άγιος Αθανάσιος ο Μέγας, Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Εικόνα στο Βυζαντινό Μουσείο Καστοριάς Свт. Афанасий. Икона. Русь. XVI в. Άγιος Αθανάσιος. Ρωσική Εικόνα τού 16ου αιώνα μ.Χ. Святитель Афанасий Великий, Архиепископ Александрийский, и Преподобный Антоний Новый, Веррийский. Икона. Византийский музей в Салониках. Ο Άγιος Αθανάσιος Πατριάρχης Αλεξανδρείας με τόν ¨Οσιο Αντώνιο τον Νέο,τής Βεροίας Εικόνα στο Βυζαντινό Μουσείο στη Θεσσαλονίκη. Το 328 μ.Χ. και σε ηλικία 33 ετών εκλέγεται πανηγυρικά πατριάρχης Αλεξανδρείας. Από τη θέση αυτή αντιμετωπίζει ένα φοβερό πόλεμο εκ μέρους των αιρετικών οπαδών του Αρείου. Όμως ο άγιος, χάρη στην μεγάλη πνευματικότητά του και τη ζέουσα πίστη στο Θεό, κατορθώνει να βγει νικητής απ’ όλες αυτές τις δοκιμασίες ακόμη και από τις πέντε εξορίες που του επιβλήθηκαν, καθώς ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ο Β΄ ήταν οπαδός του Αρειανισμού. Εκοιμήθη εν ειρήνη το 373 μ.Χ. (Успение Афанасия Великого. Миниатюра из "Григория Богослова 16 слов", 3-я четв. XI в.) Κοίμηση τού Αγίου Αθανασίου. Μικρογραφία (Μινιατούρα) τού τρίτου τετάρτου τού 11ου αιώνα μ.Χ. από τόν «16ο Λόγο του Γρηγορίου του Θεολόγου". ![]() Ο Άγιος Κύριλλος έζησε επί βασιλείας Θεοδοσίου του Μικρού και γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια το 370 μ.Χ. από εύπορους γονείς της ελληνικής κοινωνίας της πόλεως. Ανεψιός του αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας Θεοφίλου ο Κύριλλος, έλαβε μεγάλη θεολογική μόρφωση, ώστε έγινε κατόπιν διάδοχος του θείου του, στον αρχιεπισκοπικό θρόνο Αλεξανδρείας. Святитель Кирилл, Архиепископ Александрийский. Фреска Конец XIII века. монастыря Протат на Святой Горе Афон. Иконописец Мануил Панселин. Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας. Τοιχογραφία (Fresco) τού τέλους τού 13ου αιώνα μ.Χ. στό Πρωτάτο. Καρυές. Άγιον Όρος έργο τού αγιογράφου Μανουήλ Πανσέληνου Свт. Кирилл. Феофан Критский и Симеон. Фреска церкви свт. Николая. Монастырь Ставроникита. Афон. 1546 год. Άγιος Κύριλλος.Τοιχογραφία (Fresco) τού έτους 1546 μ.Χ. από τον Θεοφάνη τον Κρήτα και τον Συμεών στο Παρεκκλήσιο τού Αγίου Νικολάου τής Ιεράς Μονής Σταυρονικήτα. Αγίου Όρους Cyril of Alexandria. Kariye Camii, Müzesi or Chora Church, Istanbul Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας στην Μονή ής Χώρας, γνωστή σήμερα ως Καριγιέ Τζαμί (τουρκ. Kariye Camii ή Kariye Müzesi), πού υπήρξε ελληνικό χριστιανικό Μοναστήρι στην Κωνσταντινούπολη Святитель Кирилл, Архиепископ Александрийский. Византийская фреска. Кастория, Греция. Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας. Τοιχογραφία (Fresco) στήν Καστοριά Святитель Кирилл, Архиепископ Александрийский. Фреска XVI век монастыря Святого Неофита близ города Пафос, Кипр. Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας. Τοιχογραφία (Fresco) τού 16ου αιώνα μ.Χ. στην Ιερά Μονή Νεοφύτου τού Εγκλείστου Πάφος. Κύπρος St. Cyril of Alexandria Fresco at Râşca Monastery (Romania) Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας. Τοιχογραφία (Fresco) στην Ιερά Μονή Ράσκα Σουτσεάβα Ρουμανία Святитель Кирилл, Архиепископ Александрийский. Фреска 1477 год. церкви Святых Константина и Елены в Охриде Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας. Τοιχογραφία (Fresco) τού έτους 1477 μ.Χ. στόν Ιερό Ναό Αγίων Κωνσταντίνου καί Ελένης στήν Οχρίδα (Αχρίδα). Σκόπια Свт. Кирилл. Фреска. 1209 г. Сербия (Студеница). Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας. Τοιχογραφία (Fresco) τού έτους 1209 μ.Χ. στην Ιερά Μονή Στουντένιτσας. Σερβία Святитель Кирилл, Архиепископ Александрийский. Фреска XIII век. церкви Святой Троицы в монастыре Сопочаны, Сербия. Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας. Τοιχογραφία (Fresco) τού 13ου αιώνα μ.Χ. στόν Ιερό Ναό Αγίας Τριάδος τής Ιεράς Μονής Σοποτσάνι. Σερβία ![]() ![]() Святитель Кирилл, Архиепископ Александрийский. Фреска . До 1418 года.церкви Святой Троицы в монастыре Манасия (Ресава), Сербия. Ο Άγιος Κύριλλος Πατριάρχης Αλεξανδρείας Τοιχογραφία (Fresco) μέχρι τού έτους 1418 μ.Χ. στον Ιερό Ναό Αγίας Αγίας Τριάδος τής Ιεράς Μονής Μανασσή (Manasija Μοναστήρι ( Σέρβων. Manastir Manasiјa ), επίσης γνωστή ως Ρεσάβα Μοναστήρι - Σερβικό Ορθόδοξο μοναστήρι, που ιδρύθηκε από τον Δεσπότη Στέφαν Lazarevich μεταξύ 1407 και 1418 χρόνια, κοντά Δεσπότοβατς και ταυτόχρονα μια οχυρωμένη (τείχη με 11 πύργους). ![]() ![]() Святитель Кирилл, Архиепископ Александрийский. Фреска 1388 - 1389 годы. церкви Святого Андрея на Треске (Андрияш), Иконописец митрополит Йован Зограф. Ο Άγιος Κύριλλος Πατριάρχης Αλεξανδρείας Τοιχογραφία (Fresco) μεταξύ τών ετών 1388 - 1389 μ.Χ. στον Ιερό Ναό Αγίου Αποστόλου Ανδρέα στο Treske (Andriyash) κοντά στην πόλη των Σκοπίων έργο τού Μητροπολίτ Ιωάννη τού Β΄(Ζωγράφου) καί τού αδελφού του Ιερομονάχου Μακαρίου ![]() ![]() Святитель Кирилл, Архиепископ Александрийский. Фреска Около 1376 года. церкви Св. Димитрия в Марковом монастыре близ Скопье Ο Άγιος Κύριλλος Πατριάρχης Αλεξανδρείας Τοιχογραφία (Fresco) τού έτους περίπου 1376 μ.Χ. στον Ιερό Ναό τού Αγίου Δημητρίου τής Ιεράς Μονής Μάρκουβ κοντά στα Σκόπια ![]() СВТ. КИРИЛЛ АЛЕКСАНДРИЙСКИЙ ПОУЧАЕТ В СОБОРЕ. РОСПИСЬ КИРИЛЛОВСКОЙ ЦЕРКВИ В КИЕВЕ. 1170-е гг. Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας. Τοιχογραφία (Fresco) τού έτους 1170 μ.Χ. στον Ιερό Ναό Αγίου Κυρίλλου Κιέβου. Ουκρανία ![]() Свт. Кирилл. Фреска. Сербия. Άγιος Κύριλλος. Τοιχογραφία (Fresco) στην Σερβία Святитель Кирилл, Архиепископ Александрийский. Икона. Кипр. Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας. Εικόνα. Κύπρος ![]() СВЯТИТЕЛЬ КИРИЛЛ ПАТРИАРХ АЛЕКСАНДРИЙСКИЙ. ИКОНА XV В. ИЗ АФОНСКОГО МОНАСТЫРЯ ПАНТОКРАТОР. Άγιος Κύριλλος Πατριάρχης Αλεξανδρείας.. Εικόνα τού 15ου αιώνα μ.Χ. στην Ιερά Μονή Παντοκράτορος. Άγιον Όρος ![]() Святители Кирилл, Архиепископы Александрийские. Фрагмент Икона Византия, XIV век. ГЭ. Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας. Τμήμα Εικόνας βυζαντινής τού 14ου μ.Χ St Cyril of Alexandria. 1654. Emmanuel Tzanes (Buniales). The Antivouniotissa museum, Corfu, Greece. Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας. Εικόνα τού έτους 1654 μ.Χ. από τόν αγιογράφο Ιερέα Εμμανουήλ Τζάνες τον επιλεγόμενο και Μπουνιαλής, πού ευρίσκεται στο Βυζαντινό Μουσείο Αντιβουνιώτισσας πού στεγάζεται στον Ι.Ν. Κυράς Αντιβουνιώτισσας στην πόλη της Κέρκυρας. Όταν έγινε η Γ' Οικουμενική Σύνοδος το 431 μ.Χ. στην Έφεσο, ο Κύριλλος υπήρξε πρόεδρος αυτής και συνετέλεσε να γκρεμιστούν οι κακοδοξίες του δυσεβούς Νεστορίου, για το πρόσωπο της υπεραγιάς Δεσποίνης ημών Θεοτόκου. Με πολλά πνευματικά κατορθώματα στο ενεργητικό του, ο Κύριλλος παρέδωσε ειρηνικά το πνεύμα του στον Κύριο την 27η Ιουνίου του 444 μ.Χ., αφού πατριάρχευσε για 32 περίπου χρόνια. Δικαίως ο Άγιος Αναστάσιος ο Σιναΐτης τον προσονόμασε «σφραγίδα των Πατέρων». Η Εκκλησία θέλησε να αδελφώσει την μνήμη των δύο Μεγάλων Πατέρων αυτής και Αρχιεπισκόπων Αλεξανδρείας, του Μεγάλου Αθανασίου, πρωταγωνιστή κατά του Αρειανισμού, και του Αγίου Κυρίλλου, πρωταγωνιστή κατά του Νεστοριανισμού και όρισε το συνεορτασμό τους στις 18 Ιανουαρίου. Η Σύναξη των Αγίων Αθανασίου και Κυρίλλου ετελείτο στη Μεγάλη Εκκλησία. Να σημειώσουμε τέλος, ότι ο Άγιος Κύριλλος, εορτάζεται και στις 9 Ιουνίου. Преподобные Антоний Великий. Миниатюра Минология Василия II. Константинополь. 985 г. Ватиканская библиотека. Рим. Άγιοι Αθανάσιος καί Κύριλλος . Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο τοῦ Βασίλειος Β '. 985 μ.Χ. Κωνσταντινούπολη. Τώρα εὑρίσκεται στήν Βιβλιοθήκη τοῦ Βατικανοῦ. Ρώμη Святитель Афанасий Великий, Александрийский, патриарх; Византия; XI в.; памятник: Императорский менологий cod. Walters 521 на январь; местонахождение: США. Балтимор. WAM (Walters Art Museum) Ο Άγιος Αθανάσιος Πατριάρχης Αλεξανδρείας Αυτοκρατορικό Μηνολόγιο ( μηνός Ιανουαρίου) τού 11ου αιώνα μ.Χ. το οποίο είναι μια βυζαντινή συλλογή βιογραφιών αγίων. Imperial Cod. Walters 521 WAM (Μουσείο Τέχνης Walters) ΗΠΑ. Βαλτιμόρη. Святитель Кирилл, Александрийский, патриарх; Византия; XI в.; памятник: Императорский менологий cod. Walters 521 на январь; местонахождение: США. Балтимор. WAM (Walters Art Museum) Ο Άγιος Κύριλλος Πατριάρχης Αλεξανδρείας Αυτοκρατορικό Μηνολόγιο ( μηνός Ιανουαρίου) τού 11ου αιώνα μ.Χ. το οποίο είναι μια βυζαντινή συλλογή βιογραφιών αγίων. Imperial Cod. Walters 521 WAM (Μουσείο Τέχνης Walters) ΗΠΑ. Βαλτιμόρη. Афанасий и Кирилл патриархи Александрийские, свт., Маркиан Кирский, прп. (18 января) Менологий 18-21 января; Византия. Греция; XIV в.; памятник: Византийский менологий (Byzantine illumination Menologion); 10 x 13 см.; местонахождение: Англия. Оксфорд. Бодлеанская Библиотека (Bodleian Library) Οι Άγιοι Αθανάσιος καί Κύριλλος Πατριάρχες Αλεξανδρείας καί Όσιος Μαρκιανός τού Κύρρου Βυζαντινό Μηνολογία (18-21 Ιανουαρίου) τού 14ου αιώνα μ.Χ. Τώρα ευρίσκεται στην Βιβλιοθήκη Bodleian. Οξφόρδη. Αγγλία Όταν έγινε η Γ' Οικουμενική Σύνοδος το 431 μ.Χ. στην Έφεσο, ο Κύριλλος υπήρξε πρόεδρος αυτής και συνετέλεσε να γκρεμιστούν οι κακοδοξίες του δυσεβούς Νεστορίου, για το πρόσωπο της υπεραγιάς Δεσποίνης ημών Θεοτόκου. Με πολλά πνευματικά κατορθώματα στο ενεργητικό του, ο Κύριλλος παρέδωσε ειρηνικά το πνεύμα του στον Κύριο την 27η Ιουνίου του 444 μ.Χ.,, αφού πατριάρχευσε για 32 περίπου χρόνια. Δικαίως ο Άγιος Αναστάσιος ο Σιναΐτης τον προσονόμασε «σφραγίδα των Πατέρων».
Ιερά Λείψανα Μέρος της παλάμης του Αγίου Αθανασίου βρίσκεται στο Προσκύνημα Αγ. Νεκταρίου Καμαρίζης Λαυρίου.
| |||
Ἀπολυτίκιον Ἦχος γ’. Θείας πίστεως. Ἒργοις λάμψαντες, Ὀρθοδοξίας, πᾶσαν σβέσαντες κακοδοξίαν, νικηταί τροπαιοφόροι γεγόνατε· τῇ εὐσεβείᾳ τά πάντα πλουτίσαντες, τήν Ἐκκλησίαν μεγάλως κοσμήσαντες, ἀξίως εὕρατε Χριστόν τόν Θεόν, δωρούμενον πᾶσι τό μέγα ἔλεος. Минея - Июнь (фрагмент). Икона. Русь. Начало XVII в. Церковно-Археологический Кабинет Московской Духовной Академии. Άγιος Κύριλλος. Μηναῖο - Ιούνιος (τεμάχιο). Εἰκονίδιο στίς ἀρχές τοῦ 17ου αἰώνα μ.Χ. στήνἘκκλησία καί τό Αρχαιολογικό Μουσεῖο τῆς Θεολογικῆς Ἀκαδημίας τῆς Μόσχας . Минея - Январь (фрагмент). Икона. Русь. Начало XVII в. Церковно-Археологический Кабинет Московской Духовной Академии. Άγιος Αθανάσιος Μηναῖο - Ιανουάριος (τεμάχιο). Εἰκονίδιο στίς ἀρχές τοῦ 17ου αἰώνα μ.Χ. στήνἘκκλησία καί τό Αρχαιολογικό Μουσεῖο τῆς Θεολογικῆς Ἀκαδημίας τῆς Μόσχας . Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Μετὰ τὴν α' Στιχολογίαν, Κάθισμα Μετὰ τὴν β' Στιχολογίαν, Κάθισμα Μετὰ τὸν Πολυέλεον, Κάθισμα
Κοντάκιον
Ὁ Οἶκος
Ἐξαποστειλάριον | |||
Ο βίος του Αγίου Πατρός ημών Αθανασίου, Αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας
Εορτάζεται στις 18 Ιανουαρίου
Ο Άγιος Αθανάσιος ο Μέγας , αυτό το ζωντανό και αθάνατο παράδειγμα αρετής και θεάρεστης ζωής, γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια, την περίφημη πρωτεύουσα της Αιγύπτου, το 658. Οι γονείς του ήταν Χριστιανοί, ευσεβείς και ενάρετοι άνθρωποι. Ακόμα και στα νιάτα του Αθανασίου, το ακόλουθο περιστατικό προμήνυε τη μελλοντική μεγάλη επισκοπική του δράση.
Μια μέρα, ο Αθανάσιος έπαιζε με τους συνομηλίκους του στην παραλία. Τα παιδιά μιμούνταν ό,τι έβλεπαν στην εκκλησία, απεικονίζοντας μέσα από το παιχνίδι τους τον κλήρο του Θεού και τις εκκλησιαστικές τελετουργίες. Επέλεξαν τον Αθανάσιο ως επίσκοπό τους. Ονόμασε επίσης μερικούς πρεσβυτέρους και άλλους διακόνους. Αυτοί οι τελευταίοι του έφεραν άλλα παιδιά - ειδωλολάτρες που δεν είχαν ακόμη βαπτιστεί. Ο Αθανάσιος τα βάπτισε με θαλασσινό νερό, προφέροντας τα λόγια που ορίζονται για το μυστήριο του αγίου βαπτίσματος, όπως είχε ακούσει από τον ιερέα στην εκκλησία. Σε αυτό, πρόσθεσε ένα μάθημα κατάλληλο για την παιδική του ηλικία. Ταυτόχρονα, ο Άγιος Αλέξανδρος 659 ήταν Πατριάρχης Αλεξανδρείας . Τυχαίνει να κοιτάξει έξω από τα παράθυρα του σπιτιού του, το οποίο βρισκόταν σε ένα υπερυψωμένο σημείο κοντά στη θάλασσα, και βλέποντας παιδιά να παίζουν, παρακολουθούσε με έκπληξη τον Αθανάσιο να τελεί το βάπτισμα. Αμέσως διέταξε να φέρουν όλα τα παιδιά σε αυτόν. Ρωτώντας τα παιδιά λεπτομερώς, ο πατριάρχης προσπάθησε να ανακαλύψει ποιους είχαν βαπτίσει, πώς τα είχαν ρωτήσει πριν από το βάπτισμα και ποιες ήταν οι απαντήσεις τους. Έμαθε ότι είχαν εκτελέσει το παιχνίδι τους σύμφωνα με τους εκκλησιαστικούς κανονισμούς. Αφού συμβουλεύτηκε τον κλήρο του, αναγνώρισε το βάπτισμα των ειδωλολατρών παιδιών από τον Αθανάσιο ως γνήσιο και το ολοκλήρωσε με χρίσμα. Στη συνέχεια κάλεσε τους γονείς των παιδιών, οι οποίοι ενεργούσαν ως ιερείς, και τους συμβούλεψε να τα αναθρέψουν για την ιεροσύνη. Ο Άγιος Αλέξανδρος έδωσε εντολή στους γονείς του Αθανασίου να τον αναθρέψουν με ευσέβεια και φιλολογία, και στη συνέχεια, όταν ενηλικιωθεί, να τον φέρουν κοντά του και να τον αφιερώσουν στον Θεό και στην Αγία Εκκλησία.
Όταν ο Αθανάσιος μελέτησε επαρκώς τις επιστήμες και έλαβε ευρεία πνευματική μόρφωση , οι γονείς του τον έφεραν στον άγιο Πατριάρχη Αλέξανδρο και, όπως είχε κάνει κάποτε η Άννα με τον Σαμουήλ ( Α' Σαμουήλ 1 ), τον αφιέρωσαν ως δώρο στον Θεό. Λίγο αργότερα, ο πατριάρχης τον χειροτόνησε κληρικό και τον χειροτόνησε διάκονο στην Αλεξανδρινή Εκκλησία . Είναι αδύνατο να περιγράψουμε πώς, από τη νεότητά του, πολέμησε με θάρρος τους αιρετικούς και όσα υπέφερε από αυτούς. Αλλά είναι επίσης αδύνατο να σιωπήσουμε για μερικά από τα πιο αξιοσημείωτα κατορθώματά του και τις πράξεις του. Εκείνη την εποχή, ο ασεβής Άρειος διέδιδε την παράλογη αίρεση του και συντάραζε ολόκληρη την Εκκλησία με τις ολέθριες διδασκαλίες του. Αν και είχε ήδη καταραστεί στην Α' Οικουμενική Σύνοδο των Αγίων Πατέρων στη Νίκαια , είχε αφοριστεί από την κοινωνία με την Εκκλησία του Χριστού και είχε καταδικαστεί σε φυλάκιση, παρά το γεγονός ότι ήταν καθαιρεμένος και μόλις ζωντανός, δεν σταμάτησε τον αγώνα του κατά της Ορθοδοξίας. Άρχισε να δρα μέσω των μαθητών και των συνεργατών του, σκορπίζοντας το δηλητήριο της αίρεσης του παντού. Έχοντας πολλούς μεσίτες ενώπιον του αυτοκράτορα, ιδιαίτερα τον Ευσέβιο, επίσκοπο Νικομηδείας, το 663, μαζί με άλλους επισκόπους που ασπάζονταν την ίδια αίρεση, ο Άρειος, μέσω αυτών, παρακάλεσε τον Μέγα Κωνσταντίνο για έλεος, ώστε να απελευθερωθεί από τη φυλακή και να του επιτραπεί να επιστρέψει στην Αλεξάνδρεια. Ο Ευσέβιος έπεισε με πονηριά τον αυτοκράτορα ότι ο Άρειος δεν εισήγαγε καμία διδασκαλία αντίθετη στην Ορθοδοξία και δεν κήρυττε τίποτα ασυμβίβαστο με τις διδασκαλίες της Εκκλησίας, αλλά υπέφερε από την πονηριά των επισκόπων από φθόνο, και ότι η διαμάχη τους δεν αφορούσε την πίστη, αλλά απλώς κενά, αφηρημένα λόγια .Ο Αυτοκράτορας, με την απλότητά του και την αγαθότητά του, αγνοώντας την πονηριά και την προδοσία των αιρετικών, πίστεψε τις ψευδείς διαβεβαιώσεις και διέταξε να σταματήσει η διαμάχη, για να μην προκύψει διχόνοια μεταξύ των εκκλησιών. Χωρίς να ερευνήσει καθόλου το θέμα, με το έλεός του, επέτρεψε στον Άρειο να επιστρέψει στην Αλεξάνδρεια. Έτσι, αυτός ο ασεβής αιρετικός, προς γενική συμφορά της Εκκλησίας, επέστρεψε στην Αλεξάνδρεια. Αυτή η περίσταση ήταν εξαιρετικά δύσκολη και οδυνηρή για τους Ορθόδοξους, ειδικά για τον Άγιο Αθανάσιο, ως πολεμιστή του Χριστού και ένθερμο υπερασπιστή των αληθινών παραδόσεων της Ορθοδοξίας. Εκείνη την εποχή, είχε ήδη προαχθεί στο βαθμό του αρχιδιάκονου. Αυτός ο πολεμιστής του Χριστού καταδίωκε τον αιρετικό, ο οποίος είχε εισβάλει στην Εκκλησία του Χριστού σαν λύκος, εκθέτοντας τις κακές του προθέσεις τόσο με τα γραπτά του όσο και με το κήρυγμά του. Ταυτόχρονα, ο Αθανάσιος παρότρυνε τον αγιώτατο Αρχιεπίσκοπο Αλέξανδρο να γράψει μια επιστολή στον αυτοκράτορα, και ο ίδιος έγραψε μαζί του, αποκαλύπτοντας την αφέλεια του αυτοκράτορα, στην οποία, έχοντας πιστέψει στις απάτες και τους μύθους των αιρετικών, αποδέχτηκε τώρα τον Άρειο, ο οποίος είχε γυρίσει την πλάτη στην Ορθόδοξη Εκκλησία, είχε απορριφθεί από τον ίδιο τον Θεό και όλους τους αγίους πατέρες, και του επέτρεψε να υπονομεύσει τους νόμους των Πατέρων. Αλλά ο αυτοκράτορας, με την παρότρυνση του Ευσέβιου, απάντησε με μια ακόμη πιο σκληρή επιστολή, απειλώντας τους με καθαίρεση αν δεν παρέμεναν σιωπηλοί. Ο ευσεβής και καλός αυτοκράτορας ενήργησε έτσι όχι για να ικανοποιήσει τον θυμό του ή επειδή έτεινε προς τον Αρειανισμό, αλλά από ζήλο, αν και όχι σοφά, για την αποφυγή της διχόνοιας μεταξύ των εκκλησιών. Αγαπώντας την ειρήνη με την πράο καρδιά του, ο Τσάρος αναζήτησε την ειρήνη εκεί που ήταν απολύτως αδύνατη: γιατί πώς μπορεί η αίρεση να ζήσει ειρηνικά με την Ορθοδοξία;
Λίγο αργότερα, ο Άγιος Αλέξανδρος πέθανε. Ο Αθανάσιος εξελέγη ομόφωνα διάδοχός του στην Αλεξανδρινή Έδρα από όλους τους Ορθόδοξους, ως σκεύος άξιο τέτοιας ειρήνης . 665 Τότε οι μυστικοί σπορείς ζιζανίων, οι Αρειανοί, σιώπησαν για ένα διάστημα, μη εμπλεκόμενοι σε ανοιχτή σύγκρουση με τον Αθανάσιο. Αλλά στη συνέχεια, με δαιμονική υποκίνηση, αποκάλυψαν την απάτη τους και αποκάλυψαν ανοιχτά το δηλητήριο της σιγοβράζουσας κακίας τους, διότι ο Άγιος Αθανάσιος αρνήθηκε να δεχτεί τον ασεβή Άρειο στην εκκλησιαστική κοινωνία, παρόλο που ο τελευταίος είχε αυτοκρατορικό διάταγμα για αυτό. Παντού, οι Αρειανοί άρχισαν να προκαλούν εχθρότητα εναντίον των αθώων και να διαδίδουν κακόβουλες συκοφαντίες, προσπαθώντας να τον εκδιώξουν, άξιο των ουράνιων οίκων, όχι μόνο από τον επίγειο επισκοπικό θρόνο, αλλά και να τον εξορίσουν από την πόλη. Αλλά ο Αθανάσιος παρέμεινε σταθερός, ψάλλοντας μαζί με τον Δαβίδ: «Εάν στρατός εναντιωθεί εναντίον μου, η καρδιά μου δεν θα φοβηθεί» ( Ψαλμ. 27:3 ).
Ο εγκέφαλος αυτής της ύπουλης πλεκτάνης ήταν ο Ευσέβιος, ο οποίος έφερε μόνο το όνομα της ευσέβειας 666 , αλλά στην πραγματικότητα ήταν ένα σκεύος ασέβειας. Εκμεταλλευόμενος την πραότητα του αυτοκράτορα και υποθέτοντας ότι τώρα ήταν η κατάλληλη στιγμή, αυτός και οι συνεργάτες του υποκίνησαν τους πάντες να εκθρονίσουν τον Αθανάσιο. Ο Ευσέβιος πίστευε ότι αν καθαίρεζε τον Αθανάσιο, θα υπερνίκηζε εύκολα τους άλλους Ορθόδοξους και θα εδραίωνε το αρειανικό δόγμα. Άρχισε να διαδίδει άδικες και ψευδείς κατηγορίες εναντίον του δίκαιου ανθρώπου, τις οποίες οι αιρετικοί θεωρούσαν αξιόπιστες. Για τον σκοπό αυτό, προσέλαβε τον Ισίωνα, έναν ακόλουθο του Μελετίου 667 , τον Ευδόμωνα, έναν άνθρωπο επιδέξιο στην πονηριά, και τον Καλλίνικο, έναν άνθρωπο με μεγάλη κακία. Οι κατηγορίες εναντίον του Αθανασίου ήταν οι εξής:
1) σαν να αναγκάζει τους Αιγύπτιους να πληρώνουν φόρους για ιερατικά άμφια, λινά ρούχα, κουρτίνες και υφάσματα για το ιερό και άλλα εκκλησιαστικά σκεύη·
2) σαν να είναι κακός απέναντι στον βασιλιά και να περιφρονεί τις διαταγές του βασιλιά·
3) ότι ήταν πλεονέκτης και έστειλε ένα σεντούκι γεμάτο χρυσό σε έναν από τους φίλους του για φύλαξη. Σε αυτό προστέθηκε η κατηγορία εναντίον του ψευδοιερέα Ισχύρου , ο οποίος ήταν πονηρός, πανούργος και ύπουλος στην κακία του. Έχοντας αναλάβει τον τίτλο του πρεσβυτέρου χωρίς τη συνήθη χειροτονία, διέπραξε τόσες πολλές κακές, παράνομες και εγκληματικές πράξεις που άξιζε όχι μόνο καθαίρεση και δυσφήμιση, αλλά και αυστηρή τιμωρία. Αφού έμαθε τα πάντα για τον Ισχύρο, ο Όσιος Αθανάσιος, πάντα σχολαστικός και προσεκτικός στο χειρισμό τέτοιων υποθέσεων, έστειλε τον ιερέα Μακάριο στη Μαρεώτιδα για να διερευνήσει όλες τις παράνομες πράξεις του Ισχύρου. Ο Ισχύρος, ωστόσο, φοβούμενος την ανάκριση και την αποκάλυψη, έφυγε από εκεί και, φτάνοντας στη Νικομήδεια, άρχισε να συκοφαντεί τον Αθανάσιο στον Ευσέβιο. Ο Ευσέβιος και οι συνεργοί του δέχτηκαν τον Ισχύρο, αυτόν τον αποστάτη από τον Θεό και παραβάτη των ιερών κανόνων, ως αληθινό ιερέα και τον φέρθηκαν με σεβασμό: γιατί είναι φυσικό να αγαπά κανείς το γένος του, είτε με κακία είτε με αρετή. Οι ίδιοι, φλεγόμενοι από θυμό για τον Αθανάσιο από ακραίο μίσος, χαιρέτισαν τον Ισχύρ με μεγάλη χαρά. Ενθάρρυναν την τόλμη και την αναίδειά του και υποσχέθηκαν να τον τιμήσουν με τον βαθμό του επισκόπου, αν μόνο μπορούσε να διατυπώσει κάποια συκοφαντία ή συκοφαντία εναντίον του δίκαιου ανθρώπου. Ο Ισχύρ, πονηρός και επιδέξιος σε τέτοια θέματα, προσπάθησε να απαγγείλει κατηγορίες εναντίον του αθώου Αθανασίου. Ισχυρίστηκε ότι, με εντολή του Αθανασίου, ο ιερέας Μακάριος, έχοντας εισέλθει στην εκκλησία σαν ληστής, τον είχε σύρει βίαια από το ιερό, είχε ανατρέψει το ιερό, είχε συντρίψει το δισκοπότηρο που περιείχε τα Θεία Μυστήρια και είχε κάψει τα ιερά βιβλία. Αποδεχόμενοι τη συκοφαντία του Ισχύρ ως αλήθεια και προσθέτοντάς την σε άλλες συκοφαντίες, οι εχθροί του Αθανασίου πλησίασαν τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο , συκοφαντώντας τον Άγιο Αθανάσιο. Προσπάθησαν ιδιαίτερα να προκαλέσουν την οργή του αυτοκράτορα, κατηγορώντας τον Αθανάσιο ότι αγνόησε τις γραπτές εντολές του αυτοκράτορα και ότι δεν υπάκουσε στην εντολή του αυτοκράτορα, μη δεχόμενος τον Άρειο στην εκκλησιαστική κοινωνία. Επιπλέον, κατήγγειλαν επίσης τον ευλογημένο σχετικά με ένα νεκρό χέρι, ισχυριζόμενοι ότι ο Αθανάσιος, μέσω αυτού, είχε κάνει μαγικά θαύματα και μαγείες (οι ίδιοι, όντας πραγματικά καταραμένοι και προφανείς μάγοι). Αυτό το χέρι, ωστόσο, φέρεται να ανήκε σε έναν κληρικό, τον Αρσένιο, και είχε κοπεί μέσω των μηχανορραφιών του Αθανασίου.
Ο Αυτοκράτορας, αφού εξέτασε το θέμα, προβληματίστηκε: γνώριζε καλά τόσο την αρετή του Αθανασίου, όσο και τις κατηγορίες που του φαίνονταν λίγο-πολύ αξιόπιστες. Γι' αυτό, επέλεξε μια μέση οδό: χωρίς να καταδικάσει τον Αθανάσιο, δεν αρνήθηκε ταυτόχρονα να διερευνήσει την υπόθεσή του. Και επειδή εκείνη την εποχή γιορταζόταν η εορτή των εγκαινίων της Εκκλησίας της Αναστάσεως του Χριστού στην Ιερουσαλήμ και επίσκοποι από όλες τις χώρες συγκεντρώνονταν εκεί , ο Αυτοκράτορας, εκμεταλλευόμενος αυτή την ευκαιρία, διέταξε τους επισκόπους να συγκεντρωθούν στην Τύρο για μια ενδελεχή διερεύνηση των κατηγοριών εναντίον του Μεγάλου Αθανασίου , καθώς και για να εξετάσουν την υπόθεση του Άρειου, αν πράγματι, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, διδάσκει σύμφωνα με τη διδασκαλία της αγίας πίστης και εμμένει στις αληθινές ορθόδοξες παραδόσεις: αν καθαιρέθηκε από φθόνο, τότε να γίνει ξανά δεκτός από τον κλήρο και το συμβούλιο και να προστεθεί, ως ένα από τα μέλη, στο σώμα της Εκκλησίας. Αν πιστεύει αντίθετα με τις διδασκαλίες της και διδάσκει ασεβώς, τότε ας κριθεί σύμφωνα με τους ιερούς νόμους και ας λάβει την πρέπουσα τιμωρία για τις πράξεις του. Όσον αφορά την υπόθεση του Αρσενίου, ο αυτοκράτορας διέταξε να διεξαχθεί πρώτα έρευνα, ώστε εάν ο Αθανάσιος κριθεί ένοχος, να καταδικαστεί σύμφωνα με τους νόμους. Για να διασφαλίσει μια αξιόπιστη διερεύνηση του θέματος, ο Κωνσταντίνος έστειλε έναν από τους οικονόμους του, τον Αρχέλαο, μαζί με τον Φοίνικα πρίγκιπα Νόν. Όταν ο τελευταίος έφτασε στην Τύρο (ο Αθανάσιος ήταν εκεί εκείνη την εποχή, περιμένοντας την καταγγελία της συκοφαντίας που είχε ασκηθεί εναντίον του σχετικά με το νεκρό χέρι και τη μαγεία), ανέβαλαν την έρευνα μέχρι να φτάσουν από την Αλεξάνδρεια οι αναμενόμενοι συκοφάντες, ισχυριζόμενοι ότι είχαν γίνει μάρτυρες προσωπικά της ανομίας του Αθανασίου (την αποκοπή του χεριού του Αρσενίου και τη μαγεία). Αυτή η αναβολή της έρευνας έγινε με πρόνοια του Θεού, όπως έδειξε ξεκάθαρα η έκβαση της υπόθεσης. Διότι ο Θεός, κοιτάζοντας όλους από ψηλά και ελευθερώνοντας τους αδικημένους από εκείνους που τον αδίκησαν, παρέτεινε χρόνο ώστε ο ίδιος ο Αρσένιος να μπορέσει να φτάσει στην Τύρο. Ο Αρσένιος ήταν κληρικός της Αλεξανδρινής Εκκλησίας, αναγνώστης στο αξίωμα. Έχοντας διαπράξει ένα σοβαρό έγκλημα, επρόκειτο να υποβληθεί σε αυστηρή δίκη και σκληρή τιμωρία. Φοβούμενος αυτό, έφυγε και κρύφτηκε για πολύ καιρό, κανείς δεν ήξερε πού. Οι πονηροί αντίπαλοι του Αθανασίου, επινοώντας τα σχέδιά τους και μη περιμένοντας ότι ο Αρσένιος θα εμφανιζόταν ποτέ λόγω φόβου και ντροπής για την αμαρτία που είχε διαπράξει, έγραψαν με τόλμη ότι υπήρχε το νεκρό χέρι του Αρσενίου και διέδωσαν τη φήμη παντού ότι ο Αθανάσιος είχε διαπράξει αυτό το αποτρόπαιο έγκλημα. Όταν η φήμη διαδόθηκε σε όλες τις χώρες ότι ο Αθανάσιος δικαζόταν για τον ακρωτηριασμό του χεριού του Αρσενίου, η φήμη έφτασε στον ίδιο τον Αρσένιο, ο οποίος κρυβόταν σε άγνωστα μέρη. Θρηνώντας για τον πατέρα και ευεργέτη του και θλιμμένος στην καρδιά του ότι η αλήθεια κατατροπωνόταν άδικα από ψέματα, ήρθε κρυφά στην Τύρο και εμφανίστηκε ενώπιον του ίδιου του Αθανασίου, πέφτοντας στα τιμημένα πόδια του. Ο ευλογημένος Αθανάσιος, χαρούμενος για την άφιξη του Αρσενίου, τον διέταξε να μην εμφανιστεί σε κανέναν μέχρι τη δίκη.
Ήταν το τριακοστό έτος της βασιλείας του Κωνσταντίνου (672) , όταν επίσκοποι από διάφορες πόλεις συγκεντρώθηκαν στην Τύρο (673) . Ο ιερέας Μακάριος φέρθηκε από στρατιώτες. Ανάμεσά τους ήταν και ο διοικητής, ο οποίος ήθελε να διεξάγει τη δίκη με τους επισκόπους, καθώς και κάποιες άλλες κοσμικές αρχές. Εμφανίστηκαν επίσης οι συκοφάντες και η δίκη ξεκίνησε. Τότε κλήθηκε ο Αθανάσιος. Αρχικά, κατηγορήθηκε ψευδώς για λινά εκκλησιαστικά άμφια και πέπλα, καθώς και για πλεονεξία. Αλλά η ψευδής αυτή συκοφαντία αποκαλύφθηκε αμέσως και η κακία των συκοφαντών έγινε φανερή σε όλους.
Εν τω μεταξύ, το άγριο μίσος των αντιπάλων του Αθανασίου παρέμενε άσβεστο. Δεν είχαν χορτάσει ακόμη με ψευδείς συκοφαντίες εναντίον του Αθανασίου, αλλά πρόσθεσαν άλλη μια πλεκτάνη σε μία, και άλλη μια σε ένα ψέμα. Οι ασεβείς αιρετικοί δωροδόκησαν μια αναίσχυντη γυναίκα για να συκοφαντήσει τον Αθανάσιο, ισχυριζόμενοι ότι ενώ έμενε μαζί της, είχε διαπράξει μια ανομία παρά τη θέλησή της.
Όταν άρχισε η δίκη, οι δικαστές κάθισαν στις θέσεις τους και εμφανίστηκαν οι συκοφάντες. Αυτή η γυναίκα οδηγήθηκε. Έκλαιγε και παραπονιόταν για τον Αθανάσιο, τον οποίο δεν είχε δει ποτέ και δεν ήξερε καν πώς έμοιαζε.
«Για όνομα του Θεού, τον δέχτηκα στο σπίτι μου», είπε για τον Αθανάσιο, «ως έναν σεβάσμιο και άγιο άνθρωπο, επιθυμώντας μια ευλογία για μένα και το σπίτι μου. Κι όμως, αντίθετα, υπέφερα στα χέρια του. Τα μεσάνυχτα, ενώ κοιμόμουν στο κρεβάτι μου, ήρθε σε μένα και με βίασε βίαια, αφού κανείς δεν με άφησε να ελευθερωθεί από τα χέρια του, γιατί όλοι στο σπίτι είχαν πέσει σε βαθύ ύπνο.
Ενώ η αναίσχυντη γυναίκα συκοφαντούσε και συκοφαντούσε με δάκρυα, ο φίλος του Αθανασίου, ο ιερέας Τιμόθεος, που στεκόταν μαζί του έξω από την πόρτα και άκουγε την προαναφερθείσα συκοφαντία, ταράχτηκε στο πνεύμα και, μπαίνοντας απροσδόκητα στην αυλή, στάθηκε γρήγορα μπροστά στα μάτια εκείνου του συκοφάντη, σαν να ήταν ο ίδιος ο Αθανάσιος· της απευθύνθηκε με τόλμη με τα ακόλουθα λόγια:
– Εγώ ήμουν, γυναίκα, που σου άσκησε βία χθες το βράδυ, όπως λες; Εγώ ήμουν;
Η γυναίκα, με ακόμη μεγαλύτερη αναίδεια, φώναξε στους δικαστές:
«Αυτός ο άνθρωπος είναι ο διαφθείροντάς με και ο κακός της αγνότητάς μου· αυτός, και κανείς άλλος, ενώ έμενε μαζί μου, μου ανταπέδωσε με αγανάκτηση την καλοσύνη μου.»
Ακούγοντας αυτό, οι δικαστές γέλασαν, αλλά οι αντίπαλοι του Αθανασίου ντράπηκαν βαθιά, γιατί τα ψέματά τους είχαν αποκαλυφθεί ξεκάθαρα. Όλοι έμειναν έκπληκτοι από αυτή την ασύστολη συκοφαντία και ανακήρυξαν τον Αθανάσιο εντελώς αθώο από την κατηγορία. Αλλά οι αντίπαλοι του Αθανασίου άρχισαν να κατηγορούν τον άγιο για μαγεία και τη δολοφονία του Αρσενίου. Έφεραν ενώπιον όλων ένα τρομακτικά άψυχο χέρι και, κουνώντας το χωρίς ντροπή προς τον άγιο, αναφώνησαν:
«Αυτό το χέρι φωνάζει σιωπηλά εναντίον σου, Αθανάσιε, αυτό το χέρι σε κατηγορεί· σε αρπάζει και σε κρατάει σφιχτά, για να μην ξεφύγεις από την καταδίκη· δεν θα μπορέσεις να ξεφύγεις από τη μαρτυρία του ούτε με λόγια, ούτε με πονηριά, ούτε με κανένα τέχνασμα. Όλοι γνωρίζουν τον Αρσένιο, του οποίου το χέρι έκοψες άδικα και ανελέητα. Πες μας, λοιπόν, επιτέλους, γιατί το χρειαζόσουν αυτό και για ποιο σκοπό το έκοψες;»
Ο Αθανάσιος τους άκουγε υπομονετικά, μιμούμενος τον Χριστό, τον Κύριό του, ο οποίος κάποτε καταδικάστηκε από τους Ιουδαίους και όμως δεν αντιτάχθηκε, δεν φώναξε, αλλά «οδηγήθηκε σαν πρόβατο στη σφαγή» ( Ησαΐας 53:7 ). Στην αρχή σιώπησε, έπειτα, απαντώντας στην κατηγορία, είπε με πραότητα:
«Υπάρχει κάποιος ανάμεσά σας που να γνώριζε καλά τον Αρσένιο; Υπάρχει κάποιος που θα μπορούσε σίγουρα να επιβεβαιώσει αν αυτό είναι πραγματικά το χέρι του;»
Όταν πολλοί σηκώθηκαν από τις θέσεις τους, ισχυριζόμενοι ότι γνώριζαν καλά τον Αρσένιο και το χέρι του, ο Αθανάσιος άνοιξε αμέσως την κουρτίνα πίσω από την οποία στεκόταν ο Αρσένιος και τον διέταξε να σταθεί στη μέση της συγκέντρωσης. Και έτσι ο Αρσένιος στάθηκε στη μέση της αυλής, ζωντανός και υγιής, με τα δύο χέρια άθικτα. Ο ευλογημένος, κοιτάζοντας θυμωμένα τους συκοφάντες, είπε:
«Δεν είναι αυτός ο Αρσένιος; Δεν είναι αυτός που του έκοψαν το χέρι, όπως λες; Δεν είναι αυτός που γνωρίζουν όλοι οι Αλεξανδρινοί;»
Και, διατάζοντας τον Αρσένιο να τεντώσει πρώτα το δεξί του χέρι και μετά το αριστερό, φώναξε δυνατά, σαν να καλούσε όσους απείχαν πολύ από την αλήθεια:
«Ορίστε, κύριοι, ο Αρσένιος! Ορίστε τα χέρια του, τα οποία δεν κόπηκαν καθόλου! Δείξτε μου τον Αρσένιο σας, αν έχετε, και πείτε μου σε ποιον ανήκει αυτό το κομμένο χέρι, το οποίο σας καταδικάζει ως τους δράστες αυτού του εγκλήματος.»
Ενώ η δίκη προχωρούσε με αυτόν τον τρόπο, στάλθηκε μια επιστολή από τον αυτοκράτορα στο συμβούλιο, στην οποία καταγγέλλονταν έντονα οι συκοφάντες, διατάσσονταν να απαλλαγεί ο Αθανάσιος από την άδικη κατηγορία και τον καλούσαν ευγενικά στον αυτοκράτορα. Αυτό συνέβη ως εξής. Δύο πρεσβύτεροι της Αλεξανδρινής εκκλησίας, ο Άπις και ο Μακάριος (όχι αυτός που οδηγήθηκε σε δίκη δεμένος, αλλά ένας άλλος με το ίδιο όνομα), αφού έφτασαν στη Νικομήδεια, διηγήθηκαν στον αυτοκράτορα τα πάντα για τον Αθανάσιο, πώς οι εχθροί του είχαν φέρει ψευδείς κατηγορίες εναντίον του αγίου άνδρα και είχαν σχηματίσει μια άδικη σύνοδο. Ο αυτοκράτορας, συνειδητοποιώντας την αλήθεια και τις συκοφαντίες, που προέκυψαν από φθόνο, έγραψε μια τέτοια επιστολή στους επισκόπους για δίκη στην Τύρο, που όταν διαβάστηκε στη δίκη, οι οπαδοί του Ευσέβιου κατελήφθησαν από φόβο και δεν ήξεραν τι να κάνουν. Ωστόσο, οδηγούμενοι από μεγάλο φθόνο, δεν σταμάτησαν την οργή τους, ούτε αρκέστηκαν στο ότι είχαν ηττηθεί και ταπεινωθεί μια φορά στο παρελθόν. Στρεφόμενοι σε άλλες ψευδείς κατηγορίες, συκοφάντησαν τον Μακάριο, ο οποίος είχε οδηγηθεί σε δίκη. Ο ψευδοκατήγορος ήταν ο Ισχύρος, και οι ψευδομάρτυρες ήταν οι οπαδοί του Ευσέβιου, τους οποίους ο Αθανάσιος είχε προηγουμένως απορρίψει ως ψεύτες και ανάξιους πίστης. Ο Αθανάσιος επιθυμούσε μια αξιόπιστη έρευνα για την πραγματική ιεροσύνη του Ισχύρου, και μόνο τότε θα υποσχόταν να απαντήσει στις κατηγορίες που του απαγγέλθηκαν. Οι δικαστές αρνήθηκαν αυτό και συνέχισαν να διώκουν τον Μακάριο. Αφού οι συκοφάντες εξάντλησαν όλες τις συκοφαντίες τους, η ακροαματική διαδικασία διακόπηκε επειδή απαιτούνταν έρευνα στο ίδιο σημείο όπου ο Μακάριος φέρεται να ανέτρεψε το βωμό - δηλαδή, στη Μαρεώτιδα. Βλέποντας ότι για τον σκοπό αυτό οι ίδιοι συκοφάντες που είχαν απορριφθεί από αυτόν ως ψεύτες από την αρχή στάλθηκαν στη Μαρεώτιδα, ο Αθανάσιος, ανίκανος να αντέξει την αδικία που διαπράττονταν, αναφώνησε ασταμάτητα:
«Η αλήθεια έχει ξεθωριάσει, η αλήθεια έχει καταπατηθεί, η δικαιοσύνη έχει χαθεί και οι δικαστές έχουν χάσει τη νόμιμη διερεύνηση και την προσεκτική εξέταση των υποθέσεων! Είναι νόμιμο κάποιος που επιδιώκει να δικαιολογηθεί να κρατείται αλυσοδεμένος, ολόκληρη η υπόθεση να κρίνεται από συκοφάντες και εχθρούς και οι ίδιοι οι συκοφάντες να κρίνουν αυτόν που συκοφαντούν;»
Έτσι, ο Άγιος Αθανάσιος ο Μέγας φώναξε δυνατά σε όλους και το κατέθεσε ενώπιον ολόκληρης της συνόδου. Βλέποντας ότι δεν θα είχε καμία επιτυχία λόγω του αυξανόμενου αριθμού εχθρών και ζηλότυπων ανθρώπων, πήγε κρυφά στον αυτοκράτορα. Και αμέσως αυτή η σύνοδος, ή μάλλον, η πονηρή εκείνη σύνοδος, καταδίκασε τον απόντα Αθανάσιο. Μετά την ολοκλήρωση της άδικης έρευνας της προαναφερθείσας υπόθεσης στη Μαρεώτιδα, που διεξήχθη σύμφωνα με τη θέληση και την επιθυμία των εχθρών του Αγίου Αθανασίου, οι δικαστές, άξιοι εκθρονισμού, διέταξαν την οριστική καθαίρεση του Αθανασίου. Στη συνέχεια πήγαν στα Ιεροσόλυμα, όπου δέχτηκαν σε εκκλησιαστική κοινωνία τον άθεο Άρειο, τους ίδιους ανθρώπους που ομολόγησαν την ευσέβεια μόνο με λόγια και οι οποίοι, στην προηγούμενη Σύνοδο της Νίκαιας, είχαν προσποιητά προσυπογράψει το δόγμα της ομοουσίας του Υιού του Θεού με τον Θεό Πατέρα. Όσοι όμως κρατούσαν την Ορθόδοξη πίστη στην καρδιά και στο στόμα τους, αφού εξέτασαν προσεκτικά τα λόγια και τους λόγους του Άρειου και τα εξέτασαν προσεκτικά, διέκριναν την απάτη που κρυβόταν κάτω από τα πολλά λόγια και τους λόγους του και, πιάνοντας τον σαν αλεπού, τον κατήγγειλαν ως εχθρό της αλήθειας. Εκείνη την εποχή, έφτασε μια άλλη επιστολή από τον αυτοκράτορα (ο Αθανάσιος δεν είχε φτάσει ακόμη στον αυτοκράτορα), η οποία διέταζε τον Αθανάσιο και όλους τους συκοφάντες και δικαστές του να εμφανιστούν αμέσως ενώπιόν του. Αυτό προκάλεσε μεγάλο φόβο στα μέλη του συμβουλίου, γιατί οι εχθροί του Αθανασίου, που είχαν διεξάγει την παράνομη δίκη, φοβόντουσαν μήπως αποκαλυφθεί το ψεύδος τους. Γι' αυτό, πολλοί από αυτούς διασκορπίστηκαν στις χώρες τους. Ο Ευσέβιος και ο Θεόγνιος, επίσκοπος Νίκαιας , και μερικοί άλλοι, έχοντας επινοήσει εύλογες προφάσεις για να καθυστερήσουν την άφιξή τους στην Τύρο, παρέμειναν εκεί για αρκετό καιρό και απάντησαν στον αυτοκράτορα με επιστολή. Εν τω μεταξύ, ο Αθανάσιος, εμφανιζόμενος ενώπιον του αυτοκράτορα στη Νικομήδεια, απάλλαξε τον εαυτό του από την κατηγορία της φιλαργυρίας. Ενώ οι οπαδοί του Ευσέβιου δίσταζαν και δεν βιάζονταν να εμφανιστούν ενώπιον του αυτοκράτορα, ο τελευταίος έστειλε τον Αθανάσιο στην έδρα της Αλεξάνδρειας με την επιστολή του, η οποία πιστοποιούσε την αβάσιμη και αδικία όλων των συκοφαντιών εναντίον του αγίου.
Ενώ ο Άγιος Αθανάσιος διοικούσε την έδρα του και ο Άρειος βρισκόταν στην Αλεξάνδρεια, οι Αρειανοί προκαλούσαν μεγάλη σύγχυση και φήμες στον λαό. Ο μακάριος Αθανάσιος, μη μπορώντας να αντέξει τη σκέψη ότι ο Άρειος αναστατώνει και συγκλονίζει όχι μόνο την Αλεξάνδρεια αλλά και ολόκληρη την Αίγυπτο, ανέφερε όλα αυτά γραπτώς στον αυτοκράτορα, προτρέποντάς τον να τιμωρήσει τον μαχητή του Θεού και τον ταραχοποιό του λαού. Σε απάντηση, ο αυτοκράτορας έδωσε αμέσως εντολή στην Αλεξάνδρεια να παρουσιάσει τον Άρειο με προορισμό την βασιλική αυλή. Στο δρόμο του από την Αλεξάνδρεια προς τον αυτοκράτορα, ο Άρειος, έχοντας φτάσει στην Καισάρεια, συναντήθηκε με τους ομοϊδεάτες του συντρόφους: τον Ευσέβιο, επίσκοπο Νικομηδείας, τον Θεόγνιο Νίκαιας και τον Μάριο, επίσκοπο Χαλκηδόνας . Ησαΐας : «Κυνούν το κακό και γεννούν την ανομία», αυτοί που έλεγαν: «Διότι κάναμε το ψέμα καταφύγιό μας, και με δόλο θα καλυφθούμε» ( Ησαΐας 59:4, 28, 15 ). 676 Τέτοια ήταν η προσπάθεια των άνομων αιρετικών να εκθρονίσουν τον μακάριο Αθανάσιο από τον πατριαρχικό του θρόνο και να καταλάβουν την εξουσία πάνω στους Ορθόδοξους. Έτσι, ήρθαν στον βασιλιά - ο Άρειος, θέλοντας να δικαιολογήσει τον εαυτό του, και ο Ευσέβιος και οι συνεργοί του - για να προωθήσουν την άδικη υπόθεσή του και να ψευδομαρτυρήσουν ανοιχτά κατά της αλήθειας και του Αθανασίου. Όταν εμφανίστηκαν ενώπιον του βασιλιά, ρωτήθηκαν αμέσως για τη σύνοδο που είχε λάβει χώρα στην Τύρο, τι είχαν αποφασίσει εκεί και ποια κρίση είχαν εκδώσει εναντίον του Αθανασίου. Απάντησαν στον βασιλιά:
«Αυτοκράτορα! Δεν θρηνούμε ιδιαίτερα για τα λάθη του Αθανασίου, αλλά είμαστε γεμάτοι θλίψη και ζήλο για το θυσιαστήριο που κατέστρεψε, και για το ποτήριο που περιείχε τα Άγια Μυστήρια, το οποίο έσπασε και έσπασε σε κομμάτια, καθώς και για την απαγόρευση και την απαγόρευση της αποστολής του σιταριού που συνήθως αποστέλλεται από την Αλεξάνδρεια στην Κωνσταντινούπολη . Αυτό μας θλίβει ιδιαίτερα, πληγώνει τις ψυχές μας. Μάρτυρες των φρικαλεοτήτων του ήταν οι επίσκοποι Αδαμάντιος, Ανούβιος, Αρβέτιον και Πέτρος . Καταδικασμένος για όλα αυτά από αυτούς, ο Αθανάσιος διέφυγε τη δίκη που δίκαια του άξιζε για τις πράξεις του, αλλά δεν μπόρεσε να αποφύγει την καθαίρεσή του, αλλά καθαιρέθηκε ομόφωνα από ολόκληρη τη σύνοδο επειδή τόλμησε να διαπράξει τέτοιες άνομες πράξεις.»
Ακούγοντας αυτά τα λόγια, ο αυτοκράτορας αρχικά σιώπησε, ταραγμένος στην ψυχή του. Στη συνέχεια, ανίκανος να σταματήσει τους συκοφάντες, διέταξε να σταλεί προσωρινά ο δίκαιος στη Γαλατία — όχι επειδή πίστεψε τη συκοφαντία ή επειδή τον κατέκλυσε ο θυμός, αλλά για να ειρηνεύσει η Εκκλησία (όπως μαρτυρούν όσοι είχαν μάθει με βεβαιότητα τις προθέσεις του αυτοκράτορα). Ο αυτοκράτορας είδε πόσοι επίσκοποι είχαν ξεσηκωθεί εναντίον του Αθανασίου και τι μεγάλη σύγχυση είχε προκαλέσει αυτό στον λαό της Αλεξάνδρειας και της Αιγύπτου. Έτσι, θέλοντας να ηρεμήσει μια τέτοια καταιγίδα, να βάλει τέλος στις φήμες και να θεραπεύσει τις ασθένειες τόσων πολλών επισκόπων, διέταξε τον άγιο να εγκαταλείψει την πόλη για ένα διάστημα .
Μετά από αυτό, ο ίδιος ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος, κατά το τριακοστό πρώτο έτος της βασιλείας του, πέθανε σε ηλικία εξήντα πέντε ετών. Πεθαίνοντας, άφησε τρεις γιους ως κληρονόμους του βασιλείου του: τον Κωνσταντίνο, τον Κωνστάντιο και τον Κώνστα, μεταξύ των οποίων, σύμφωνα με τη διαθήκη του, μοίρασε το βασίλειο, αναθέτοντας το μεγαλύτερο μέρος στον μεγαλύτερο γιο του, τον Κωνσταντίνο. Αλλά επειδή κανένας από τους γιους του δεν ήταν παρών κατά τον θάνατο του Μεγάλου Κωνσταντίνου, εμπιστεύτηκε τη διαθήκη του σε έναν πρεσβύτερο , ο οποίος ήταν κρυφός οπαδός του Άρειου. Κρυφά υποκρύπτοντας αίρεση, αυτός ο πρεσβύτερος απέκρυψε και τη βασιλική διαθήκη. Όταν πολλοί τον ρώτησαν αν ο αυτοκράτορας είχε συντάξει διαθήκη πριν από τον θάνατό του, δεν είπε τίποτα γι' αυτήν. Είχε κρυφά μερικούς από τους βασιλικούς ευνούχους ως συνεργούς σε αυτό το θέμα. Ενώ ο μεγαλύτερος γιος, ο Κωνσταντίνος, αργούσε να έρθει στον αποθανόντα πατέρα του, ο Κωνστάντιος έσπευσε να φύγει από την Αντιόχεια και έφτασε πριν από όλους τους άλλους. Ο προαναφερθείς πρεσβύτερος του μετέφερε κρυφά τη διαθήκη του πατέρα του και, με ευγνωμοσύνη, δεν ζήτησε καμία άλλη ανταμοιβή εκτός από το να πάει στους Αρειανούς και να τους βοηθήσει. Ήθελε ο Κωνστάντιος, αντί να ευχαριστεί τον αθάνατο Βασιλιά Χριστό για την επίγεια βασιλεία του, να Τον αναγνωρίσει ανόητα όχι ως Θεό και Κύριο των πάντων, ούτε ως Δημιουργό, αλλά ως πλάσμα! Ο προαναφερθείς Ευσέβιος και όλοι οι συνεργοί του βοήθησαν σε αυτό, χαρούμενοι που είχε φτάσει ο πολυπόθητος καιρός τους. Ελπίζουν να διαδώσουν και να ενισχύσουν την αιρετική Άρεια διδασκαλία μόνο αν ο νέος αυτοκράτορας επικυρώσει το διάταγμα σχετικά με τη φυλάκιση του Αθανασίου ως δίκαιο και απολύτως νόμιμο. Εκείνη την εποχή, μετέτρεψαν την πρόθεση 682 , και μέσω αυτού, η ασθένεια της αίρεσης του Αρείου εξαπλώθηκε και στους άλλους ευνούχους 683 , οι οποίοι από τη φύση τους ήταν πολύ διατεθειμένοι τόσο να αποδέχονται όσο και να διαδίδουν κάθε είδους κακό μεταξύ των άλλων. Τότε η σύζυγος του βασιλιά, σταδιακά διαφθαρμένη από βλάσφημους λόγους, μολύνθηκε με το ίδιο αιρετικό δηλητήριο.
Τελικά, ο ίδιος ο αυτοκράτορας, εξαπατημένος από την ψευδή σοφία του Αρείου, επαναστάτησε ενάντια στον Χριστό, τον Κύριό του και Δάσκαλό του, έτσι ώστε σε Αυτόν να εκπληρωθούν τα λόγια του Θείου Ιερεμία: «Οι ποιμένες αποστάτησαν από εμού» ( Ιερ. 2:8 ). 684 Και ο Κωνστάντιος διέταξε να επιβεβαιωθεί δημόσια η ψευδής διδασκαλία του Αρείου και όλοι οι επίσκοποι να σκέφτονται όπως αυτός, και διέταξε να πειστούν με απειλές όσοι δεν υπάκουαν.
Μέσα σε αυτή τη μεγάλη καταιγίδα και σύγχυση, οι ακόλουθοι αρχιπαστές ήταν οι πραγματικοί πηδαλιούχοι των εκκλησιών: ο Μάξιμος Ιεροσολύμων (685) , ο Αλέξανδρος Κωνσταντινουπόλεως και ο Αθανάσιος Αλεξανδρείας (ο εν λόγω), ο οποίος, αν και στην εξορία, δεν εγκατέλειψε το πηδάλιο της Εκκλησίας, επιβεβαιώνοντας την Ορθοδοξία με τα λόγια και τις επιστολές του. Ο Ευσέβιος Νικομηδείας και οι συνεργάτες του, ωστόσο, διέδωσαν τις αιρετικές ψευδείς διδασκαλίες τους με όλη τους τη δύναμη, υποκινώντας πόλεμο εναντίον των Ορθοδόξων και καταπιέζοντας την Εκκλησία του Χριστού. Εξοπλίστηκαν ιδιαίτερα εναντίον της μετά τον τρομερό θάνατο του Άρειου. Ο πονηρός και ύπουλος Ευσέβιος, με μεγάλη τιμή, έφερε τον Άρειο στην Κωνσταντινούπολη, προς μεγάλη απάτη και πειρασμό των πιστών, γιατί εκείνη την εποχή δεν υπήρχε κανείς εκεί για να αντιταχθεί στον Άρειο, αφού πολλές από τις αρχές είχαν προσχωρήσει σε αυτόν, αφού ο Αθανάσιος ήταν στην εξορία. Αλλά ο Θεός, που σοφά κανονίζει τα πάντα από ψηλά, ματαίωσε τα σχέδιά τους, διακόπτοντας την κακία και τη ζωή του Άρειου. Και με όση δύναμη είχε ξεσπάσει η γλώσσα του βλάσφημα λόγια κατά της Ορθοδοξίας κατά τη διάρκεια της ζωής του, με την ίδια και ακόμη μεγαλύτερη δύναμη έσκασε η κοιλιά του, χύθηκαν τα εντόσθιά του έξω, και αυτός, ο καταραμένος, κυλιόταν στο αίμα του σε ακάθαρτα μέρη . 686 Έτσι επιβλήθηκε μια εύστοχη κρίση στην αχαλίνωτη γλώσσα και στο πονηρό σκεύος, που ήταν διαποτισμένο με το βρωμερό πύον της αίρεσης, που ήταν ο Άρειος!
Αφού αυτός ο αιρετικός είχε καταστρέψει τόσο φρικτά τόσο την ψυχή όσο και το σώμα, ο Ευσέβιος και οι συνεργοί του ανέλαβαν ολόκληρο το έργο της υπεράσπισης και της διάδοσης της αίρεσης, προκαλώντας σύγχυση παντού, με ευνούχους ως ζηλωτές βοηθούς - σαν να ήταν τα ίδια τους τα χέρια. Προσπάθησαν ιδιαίτερα να φιμώσουν τον Αθανάσιο, ο οποίος ήταν στην εξορία, ώστε να μην διαδώσει τις επιστολές του για την υπεράσπιση της Ορθοδοξίας. Αλλά η Θεία Πρόνοια έγειρε την καρδιά του μεγαλύτερου γιου του Μεγάλου Κωνσταντίνου, ο οποίος ονομαζόταν επίσης Κωνσταντίνος , ο οποίος ήταν ο πρώτος μεταξύ των αδελφών τόσο σε ηλικία όσο και από γενεαλογία. Αυτός ο τελευταίος απελευθέρωσε τον Άγιο Αθανάσιο από τη φυλακή και τον έστειλε με την επιστολή του στην έδρα της Αλεξάνδρειας. Αυτή η επιστολή έγραφε: «Ο Κωνσταντίνος ο Νικητής εύχεται η Εκκλησία της Αλεξάνδρειας και ο λαός να χαίρονται». Πιστεύω ότι δεν υπάρχει ούτε ένας από εσάς που να μην γνωρίζει τι συνέβη πρόσφατα στον Αθανάσιο, τον μεγάλο ιεροκήρυκα της Ορθοδοξίας και δάσκαλο του νόμου του Θεού. Γνώριζε επίσης πώς οι εχθροί της αλήθειας διεξήγαγαν έναν γενικό πόλεμο εναντίον του και πώς του δόθηκε η εντολή να παραμείνει μαζί μου στη Γαλατία, ώστε να μπορέσει να ξεφύγει για ένα διάστημα από τις συμφορές που τον απειλούσαν. Ωστόσο, δεν καταδικάστηκε σε μόνιμη εξορία. Τον φερθήκαμε με τη μέγιστη προσοχή, φροντίζοντας να μην τον βρει καμία απρόβλεπτη ατυχία, αν και είναι πραγματικά υπομονετικός, σαν κανέναν άλλον. Φλεγόμενος από ζήλο για τον Θεό, μπορεί εύκολα να υπομείνει οποιαδήποτε δυσκολία. Ο πατέρας μας, ο Κωνσταντίνος, επιθυμούσε να τον αποκαταστήσει σύντομα στον πατριαρχικό θρόνο, αλλά, έχοντας πεθάνει πριν προλάβει να εκπληρώσει τις προθέσεις του γι' αυτόν, άφησε αυτό το θέμα σε εμένα, τον κληρονόμο του, κληροδοτώντας την τελική του εντολή σχετικά με αυτόν τον άνθρωπο. Σας διατάζουμε λοιπόν να τον δεχτείτε τώρα με κάθε τιμή και επισημότητα.
Με αυτήν την αυτοκρατορική επιστολή, ο Άγιος Αθανάσιος έφτασε στην Αλεξάνδρεια και όλοι οι Ορθόδοξοι τον υποδέχτηκαν με χαρά . 688 Όσοι ήταν πιστοί στην αίρεση του Αρειανού άρχισαν να οργανώνουν κακόβουλες συγκεντρώσεις μεταξύ τους και να υποκινούν ξανά διωγμούς εναντίον του αγίου και να προκαλούν αναταραχές στον λαό. Επινόησαν διάφορες προφάσεις για να συκοφαντήσουν τον άγιο: ότι είχε επιστρέψει στον πατριαρχικό θρόνο χωρίς σύνοδο και είχε εισέλθει οικειοθελώς στην εκκλησία . 689 Τον κατηγόρησαν επίσης ότι ήταν η αιτία διαφόρων αναταραχών, δολοφονιών και εξοριών, και απήγγειλαν άλλες κατηγορίες εναντίον του, παλιές και νέες. Ταυτόχρονα, ο λαός, βαθιά μολυσμένος με την αίρεση του Αρειανού, εξεγέρθηκε εναντίον του Αγίου Αθανασίου. Μια μέρα, ένα πλήθος ανθρώπων περικύκλωσε τον άγιο, καταριόμενος τον με προσβλητικά λόγια και σηκώνοντας τα χέρια του για να τον κατασπαράξουν και να τον σκοτώσουν. Ο Αθανάσιος μόλις που κατάφερε να δραπετεύσει και να φύγει κρυφά από την πόλη. Εν τω μεταξύ, οι Αρειανοί επίσκοποι, στέλνοντας μηνύματα παντού, ανακοίνωσαν ότι ο Αθανάσιος, νόμιμα καθαιρεμένος με διάταγμα συνόδου, είχε ανακαταλάβει τον θρόνο της Αλεξάνδρειας χωρίς διάταγμα συνόδου. Ταυτόχρονα, διέδωσαν τη φήμη για τη βία που φέρεται να είχε συνοδεύσει την επιστροφή του στην Αλεξάνδρεια. Έτσι, έκλεισαν την πρόσβασή του σε πόλεις και εκκλησίες σε όλες τις χώρες. Εν τω μεταξύ, ο Κωνσταντίνος, προστάτης του Αθανασίου, δεν υπήρχε πια: σκοτώθηκε στον Άκυλα από στρατιώτες . Οι εχθροί του Αθανασίου εκμεταλλεύτηκαν αυτό και προκάλεσαν τέτοια οργή εναντίον του αγίου, του αυτοκράτορα Κωνστάντιου, του προστάτη του, που υποσχέθηκε περιουσία και τιμές σε όποιον αποκάλυπτε την τύχη του Αθανασίου, αν ήταν ζωντανός, ή του έφερνε την κεφαλή του δολοφονημένου αρχιερέα. Ο Αθανάσιος κρύφτηκε για αρκετό καιρό σε ένα βαθύ, άνυδρο και ξερό χαντάκι ενός εγκαταλελειμμένου πηγαδιού, και κανείς δεν τον γνώριζε εκτός από έναν εραστή του Θεού, ο οποίος τον τάιζε και τον φύλαγε σε εκείνο το μέρος . 691 Τότε, όταν μερικοί άρχισαν να υποψιάζονται την παρουσία του Αθανασίου εκεί, γιατί τον έψαχναν επιμελώς παντού και ρωτούσαν γι' αυτόν, και μάλιστα ήθελαν να τον συλλάβουν ένα πρωί, αυτός, καθοδηγούμενος από τη Θεία Πρόνοια, έφυγε από το χαντάκι τη νύχτα και πήγε σε άλλο μέρος. Φοβούμενος ότι θα τον έβρισκαν και θα τον συλλάβουν κι εκεί, αποσύρθηκε από τις ανατολικές χώρες προς τα σύνορα της Δυτικής Αυτοκρατορίας.
Εκείνη την εποχή, μετά τον θάνατο του Κωνσταντίνου Β΄, ο νεότερος γιος του Μεγάλου Κωνσταντίνου, ο Κώνστας, βασίλευε στη Δύση. Αφού έφτασε στην Ευρώπη, ο Όσιος Αθανάσιος ταξίδεψε στη Ρώμη και, εμφανιζόμενος ενώπιον του Πάπα Ιουλίου (692) και του ίδιου του Αυτοκράτορα Κώνστα, τους έδωσε μια λεπτομερή περιγραφή της ζωής του. Εν τω μεταξύ, μια σύνοδος Ανατολικών επισκόπων έλαβε χώρα στην Αντιόχεια, η οποία συγκεντρώθηκε για να καθαγιάσει την εκκλησία (693 ) που ξεκίνησε ο Μέγας Κωνσταντίνος και ολοκλήρωσε ο γιος του Κωνστάντιος. Όλοι οι Ανατολικοί επίσκοποι, συμπεριλαμβανομένων πολλών Αρειανών, είχαν συγκεντρωθεί εκεί για τον σκοπό αυτό. Αυτοί οι τελευταίοι, απολαμβάνοντας την προστασία του Αυτοκράτορα, συγκάλεσε μια παράνομη σύνοδο και κήρυξε ξανά τον Άγιο Αθανάσιο, που τότε βρισκόταν στη Δύση, καθαιρεμένο. Έγραψαν μια επιστολή στον Πάπα συκοφαντώντας τον Αθανάσιο, προτρέποντας τον Πάπα να τον αναγνωρίσει επίσης ως καθαιρεμένο. Στην Αλεξάνδρεια, εξέλεξαν πρώτα τον Ευσέβιο της Έμεσας, που διακρινόταν για την ευγλωττία του, στον πατριαρχικό θρόνο , αλλά αυτός αρνήθηκε, γνωρίζοντας πόσο βαθιά σεβόντουσαν οι Αλεξανδρινοί τον αρχιερέα τους, Αθανάσιο. Στη συνέχεια, εγκατέστησαν στον πατριαρχικό θρόνο της Αλεξάνδρειας έναν Γρηγόριο, Καππαδόκη στην καταγωγή, αλλά πριν προλάβει να φτάσει στην Αλεξάνδρεια, ο Αθανάσιος έφτασε εκεί από τη Ρώμη. Αυτό συνέβη ως εξής.
Ο Πάπας Ιούλιος, αφού εξέτασε προσεκτικά τις συκοφαντίες που διατυπώθηκαν εναντίον του Αθανασίου, τις έκρινε ψευδείς και γι' αυτό τον έστειλε πίσω στην Αλεξανδρινή Έδρα με την επιστολή του, στην οποία κατήγγειλε έντονα και απειλητικά όσους είχαν τολμήσει να τον καθαιρέσουν. Ο άγιος έγινε δεκτός από τους Ορθόδοξους Αλεξανδρινούς με μεγάλη χαρά. Οι αντίπαλοί του, ωστόσο, μόλις το έμαθαν αυτό (ο ηγέτης τους, ο Ευσέβιος Νικομηδείας, είχε ήδη πεθάνει το 696 ), αναστατώθηκαν πολύ και αμέσως παρότρυναν τον αυτοκράτορα να στείλει στρατό στην Αλεξάνδρεια με τον Γρηγόριο για να τον ανεβάσουν στον πατριαρχικό θρόνο. Έτσι, ο αυτοκράτορας έστειλε έναν διοικητή ονόματι Συριανό με πλήθος ένοπλων στρατιωτών μαζί με τον αιρετικό Γρηγόριο, τον οποίο οι αιρετικοί είχαν εκλέξει στον πατριαρχικό θρόνο, διατάζοντάς τον να σκοτώσει τον Αθανάσιο και να ανεβάσει τον Γρηγόριο στον αρχιεπισκοπικό θρόνο. Μια μέρα, την παραμονή μιας γιορτής, ενώ τελούνταν η ολονύχτια αγρυπνία στον καθεδρικό ναό της Αλεξάνδρειας και όλοι οι Ορθόδοξοι προσεύχονταν με τον πάστορά τους, τον Αθανάσιο, και έψαλλαν εκκλησιαστικούς ύμνους, ο Συριανός ξαφνικά εισέβαλε με ένοπλους στρατιώτες. Κυκλώνοντας την εκκλησία, ζήτησε μόνο τον Αθανάσιο για να τον σκοτώσει. Αλλά ο άγιος, προστατευμένος από την πρόνοια του Θεού, έφυγε κρυφά από την εκκλησία, περιτριγυρισμένος από τον λαό. Επειδή πλέον είχε πέσει σκοτάδι, πέρασε απαρατήρητος μέσα στη γενική σύγχυση και το πλήθος, γλιτώνοντας έτσι τον θάνατο σαν ψάρι από το κέντρο ενός διχτυού. Στη συνέχεια επέστρεψε στη Ρώμη. Μετά από αυτό, ο ασεβής Γρηγόριος, σαν αρπακτικό, κατέλαβε τον θρόνο της Αλεξάνδρειας. Μεγάλη αναταραχή ξέσπασε στον λαό, σε σημείο που οι επαναστάτες έβαλαν φωτιά ακόμη και σε μια εκκλησία που ονομαζόταν Εκκλησία του Διονυσίου.
Ο Άγιος Αθανάσιος παρέμεινε στη Ρώμη για τρία χρόνια, απολαμβάνοντας τον βαθύ σεβασμό του Αυτοκράτορα Κώνστα και του Πάπα Ιούλιου. Εκεί είχε ως φίλο τον Άγιο Παύλο , Αρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως, ο οποίος είχε επίσης εκδιωχθεί από την έδρα του από ασεβείς αιρετικούς. Τελικά, με κοινή συναίνεση και των δύο αυτοκρατόρων, του Κωνσταντίνου και του Κώνστα, συγκλήθηκε στη Σαρδική το 697 σύνοδος Ανατολικών και Δυτικών επισκόπων για να συζητήσουν την ομολογία της πίστης και την υπόθεση του Αθανασίου και του Παύλου . Ανάμεσά τους ήταν περισσότεροι από τριακόσιοι Δυτικοί επίσκοποι και λίγο περισσότεροι από εβδομήντα Ανατολικοί επίσκοποι, μεταξύ των οποίων ήταν και ο προαναφερθείς Ισχύρος, τότε Επίσκοπος Μαρεώτιδας . Οι επίσκοποι που είχαν συγκεντρωθεί από τις ασιατικές εκκλησίες δεν ήθελαν καν να συναντηθούν με τους Δυτικούς επισκόπους μέχρι να απομακρυνθεί ο Παύλος και ο Αθανάσιος από τη σύνοδο. Οι Δυτικοί επίσκοποι, ωστόσο, δεν ήθελαν καν να ακούσουν για κάτι τέτοιο. Στη συνέχεια, οι Ανατολικοί επίσκοποι ξεκίνησαν το ταξίδι της επιστροφής τους και, αφού έφτασαν στη θρακική πόλη Φιλιππούπολη, 701 συγκέντρωσαν τη δική τους σύνοδο, ή μάλλον, μια παράνομη σύναξη, και αναθεμάτισαν ανοιχτά τους ομοούσιους. Έστειλαν αυτόν τον ασεβή ορισμό τους γραπτώς σε όλες τις εκκλησίες που εξαρτώνταν από αυτούς. Μόλις έμαθαν αυτό, οι άγιοι πατέρες που συγκεντρώθηκαν στη Σαρδική αναθεμάτισαν πρώτα αυτή τη βλάσφημη σύναξη και την αιρετική και ασεβή ομολογία τους . 702 Στη συνέχεια, απέβαλαν τους συκοφάντες του Αθανασίου από τις ιεραρχικές τους τάξεις και, αφού επιβεβαίωσαν τον ορισμό της πίστης που διατυπώθηκε στη Νίκαια, ομολόγησαν σαφώς και με ακρίβεια τον Θεό Υιό ως ομοούσιο με τον Θεό Πατέρα.
Μετά από όλα αυτά, ο Δυτικός Αυτοκράτορας Κώνστας, σε μια επιστολή προς τον αδελφό του Κωνστάντιο σχετικά με τον Παύλο και τον Αθανάσιο, τον παρακάλεσε να τους επιτρέψει να επιστρέψουν στους θρόνους τους. Όταν συνέχισε να καθυστερεί την επιστροφή τους, ο Κώνστας του έγραψε ξανά με πιο σκληρούς όρους. «Αν δεν με υπακούσετε οικειοθελώς», έγραψε, «τότε ακόμη και χωρίς τη συγκατάθεσή σας θα τους καθίσω τον καθένα στον θρόνο του, γιατί τότε θα έρθω εναντίον σας με ένοπλη δύναμη». Φοβισμένος από την απειλή του αδελφού του, ο Κωνστάντιος δέχτηκε τον Παύλο, ο οποίος είχε φτάσει πρώτος, και τον απέστειλε με τιμές στον θρόνο του. Στη συνέχεια, με μια επιστολή γραμμένη με πνεύμα πραότητας, κάλεσε τον Άγιο Αθανάσιο από τη Ρώμη και, αφού συνομίλησε μαζί του, είδε ότι ήταν άνθρωπος μεγάλης σοφίας και θείας έμπνευσης. Θαυμάζοντας τη μεγάλη σοφία του Αθανασίου, ο Κωνστάντιος του έδειξε μεγάλη τιμή και τον αποκατέστησε ένδοξα στον πατριαρχικό θρόνο. Ταυτόχρονα, έγραψε στον λαό της Αλεξάνδρειας και σε όλους τους επισκόπους και πρίγκιπες που βρίσκονταν στην Αίγυπτο, στον Αυγουσταλιανό 703 Νεστόριο και στους ηγεμόνες που βρίσκονταν στη Θηβαΐδα και τη Λιβύη 704 , ώστε να δεχτούν τον Αθανάσιο με μεγάλη τιμή και σεβασμό. Εφοδιασμένος με την προαναφερθείσα βασιλική επιστολή, ο μακάριος πέρασε από τη Συρία και την Παλαιστίνη και επισκέφθηκε την Αγία Πόλη των Ιεροσολύμων, όπου έγινε δεκτός με αγάπη από τον παναγιώτατο Μάξιμο τον Ομολογητή. Ανέφεραν ο ένας στον άλλον τις ατυχίες και τις δοκιμασίες που είχαν υποστεί για τον Χριστό. Αφού κάλεσε τους ανατολικούς επισκόπους, οι οποίοι προηγουμένως, από φόβο για τους Αρειανούς, είχαν συναινέσει στην καθαίρεσή του, ο Αθανάσιος τους κέρδισε σε ομοφωνία και κοινωνία μαζί του, και εκείνοι του απέδωσαν άξια τιμή. Με χαρά τους συγχώρεσε για την αμαρτία που είχαν διαπράξει εναντίον του. Αυτή ήταν η τρίτη επιστροφή του Αγίου Αθανασίου στον πατριαρχικό θρόνο μετά τις τρεις εξορίες του 705. Έτσι, μετά από αμέτρητους κόπους, θλίψεις και ασθένειες, τελικά αναπαύθηκε λίγο και σκέφτηκε να περάσει τον υπόλοιπο χρόνο του με ανακούφιση και ειρήνη. Εν τω μεταξύ, νέες αναταραχές και σοβαρές καταστροφές τον πλησίαζαν. Εκείνη την εποχή, ο ασεβής Μαγνέντιος, διοικητής των ρωμαϊκών στρατευμάτων, συνωμότησε με τους συνεργάτες του και δολοφόνησε τον Κώνστα, τον ηγεμόνα του . Τότε οι Αρειανοί εξεγέρθηκαν και διεξήγαγαν έναν σκληρό πόλεμο εναντίον της Εκκλησίας του Χριστού. Ξανάρχισαν συκοφαντίες και διωγμοί εναντίον του Αθανασίου, και όλα τα παλιά κακά ανανεώθηκαν. Βασιλικά διατάγματα και απειλές εναντίον του Αθανασίου επανεμφανίστηκαν. Και πάλι ο Αθανάσιος αναγκάστηκε να υπομείνει τη φυγή και τον φόβο. Και πάλι άρχισαν να τον αναζητούν σε όλη τη γη και πέρα από τη θάλασσα. Ο αυτοκράτορας έστειλε τον Καππαδόκη Γεώργιο στην Αλεξάνδρεια για να καταλάβει τον πατριαρχικό θρόνο. Ο Γεώργιος , ο οποίος, φτάνοντας στην Αλεξάνδρεια, συγκλόνισε την Αίγυπτο, αναστάτωσε την Παλαιστίνη και έριξε ολόκληρη την Ανατολή σε αναταραχή. Και πάλι, ο Άγιος Μάξιμος καθαιρέθηκε από τον θρόνο του στην Ιερουσαλήμ, και ο Άγιος Παύλος από τον θρόνο του στην Κωνσταντινούπολη. Και τι συνέβη αυτή τη στιγμή στην Αλεξάνδρεια το 708, ο ίδιος ο Άγιος Αθανάσιος αφηγείται τα εξής: «Πάλι, κάποιοι που ζητούσαν να μας σκοτώσουν», αφηγείται ο Άγιος Αθανάσιος, «ήρθαν στην Αλεξάνδρεια, και συνέβησαν συμφορές χειρότερες από πριν. Στρατιώτες περικύκλωσαν ξαφνικά την εκκλησία, και αντί για προσευχές, ξεσπούσαν κραυγές, φωνές και σύγχυση. Όλα αυτά συνέβησαν κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Σαρακοστής. Αφού κατέλαβε τον πατριαρχικό θρόνο, ο Γεώργιος της Καππαδοκίας, εκλεγμένος από τους Μακεδόνες και τους Αρειανούς, αύξησε το κακό ακόμα περισσότερο. Μετά την εβδομάδα του Πάσχα, παρθένες φυλακίστηκαν, επίσκοποι οδηγήθηκαν δεμένοι από στρατιώτες, τα σπίτια ορφανών και χηρών λεηλατήθηκαν και η πιο ολοκληρωτική ληστεία έλαβε χώρα στην πόλη. Οι Χριστιανοί έφυγαν από την πόλη τη νύχτα, τα σπίτια σφραγίστηκαν. Ο κλήρος υπέφερε για τους αδελφούς του. Όλα αυτά ήταν πραγματικά εξαιρετικά καταστροφικά, αλλά ένα ασύγκριτα μεγαλύτερο κακό ακολούθησε λίγο αργότερα. Μετά την Αγία Πεντηκοστή, ο λαός νήστεψε και συγκεντρώθηκε για να προσευχηθεί στον τάφο του αγίου μάρτυρα Πέτρου , γιατί όλοι περιφρονούσαν τον Γεώργιο και απέφευγαν να επικοινωνήσουν μαζί του. Μόλις το έμαθε αυτό, ο ύπουλος Γεώργιος υποκίνησε τον Σεβαστιανό, τον στρατηγό του 709 , ο οποίος ήταν προσκολλημένος στους Μανιχαίους. αίρεση, εναντίον τους. Ο Σεβαστιανός, με πλήθος στρατιωτών οπλισμένων με σπαθιά, τόξα και βέλη, εισέβαλε στην ίδια την εκκλησία και επιτέθηκε στους ανθρώπους που βρίσκονταν εκεί, αλλά βρήκε λίγους πιστούς, καθώς οι περισσότεροι είχαν φύγει λόγω της προχωρημένης ώρας. Ο Σεβαστιανός προκάλεσε την πιο σοβαρή θλίψη σε όσους ήταν παρόντες στην εκκλησία. Διέταξε να ανάψουν μια τεράστια φωτιά και, τοποθετώντας παρθένες κοντά στη φωτιά, τις ανάγκασε να ομολογήσουν την αίρεση του Αρείου. Αλλά όταν ο Σεβαστιανός δεν κατάφερε να τους αναγκάσει, βλέποντας ότι δεν έδιναν προσοχή ούτε στη φωτιά ούτε στις απειλές, τους έγδυσε και διέταξε να τους ξυλοκοπήσουν χωρίς έλεος. Τα πρόσωπά τους ήταν τόσο πληγωμένα από πληγές που, μετά από πολύ καιρό, οι οικογένειές τους μόλις που μπορούσαν να τους αναγνωρίσουν. Τους άνδρες, σαράντα τον αριθμό, υπέβαλε σε περαιτέρω βασανιστήρια: οι βασανιστές τους υπέβαλαν σε ένα τρομερό μαστίγωμα με τα σκληρά και αγκαθωτά κλαδιά ενός φρεσκοκομμένου φοίνικα και τους έκοψαν τους ώμους, έτσι ώστε μερικοί χρειάστηκε να κοπούν το σώμα τους αρκετές φορές επειδή οι βελόνες είχαν εισχωρήσει βαθιά. Άλλοι, ανίκανοι να αντέξουν τον πόνο, πέθαναν από έλκη. Όλες αυτές τις παρθένες που είχε βασανίσει με ιδιαίτερη σκληρότητα, έστειλε στη φυλακή στη μεγάλη Όαση [710] , και δεν επέτρεψε να ληφθούν τα σώματα των δολοφονημένων ούτε από τους Ορθόδοξους ούτε από τους δικούς του ανθρώπους. Αντ' αυτού, οι στρατιώτες τα έκρυψαν άταφα σε ένα μέρος, νομίζοντας ότι μια τέτοια σκληρότητα θα παρέμενε άγνωστη σε κανέναν. Το έκαναν αυτό, όντας τρελοί και διεφθαρμένοι στις αισθήσεις τους. Οι Ορθόδοξοι χαιρόντουσαν για τους μάρτυρές τους για την ακλόνητη ομολογία της Ορθόδοξης πίστης, αλλά ταυτόχρονα έκλαιγαν για τα σώματα, επειδή η τύχη τους ήταν άγνωστη. Και μέσω αυτού, η ασέβεια και η σκληρότητα των βασανιστών αποκαλύφθηκαν περαιτέρω. Μετά από αυτό, οι επίσκοποι Αμμώνιος, Μοίνος, Γάιος, Φίλων και Ερμείας εξορίστηκαν από την Αίγυπτο και τη Λιβύη.«Παυλίνος, Ψινόσιρος, Λίναμων, Αγάθων, Αγάμθα, Μάρκος και άλλοι, Αμμώνιος και Μάρκος, Δρακόντιος, Αδελφιός, Αθηνόδωρος και οι πρεσβύτεροι Ιέραξ και Διόσκορος· οι βασανιστές τους καταπίεσαν τόσο σκληρά που μερικοί πέθαναν στο δρόμο και άλλοι σε φυλακές. Οι Αρειανοί καταδίκασαν περισσότερους από τριάντα επισκόπους σε αιώνια φυλακή· επειδή η κακία τους, όπως και του Αχαάβ , ήταν τόσο ισχυρή που, αν ήταν δυνατόν, θα ήταν έτοιμοι να εξορίσουν και να εξοντώσουν την αλήθεια από προσώπου γης.»
Εν τω μεταξύ, ο αυτοκράτορας Κωνστάντιος, μετά τον θάνατο του αδελφού του, αυτοκράτορα Κώνσταντα, έχοντας νικήσει τον Μαγνέντιο, απέκτησε τον έλεγχο τόσο της Ανατολής όσο και της Δύσης . 712 Άρχισε να διαδίδει την αίρεση του Αρειανού τόσο στην Ανατολή όσο και στη Δύση, πείθοντας τους Δυτικούς επισκόπους με κάθε μέσο - μέσω φόβου, κολακείας, δώρων και διαφόρων πειρασμών - να συμφωνήσουν με το σύμβολο της πίστεως του Αρειανού και να ασπαστούν την αίρεση τους. Για το σκοπό αυτό, διέταξε τη σύγκληση συνόδου στην ιταλική πόλη του Μιλάνου. 713 Διέταξε την ανατροπή του Αθανασίου: πίστευε ότι ο Αρειανισμός θα κέρδιζε έδαφος μόνο όταν ο Αθανάσιος θα ανατρεπόταν πλήρως και θα εξοντωνόταν από τους ζωντανούς. Πολλοί οπαδοί του αυτοκράτορα εμφανίστηκαν τότε. μερικοί ασπάστηκαν τον Αρειανισμό από φόβο, άλλοι προσελκύονταν από βασιλικές τιμές. όσοι παρέμειναν σταθεροί στην Ορθοδοξία απομακρύνθηκαν από αυτή την παράνομη σύνοδο . 714 Αυτοί ήταν: ο Ευσέβιος, Επίσκοπος Βερτσελίνας, ο Διονύσιος των Μιλάνων, ο Ροδανός της Τολόσα, ο Παυλίνος της Τριβιρίνης και ο Λουκιφόρος της Καλαριτάνας 715. Αρνήθηκαν να υπογράψουν το διάταγμα της καθαίρεσης του Αθανασίου, θεωρώντας την καθαίρεσή του ως άρνηση της αληθινής πίστης και αλήθειας. Κατά συνέπεια, εξορίστηκαν στο Αρίμινο 716. Οι άλλοι επίσκοποι, ωστόσο, που είχαν συγκεντρωθεί στα Μιλάνα, καταδίκασαν τον Αθανάσιο σε καθαίρεση. Εδώ είναι απαραίτητο να πούμε πώς ο Ευσέβιος και ο Διονύσιος αρνήθηκαν να υπογράψουν το διάταγμα αυτής της παράνομης συνόδου. Όταν οι Αρειανοί επίσκοποι συγκεντρώθηκαν στα Μιλάνα και, χωρίς να περιμένουν άλλους Ορθόδοξους επισκόπους, σχημάτισαν σύνοδο και υπέγραψαν τα ονόματά τους στο διάταγμα που καθαίρεσε τον Αθανάσιο, ο Διονύσιος των Μιλάνων, πρόσφατα προβιβασμένος στην επισκοπή και ακόμη νέος στην ηλικία, πείστηκε από τους Αρειανούς επισκόπους να υπογράψει το διάταγμα της συνόδου. Ντρεπόταν για τόσους πολλούς ευγενείς και μακροχρόνιους επισκόπους και απρόθυμα υπέγραψε το όνομά του μαζί τους. Στη συνέχεια, ο Ορθόδοξος Επίσκοπος της Βερτσελίνα, Ευσέβιος, ένας σεβάσμιος άνδρας στην ηλικία, ήρθε στο Μιλάνο (αφού η παράνομη σύνοδος είχε ήδη ολοκληρωθεί με την υπογραφή των ονομάτων) και ρώτησε τον Διονύσιο για τα όσα είχαν συμβεί στη σύνοδο. Ο Διονύσιος, αφηγούμενος την παράνομη δίκη του Αγίου Αθανασίου, ομολόγησε με μεγάλη θλίψη και μεταμέλεια την αμαρτία του, πώς είχε εξαπατηθεί και υπέγραψε τη συγκατάθεσή του για την καθαίρεση του Αθανασίου. Και ο μακάριος Ευσέβιος τον επιτίμησε γι' αυτό, όπως ένας πατέρας επιτιμά τον γιο του: γιατί ο Διονύσιος θεωρούσε τον Ευσέβιο ένα είδος πνευματικού πατέρα, εν μέρει λόγω της προχωρημένης ηλικίας του, εν μέρει επειδή ήταν ήδη επίσκοπος για πολλά χρόνια· και επιπλέον, λόγω της θέσης του, ο Επίσκοπος της Βερτσελίνας υπερείχε από εκείνη των Μιλάνων . 717 Βλέποντας την εγκάρδια μετάνοια του Διονυσίου, ο Ευσέβιος δεν τον λυπήθηκε: «Ξέρω», είπε, «τι πρέπει να κάνω για να σβηστεί το όνομά σου από ανάμεσά τους». Και συνέβησαν τα εξής.
Οι Αρειανοί επίσκοποι, μαθαίνοντας για την άφιξη του Ευσέβιου, τον κάλεσαν στη συνέλευσή τους και, δείχνοντάς του το διάταγμα που είχαν συντάξει, καταδικάζοντας τον Αθανάσιο σε καθαίρεση, με τις υπογραφές τους, ήθελαν να υπογράψει το όνομά του στο διάταγμα. Ο Ευσέβιος, προσποιούμενος ότι συμφωνούσε με το συμβούλιο και φαινομενικά πρόθυμος να υπογράψει, πήρε το καταστατικό και άρχισε να διαβάζει τα ονόματα των επισκόπων που είχαν υπογράψει. Όταν έφτασε στο όνομα του Διονυσίου, αναφώνησε, σαν να προσβλήθηκε:
– Πού θα υπογράψω το όνομά μου; Υπό τον Διονύσιο; Σε καμία περίπτωση! Ο Διονύσιος δεν θα είναι ανώτερός μου! Λέτε ότι ο Υιός του Θεού δεν μπορεί να είναι ίσος με τον Θεό Πατέρα: γιατί λοιπόν διαλέξατε τον γιο μου αντί για μένα;
Ο πρεσβύτερος αρνήθηκε να υπογράψει μέχρι να σβηστεί το όνομα του Διονυσίου από την υψηλότερη θέση. Οι Αρειανοί επίσκοποι, πρόθυμοι να εξασφαλίσουν την υπογραφή του Ευσέβιου και θέλοντας να τον κατευνάσουν, διέταξαν να σβηστεί το όνομα του Διονυσίου. Ο Διονύσιος έσβησε την υπογραφή του από το καταστατικό με το δικό του χέρι, σαν να παραχωρούσε την υψηλότερη θέση στον αρχαιότερο επίσκοπο, τον Ευσέβιο της Βερτσελίνα, ενώ ο ίδιος, σαν να ήθελε να υπογράψει υπό την ιδιότητά του, παραιτήθηκε. Όταν το όνομα του Διονυσίου σβήστηκε, έτσι ώστε να μην έχει μείνει κανένα ίχνος της γραφής, ο μακάριος Ευσέβιος έπαψε να προσποιείται ότι συμφωνεί με τη σύνοδο των Αρειανών και ομολόγησε ανοιχτά την αλήθεια, χλευάζοντας τους Αρειανούς.
«Ούτε θα μολυνθώ από τις ανομίες σας», είπε, «ούτε θα επιτρέψω στον γιο μου Διονύσιο να συμμετάσχει στην ασέβειά σας, γιατί είναι παράνομο να υπογράψει κανείς ένα παράνομο διάταγμα για την καθαίρεση ενός αθώου επισκόπου — απαγορεύεται από τον νόμο του Θεού και τους κανόνες της Εκκλησίας. Ας γίνει γνωστό σε όλους ότι ο Ευσέβιος και ο Διονύσιος δεν θα υπογράψουν πλέον το διάταγμά σας, γεμάτοι κακία και ανομία. Δόξα τω Θεώ, που γλίτωσε τον Διονύσιο από τη συνενοχή μαζί σας και μας δίδαξε πώς να σβήσουμε από ανάμεσά σας το όνομά του, το οποίο υπογράφηκε παράνομα».
Οι Αρειανοί, βλέποντας τους εαυτούς τους να χλευάζονται από τον Ευσέβιο και τον Διονύσιο, σήκωσαν τα χέρια τους εναντίον τους για να ασκήσουν βία και, αφού τους προσέβαλαν με πολλές προσβολές, τους εξόρισαν και τους δύο ξεχωριστά και καταπίεσαν τόσο σκληρά τον μακάριο Ευσέβιο στη φυλακή που πέθανε εκεί μέσα σε αγωνία. Ακούγοντας αυτό και μαθαίνοντας ότι οι στρατιώτες της επισκοπής, με αυτοκρατορική εντολή, έρχονταν να τον συλλάβουν, ο Άγιος Αθανάσιος, φωτισμένος από κάποια θεϊκή εκδήλωση, έφυγε από την επισκοπή τα μεσάνυχτα και κρύφτηκε με μια ενάρετη παρθένα που ήταν αφιερωμένη στον Θεό και ζούσε ως αληθινή δούλη του Χριστού. Παρέμεινε κρυμμένος μαζί της μέχρι τον θάνατο του αυτοκράτορα Κωνστάντιου και κανείς δεν γνώριζε τίποτα γι' αυτόν εκτός από τον Θεό και μόνο εκείνη την παρθένα, η οποία η ίδια τον υπηρετούσε και του έφερνε από άλλους τα βιβλία που ζήτησε. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του εκεί, ο Αθανάσιος έγραψε πολλά έργα κατά των αιρετικών 718 .
Εν τω μεταξύ, ο λαός της Αλεξάνδρειας αναζητούσε τον ποιμένα του, τον Άγιο Αθανάσιο, πηγαίνοντας παντού για αυτόν τον σκοπό. Όλοι τον θρηνούσαν πολύ και τον αναζητούσαν με τέτοιο ζήλο που ο καθένας ήταν έτοιμος να θυσιάσει με χαρά τη ζωή του για την ανακάλυψή του - και η Αγία Εκκλησία καταπιέζονταν από βαθιά θλίψη. Η αίρεση του Αρειανισμού είχε αυξηθεί σημαντικά όχι μόνο στην Ανατολή αλλά και στη Δύση. Με αυτοκρατορικό διάταγμα, οι επίσκοποι στην Ιταλία και σε όλη τη Δύση που αρνούνταν να ασπαστούν την «ετερογενή» ρήτρα, την αιρετική διδασκαλία ότι ο Υιός του Θεού είναι διαφορετικής φύσης από τον Πατέρα, καθαιρέθηκαν από τις έδρες τους. Εκείνη την εποχή, ο Άγιος Λιβέριος, Πάπας της Ρώμης, ο οποίος είχε διαδεχθεί τον Οσιωμένο Ιούλιο, διάδοχο του Αγίου Συλβέστρου , εκδιώχθηκε από τον ρωμαϊκό θρόνο για την Ορθοδοξία του. Στη θέση του, επιλέχθηκε ένας αιρετικός ονόματι Φήλιξ . Αφού η Αγία Εκκλησία είχε καταπιεστεί και διωχθεί από παντού για μεγάλο χρονικό διάστημα, πλησίαζε ο θάνατος του αυτοκράτορα Κωνστάντιου. Βρισκόμενος ανάμεσα στην Καππαδοκία και την Κιλικία, σε ένα μέρος που ονομαζόταν «Πηγές Μόψης», έχασε τόσο το βασίλειό του όσο και τη ζωή του . 720 Ομοίως, ο ψευδεπίσκοπος Αλεξανδρείας, που διορίστηκε από αιρετικούς, υπέστη την κρίση του Θεού, «και οι ασεβείς θα χαθούν με αναταραχή», σκοτωμένος από τον ελληνικό λαό, ο οποίος είχε ξεσηκωθεί σε επανάσταση για μια τοποθεσία στην Αλεξάνδρεια που του ανήκε, την οποία ο Γεώργιος ήθελε να καταλάβει .
Μετά τον θάνατο του Κωνστάντιου, ο Ιουλιανός ανέβηκε στον αυτοκρατορικό θρόνο το 722 , καταστρέφοντας τα καταστατικά και τους νόμους του Κωνστάντιου και ανακαλώντας όλους όσους βρίσκονταν στην εξορία. Ο Αθανάσιος το έμαθε αυτό, αλλά φοβόταν ότι οι Αρειανοί θα μπορούσαν να παρασύρουν τον Ιουλιανό στην ασέβειά τους (η αποστασία και η πλήρης απάρνηση του Ιουλιανού από τον Χριστό δεν είχαν ακόμη αποκαλυφθεί). Παρ' όλα αυτά, ο Άγιος Αθανάσιος βγήκε μέσα στη νύχτα από το προαναφερθέν παρθενικό σπίτι όπου είχε κρυφτεί και εμφανίστηκε στη μέση της αλεξανδρινής εκκλησίας. Ποιος μπορεί να περιγράψει τη χαρά που κατέκλυσε όλους τους Ορθόδοξους - πώς συνέρρευσαν από παντού για να τον δουν, με τι μεγάλη αγαλλίαση τον κοίταξαν ο κλήρος, οι πολίτες και όλος ο λαός και τον αγκάλιασαν με αγάπη; Η άφιξή του ενέπνευσε θάρρος στους Ορθόδοξους και αμέσως έδιωξαν τους Αρειανούς από την Αλεξάνδρεια, εμπιστευόμενοι την πόλη και τους εαυτούς τους στον Αθανάσιο, τον πάστορα και δάσκαλό τους.
Εν τω μεταξύ, ο άνομος Ιουλιανός, προηγουμένως κρυφός ειδωλολάτρης, τώρα έδειξε ανοιχτά την αποκήρυξή του. Έχοντας καθιερωθεί ως βασιλιάς, αποκήρυξε δημόσια τον Χριστό και βλασφημούσε το πανάγιο όνομά Του, λάτρευε είδωλα, ανέγειρε ναούς παντού και διέταξε βδελυρές θυσίες στους ασεβείς θεούς. Παντού ανεγέρθηκαν βωμοί, δυσοσμία και καπνός διαπερνούσαν τον αέρα, ζώα σφάζονταν και το αίμα τους χυνόταν. Καταγγελμένος από τους μεγάλους πυλώνες και τους δασκάλους της Εκκλησίας, ο Ιουλιανός εξαπέλυσε έναν σκληρό διωγμό κατά της Εκκλησίας και στην αρχή του διωγμού, πήρε τα όπλα εναντίον του Αγίου Αθανασίου. Όταν ο αυτοκράτορας συμβουλεύτηκε τους συνεργάτες του και τους σοφούς μάγους του, και μάλιστα συμβουλεύτηκε μάγους και μάγους για το πώς να εξαλείψει τον Χριστιανισμό από προσώπου γης, όλοι αποφάσισαν ότι ο Αθανάσιος έπρεπε να εξοντωθεί από προσώπου γης και να καταστραφεί. Σκέφτηκαν ως εξής: «Αν τα θεμέλια ανατραπούν, τότε θα είναι εύκολο να καταστραφούν τα άλλα μέρη της χριστιανικής πίστης ξεχωριστά». Για άλλη μια φορά, διεξήχθη μια παράνομη δίκη εναντίον του Αθανασίου, για άλλη μια φορά στάλθηκε στρατός στην Αλεξάνδρεια και για άλλη μια φορά η πόλη βυθίστηκε σε σύγχυση. Η Εκκλησία περικυκλώθηκε και συγκλονίστηκε από ένοπλους στρατιώτες, αλλά μόνο τον Αθανάσιο ζητούσαν να τον σκοτώσει. Αυτός, όπως και πριν, προστατευμένος από την πρόνοια του Θεού, πέρασε μέσα από το πλήθος, ξέφυγε από τα χέρια εκείνων που τον αναζητούσαν και τη νύχτα έφτασε στον ποταμό Νείλο. Όταν ο άγιος επιβιβάστηκε σε ένα πλοίο για να πλεύσει προς τη Θηβαΐδα, οι αγαπημένοι του τον πρόλαβαν και είπαν δακρυσμένοι:
«Πού πας πάλι, πάτερ; Σε ποιον μας αφήνεις, σαν πρόβατα χωρίς ποιμένα;»
Ο άγιος απάντησε:
«Μην κλαίτε, παιδιά, γιατί αυτή η εξέγερση που βλέπουμε τώρα σύντομα θα τελειώσει.»
Αφού είπε αυτά, απέπλευσε. Εν τω μεταξύ, ένας διοικητής τον ακολούθησε γρήγορα, τον οποίο ο βασανιστής είχε διατάξει να σκοτώσει τον Αθανάσιο αμέσως μόλις τον πρόλαβε. Όταν ένας από τους συντρόφους του Αθανασίου εντόπισε τον διοικητή από μακριά, να πλέει πίσω από το πλοίο και ήδη να τους πλησιάζει, και τον αναγνώρισε, άρχισε να προτρέπει τους κωπηλάτες του να κωπηλατήσουν πιο γρήγορα, για να ξεφύγουν από τους διώκτες τους. Αλλά ο Άγιος Αθανάσιος, μετά από μια σύντομη παύση, προβλέποντας τι επρόκειτο να του συμβεί, διέταξε τους κωπηλάτες να οδηγήσουν το πλοίο πίσω προς την Αλεξάνδρεια. Όταν δίστασαν και φοβήθηκαν να εκτελέσουν την εντολή του Αθανασίου, τους είπε να πάρουν θάρρος. Στη συνέχεια, στρέφοντας το πλοίο προς τα δεξιά, έπλευσαν κατευθείαν για την Αλεξάνδρεια για να συναντήσουν τους διώκτες τους. Όταν τους πλησίασαν, το βλέμμα των βαρβάρων σκοτείνιασε σαν από ομίχλη, έτσι ώστε αν και έβλεπαν, δεν έβλεπαν, και προσπερνούσαν. Ο Αθανάσιος τους ρώτησε:
- Ποιον ψάχνεις;
Απάντησαν:
– Ψάχνουμε τον Αφανάσι: τον έχεις δει πουθενά;
«Κολυμπάει», απάντησε ο Αφανάσιος, «λίγο πιο μπροστά από εσένα, σαν να τρέχει από διώκτες. Βιάσου, και σύντομα θα τον προλάβεις».
Έτσι, ο άγιος διέφυγε από τα χέρια των δολοφόνων του. Φτάνοντας στην Αλεξάνδρεια, εισήλθε στην πόλη και όλοι οι πιστοί χάρηκαν για την επιστροφή του. Ωστόσο, παρέμεινε κρυμμένος μέχρι τον θάνατο του Ιουλιανού (724 ). Όταν ο ασεβής βασιλιάς πέθανε λίγο αργότερα, ο Ιοβινιανός, ένας ευσεβής Χριστιανός, ανέβηκε στο θρόνο. Και πάλι, ο Αθανάσιος ανέβηκε άφοβα στο θρόνο του, κυβερνώντας προσεκτικά την Εκκλησία. Αλλά και η βασιλεία του Ιοβινιανού ήταν σύντομη - μόνο επτά μήνες (725 ) - και πέθανε στη Γαλατία. Ο Ουάλης ανέβηκε στο θρόνο ( 726) , μολυσμένος από την αίρεση του Αρειανού. Για άλλη μια φορά, καταστροφές έπληξαν την Εκκλησία. Ο ασεβής βασιλιάς, έχοντας αναλάβει την εξουσία, δεν νοιαζόταν ούτε για τη δημόσια ειρήνη ούτε για τις νίκες επί των εχθρών, αλλά άρχισε για άλλη μια φορά να προσπαθεί να διαδώσει και να ενισχύσει τον Αρειανισμό. Καθαίρεσε τους Ορθόδοξους επισκόπους που δεν συμφωνούσαν με την αίρεση του από τις καθεδρικές τους έδρες. Έτσι, εξόρισε πρώτα τον Άγιο Μελέτιο, Αρχιεπίσκοπο Αντιόχειας . 727 Όταν αυτή η εσωτερική διαμάχη, που καταπίεζε την Εκκλησία του Χριστού παντού, έφτασε στην Αλεξάνδρεια και, με εντολή του επάρχου, οι στρατιώτες έπρεπε να συλλάβουν τον Άγιο Αθανάσιο, ο μακάριος έφυγε κρυφά από την πόλη και, κρυμμένος στην οικογενειακή κρύπτη, παρέμεινε εκεί για τέσσερις μήνες, και κανείς δεν ήξερε πού βρισκόταν. Τότε όλη η Αλεξάνδρεια, θλιμμένη και θρηνώντας τον Άγιο Αθανάσιο, ξεσηκώθηκε σε μεγάλη επανάσταση, ταραγμένη από τόσο μεγάλες και πολυάριθμες θλίψεις από τους βασιλιάδες. Οι Αλεξανδρινοί ήθελαν ήδη να επαναστατήσουν κατά του Ουάλη και ετοίμασαν όπλα για επανάσταση.
Μόλις έμαθε αυτό, ο Αυτοκράτορας, φοβούμενος την αποστασία, το θάρρος και τον εμφύλιο πόλεμο, επέτρεψε στον Αθανάσιο, έστω και παρά τη θέλησή του, να κυβερνήσει την Αλεξανδρινή Εκκλησία χωρίς φόβο. Έτσι, ο Αθανάσιος, ένας ηλικιωμένος πολεμιστής του Χριστού, μετά από μακρούς κόπους και πολλούς αγώνες για την Ορθοδοξία, και πριν από το θάνατό του, έχοντας ζήσει για λίγο εν ειρήνη και ησυχία στην έδρα του, κοιμήθηκε εν Κυρίω το 728 και ενώθηκε με τους πατέρες του, τους πατριάρχες, τους προφήτες, τους αποστόλους, τους μάρτυρες και τους ομολογητές, όπως είχε εργαστεί στη γη. Διετέλεσε επισκοπή για σαράντα επτά χρόνια το 729 και άφησε ως διάδοχό του στην Αλεξανδρινή έδρα τον Πέτρο το 730 , τον ευλογημένο φίλο και συμμέτοχο σε όλες τις δυστυχίες του. Ο ίδιος αναχώρησε για να λάβει λαμπρά στέφανα και την αμοιβή των απερίγραπτων ευλογιών από τον Χριστό τον Κύριό του, στον οποίο, μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, ας είναι η δόξα και η κυριαρχία, η τιμή και η προσκύνηση, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
* * *
Σημειώσεις
Ο Άγιος Αθανάσιος Αλεξανδρείας γεννήθηκε γύρω στο έτος 297, λίγο πριν από τον σκληρό διωγμό των Χριστιανών από τον Διοκλητιανό, για τον οποίο, ωστόσο, δεν άφησε προσωπικές αναμνήσεις.
Ο Άγιος Αλέξανδρος, Επίσκοπος Αλεξανδρείας, ένθερμος υπερασπιστής της Ορθοδοξίας εναντίον των Αρειανών, κυβέρνησε την Αλεξανδρινή Εκκλησία από το 312 έως το 326.
Η Αλεξάνδρεια, η γενέτειρα του Αθανασίου, του πρόσφερε πολλές ευκαιρίες για πνευματική ανάπτυξη και απέκτησε ένα ευρύ φάσμα γνώσεων: σπούδασε νομικά, γνώρισε τα έργα ειδωλολατρών σοφών και Ελλήνων ποιητών. Με λίγα λόγια, σύμφωνα με τα λόγια του βιογράφου του Αγίου Αθανασίου, μελέτησε «τον κύκλο των επιστημών», δηλαδή με την έννοια των Αλεξανδρινών λογίων. Αλλά αφιέρωσε λίγο χρόνο σε αυτό, όπως μαρτυρά ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος. Η κύρια προσοχή του ήταν αφιερωμένη στη μελέτη της Αγίας Γραφής υπό την καθοδήγηση έμπειρων εκπαιδευτών. Και ο Άγιος Αθανάσιος μελέτησε όλα τα βιβλία της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης σε τέτοιο βαθμό που δεν είχε μελετήσει ούτε ένα από τα άλλα. Όπως μπορεί να συναχθεί από ένα από τα πρώτα έργα του Αγίου Αθανασίου, αυτοί ήταν εκπαιδευτές στην Κατηχητική Σχολή της Αλεξάνδρειας. Η πνευματική εκπαίδευση του Αθανασίου ολοκληρώθηκε συντροφιά με ασκητές, τους οποίους αγαπούσε και με τους οποίους αναζητούσε ευκαιρίες να γνωριστεί. Συχνά έβλεπε τον Όσιο. Ο Μέγας Αντώνιος και ο ίδιος ο Αθανάσιος θεωρούνταν μεταξύ των ασκητών για την αυστηρή ζωή τους.
Είναι γνωστό ότι ο Αθανάσιος, ενώ ήταν ακόμα λίγο μεγαλύτερος από ένα αγόρι, κατέλαβε μια θέση ως αγαπημένο μέλος της οικογένειας του Αγίου Αλεξάνδρου, ζώντας μαζί του «σαν γιος με πατέρα» και έτσι πέρασε αρκετά καρποφόρα χρόνια στο επίκεντρο της εκκλησιαστικής δραστηριότητας, υπό την προστασία του προκαθημένου, του οποίου η εξουσία αναγνωριζόταν από περισσότερους από εκατό επισκόπους της Αιγύπτου, της Λιβύης και της Πενταπόλεως. Ο Αθανάσιος έγινε ένα είδος βοηθού και οικιακού γραμματέα σε γραπτές επικοινωνίες για εκκλησιαστικά ζητήματα. Ο Άγιος Αθανάσιος χειροτονήθηκε διάκονος το 319. Ήδη από εκείνη την εποχή, ο Αθανάσιος ήταν ιδιαίτερα γνωστός για τα έργα του: «Κατά των Ειδωλολατρών» και «Περί της Ενσαρκώσεως του Θεού Λόγου». Αυτά ήταν τα πρώτα του έργα, γραμμένα νωρίς, αλλά έδιναν βάσεις για μεγάλες ελπίδες από αυτόν.
Η Πρώτη Οικουμενική Σύνοδος της Νίκαιας (μια πόλη στη Βιθυνία, βορειοδυτική Μικρά Ασία) έλαβε χώρα το 325. Αποκάλυψε και καταδίκασε την αίρεση του Αλεξανδρινού πρεσβυτέρου Αρείου, ο οποίος δίδασκε ότι ο Υιός του Θεού δεν γεννιέται αιώνια από την ουσία του Θεού Πατέρα, αλλά δημιουργήθηκε από Αυτόν από την ανυπαρξία στον χρόνο, δεν είναι ομοούσιος με Αυτόν και δεν είναι ίσης τιμής. Αυτή η αίρεση περιείχε κρυφά μια αποφασιστική άρνηση της Θεότητας του Ιησού Χριστού και της λύτρωσής μας μέσω Αυτού· εν ολίγοις, την ανατροπή όλου του Χριστιανισμού. Όταν αποκαλύφθηκε η ασέβεια του Αρείου, ο Αθανάσιος συμμετείχε ενεργά στον αγώνα μεταξύ του Αγίου Αλεξάνδρου, Αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας, και του Αρείου, και έτσι υποκίνησε τους Αρειανούς εναντίον του. Αυτό συνέβη ακόμη και ενώπιον της Οικουμενικής Συνόδου· και στη Σύνοδο της Νίκαιας, ο Άγιος Αθανάσιος, που τότε κατείχε το αξίωμα του αρχιδιάκονου της Εκκλησίας της Αλεξάνδρειας και συνόδευε τον Άγιο Αλέξανδρο, στη σύνοδο, διέψευσε νικηφόρα τον Άρειο, προς παρηγοριά των πατέρων της συνόδου.
Ο Ευσέβιος, επίσκοπος Νικομηδείας, ήταν φίλος και υποστηρικτής του Άρειου και τον προστάτευε. Στην Α' Οικουμενική Σύνοδο, υπερασπίστηκε τον Άρειο και, παρόλο που συμφώνησε να υπογράψει το Σύμβολο της Πίστεως που συντάχθηκε στη Σύνοδο, αρνήθηκε να συμφωνήσει με τον αφορισμό του Άρειου. Για αυτό, καθώς και για τις σχέσεις του με τον αφορισμένο αιρετικό, ο ίδιος εξορίστηκε. Αλλά χάρη στην προστασία της Κωνσταντίας, αδελφής του αυτοκράτορα, ο Ευσέβιος επέστρεψε από την εξορία και, έχοντας καταλάβει ξανά την έδρα, άρχισε να ενεργεί εναντίον των Ορθοδόξων.
Στην Πρώτη Οικουμενική Σύνοδο, οι υπέρμαχοι της αδικίας, μη έχοντας αλήθεια από την πλευρά τους, σκέφτηκαν να βοηθήσουν τους εαυτούς τους με την απάτη, προσφέροντας στα άλλα μέλη της Συνόδου ένα Σύμβολο της Πίστεως στο οποίο η ασάφεια των εκφράσεων σχετικά με τον Υιό του Θεού έδωσε τη θέση της σε παρερμηνείες των Αρειανών. Αλλά οι Άγιοι Πατέρες, ομολογώντας τον Υιό του Θεού ως γεννημένο «εκ της ουσίας του Πατρός» και «ομοούσιο με τον Πατέρα», συμπεριέλαβαν αυτές τις εκφράσεις στο Σύμβολό τους, επιβεβαιώνοντας έτσι την αρχαία πίστη «στον αληθινό Θεό εκ του αληθινού Θεού». Όλα τα μέλη της Συνόδου, ακόμη και εκείνα που τάχθηκαν με τους Αρειανούς, υπέγραψαν αυτό το Σύμβολο της Πίστεως, αλλά με ανειλικρίνεια. Διάβασαν τον ελληνικό όρο για την ομοούσια φύση του Υιού του Θεού, «ομόσιος», ως «ομόσιος» - της ίδιας ουσίας - ή, τουλάχιστον, τον εννοούσαν με την τελευταία έννοια. Ο Ευσέβιος ήθελε να παρουσιάσει το ζήτημα στον βασιλιά με τέτοιο τρόπο ώστε μεταξύ των Ορθοδόξων και των Αρειανών να υπάρχει μόνο μια παρεξήγηση και διαμάχες λόγω διαφορετικής κατανόησης των όρων και εκφράσεων του Συμβόλου, και όχι λόγω της ουσίας της πίστης, και ο Άρειος να συμφωνεί πλήρως με το Σύμβολο της Συνόδου της Νίκαιας.
Ο θάνατος του Αγίου Αλεξάνδρου Αλεξανδρείας ακολούθησε πέντε μήνες μετά την επιστροφή του από την Α' Οικουμενική Σύνοδο. Ο Αθανάσιος δεν βρισκόταν στην Αλεξάνδρεια εκείνη την εποχή. Εγκαταλείποντας το ποίμνιό του, ο ετοιμοθάνατος γέροντας έψαχνε τριγύρω με περιπλανώμενο βλέμμα για κάποιον να το εμπιστευτεί. «Αθανάσιε, Αθανάσιε!» φώναξε ο Αλέξανδρος, «νομίζεις ότι θα φύγεις τρέχοντας. Όχι! Δεν θα φύγεις». Πράγματι, ο Αθανάσιος δεν ξέφυγε από το πεπρωμένο που του είχε προοριστεί από ψηλά. Προεπιλεγμένος από τον εκλιπόντα ποιμένα και την επιθυμία του ποίμνιού του, μόλις είχε φτάσει στην Αλεξάνδρεια, όταν ο λαός απαίτησε επίμονα από τους συγκεντρωμένους επισκόπους να τον χειροτονήσουν ως Επίσκοπο Αθανάσιο. Δεν ηρέμησαν μέχρι να λάβουν την ευχή τους, έστω και ενάντια στη θέληση του Αθανασίου.
Ευσέβιος από τα ελληνικά σημαίνει: ευσεβής.
Ο Μελέτιος, Επίσκοπος Λυκοπόλεως (στη Θηβαΐδα), αντιτάχθηκε στην επιστροφή στην Εκκλησία όσων την είχαν αποκηρύξει κατά τη διάρκεια του διωγμού του Διοκλητιανού. Ο Άγιος Πέτρος , Αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας, πιο επιεικής απέναντι στους πεσόντες, ως ανώτατος αρχιεπίσκοπος όλης της Αιγύπτου, τον αφόρισε γι' αυτό. Αλλά ο Μελέτιος, μαζί με ομοϊδεάτες επισκόπους, ανέλαβε τα δικαιώματα του αρχιεπισκόπου της επαρχίας και δεν αναγνώρισε την εξουσία των διαδόχων του Αγίου Πέτρου. Στην Α' Οικουμενική Σύνοδο, το σχίσμα του Μελετίου καταδικάστηκε, αλλά οι Μελετιανοί επίσκοποι παρέμειναν μέχρι τα μέσα του 5ου αιώνα. Το 326, ο Μελέτιος και οι υποστηρικτές του εμπόδισαν την εκλογή του Αγίου Αθανασίου στην Έδρα της Αλεξανδρείας, και όταν αυτή η εκλογή έλαβε χώρα ενάντια στη θέλησή τους, άρχισαν να διαδίδουν συκοφαντίες ότι ο Αθανάσιος είχε εκλεγεί παράνομα, από έξι ή επτά επισκόπους, κρυφά. Οι Μελετιανοί ήταν έτσι αντίπαλοι του Αθανασίου, στο ίδιο επίπεδο με τους Αρειανούς, την πλευρά των οποίων υποστήριζαν.
Ο Ισχύρ δεν ήταν ιερέας. Είναι αλήθεια ότι είχε χειροτονηθεί ιερέας, ακόμη και κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Αγίου Αλεξάνδρου, από τον Κολλούθο, ο οποίος είχε αναλάβει αλαζονικά τα επισκοπικά δικαιώματα. Αλλά στη Σύνοδο της Αλεξάνδρειας το 324, αυτός ο Κολλούθος καθαιρέθηκε ως απατεώνας και όλοι όσοι είχε χειροτονήσει δεν αναγνωρίστηκαν ως χειροτονημένοι.
Η περιοχή Μαρεότι βρισκόταν στη βορειοδυτική Αίγυπτο, νότια της Αλεξάνδρειας, κατά μήκος των ακτών του κόλπου, και σε εκκλησιαστικά ζητήματα βρισκόταν υπό την εξουσία του Επισκόπου Αλεξάνδρειας.
Οι επίσκοποι συγκεντρώθηκαν στην Ιερουσαλήμ για την εορτή των καθαγιασμάτων από τον Αυτοκράτορα Μέγα Κωνσταντίνο της μεγαλοπρεπούς Εκκλησίας της Αναστάσεως του Χριστού, πάνω από τον τόπο ταφής του σώματος του Σωτήρα και της ανάστασης. Η εκκλησία καθαγιάστηκε στις 13 Σεπτεμβρίου 335.
Η πόλη της Τύρου βρισκόταν στην ανατολική ακτή της Μεσογείου Θάλασσας. Ήταν μια από τις αρχαιότερες, οχυρωμένες και όμορφες παράκτιες εμπορικές πόλεις της Φοινίκης και επίσης η πρωτεύουσά της.
Εδώ η βασιλεία του Μεγάλου Κωνσταντίνου δεν υπολογίζεται από την αρχή της απολυταρχίας του, αλλά από την αρχή της βασιλείας του (από το 306 έως το 324 κυβέρνησε το δυτικό μισό της αυτοκρατορίας και από το 324 έως το 337 ολόκληρη την αυτοκρατορία).
Η Σύνοδος της Τύρου πραγματοποιήθηκε το 335, υπό την επίβλεψη του αυτοκρατορικού αξιωματούχου Διονυσίου. Στη σύνοδο παρευρέθηκαν έως και εξήντα επίσκοποι. Ο Άγιος Αθανάσιος έφτασε με 48 επισκόπους από την Αίγυπτο. Παρόντες ήταν επίσκοποι από φημισμένες έδρες: ο Φλαχίλλος Αντιοχείας, ο Μάξιμος Ιεροσολύμων και ο Αλέξανδρος Θεσσαλονίκης. Κατά την άφιξή του, ο Άγιος Αθανάσιος ήθελε να καταλάβει την έδρα που του ανήκε λόγω της έδρας του, αλλά διατάχθηκε από τον πρόεδρο της συνόδου, τον Ευσέβιο, Επίσκοπο Καισαρείας (έναν διάσημο εκκλησιαστικό ιστορικό και υποστηρικτή των Αρειανών), να σταθεί σαν να δεχόταν επίθεση. Οι συζητήσεις της συνόδου ήταν μεροληπτικές, ευνοώντας τον Άρειο και τους συνεργάτες του και εις βάρος του Αγίου Αθανασίου.
Ο Θεόγνιος, επίσκοπος Νίκαιας, μαζί με τον Ευσέβιο Νικομηδείας, ήταν ο πρώτος που δέχτηκε τις διδασκαλίες του Άρειου και τις υποστήριξε στην Α' Οικουμενική Σύνοδο. Στη συνέχεια, αν και υπέγραψε το Ορθόδοξο Σύμβολο της Πίστεως, εξορίστηκε για τις σχέσεις του με τον Άρειο. Μετά την επιστροφή του Άρειου, ο Θεόγνιος ανακλήθηκε από την εξορία. Αποκήρυξε ανοιχτά την ψευδή διδασκαλία, αλλά κρυφά υποστήριξε τους Αρειανούς.
Ο Μάριος, Επίσκοπος Χαλκηδόνας, όπως ο Θεόγνιος της Νίκαιας και πολλοί άλλοι, συμμερίζονταν τις διδασκαλίες του Άρειου, κατηγόρησε τον Αθανάσιο στη Σύνοδο της Τύρου και ήταν μεταξύ των ερευνητών στην υπόθεση Μαρεώτιδα, μαζί με τον Θεόγνιο και άλλους ομοϊδεάτες του Άρειου.
Ο προφήτης μιλάει εδώ για εκείνους των οποίων οι αμαρτίες τους χωρίζουν από τον Θεό. Οι κατήγοροι του Αθανασίου ενήργησαν όπως αυτοί οι αμαρτωλοί, καλύπτοντας την αλήθεια με ψέματα.
Από την αρχαιότητα, η Αίγυπτος, φημισμένη για τη γονιμότητά της, έστελνε έναν στόλο φορτωμένο με σιτηρά στη Ρώμη μέσω Αλεξάνδρειας για διανομή στους απόρους. Όταν ο Μέγας Κωνσταντίνος ίδρυσε μια νέα πρωτεύουσα στο Βυζάντιο το 330, που πήρε το όνομά του από τον εαυτό του, Κωνσταντινούπολη και επίσης Κωνσταντινούπολη, ανησυχώντας για την αύξηση του πληθυσμού της και τα μέσα για τη συντήρησή της, άλλαξε τον σκοπό αυτού του στόλου: η χάρη της διανομής σιτηρών δόθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Συνολικά, διανεμήθηκαν έως και 80.000 μέτρα σιτηρών. Οι εχθροί του Αθανασίου ήλπιζαν έτσι να υποκινήσουν την οργή του αυτοκράτορα διαδίδοντας αυτή τη νέα συκοφαντία, ενώ ταυτόχρονα υποκινούσαν λαϊκή εξέγερση στην πρωτεύουσα. Ο όχλος, δυσαρεστημένος με τον Αθανάσιο, θα μπορούσε να είχε προκαλέσει μια εξέγερση και, όπως ήλπιζαν οι επίσκοποι που ήταν εχθρικοί προς τον Αθανάσιο, να σκοτώσει τον άγιο άνδρα κατά τη διάρκεια αυτής. «Πώς μπορώ να το κάνω αυτό (να σταματήσω την αποστολή σιταριού);» Ο Αθανάσιος διαμαρτυρήθηκε για τη νέα συκοφαντία. «Είμαι ένας ιδιώτης και φτωχός άνθρωπος;» Ο Ευσέβιος Νικομηδείας απάντησε: «Όχι, ο Αθανάσιος είναι ένας δυνατός και πλούσιος άνθρωπος. Μπορεί να κάνει τα πάντα!»
Όλοι αυτοί ήταν Αρειανοί επίσκοποι, υποστηρικτές του Ευσέβιου Νικομηδείας.
Η Γαλατία είναι η σημερινή Γαλλία.
Ο Άγιος Αθανάσιος στάλθηκε στην πόλη Τρέβες—σημερινή Τρηρ—μια πυκνοκατοικημένη, ακμάζουσα πρωτεύουσα της βορειοανατολικής περιοχής της αρχαίας Γαλατίας (της λεγόμενης Βελγικής). Ο ίδιος ο Μέγας Κωνσταντίνος διέμενε συχνά εδώ όταν έλεγχε μόνο το δυτικό μισό της αυτοκρατορίας. Τώρα, ο Κωνσταντίνος, ο μεγαλύτερος γιος του αυτοκράτορα, διέμενε εκεί, έχοντας γίνει ηγεμόνας της Γαλατίας, της Ισπανίας και της Βρετανίας το 335. Επίσκοπος της Τρηρ εκείνη την εποχή ήταν ο Μαξιμίνος, υπερασπιστής της Ορθοδοξίας. Υποδέχτηκε τον Αθανάσιο με αγάπη και σεβασμό, και ο Αθανάσιος ανταπέδωσε την αγάπη του προς αυτόν. Ο Κωνσταντίνος ο Νεότερος, τρέφοντας σεβασμό για τον άγιο, προσπάθησε να απαλύνει τη θλίψη της εξορίας. Ο Άγιος Αθανάσιος παρέμεινε στην Τρηρ για δύο χρόνια και τέσσερις μήνες.
Προς τον Αρειανό πρεσβύτερο Ευδόκιο, αυτόν ακριβώς που άσκησε ισχυρή επιρροή στην Κωνσταντία, αδελφή του Αυτοκράτορα Μεγάλου Κωνσταντίνου, στο ζήτημα της επιστροφής του Άρειου και του ομοϊδεάτη λαού του από την εξορία.
Πραιπόσιτος – επικεφαλής της βασιλικής αυλής και των ευνούχων. Ο ευνούχος Ευσέβιος, Αρειανός, ήταν ιδιαίτερα ευνοημένος από τον Κωνστάντιο.
Στην αρχαιότητα, ευνούχοι ήταν το όνομα που δινόταν σε άτομα που υπηρετούσαν στις βασιλικές αυλές ως φρουροί στα υπνοδωμάτια των βασιλισσών και των πριγκίπισσες. Οι περισσότεροι ευνούχοι ήταν ευνούχοι. Στη βυζαντινή αυλή, οι ευνούχοι τιμούνταν ιδιαίτερα. Γενικά εκπροσωπούσαν τους αυλικούς των ευγενών και ασκούσαν σημαντική επιρροή στον ηγεμόνα και την κυβέρνηση της χώρας. Ο Μέγας Κωνσταντίνος άρχισε να τους διορίζει σε χαμηλότερες θέσεις, περιορίζοντας έτσι την επιρροή τους. Αλλά υπό τον Κωνστάντιο, οι ευνούχοι απέκτησαν σημαντική επιρροή στην αυλή.
Το εδάφιο έχει λεπτομερώς ως εξής: «Οι ιερείς δεν είπαν: «Πού είναι ο Κύριος;» Και οι νομοδιδάσκαλοι δεν με γνώρισαν, και οι ποιμένες απομακρύνθηκαν από μένα, και οι προφήτες προφήτευσαν στο όνομα του Βάαλ και ακολούθησαν εκείνους που δεν ωφελούν». Εδώ, στο όνομα του Κυρίου, ο προφήτης Ιερεμίας καταγγέλλει τους ιερείς, τους άρχοντες και τους προφήτες του Ισραήλ επειδή ξέχασαν το έλεος του Θεού και απομακρύνθηκαν από Αυτόν. Ο βιογράφος του Αγίου Αθανασίου Αλεξανδρείας εφαρμόζει μεταφορικά αυτά τα λόγια στον Κωνστάντιο και τους Αρειανούς επισκόπους, οι οποίοι αποστάτησαν από την αληθινή πίστη στον Χριστό Θεό.
Ο Άγιος Μάξιμος Γ΄, Πατριάρχης Ιεροσολύμων, κατείχε την έδρα από το 333 έως το 350. Υπέφερε για το όνομα του Χριστού και ήταν ομολογητής. Όταν οι Αρειανοί στη Σύνοδο της Τύρου απαίτησαν από τους Ορθόδοξους επισκόπους να υπογράψουν την παράνομη καταδίκη κατά του Αθανασίου, ο Παφνούτιος, Επίσκοπος Θαΐδος στην Άνω Θηβαΐδα και ομολογητής που υπέφερε κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Μαξιμιανού Β΄, πήρε τον Μάξιμο από το χέρι, τον οδήγησε έξω από τη σύναξη και είπε: «Είναι ακατάλληλο για εμάς τους ομολογητές να συμμετέχουμε σε μια τέτοια σύνοδο». Ο Άγιος Μάξιμος τιμάται στην Ελληνική Εκκλησία στις 17 Νοεμβρίου.
Οι Έλληνες εκκλησιαστικοί ιστορικοί του πέμπτου αιώνα, Σωκράτης και Σωζόμενος, περιγράφουν τον θάνατο του Άρειου ως εξής: Το μοιραίο πρωινό, όταν, σύμφωνα με τις εντολές του Μεγάλου Κωνσταντίνου, ο Άρειος επρόκειτο να κοινωνήσει, αυτός, πιο αλαζόνας από το συνηθισμένο και κάνοντας διάφορα άσκοπα σχόλια, κατευθυνόταν προς την εκκλησία, περιτριγυρισμένος από ομοϊδεάτες Ευσέβιους και ένα περίεργο, ενθουσιασμένο πλήθος. Αλλά ξαφνικά, τον κατέλαβε μια ξαφνική κρίση στομαχόπονου και υποχώρησε στην τουαλέτα πίσω από την πλατεία Κωνσταντίνου. Λίγο αργότερα, λιποθύμησε και τα εντόσθιά του βγήκαν μαζί με τα περιττώματά του, με πρόπτωση των εντέρων, του ήπατος και του σπλήνα του, και άφθονη αιμορραγία, με αποτέλεσμα να πεθάνει σχεδόν αμέσως. Εν τω μεταξύ, οι σύντροφοί του τον περίμεναν για αρκετή ώρα. Τελικά, πηγαίνοντας να τον καλέσουν, έμειναν έκπληκτοι από ένα φρικτό θέαμα. Ο Άρειος (τότε ήταν πάνω από 80 ετών) υπέστη ρήξη κοιλιάς και κολυμπούσε στο αίμα του, ένα φρικτό θέαμα. Αυτός ο φρικτός θάνατος του Άρειου αναπόφευκτα προκάλεσε συγκρίσεις με τον θάνατο του Ιούδα του προδότη. Προκάλεσε βαθιά απογοήτευση στους υποστηρικτές του και, φυσικά, έγινε δεκτό από τους Ορθόδοξους ως η τελική κρίση για ολόκληρη την υπόθεσή του. Πράγματι, ακόμη και αν ο θάνατος του Άρειου ήταν φυσικός, ήταν σίγουρα ένας φρικτός και ξαφνικός θάνατος, και κανείς δεν μπορεί παρά να δει σε αυτόν την υπέρτατη κρίση του Θεού.
Ο Κωνσταντίνος Β΄ ήταν ο μεγαλύτερος γιος του Μεγάλου Κωνσταντίνου· όταν η αυτοκρατορία διαιρέθηκε, ανέλαβε τον έλεγχο της Γαλατίας και του δυτικού τμήματος της Βόρειας Αφρικής ως αυτοκράτορας.
Ήταν στα τέλη του 338.
Οι εχθροί του Αθανασίου υποστήριξαν ότι είχε καθαιρεθεί με διάταγμα της Συνόδου της Τύρου και ότι τώρα κατείχε την έδρα με εντολή των κοσμικών αρχών, αντίθετα με τους εκκλησιαστικούς κανόνες.
Η Ακυληία ήταν μια μεγάλη και σημαντική αρχαία πόλη στην Άνω ή Βόρεια Ιταλία, βόρεια της Αδριατικής Θάλασσας. Εδώ, τον Μάρτιο του 340, έλαβε χώρα εμφύλιος πόλεμος μεταξύ του Κωνσταντίνου και του Κώνσταντα, στον οποίο ο πρώτος σκοτώθηκε και ο Κώνστας έγινε ηγεμόνας ολόκληρης της Δύσης.
Στο μυστικό του καταφύγιο, ο Άγιος Αθανάσιος έγραψε μια ισχυρή έκκληση προς τους επισκόπους όλων των εκκλησιών, στην οποία περιέγραφε όλες τις φρικαλεότητες της ασέβειας που είχαν συμβεί μπροστά στα μάτια του και τους παρακαλούσε να παράσχουν βοήθεια στην ένδοξη Εκκλησία της Αλεξάνδρειας, η οποία καταπατούνταν από τους αιρετικούς. Αλλά οι ευσεβείς ποιμένες μπορούσαν μόνο να κλαίνε και να εκλιπαρούν για βοήθεια από ψηλά: τόσο μεγάλη ήταν η αναταραχή που είχε προκαλέσει η σμήνος των Αρειανών στην Αλεξάνδρεια, και δεν υπήρχε κανείς από τον οποίο να ζητήσει βοήθεια, αφού η ισχυρογνωμοσύνη των αιρετικών απολάμβανε την πλήρη προστασία του αυτοκράτορα Κωνστάντιου.
Άγιος Ιούλιος – Πάπας Ρώμης, ζηλωτής υπερασπιστής της Ορθοδοξίας από τους Αρειανούς, προστάτης του Αθανασίου, κατείχε τον θρόνο από το 337 έως το 352.
Η λεγόμενη Χρυσή Εκκλησία, που ιδρύθηκε μεγαλοπρεπώς από τον Μέγα Κωνσταντίνο και ξαναχτίστηκε από τον Κωνστάντιο. Εδώ έλαβε χώρα η Σύνοδος της Αντιόχειας τον Ιανουάριο του 341. Παρευρέθηκαν έως και ενενήντα επίσκοποι. Οι Πατέρες της Συνόδου απέρριψαν το Σύμβολο της Οικουμενικής Συνόδου και ταυτόχρονα, διαφωνώντας μεταξύ τους, εξέδωσαν τρία δικά τους (ημι-αρειανά) Σύμβολα Πίστεως και στη συνέχεια ένα τέταρτο, αρνούμενοι να συμπεριλάβουν σε κανένα από αυτά την έκφραση που όριζε σαφώς την Ορθοδοξία: ομοούσια. Αφού επέλυσαν το ζήτημα της πίστης με τον δικό τους τρόπο, στράφηκαν στις υποθέσεις της Εκκλησίας της Αλεξανδρείας.
Ο Ευσέβιος της Έμεσας ήταν φημισμένος για την μόρφωσή του. Σπούδασε στην Αλεξάνδρεια και στη συνέχεια κοντά στον Ευσέβιο της Καισάρειας. Ονομάστηκε «Έμεσαν» από την πόλη (η Έμεσα είναι μια πόλη στη Συρία, νότια της Αντιόχειας) όπου ήταν επίσκοπος. Ήταν αγαπημένος του Κωνστάντιου, τον οποίο συνόδευε στις εκστρατείες του.
Ο Γρηγόριος ο Καππαδόκης (η Καππαδοκία είναι η ανατολική περιοχή της Μικράς Ασίας) σπούδασε στην Αλεξάνδρεια και κάποτε απολάμβανε την εύνοια του Αγίου Αθανασίου. Ο Γρηγόριος ήταν άνθρωπος με αγενή και βίαιη φύση.
Ο Ευσέβιος Νικομηδείας πέθανε το 342.
Η Σαρδική βρισκόταν στα σύνορα των κτήσεων και των δύο αδελφών: Κωνστάντιου και Κώνσταντα, στην Ιλλυρία - τη σημερινή Σόφια, την πρωτεύουσα της σύγχρονης Βουλγαρίας.
Ο Κωνστάντιος συμφώνησε να συγκαλέσει τη σύνοδο, υποχωρώντας στο αίτημα του Ορθόδοξου αδελφού του, ο οποίος είχε ζητηθεί από τους Ανατολικούς επισκόπους και ο οποίος, έχοντας βαθύ σεβασμό για τον Άγιο Αθανάσιο, επιθυμούσε την αθώωσή του. Η σύνοδος πραγματοποιήθηκε το 344. 1) επικύρωσε το Σύμβολο της Νίκαιας, 2) εξέτασε την υπόθεση, αθώωσε τον Αθανάσιο και 3) κήρυξε τους ηγέτες του Αρειανισμού καθαιρεμένους, απαγόρευσε στους Ορθόδοξους να κοινωνούν μαζί τους και αναθεμάτισε τους καταδικασμένους.
Ο Ισχύρος διορίστηκε επίσκοπος από τους Αρειανούς.
Ασιάτες, δηλαδή Ανατολίτες· από αυτούς οι αρχηγοί ήταν ο Θεόδωρος του Ηρακλείου, ο Νάρκισσος της Νεροπόλεως, ο Μηνόφαντος της Εφέσου, ο Στέφανος της Αντιόχειας, ο Ακάκιος της Καισαρείας και ο Γεώργιος της Λαοδίκειας.
Η Φιλιππούπολη είναι μια πόλη στη Θράκη, νοτιοανατολικά της Σαρδικής. Η Σύνοδος της Φιλιππούπολης πραγματοποιήθηκε υπό την προεδρία του Στεφάνου Αντιοχείας. Αυτή η σύνοδος καταδίκασε και πάλι τον Αθανάσιο, τον Παύλο της Κωνσταντινούπολης, τον Ιούλιο της Ρώμης, τον Πρωτογένη της Σαρδικής και άλλους Ορθόδοξους επισκόπους. Ο Κωνστάντιος επικύρωσε την απόφαση της Συνόδου της Φιλιππούπολης και ο Αθανάσιος, μαζί με άλλους διωκόμενους, αναγκάστηκε σε εξορία. Αποσύρθηκε στη Ναϊσσό της Δακίας.
Η Σύνοδος της Φιλιππούπολης συνέταξε ένα νέο σύμβολο, περισσότερο αρειανικό από τα σύμβολα της Συνόδου της Αντιόχειας.
Ο Αυγουστάλιος είναι ο βασιλικός κυβερνήτης μιας ρωμαϊκής επαρχίας.
Η Θηβαΐδα είναι μια νότια περιοχή της Αιγύπτου· η Λιβύη βρίσκεται στη βόρεια Αφρική, δυτικά της Αιγύπτου.
Ήταν το 348.
Ο Μαγνέντιος ξεσήκωσε τον στρατό του Κώνστα εναντίον του, ο οποίος τον ανέτρεψε από τον θρόνο. Ο Κώνστας τράπηκε σε φυγή, αλλά σκοτώθηκε από τον Μαγνέντιο καθ' οδόν. Αυτό συνέβη στις αρχές του 350.
Αυτός ο Γεώργιος ήταν ένας αμόρφωτος άνθρωπος με άξεστο χαρακτήρα, αρχικά υπηρετώντας ως προμηθευτής κρέατος για τον στρατό. Ο Γεώργιος υπηρέτησε ως ψευδεπίσκοπος για περίπου τέσσερα χρόνια (357–361), κατά τη διάρκεια των οποίων προκάλεσε πολλά βάσανα και καταπίεση όχι μόνο στην Αλεξανδρινή Εκκλησία και τον Ορθόδοξο πληθυσμό, αλλά και στους ειδωλολάτρες.
Αυτό συνέβη εν απουσία του Αθανασίου.
Ο Στρατιλάτης είναι στρατιωτικός ηγέτης, διοικητής.
Η Όαση, ή η μεγάλη Λιβυκή Όαση, βρίσκεται δυτικά της ερήμου των Θηβαΐδων, στο ανατολικό τμήμα της σημερινής Σαχάρας, και ήταν μια αρχαία ελληνική αποικία, η οποία συχνά χρησίμευε ως τόπος εξορίας.
Ο Αχαάβ, ο όγδοος βασιλιάς του Ισραήλ, με την επιμονή της συζύγου του Ιεζάβελ, μιας κακιάς, διψασμένης για εξουσία και διεφθαρμένης γυναίκας, διέδωσε την ειδωλολατρία στους Ισραηλίτες και καταδίωξε κακόβουλα τους υπηρέτες του αληθινού Θεού.
Για τρεισήμισι χρόνια μετά τον θάνατο του Κώνστα, ο Μαγνέντιος κατείχε τον τίτλο του Καίσαρα στη Δύση. Ο Κωνστάντιος διέλυσε τους υποστηρικτές του και ο Μαγνέντιος αυτοκτόνησε. Ολόκληρη η αυτοκρατορία ενώθηκε στη συνέχεια υπό την ηγεσία του Κωνστάντιου, μέχρι τον θάνατό του το 361.
Το Μεδιόλανο είναι μια αρχαία πόλη σε αυτό που είναι γνωστό ως Κισάλπειος Γαλατία, ή σημερινή βόρεια Ιταλία, ένα ακμάζον κέντρο επιστήμης και τέχνης. Σήμερα, το Μιλάνο είναι η κύρια ακμάζουσα πόλη της ιταλικής περιοχής της Λομβαρδίας, με μεγάλο πληθυσμό.
Η σύνοδος συγκλήθηκε κατόπιν αιτήματος του Πάπα Λιβέριου, διαδόχου του Ιουλίου, το 355. Παρευρέθηκαν έως και 300 Δυτικοί επίσκοποι. Οι Αρειανοί απαίτησαν την καταδίκη του Αθανασίου, αλλά οι Δυτικοί επέμειναν να υπογράψουν το Σύμβολο της Πίστεως της Νίκαιας. Στη συνέχεια, ο Κωνστάντιος, ο οποίος άκουγε τις συζητήσεις των πατέρων του συμβουλίου από ένα διπλανό δωμάτιο, μπήκε στην αίθουσα του συμβουλίου με ένα σπαθί στο χέρι και δήλωσε ότι ο ίδιος κατηγορούσε τον Αθανάσιο. Όσοι αρνήθηκαν να υπογράψουν την καταδίκη του Αθανασίου αντιμετώπιζαν εξορία, οπότε κάποιοι υπέγραψαν, και όσοι διαφώνησαν εξορίστηκαν.
Το Βερτσέλι είναι μια πόλη στη βορειοδυτική Ιταλία. Η Τολόσα βρίσκεται στις όχθες του ποταμού Γκαρόν στη νότια Γαλλία. Η Τριρ (επίσης γνωστή ως Τρεβές ή Τριβίριο) βρίσκεται στις όχθες του ποταμού Μοζέλα στην ανατολική Γαλλία και η Καλαρία βρίσκεται στο νησί της Σαρδηνίας (στη Μεσόγειο Θάλασσα).
Το Αριμίνουμ, το σημερινό Ρίμινι, είναι η παλαιότερη ακμάζουσα πόλη της Ούμπρια, στο βορειοανατολικό τμήμα της Ιταλίας, στις ακτές της Αδριατικής Θάλασσας.
Δηλαδή, η επισκοπική έδρα του Βερτσέλλι θεωρούνταν ιεραρχικά ανώτερη από αυτήν του Μιλάνου.
Ο Άγιος Αθανάσιος ο Μέγας ήταν ένας από τους πιο διάσημους συγγραφείς της αρχαίας Εκκλησίας. Διακρινόταν για τη βαθιά γνώση της Αγίας Γραφής και το θεολογικό του ταλέντο. Δεδομένου ότι πέρασε ολόκληρη τη ζωή του πολεμώντας τους Αρειανούς, τα γραπτά του φέρουν το αποτύπωμα αυτού του αγώνα και στρέφονται κυρίως εναντίον τους. Τα σημαντικότερα έργα του Αγίου Αθανασίου είναι τα ακόλουθα: 1) τέσσερις λόγοι εναντίον των Αρειανών, στους οποίους ο Αθανάσιος αντικρούει πλήρως όλες τις αντιρρήσεις τους· 2) μια επιστολή προς τον Επίκτητο, Επίσκοπο Κορίνθου, σχετικά με τη θεία και ανθρώπινη φύση στον Ιησού Χριστό· 3) τέσσερις επιστολές προς τον Άγιο Σεραπίωνα, Επίσκοπο Θμουΐδας, στις οποίες αποδεικνύει τη θεότητα του Αγίου Πνεύματος και την ισότητά του με τον Πατέρα και τον Υιό έναντι των Μακεδόνων, οι οποίοι δίδασκαν ότι το Άγιο Πνεύμα είναι ένα λειτουργικό πλάσμα, που δεν έχει καμία συμμετοχή στη θεότητα και τη δόξα του Πατέρα και του Υιού· 4) μια επιστολή σχετικά με τους ορισμούς της Συνόδου της Νίκαιας για την υπεράσπιση της ομοουσίας· 5) ένα βιβλίο για το Άγιο Πνεύμα. Σε πολλά από τα έργα του, ο Άγιος Αθανάσιος περιέγραψε τις αναταραχές και τις υποθέσεις των Αρειανών, συνοδεύοντας τις περιγραφές του με σχόλια υπέρ της αλήθειας του Χριστού. Τέτοια, για παράδειγμα, είναι η ιστορία του για τους Αρειανούς, γραμμένη σε μοναχούς. Ένα εξαιρετικό παράδειγμα ποιμαντικής απολογίας (υπεράσπισης) είναι η επιστολή του Αγίου Αθανασίου προς τον αυτοκράτορα Κωνστάντιο. Επιπλέον, τα έργα του Αγίου Αθανασίου που ασχολούνται με την εξήγηση της Αγίας Γραφής είναι πασίγνωστα. Μεταξύ αυτών, η πιο αξιοσημείωτη είναι η Πασχαλινή επιστολή του Αγίου Αθανασίου, η οποία είναι εξαιρετικά σημαντική, καθώς απαριθμεί τα βιβλία της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, καθώς και η επιστολή του προς τον Μαρκελλίνο για τους Ψαλμούς. Σώζονται επίσης σύντομα αποσπάσματα από τα σχόλιά του στα βιβλία του Ιώβ και του Άσματος Ασμάτων, καθώς και στα Ευαγγέλια του Ματθαίου και του Λουκά. Μεταξύ των ηθικολογικών του έργων είναι η επιστολή του προς τον Άμμωνα, εναντίον εκείνων που επικρίνουν τον γάμο, και η επιστολή του προς τον Ρουφινιανό για το πώς να δεχόμαστε τους αιρετικούς στην Εκκλησία. Ένα από τα πιο εποικοδομητικά έργα του Αγίου Αθανασίου είναι ο βίος του Μεγάλου Αντωνίου. Ο Άγιος Χρυσόστομος συνιστά σε όλους, ανεξάρτητα από την κατάστασή τους, να διαβάζουν τον βίο του Αντωνίου.
Ο Άγιος Συλβέστρος κυβέρνησε την εκκλησία από το 314 έως το 335 (η μνήμη του είναι στις 2 Ιανουαρίου). Ο άμεσος διάδοχός του ήταν ο Άγιος Μάρκος (336), και μετά από αυτόν ο Άγιος Ιούλιος (337-362), ο υπερασπιστής του Αθανασίου και αυστηρός ζηλωτής της Ορθοδοξίας, και τέλος ο Άγιος Λιβέριος (352-366). Ο Φήλιξ Β΄ κατέλαβε την έδρα μετά την απομάκρυνση του Λιβέριου από τον αυτοκράτορα (355-356) και ταυτόχρονα μαζί του, γι' αυτό και ονομάζεται και αντιπάπας.
Στο νοτιοανατολικό τμήμα της Μικράς Ασίας, ο Κωνστάντιος πέθανε στις 3 Νοεμβρίου 361, επιστρέφοντας από την ανατολή μετά τη μάχη με τον Πέρση βασιλιά Σαπώρ.
Ήταν τον Δεκέμβριο του 361.
Ιουλιανός ο Αποστάτης, ανιψιός του Μεγάλου Κωνσταντίνου .
Δηλαδή. Αυτοκράτορας Ιουλιανός.
Ο Ιουλιανός σκοτώθηκε σε μάχη με τους Πέρσες στις 26 Ιουνίου 363.
Ο Ιοβινιανός πέθανε στις 17 Φεβρουαρίου 364.
Μετά τον θάνατο του Ιοβινιανού, ο στρατός εξέλεξε τον Βαλεντινιανό ως διάδοχό του στις 26 Φεβρουαρίου. Ένα μήνα αργότερα, ο Βαλεντινιανός παραχώρησε το ανατολικό μισό της αυτοκρατορίας στον αδελφό του Ουάλη, έναν ζηλωτή Αρειανό. Ο Ουάλης βασίλευσε από το 364 έως το 378.
Ο Μελέτιος, Πατριάρχης Αντιόχειας, κατείχε την έδρα από το 358 έως το 381. Υπερασπίστηκε την Ορθοδοξία, για την οποία, λόγω των δολοπλοκιών των Αρειανών, απομακρύνθηκε από την έδρα αρκετές φορές.
Ο Άγιος Αθανάσιος ο Μέγας εκοιμήθη στις 2 Μαΐου 373.
Από αυτά, πέρασε περισσότερα από 20 χρόνια στην εξορία.
Ο Πέτρος Β΄, Πατριάρχης Αλεξανδρείας, κυβέρνησε την Εκκλησία από το 373 έως το 380.

ΑΠΟ ΤΟ ΡΩΣΙΚΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ
(μετάφραση GOOGLE)
Άγιος Δημήτριος του Ροστόφ
Βίοι των Αγίων
Ο βίος του Αγίου Πατρός ημών Κυρίλλου, Αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας
Εορτάζεται στις 9 Ιουνίου
Ένας μεγάλος διδάσκαλος της Εκκλησίας, ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας γεννήθηκε στην ίδια την Αλεξάνδρεια. Καταγόταν από ευγενείς χριστιανούς γονείς και, από την πλευρά της μητέρας του, ήταν ανιψιός του φημισμένου Θεόφιλου, Πατριάρχη Αλεξανδρείας το 3737. Ο Κύριλλος έλαβε μια πολύ λαμπρή μόρφωση για την εποχή του: κατέκτησε σε βάθος όλη την κοσμική σοφία της ελληνικής πίστης, καθώς και τις Θείες Γραφές και το χριστιανικό δόγμα. Ο θείος του Κυρίλλου, Πατριάρχης Θεόφιλος, βλέποντας τις λαμπρές ικανότητες και τον αγνό τρόπο ζωής του ανιψιού του, τον ενέγραψε στον κλήρο του, χειροτονώντας τον νεαρό Κύριλλο ως αρχιδιάκονο. Έτσι ο Άγιος Κύριλλος έγινε σαν ένα ευωδιαστό λουλούδι φυτεμένο στον αμπελώνα της εκκλησίας, ανθίζοντας με εξαιρετική αγνότητα και ευωδιαστός με τις θεϊκά σοφές διδασκαλίες της Εκκλησίας του Χριστού.
Μετά τον θάνατο του Θεόφιλου, ο Άγιος Κύριλλος εξελέγη ομόφωνα στον πατριαρχικό θρόνο το 3738. Μόλις έγινε πατριάρχης, έδιωξε αμέσως από την πόλη τους αιρετικούς, γνωστούς ως Νοβατιανούς. Έμοιαζαν με τους Φαρισαίους, δικαιολογώντας τους εαυτούς τους στα μάτια του λαού ισχυριζόμενοι ότι ήταν αγνοί και δίκαιοι, και αθώοι από κάθε αμαρτία. Ως ένδειξη της υποτιθέμενης άμεμπτης ζωής τους, οι Νοβατιανοί φορούσαν λευκές στολές και δίδασκαν ότι όποιος είχε πέσει σε θανάσιμη αμαρτία μετά το βάπτισμα δεν έπρεπε να γίνει δεκτός στην εκκλησιαστική κοινωνία. Υποστήριζαν ότι δεν μπορούσε να υπάρξει συγχώρεση για τη θανάσιμη αμαρτία ενός τέτοιου ατόμου, και μόνο ένα δεύτερο βάπτισμα μπορούσε να ξεπλύνει την αμαρτία του.
Αυτή η αίρεση ξεκίνησε από τον Νοβατιανό, ο οποίος υπηρέτησε ως ιερέας στη Ρώμη κατά τη διάρκεια της βασιλείας του αυτοκράτορα Δεκίου (3739) και, μετά το μαρτύριο του Πάπα Φαβιανού ( 3740 ), διεκδίκησε τον παπικό θρόνο (3741 ). Αλλά παρά όλες τις προσπάθειές του, δεν κατάφερε να πετύχει τον στόχο του και ο όσιος Κορνήλιος εξελέγη στον παπικό θρόνο (3742 ). Ζηλεύοντας τον Κορνήλιο, ο Νοβατιανός άρχισε να συνωμοτεί εναντίον του και να του αντιτίθεται σε όλα. Εκείνη την εποχή, η Εκκλησία βίωνε σοβαρούς διωγμούς από τους ειδωλολάτρες (3743 ), και πολλοί από τους πιστούς, φοβούμενοι σκληρά βασανιστήρια, προσέφεραν δειλά θυσίες στα είδωλα και στη συνέχεια, μετανοώντας, ομολογούσαν με δάκρυα την αμαρτία τους. Βλέποντας τη μετάνοιά τους, ο Άγιος Πάπας Κορνήλιος τους δέχθηκε πίσω στην κοινωνία με την Αγία Εκκλησία, όπως ακριβώς ο Χριστός δέχθηκε τον πικρόκλαχο Πέτρο. Εν τω μεταξύ, ο ιερέας Νοβατιανός εναντιώθηκε στον πάπα, υποστηρίζοντας ότι ήταν ανάξιο για όσους, έχοντας απαρνηθεί τον Χριστό, είχαν θυσιάσει σε δαίμονες να βρίσκονται στην αυλή της Εκκλησίας του Χριστού . 3744 Βλασφημούσε επίσης τον ιερό πάπα, κατηγορώντας τον ότι ήταν συνεργός με ειδωλολάτρες. Ο ίδιος διέκοψε την κοινωνία μαζί του και, βρίσκοντας κάποια ομοϊδεάτισσα, έγινε δεύτερος πάπας στη Ρώμη. 3745 Έτσι προέκυψε το σχίσμα του Νοβατιανού . 3746
Το σχίσμα των Νοβατιανών εξαπλώθηκε στη συνέχεια σε όλη την περιοχή, φτάνοντας μέχρι την Αλεξάνδρεια και παρέμεινε εκεί μέχρι την εποχή του Αγίου Κυρίλλου. Εδώ, οι Νοβατιανοί διέπραξαν πολλές ανορθόδοξες πράξεις. Για παράδειγμα, ξαναβάπτιζαν όσους είχαν βαπτιστεί προηγουμένως στην Καθολική Εκκλησία και δεν επέτρεπαν δεύτερους γάμους, αποκαλώντας το αμάρτημα της μοιχείας. Είχαν επίσης και άλλες ανόητες καινοτομίες.
Από την αρχή κιόλας της πατριαρχίας του, ο Άγιος Κύριλλος έδιωξε αυτούς τους αιρετικούς, μαζί με τον επίσκοπό τους, Θεόπέμπτο, από την Αλεξάνδρεια. Στη συνέχεια, πήρε τα όπλα εναντίον των εχθρών του ανθρώπινου γένους - των ακάθαρτων πνευμάτων, τα οποία εξόρκισε από τις κατοικίες τους.
Σε απόσταση 120 σταδίων από την Αλεξάνδρεια βρισκόταν ένα χωριό που ονομαζόταν Κώνωπ . Όχι πολύ μακριά από αυτό βρισκόταν ένα μέρος που ονομαζόταν Μανουφίν ( πρώην χωριό). Εδώ βρισκόταν ένας αρχαίος ναός, παλαιότερα κατοικία δαιμόνων: αυτό το μέρος προκαλούσε τρόμο σε όλους, και ο Πατριάρχης Θεόφιλος ήθελε να το καθαρίσει από τους δαίμονες και να το αγιάσει για τη δοξασία του Θεού. Αλλά απορροφημένος από άλλες ανησυχίες, δεν κατάφερε να πραγματοποιήσει την πρόθεσή του. Ο Άγιος Κύριλλος, έχοντας διαδεχθεί τον Θεόφιλο στην έδρα της Αλεξάνδρειας, αποφάσισε να εκπληρώσει την επιθυμία του θείου και προκατόχου του και προσευχήθηκε θερμά στον Θεό να του δώσει βοήθεια από ψηλά και τη δύναμη να νικήσει και να εκδιώξει τα ακάθαρτα πνεύματα από το Μανουφίν. Και τότε ένας Άγγελος Κυρίου εμφανίστηκε στον άγιο άνδρα σε όραμα, διατάζοντάς τον να μεταφέρει τα πολύτιμα λείψανα των μαρτύρων Κύρου και Ιωάννη στο Μανουφίν , προκειμένου να διώξει τη δαιμονική δύναμη από εκεί. Ο Άγιος Κύριλλος έκανε ακριβώς αυτό - έφερε τα λείψανα των αγίων στο Μανουφίν και έχτισε εκεί μια εκκλησία στο όνομά τους. Τα ακάθαρτα πνεύματα εκδιώχθηκαν αμέσως από εκεί, και ο τόπος έγινε πηγή θεραπείας από τα λείψανα των μαρτύρων.
Έχοντας έτσι εκδιώξει αόρατους δαίμονες από τα περίχωρα της Αλεξάνδρειας, ο άγιος κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια για να καθαρίσει πλήρως την ίδια την πόλη από τους ορατούς δαίμονες, όπως τους μισούντες τον Χριστό Εβραίους. Αυτοί κατοικούσαν εδώ και καιρό σε αυτήν την πόλη σε αμέτρητους αριθμούς. Από την εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου και την ίδρυση της Αλεξάνδρειας το 3750 , πολλοί μετανάστες από την Ιουδαία είχαν εγκατασταθεί εκεί, οι οποίοι εξελίχθηκαν σε μια πολυάριθμη φυλή. Μισώντας τον Χριστό και όσους έφεραν το όνομά Του, προκαλούσαν ανοιχτά και κρυφά στους Χριστιανούς κάθε είδους οργή και προβλήματα. Οι προαναφερθέντες αιρετικοί της Νοβατιανής εποχής ήταν επιβλαβείς για την πόλη, αλλά ασύγκριτα πιο μοχθηροί και ολέθριοι ήταν οι Εβραίοι, οι οποίοι όχι μόνο υποδαύλιζαν εμφύλιες συγκρούσεις μέσα στην πόλη, αλλά διέπρατταν και πολυάριθμες δολοφονίες και αιματοχυσία. Καλώντας τους ηγέτες των εβραϊκών συναγωγών , ο άγιος του Θεού τους νουθέτησε να συγκρατήσουν τον λαό τους από τέτοιες φρικαλεότητες. Αλλά οι Εβραίοι πρεσβύτεροι όχι μόνο δεν έλαβαν υπόψη τις νουθεσίες του αγίου, αλλά αντίθετα έσπευσαν να διαπράξουν ακόμη μεγαλύτερη ανομία.
Στην πόλη υπήρχε μια μεγάλη και όμορφη εκκλησία, που ονομαζόταν Εκκλησία του Αλεξάνδρου, από το όνομα του ιδρυτή της, Επισκόπου Αλεξάνδρου 3752. Μια μέρα, οι Εβραίοι οπλίστηκαν σαν για πόλεμο, και καθώς έπεφτε η νύχτα, ξεσήκωσαν αναταραχή και φασαρία στους δρόμους ανάμεσα στα χριστιανικά σπίτια, φωνάζοντας: «Η Εκκλησία του Αλεξάνδρου καίγεται».
Ακούγοντας τις κραυγές, οι Χριστιανοί έτρεξαν ο ένας μετά τον άλλον από τα σπίτια τους προς την υποτιθέμενη φωτιά, σκοπεύοντας να την σβήσουν. Έτσι, οι αδίστακτοι Εβραίοι αμέσως κομματίασαν τους Χριστιανούς που έβγαιναν από τις πύλες τους με σπαθιά, λόγχες ή μαχαίρια - με λίγα λόγια, τους σκότωσαν με ό,τι μπορούσαν να βρουν. Και πολλοί Χριστιανοί σκοτώθηκαν εκείνη τη νύχτα.
Με την αυγή, ο Αγιώτατος Πατριάρχης Κύριλλος έμαθε για τη σφαγή. Συνερχόμενος από τη θλίψη του για τις δολοφονίες, άρχισε να ζητά δικαιοσύνη εναντίον των Εβραίων. Αλλά ο έπαρχος της πόλης, Ορέστης, αν και Χριστιανός στην πίστη, έτρεφε εχθρότητα προς τον άγιο και βοήθησε τους Εβραίους υπερασπιζόμενος τους δολοφόνους. Τότε ο ίδιος ο Άγιος Κύριλλος πήγε με πλήθος Χριστιανών στην εβραϊκή συγκέντρωση και έδιωξε όλους τους Εβραίους από την πόλη, κατέστρεψε τα σπίτια τους και έκαψε τη συναγωγή τους.
Ο έπαρχος, φλεγόμενος από θυμό εναντίον του αγίου γι' αυτό, άρχισε να βλάπτει στενούς συγγενείς του αγίου, καθώς και άλλους επιφανείς πολίτες που ήταν υποστηρικτές του πατριάρχη. Έτσι, υπέβαλε τον γραμματικό Ιέραξα σε ανελέητα βασανιστήρια στην πλατεία , απογυμνώνοντάς τον. Προέκυψε μεγάλη διαφωνία μεταξύ του επάρχου και του πατριάρχη. Διότι ο αγιώτατος πατριάρχης υπερασπιζόταν τους Χριστιανούς, ενώ ο έπαρχος υποστήριζε τους Εβραίους. Ο καθένας έγραφε εκ μέρους του στον αυτοκράτορα Θεοδόσιο τον Νεότερο , μέχρι που ο τελευταίος εξέδωσε διάταγμα που απαγόρευε στους Εβραίους να διαμένουν στην πόλη.
Εκείνη την εποχή, συχνά ξεσπούσαν ταραχές και εξεγέρσεις στους δρόμους της πόλης, κατά τις οποίες πολλοί άνθρωποι που δεν συμμετείχαν σε αυτές τις ταραχές χάνονταν. Στην Αλεξάνδρεια ζούσε μια νεαρή γυναίκα ονόματι Υπατία, κόρη του φιλοσόφου Θέωνα. Ήταν μια θρησκευόμενη και ενάρετη γυναίκα, που διακρινόταν για τη χριστιανική της σοφία, και περνούσε τις μέρες της σε αγνότητα και αγνότητα, διατηρώντας την παρθενιά της. Από τη νεότητά της, διδάχθηκε φιλοσοφία από τον πατέρα της Θέωνα, και διέπρεψε σε σοφία σε τέτοιο βαθμό που ξεπέρασε όλους τους φιλοσόφους που ζούσαν εκείνη την εποχή, όπως αναφέρει ο Σισίνιος, επίσκοπος Πτολεμαΐδας ( 3755 ), και ο Σουίδας, ο οποίος την δόξασε με πολλούς επαίνους. Αρνήθηκε επίσης να παντρευτεί, εν μέρει από την επιθυμία να ακολουθήσει την αγάπη της για τη φιλοσοφία και τη μελέτη βιβλίων ανεμπόδιστα, αλλά κυρίως από την αγάπη της για τον Χριστό. Οι λάτρεις της σοφίας συνέρρεαν από μακριά στην Αλεξάνδρεια για να δουν τη σοφή Υπατία και να ακούσουν τα σοφά της λόγια, σε τέτοιο βαθμό που έγινε δασκάλα για πολλούς. Ήταν σεβαστή από όλες τις πνευματικές και κοσμικές αρχές, καθώς και από ολόκληρο τον λαό, και πολλοί κατέφευγαν σε αυτήν, ζητώντας τη σοφή συμβουλή της. Επιθυμώντας να συμφιλιώσει τον έπαρχο με τον πατριάρχη, προσέγγισε και τους δύο με ταπεινότητα και πραότητα και με σοφά λόγια τους έπεισε σε ειρήνη. Ο ίδιος ο άγιος πατριάρχης ζήτησε μια ευκαιρία να συμφιλιωθεί με τον έπαρχο, αλλά αυτός, μέσα στην κακία του, αρνήθηκε ούτε καν να ακούσει για συμφιλίωση. Μια μέρα, καθώς η Υπατία επέστρεφε στο σπίτι με ένα άρμα, επαναστάτες που μισούσαν την ειρήνη της επιτέθηκαν, την έσυραν από το άρμα, της έσκισαν τα ρούχα και την ξυλοκόπησαν μέχρι θανάτου. Αλλά η κτηνώδης οργή τους δεν σταμάτησε σε αυτή την θηριωδία, και μέσα στην τύφλωση της κακίας τους, άρχισαν να χλευάζουν και το νεκρό σώμα του κοριτσιού. Αφού το έκοψαν σε κομμάτια, το έκαψαν σε ένα μέρος που ονομαζόταν Κίναρον 3756 .
Όταν οι κάτοικοι της πόλης έμαθαν τι είχε συμβεί, όλοι, και ιδιαίτερα οι λόγιοι, λυπήθηκαν βαθιά την Υπατία. Παρεμπιπτόντως, η είδηση της εξέγερσης έφτασε στους μοναχούς του όρους Νιτρία . Γέμισαν με θλίψη και οίκτο για τα αθώα θύματα της εξέγερσης και, συγκεντρώνοντας έναν αριθμό που έφτανε τους πεντακόσιους, ήρθαν από την έρημο στην πόλη, θέλοντας να υπερασπιστούν τον πατριάρχη. Τυχαία, συνάντησαν τον έπαρχο να πηγαίνει προς το μέρος τους με ένα άρμα. Βλέποντας τον ηγεμόνα, οι μοναχοί άρχισαν να του φωνάζουν, επιπλήττοντάς τον και αποκαλώντας τον Έλληνα και ειδωλολάτρη, επειδή προηγουμένως είχε προσκολληθεί στην ελληνική πίστη και μόλις πρόσφατα είχε βαπτιστεί στην Κωνσταντινούπολη. Ένας από τους μοναχούς πέταξε μια πέτρα στον έπαρχο και τον χτύπησε στο κεφάλι. Όταν ένα μεγάλο πλήθος έτρεξε στην κραυγή του επάρχου, οι μοναχοί απομακρύνθηκαν από αυτόν. Οι υπηρέτες του επάρχου συνέλαβαν έναν από τους μοναχούς, ονόματι Αμμώνιο. Ο έπαρχος, υποψιαζόμενος ότι οι μοναχοί είχαν υποκινηθεί εναντίον του από τον πατριάρχη, εξοργίστηκε πολύ και υπέβαλε τον Αμμώνιο σε σκληρά βασανιστήρια και βασανιστήρια, κατά τα οποία πέθανε. Μόλις έμαθε αυτό, ο άγιος πατριάρχης λυπήθηκε πολύ και, διατάζοντας να μεταφερθεί το σώμα του μάρτυρα, το έθαψε με τιμές.
Εν τω μεταξύ, οι Εβραίοι που είχαν εκδιωχθεί από την πόλη, έχοντας στήσει έναν χώρο για θεάματα και παιχνίδια, έστησαν έναν μακρύ σταυρό για να χλευάσουν τον Χριστό και να προσβάλουν τους Χριστιανούς. Άρπαξαν έναν νεαρό Χριστιανό και τον σταύρωσαν ξαπλωμένο πάνω του. Δεν τον έδεσαν στον σταυρό με καρφιά, αλλά τον έδεσαν με σχοινιά και τον χλεύασαν για πολλή ώρα, γελώντας και φτύνοντας πάνω του. Αφού τελείωσαν τον χλευασμό τους, τον έδειραν μέχρι που πέθανε πάνω στον σταυρό, και έτσι ο μάρτυρας του Χριστού έγινε μιμητής των παθημάτων του Χριστού. Ο Άγιος Κύριλλος, μαθαίνοντας για αυτή τη νέα φρικαλεότητα από τους Εβραίους, απέστειλε επιστολή στον αυτοκράτορα, ενημερώνοντάς τον για όλες τις περιστάσεις του περιστατικού. Αν και χρειάστηκε λίγος χρόνος, ο αυτοκράτορας εξέδωσε ένα δίκαιο διάταγμα. Με αυτή τη διαταγή, οι Εβραίοι ηγέτες που ήταν επικεφαλής εκείνων που είχαν σχεδιάσει την εν λόγω φρικαλεότητα εκτελέστηκαν και ο έπαρχος απολύθηκε από τη θέση του.
Μετά από αυτό, ο Άγιος Κύριλλος του Χριστού, έχοντας νικήσει την αναταραχή, την κακία και την έχθρα των εχθρών του χριστιανικού ονόματος, ποιμάνει με επιτυχία το λεκτικό ποίμνιο των προβάτων του Χριστού που του είχε εμπιστευτεί.
Όταν όμως τα προβλήματα που περιγράφηκαν στην Αλεξάνδρεια υποχώρησαν, μια ακόμη μεγαλύτερη αναταραχή ξέσπασε σε όλη την Ουράνια Αυτοκρατορία, που υποκινήθηκε από την αίρεση του Νεστορίου, και ο Άγιος Κύριλλος βρέθηκε αντιμέτωπος με ένα νέο και μεγαλύτερο κατόρθωμα. Στην Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης, μετά τον θάνατο του Πατριάρχη Σισίνιου (3759) , ο οποίος είχε διαδεχθεί τον Αττικό (3760 ), ο Νεστόριος (3761) , μεταφρασμένος από την Αντιόχεια (3762 ), ανυψώθηκε στον πατριαρχικό θρόνο. Ήταν ένας άνθρωπος που υποτίθεται ότι ήταν σταθερός στην πίστη και ενάρετος στη ζωή, αλλά εσωτερικά ένας κρυφός αιρετικός. Σκόρπισε τους σπόρους της αιρετικής διδασκαλίας ανάμεσα στους πιστούς, όπως τα ζιζάνια ανάμεσα στο σιτάρι, στην αρχή όχι προσωπικά, αλλά μέσω των συνεργατών του. Η αίρεση του συνίστατο σε βλασφημία κατά του Χριστού Θεού και της Υπεραγίας Παρθένου Μαρίας. Διότι αυτός, ο καταραμένος, ισχυρίστηκε ότι η Παρθένος Μαρία γέννησε έναν απλό άνθρωπο, τον Χριστό, όχι τον Θεό, αφού η μήτρα μιας γυναίκας δεν μπορούσε να χωρέσει τον Θεό, μόνο έναν άνδρα. Σύμφωνα με τη διδασκαλία του Νεστορίου, ο Θεός Λόγος ενώθηκε με τον άνθρωπο Ιησού από τη στιγμή της σύλληψης αποκλειστικά και μόνο κατά χάρη και κατοίκησε μέσα του σαν σε ναό. Γι' αυτό, ο Νεστόριος ονόμασε την Παναγία όχι Θεοτόκο, αλλά Μητέρα του Χριστού. Η αίρεση του Νεστορίου διαδόθηκε στον λαό από τους οπαδούς του, τον Επίσκοπο Δωρόθεο και τον Πρεσβύτερο Αναστάσιο, τους οποίους ο Νεστόριος είχε φέρει μαζί του από την Αντιόχεια.
Κάποτε, μια συγκεκριμένη εορτή, ο Αναστάσιος, ενώ εκφωνούσε κήρυγμα στον λαό στον καθεδρικό ναό της Κωνσταντινούπολης, επιτέθηκε στη χρήση της λέξης «Θεοτόκος» -Μητέρα του Θεού- σε σχέση με την Παναγία . Υποστήριξε ότι η Παναγία δεν μπορούσε να ονομαστεί Μητέρα του Θεού, αφού ήταν άνθρωπος, και πώς θα μπορούσε ο Θεός να γεννηθεί από ανθρώπινη σάρκα; Το κήρυγμα προκάλεσε μουρμουρητά και αναταραχή στην εκκλησία. Κατηγορίες για αίρεση έπεσαν βροχή εναντίον του Αναστασίου.
Όταν ο ίδιος ο Νεστόριος ερωτήθηκε σχετικά με αυτό, ο τελευταίος άρχισε να αποκαλύπτει ξεκάθαρα την τρέλα του και έριξε το δηλητήριο των βλασφημιών του κατά του Χριστού Θεού και της Παναγίας Μητέρας Του.
«Δεν μπορώ», είπε, «να αποκαλέσω μια γυναίκα Θεοτόκο που γέννησε έναν σαρκικό Άνθρωπο, πανομοιότυπο στη φύση της, διότι ήταν η Μητέρα της Σκηνής που προετοιμάστηκε από το Άγιο Πνεύμα για την κατοικία του Θείου Λόγου. Επομένως, είναι πιο δίκαιο να την αποκαλούμε Μητέρα του Χριστού. Με αυτή τη λέξη προσδιορίζουμε τη σχέση της με Εκείνον στον Οποίο κατοικούσε η Θεότητα».
Έτσι, προέκυψε διχόνοια και διαμάχη ανάμεσα στον λαό: μερικοί αντιστάθηκαν στην αίρεση και αρνήθηκαν να κοινωνήσουν με τον Νεστόριο, ενώ άλλοι, αντίθετα, παρασύρθηκαν από την αιρετική σοφία και δέχτηκαν τις διδασκαλίες των αιρετικών. Αυτή η αίρεση αναστάτωσε όχι μόνο την Κωνσταντινούπολη αλλά και όλα τα πέρατα της γης, διότι ο ασεβής Νεστόριος και οι συνεργάτες του έγραψαν πολυάριθμα έργα προς υπεράσπιση των διδασκαλιών τους, τα οποία έστειλε σε γειτονικές πόλεις, μακρινές χώρες και ερήμους, ανάμεσα σε μοναχούς . 3764 Με αυτόν τον τρόπο, προκάλεσε την ίδια διχόνοια μεταξύ των Χριστιανών που είχε προηγουμένως προκαλέσει ο ασεβής Άρειος, ο οποίος έσκισε το ένδυμα του Χριστού, 3765 διότι πολλοί από τον κλήρο και τους λαϊκούς ακολούθησαν τα βήματα του Νεστορίου, όπως ακριβώς πολλοί είχαν ακολουθήσει προηγουμένως τα βήματα του Άρειου.
Ο Άγιος Κύριλλος, Πατριάρχης Αλεξανδρείας, μόλις έμαθε για τις αιρετικές διδασκαλίες του Νεστορίου και την επιτυχία του κηρύγματός του, ταράχτηκε πνευματικά και, ως πιστός δούλος και γενναίος πολεμιστής του Χριστού Θεού και της Υπεραγίας Μητέρας του Θεού, οπλίστηκε ενάντια στον εχθρό του Χριστού και στάθηκε ακλόνητα υπέρ της τιμής του Θεού και της Υπεραγίας Θεοτόκου. Αποδείχθηκε αληθινός ποιμένας των προβάτων του Χριστού, αγρυπνώντας για το ποίμνιό του και πολεμώντας τον λύκο. Αρχικά, ο Άγιος Κύριλλος έγραψε ευγενικά στον Νεστόριο, προτρέποντάς τον να εγκαταλείψει τις ψευδείς διδασκαλίες του και, ομολογώντας την αληθινή πίστη, να τερματίσει την αναταραχή που είχε προκαλέσει στην Εκκλησία του Χριστού . Στη συνέχεια, βλέποντας ότι ο Νεστόριος δεν διόρθωνε τον εαυτό του, του έγραψε μια αυστηρή επιστολή, καταγγέλλοντας το λάθος του. Ο Άγιος Κύριλλος έγραψε επίσης στον κλήρο της Εκκλησίας της Κωνσταντινούπολης και στην βασιλική αυλή , προτρέποντάς τους να μην πειράζονται από τις διδασκαλίες του Νεστορίου. Έγραψε μια επιστολή στον Πάπα Κελεστίνο της αρχαίας Ρώμης το 3768 και στους άλλους πατριάρχες το 3769 , ενημερώνοντάς τους για την αίρεση του Νεστορίου και ικετεύοντάς τους να τον προτρέψουν σε μετάνοια. Επιπλέον, έστειλε επιστολές σε όλες τις αρχές και τους επισκόπους διαφόρων χωρών και πόλεων, προειδοποιώντας όλους να μην παρασυρθούν στην αίρεση του Νεστορίου. Επειδή αυτή η αίρεση, μεταξύ άλλων, είχε αποπλανήσει πολλούς μοναχούς, έγραψε και σε αυτούς, εξηγώντας την ψυχοφθόρα βλάβη της και αποτρέποντάς τους από την αποπλάνηση της. Με λίγα λόγια, ο Άγιος Κύριλλος δεν έπαψε ποτέ να φωνάζει εναντίον αυτού του λύκου μέχρι που τον έδιωξε εντελώς από το ποίμνιο του Χριστού.
Εν τω μεταξύ, ο Νεστόριος όχι μόνο αρνήθηκε να διορθωθεί από τις επιστολές του Κυρίλλου, αλλά αυτός και οι οπαδοί του έφτασαν στο σημείο να κάνουν και χειρότερα. Ήταν ένας από τους υποστηρικτές του, ο Επίσκοπος Δωρόθεος, ο οποίος, παρουσία του ίδιου του Νεστόριου, στάθηκε στο βήμα του καθεδρικού ναού και διακήρυξε δυνατά:
Όποιος αποκαλεί την Παναγία Θεοτόκο, ας είναι ανάθεμα.
Ο ίδιος ο Νεστόριος άρχισε τότε να βασανίζει τους κληρικούς και τους μοναχούς της Εκκλησίας της Κωνσταντινούπολης που του αντιστέκονταν και δεν συμμερίζονταν την αίρεση του. Ταυτόχρονα, επιτέθηκε με μανία στον Άγιο Κύριλλο, ματαιόδοξα και υπερήφανα ανακηρύσσοντάς τον αιρετικό, παρόλο που ο ίδιος ήταν αιρετικός. Αφού στη συνέχεια επινόησε πολλές άδικες και ψευδείς συκοφαντίες εναντίον του αγίου και δίκαιου ανθρώπου, τις διέδωσε στον λαό, βλασφημώντας και ατιμάζοντας το όνομα του Κυρίλλου. Αλλά ο Αλεξανδρινός άγιος δεν έδωσε σημασία σε αυτές τις συκοφαντίες και ασχολήθηκε αποκλειστικά με τη σωτηρία των ανθρώπινων ψυχών.
Παρά τις δραστηριότητες του Κυρίλλου, η αναταραχή και η αναταραχή συνεχιζόταν, και η αίρεση του Νεστορίου μεγάλωνε καθημερινά και αποκτούσε ολοένα και μεγαλύτερη δύναμη. Πολλοί επίσκοποι είχαν ήδη μολυνθεί με αυτή την ψυχοφθόρα αιρετική διδασκαλία και έγιναν οπαδοί του Νεστορίου. Παρεμπιπτόντως, έλαβε κάποια υποστήριξη από τον Ιωάννη , Πατριάρχη Αντιόχειας , ο οποίος, ενώ αποδοκίμαζε τα λόγια του Νεστορίου, παρόλα αυτά ζήτησε από τον Κύριλλο να μην δώσει μεγάλη σημασία στα λόγια του. Αυτό, ωστόσο, δεν μπορούσε να σβήσει την μανιασμένη φωτιά. Ένα μέσο απέμενε για να τερματιστεί η αναταραχή - η σύγκληση Οικουμενικής Συνόδου. Τόσο οι αντίπαλοι του Νεστορίου όσο και οι υποστηρικτές του ήταν εξίσου πρόθυμοι για τη σύγκληση της συνόδου, με κάθε πλευρά να ελπίζει ότι η δική της διδασκαλία θα θριάμβευε. Έτσι, ο Θεοδόσιος ο Νεότερος, υποκύπτοντας στη γενική απαίτηση, αποφάσισε να συγκαλέσει μια τέτοια σύνοδο .
Έχοντας ορίσει την Έφεσο της Μικράς Ασίας το 3772 ως τόπο της συνόδου , κάλεσε όλους τους μητροπολίτες και τους επισκόπους της αυτοκρατορίας να συγκεντρωθούν εκεί για την Πεντηκοστή του 431. Έστειλε επίσης τον κόμη Κανδιδιανό το 3773 στην Έφεσο για να παραστεί στη σύνοδο ως αυτοκρατορικός εκπρόσωπος.
Ο Νεστόριος έφτασε στην Έφεσο λίγο μετά το Πάσχα (19 Απριλίου), συνοδευόμενος από 16 επισκόπους. Λίγο πριν από την εορτή της Πεντηκοστής, ο Άγιος Κύριλλος εμφανίστηκε επικεφαλής πενήντα Αιγυπτίων επισκόπων. Περίπου 40 επίσκοποι έφτασαν από τις γύρω πόλεις της Μικράς Ασίας . Ο Πάπας Κελεστίνος, λόγω ασθένειας και γήρατος, δεν μπόρεσε να εμφανιστεί και έστειλε δύο επισκόπους και έναν ιερέα ως εκπροσώπους του εαυτού του και «ολόκληρης της Δυτικής συνόδου», με οδηγίες να καθοδηγηθούν από την κρίση του Αγίου Κυρίλλου. Συνολικά, συγκεντρώθηκαν περίπου 200 επίσκοποι, αλλά ο Ιωάννης Αντιοχείας και οι άλλοι Σύριοι επίσκοποι, οι περισσότεροι από τους οποίους τάχθηκαν με το μέρος του Νεστορίου, δεν εμφανίστηκαν ακόμα. Οι επίσκοποι που είχαν συγκεντρωθεί για τη σύνοδο τους περίμεναν μάταια μέχρι τις 21 Ιουνίου και, μη έχοντας λάβει την άφιξή τους, άνοιξαν τελικά τις συνεδριάσεις τους (21 Ιουνίου 431). Λόγω της αξιοπρέπειας της έδρας του, ο Άγιος Κύριλλος ανέλαβε την προεδρία αυτής της συνόδου, υπό την συμπροεδρία του Ιουβενάλη Ιεροσολύμων και του Μέμνονα Εφέσου. Αλλά ο ασεβής Νεστόριος εναντιώθηκε στη σύνοδο και δεν παρευρέθηκε, επικαλούμενος το πρόσχημα ότι αναμένει την άφιξη του Ιωάννη της Αντιόχειας και των Σύρων επισκόπων. Οι πατέρες της συνόδου τον κάλεσαν να εμφανιστεί τρεις φορές, αλλά εκείνος αρνήθηκε πεισματικά. Στη συνέχεια άρχισαν να εξετάζουν τα γραπτά του Νεστορίου και, μετά από προσεκτική εξέταση, τα καταδίκασαν ως αιρετικά. Ο Άγιος Κύριλλος παρουσίασε στη σύνοδο τις επιστολές του προς τον Νεστόριο και άλλους, στις οποίες κατήγγειλε την ασεβή σοφία του αιρετικού, και παρουσίασε επίσης τα ψηφίσματα της τοπικής συνόδου που πραγματοποιήθηκε νωρίτερα στην Αλεξάνδρεια. Οι πατέρες της συνόδου συμφώνησαν με τις διδασκαλίες του αγίου άνδρα, αναγνωρίζοντάς τον ως Ορθόδοξο και θεόσοφο, και ενέκριναν τα ψηφίσματα της τοπικής συνόδου της Αλεξάνδρειας.
Εν τω μεταξύ, ο Ιωάννης Αντιοχείας έφτασε στην Έφεσο με τους Σύριους επισκόπους. Μαθαίνοντας για την πρόοδο της υπόθεσης, συγκάλεσε ξεχωριστή σύνοδο προς υπεράσπιση του Νεστορίου, στην οποία παρευρέθηκαν ο Νεστόριος και όλοι οι υποστηρικτές του. Ο Κανδιδιανός, μολυσμένος από αίρεση, βοήθησε αυτή την παράνομη σύνοδο, και σε αυτήν ο Άγιος Κύριλλος κατηγορήθηκε άδικα για την αίρεση του Απολλινάριου ( 3775) , η οποία αρνούνταν την αληθινή ανθρώπινη φύση του Χριστού και ισχυριζόταν ότι ο Χριστός δεν είχε ψυχή, αλλά αντίθετα περιείχε θεότητα μέσα του. Υποβάλλοντας μια τέτοια κατηγορία εναντίον του αγίου άνδρα και συκοφαντώντας τον ψευδώς, οι οπαδοί του Νεστορίου προσπάθησαν να οπλίσουν τον ίδιο τον αυτοκράτορα εναντίον του. Αρχικά, πέτυχαν τον στόχο τους. Ο αυτοκράτορας πίστεψε τις συκοφαντίες τους και διέταξε τη φυλάκιση του Αγίου Κυρίλλου μαζί με τον Όσιο Μέμνονα, Επίσκοπο Εφέσου ( 3776 ). Στη συνέχεια όμως, αφού υπέβαλε τα πάντα σε λεπτομερή εξέταση και βλέποντας, αφενός, την αθωότητα του δίκαιου Κυρίλλου και, αφετέρου, τα προφανή ψέματα και την κακία των εχθρών του, ο Θεοδόσιος επανέφερε τον άγιο και γενναίο ιεράρχη και τον ακόλουθο του Μέμνονα στις θέσεις τους και επαίνεσε την υπομονή και την πραότητα του πρώτου· διέταξε να περιοριστούν οι αιρετικοί.
Έτσι, ο Άγιος Κύριλλος στάθηκε για άλλη μια φορά επικεφαλής των αγίων πατέρων που συγκεντρώθηκαν στην Έφεσο για να εξετάσουν τη σοφία του Νεστορίου. Σε αυτή τη σύνοδο, καθιερώθηκε το δόγμα της πίστης ότι ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, ο ενσαρκωμένος από την Υπεραγία Παρθένο Μαρία, είναι ο αληθινός Θεός, και ότι η Υπεραγία Παρθένος Μαρία, η οποία Τον γέννησε, είναι η αληθινή Θεοτόκος. Όταν αυτή η τελική απόφαση ανακοινώθηκε στον λαό, μεγάλη χαρά βασίλευσε σε όλους τους πιστούς, και όλοι οι πολίτες της Εφέσου αναφώνησαν πανηγυρικά, όχι όπως είχαν πει κάποτε, «Μεγάλη η Άρτεμις της Εφέσου» [3777 ], αλλά με εντελώς διαφορετικά λόγια: «Μεγάλη η Υπεραγία Παρθένος Μαρία, Θεοτόκε». Ο Νεστόριος καταδικάστηκε ως αιρετικός και βλάσφημος και όχι μόνο στερήθηκε του βαθμού του, αλλά και αφορίστηκε από την Εκκλησία του Χριστού και καταδικάστηκε σε αιώνια καταδίκη. Ο Ιωάννης της Αντιόχειας και οι Σύριοι επίσκοποι αργότερα συμμετείχαν στην απόφαση αυτής της συνόδου. Ο αυτοκράτορας εξόρισε τον Νεστόριο σε μια μακρινή χώρα που ονομαζόταν Όαση . Εδώ, αμετανόητος, ο ασεβής Νεστόριος τελείωσε τη ζωή του σε τρομερά βασανιστήρια. Ενώ ήταν ακόμα ζωντανός, η βλάσφημη γλώσσα του κατασπαράχθηκε από σκουλήκια.
Πόσο αντίθετη στην Ορθοδοξία είναι η βλασφημία της Θεοτόκου που διέπραξε ο αιρετικός Νεστόριος, όπως αποδεικνύεται από το ακόλουθο περιστατικό, που αφηγείται ο Άγιος Ιωάννης στο έργο του, Το Πνευματικό Λιβάδι ( 3779 ) : «Κάποτε», γράφει, «ήρθαμε στον πρεσβύτερο της Κολομανικής Λαύρας (3780) , τον αββά Κυριακό, και μας είπε τα εξής: «Κάποτε είδα σε όνειρο ότι έξω από τις πόρτες του κελιού μου στεκόταν μια λαμπερή, όμορφη Παναγία, ντυμένη στα πορφύρα, και με τους δύο λαμπερούς άνδρες της. Και αναγνώρισα ότι αυτή ήταν η Παναγία μας, η Υπεραγία Παρθένος Θεοτόκος, και οι άνδρες μαζί της ήταν ο Άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής και ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος. Αμέσως έφυγα από το κελί μου και, σκύβοντας, την παρακάλεσα να μπει μέσα και να ευλογήσει το κελί μου, αλλά δεν ήθελε». Την παρακάλεσα για πολλή ώρα, λέγοντας: «Κυρία, μην αφήσεις τον δούλο Σου να απομακρυνθεί από Σένα ταπεινωμένος και ατιμασμένος». Και πολλές άλλες προσευχές έκανα ενώπιόν Της. Τότε, βλέποντας την ένθερμη προσευχή μου, μου απάντησε:
«Έχεις τον εχθρό Μου στο κελί σου, πώς μπορείς τότε να εκφράσεις την επιθυμία να έρθω σε εσένα;»
Με αυτά τα λόγια έφυγε. Ξυπνώντας από τον ύπνο, άρχισα να κλαίω και να θρηνώ, αναρωτώμενος αν είχα αμαρτήσει εναντίον της Υπεραγίας Θεοτόκου στις σκέψεις μου· γιατί δεν υπήρχε κανείς άλλος στο κελί μου εκτός από εμένα. Αφού εξέτασα προσεκτικά τον εαυτό μου, δεν βρήκα τίποτα στο οποίο θα μπορούσα να αμαρτήσω εναντίον της. Βλέποντας ότι η θλίψη με κατατρώει, για να βρω κάποια ανακούφιση από τη θλίψη μου, πήρα ένα βιβλίο για να διαβάσω. Ήταν το βιβλίο του ευλογημένου ιερέα της Ιερουσαλήμ Ησύχιου , το οποίο είχα δανειστεί από αυτόν. Αφού διάβασα το βιβλίο, είδα στο τέλος δύο λόγια του ασεβούς Νεστόριου, και έτσι αναγνώρισα ακριβώς τι είδους εχθρός της Υπεραγίας Κυρίας ήταν στο κελί μου. Στη συνέχεια, σηκώθηκα, έφερα το βιβλίο σε αυτόν που μου το είχε δώσει και του είπα:
- Αδελφέ, πάρε το βιβλίο σου· περισσότερο κακό έχω πάθει παρά όφελος.
Με ρώτησε πώς το βιβλίο του με είχε βλάψει παρά με είχε ωφελήσει. Του είπα για το όραμα που είχα δει. Τότε, γεμάτος θείο ζήλο, έκοψε δύο λόγια του Νεστορίου από το βιβλίο και τα έκαψε στη φωτιά, λέγοντας: «Κανένας εχθρός της Παναγίας μας, της Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας, ας μην μείνει στο κελί μου».
Ούτε πρέπει να σιωπούμε για το πώς ο Άγιος Κύριλλος του Χριστού - αυτός ο μεγάλος άγιος του Θεού, παρά τη μεγάλη του αγιότητα, παρόλα αυτά έτρεφε κάτι επαίσχυντο και αντίθετο προς την ευσέβεια - για να δει τη θαυματουργή του διόρθωση. Οργίστηκε χωρίς αιτία με τον Ιωάννη Χρυσόστομο - έναν άγιο εναντίον ενός αγίου. Αυτό δεν πρέπει να μας εκπλήσσει, γιατί η τελειότητα είναι έμφυτη μόνο στον Θεό. μεταξύ των ανθρώπων, κανείς δεν μπορεί να είναι τέλειος από μόνος του, εκτός αν είναι «εκ του πληρώματος αυτού πάντες λάβαμε χάρη επί χάριτος» ( Ιωάννης 1:16 ) . Επομένως, ακόμη και οι άγιοι, ως άνθρωποι, είναι μέτοχοι ανθρώπινων αδυναμιών. Ο Άγιος Κύριλλος είχε επίσης μια τέτοια αδυναμία, ακριβώς στη σχέση του με τον Ιωάννη Χρυσόστομο : θύμωσε με τον άγιο άνθρωπο όχι μόνο κατά τη διάρκεια της ζωής του τελευταίου, αλλά και μετά τον θάνατό του, και δεν ήθελε να τον θυμάται ανάμεσα στους αγίους. Μια τέτοια οργή στον Κύριλλο δεν προέκυψε από κακία, αλλά από άγνοια. Άκουσε, αφενός, από τον θείο του, Πατριάρχη Θεόφιλο, και αφετέρου, από άλλους που έτρεφαν εχθρότητα προς τον Χρυσόστομο, πολλές άδικες συκοφαντίες εναντίον αυτού του παγκόσμιου φωστήρα, και, στην αθωότητά του, πίστευε τα ψέματα ως αλήθεια. Διότι είναι γραμμένο: «Ο ανόητος πιστεύει κάθε λόγο» ( Παροιμίες 14:15 ). Ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Αττικός, που έζησε πριν από τον Νεστόριο, τον προέτρεπε στις επιστολές του να αναγράψει το όνομα του Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου στα εκκλησιαστικά δίπτυχα , δηλαδή στα βιβλία που περιέχουν τα ονόματα των αγίων. Ο ίδιος ο Αττικός ήταν προηγουμένως ένας από τους εχθρούς του Ιωάννη του Χρυσοστόμου , αλλά αργότερα, αναγνωρίζοντας την αθωότητα αυτού του αγίου άνδρα και ταυτόχρονα την αμαρτία του εναντίον του, μετανόησε. Αφού διαδέχθηκε τον Αρσάκιο στον Πατριαρχικό Θρόνο της Κωνσταντινούπολης, συμπεριέλαβε και τον Χρυσόστομο στα δίπτυχα και, όσο ήταν ακόμα ζωντανός, προέτρεψε τον Άγιο Κύριλλο με επιστολές του ζητώντας του να κάνει το ίδιο. Αλλά ο Κύριλλος δεν άκουσε, μη θέλοντας να υπονομεύσει την προηγούμενη Σύνοδο κατά του Ιωάννη, που συγκάλεσε ο Θεόφιλος το 3784 .
Ομοίως, ο Άγιος Ισίδωρος Πηλουσιώτης 3785 , συγγενής του Κυρίλλου, άνδρας προχωρημένης ηλικίας, βλέποντας την αγανάκτηση πολλών για τον Άγιο Κύριλλο επειδή απέκλεισε τον Χρυσόστομο από τον αριθμό των αγίων, του έγραψε με τόλμη, προτρέποντάς τον να εξετάσει αμερόληπτα τις συνθήκες της καταδίκης του Ιωάννη Χρυσοστόμου.
«Το πάθος είναι κοντόφθαλμο, και το μίσος δεν βλέπει τίποτα απολύτως», έγραψε ο Πηλούσιος σε μια από τις επιστολές του προς τον Άγιο Κύριλλο. «Επομένως, αν θέλετε να απαλλαγείτε και από τα δύο αυτά ελαττώματα, μην εκφέρετε βιαστικές κρίσεις, αλλά υποβάλλετε τις πράξεις σε δίκαιη κρίση· επειδή, ο Θεός, που γνωρίζει τα πάντα πριν εκπληρωθούν, ήταν αρκετά καλός ώστε να κατέβει από τον ουρανό και να δει την κραυγή των Σοδόμων ( Γέν. 18:20 ), διδάσκοντάς μας να κάνουμε τα πάντα με προσεκτική εξέταση. Διότι πολλοί που ήταν μαζί σας στη Σύνοδο της Εφέσου λένε χλευαστικά ότι ικανοποιείτε τη δική σας έχθρα και δεν αναζητάτε την Ορθοδοξία που απαιτείται για τον Ιησού Χριστό. Είναι ανιψιός του Θεόφιλου, λένε, και το πνεύμα του είναι μαζί του». Όπως ακριβώς ο Θεόφιλος ξέσπασε ξεκάθαρα την οργή του στον θεοφόρο και φιλόθεο Ιωάννη, έτσι είναι επιθυμητό να καυχηθούμε γι' αυτό, αν και έχει συμβεί μια μεγάλη αλλαγή στη θέση του κατηγορουμένου, επειδή ο Ιωάννης έχει ήδη υποστεί εξορία και τώρα δεν ζει πλέον».
Σε μια άλλη επιστολή, ο Άγιος Ισίδωρος Πηλουσιώτης έγραψε στον Κύριλλο: «Τα παραδείγματα από τη Θεία Γραφή με τρομάζουν και με αναγκάζουν να γράψω ό,τι πρέπει. Διότι αν είμαι πατέρας, όπως λες εσύ ο ίδιος, τότε φοβάμαι την καταδίκη που υπέστη ο Ηλί επειδή δεν εποικοδομούσε τους αμαρτωλούς γιους του 3786 · αλλά αν, όπως γνωρίζω με βεβαιότητα, είμαι γιος ενώπιόν σου, που φέρει την εικόνα του μεγάλου Μάρκου 3787, τότε φοβάμαι την τιμωρία που υπέστη ο Ιωνάθαν επειδή δεν εμπόδισε τον πατέρα του να αναζητήσει τη μάγισσα 3787. Διότι, επειδή μπορούσε να τον είχε εμποδίσει, πέθανε στη μάχη ενώπιον του αμαρτωλού. Επομένως, για να μην καταδικαστώ εγώ, και ο Θεός να μην σας καταδικάσει, σταματήστε τη διαμάχη και μην μεταφέρετε αυτή την εκδίκηση για τη δική σας προσβολή, η οποία θα έπρεπε να δοθεί στους θνητούς, στη ζωντανή Εκκλησία - με το πρόσχημα της ευσέβειας, μην προκαλέσετε αιώνια διχόνοια σε αυτήν» 3788 .
Και σε άλλο σημείο ο άγιος έγραψε στον Κύριλλο: «Με ρωτάς για τις συνθήκες της εξορίας του αγίου Ιωάννη: αλλά δεν θα γράψω γι' αυτό λεπτομερώς, για να μην φανώ άνθρωπος που καταγγέλλει και καταδικάζει τους άλλους, γιατί οι πολυάριθμες αδικίες των ανθρώπων προς τον άγιο έχουν ξεπεράσει κάθε μέτρο. Θα σας υπενθυμίσω εν συντομία τον σκληροτράχηλο χαρακτήρα της Αιγύπτου, η οποία είναι κοντά σας : 3789 αρνήθηκε τον Μωυσή, παραδόθηκε στον Φαραώ, έγδερνε τους ταπεινούς με πληγές, πικράνει τους εργάτες, έχτισε πόλεις και δεν πλήρωνε μισθούς στους εργάτες 3790. Πράττοντας τέτοιες πράξεις, γέννησε τον άνομο Θεόφιλο, ο οποίος σεβόταν τον χρυσό για τον Θεό 3791. με τον ομοϊδεάτη λαό του, επαναστάτησε εναντίον του Αγίου Ιωάννη - ενός ανθρώπου που αγαπούσε τον Θεό και κήρυττε για τον Θεό. Παρ' όλα αυτά, ο οίκος του Δαβίδ εδραιώνεται και πολλαπλασιάζεται, αλλά ο Σαούλ, όπως βλέπετε, αποδυναμώνεται 3792 »
Τέτοια ήταν τα γραπτά του Αγίου Ισιδώρου του Πηλουσιού προς τον Άγιο Κύριλλο. Είχαν τέτοια επίδραση στον τελευταίο που, αφού τα διάβασε, άρχισε να αναγνωρίζει την αμαρτία του. Έγινε ιδιαίτερα συνειδητοποιημένος γι' αυτήν και μετανόησε πλήρως όταν τρομοκρατήθηκε από το ακόλουθο όραμα. Φαντάστηκε τον εαυτό του σε ένα πανέμορφο μέρος, γεμάτο με απερίγραπτη χαρά. Εδώ είδε θαυμαστούς άνδρες - τον Αβραάμ, τον Ισαάκ και τον Ιακώβ - και άλλους αγίους, τόσο της Παλαιάς όσο και της Καινής Διαθήκης. Είδε επίσης έναν τεράστιο και φωτεινό ναό, την ομορφιά του οποίου η ανθρώπινη γλώσσα δεν μπορεί να περιγράψει, και μέσα σε αυτόν άκουσε το τραγούδι γλυκών φωνών. Μπαίνοντας σε αυτόν τον ναό και θαυμάζοντας την ομορφιά και τη λαμπρότητά του, ο Κύριλλος είδε μέσα σε αυτόν, με λάμψη δόξας, την Υπεραγία Κυρία Θεοτόκο, περιτριγυρισμένη από πλήθος αγγέλων. Ανάμεσα σε εκείνους που στέκονταν γύρω από τη Μητέρα του Θεού, ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος , λάμποντας σαν άγγελος του Θεού με ένα θαυματουργό φως και κρατώντας ένα βιβλίο με τα γραπτά του στο χέρι του. Πλήθος θαυμαστών ανδρών τον περικύκλωνε σαν υπηρέτες. Όλοι ήταν οπλισμένοι, σαν να ήταν έτοιμοι για επίθεση. Έτσι, όταν ο Κύριλλος ήθελε να πέσει στα πόδια της Θεοτόκου για να την προσκυνήσει, ο Άγιος Ιωάννης και οι ακόλουθοί του όρμησαν αμέσως εναντίον του, απαγορεύοντάς του να πλησιάσει την Υπεραγία Θεοτόκο και διώχνοντάς τον από τον θαυμαστό ναό. Ο Κύριλλος, βλέποντας τον Ιωάννη να τον αντιμετωπίζει αγανακτισμένα και τον ίδιο να διώχνεται από τον ναό, έτρεμε. Ξαφνικά όμως άκουσε την Υπεραγία Παρθένο Μαρία να απευθύνεται στον Ιωάννη με μια ικεσία να συγχωρήσει τον Κύριλλο και να μην τον διώξει από τον ναό, γιατί είχε αμαρτήσει εναντίον του όχι από κακία, αλλά από άγνοια. Αλλά ο Ιωάννης φαινόταν απρόθυμος να συγχωρήσει τον Κύριλλο. Τότε η Υπεραγία Θεοτόκος είπε: «Συγχωρήστε τον για χάρη μου, γιατί έχει κοπιάσει πολύ για την τιμή μου - με δόξασε ανάμεσα στους ανθρώπους και με ονόμασε Θεοτόκο».
Όταν η Υπεραγία Θεοτόκος είπε αυτά τα λόγια, ο Ιωάννης αμέσως λυπήθηκε και απάντησε στην Θεοτόκο:
«Με τη μεσιτεία σου, Κυρία, τον συγχωρώ.» Έπειτα, πλησιάζοντας φιλικά τον Κύριλλο, τον αγκάλιασε και τον φίλησε, και έτσι συμφιλιώθηκαν στο όραμα.
Μετά από αυτό το όραμα, ο Άγιος Κύριλλος άρχισε να μετανοεί συχνά και να καταδικάζει τον εαυτό του επειδή άδικα έτρεφε θυμό εναντίον ενός τέτοιου αγίου του Θεού. Στη συνέχεια, συγκεντρώνοντας όλους τους Αιγύπτιους επισκόπους, τέλεσε μια επίσημη γιορτή προς τιμήν του Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου και τον ενέγραψε στα εκκλησιαστικά βιβλία μεταξύ των μεγάλων αγίων. Έτσι, η κηλίδα στον άγιο άνδρα Κύριλλο, ο οποίος ήταν εχθρικός προς τον Άγιο Ιωάννη, αφαιρέθηκε. Η έχθρα μεταξύ των υπηρετών της διαλύθηκε από την ίδια την Υπεραγία Θεοτόκο. Από τότε και στο εξής, όσο ζούσε ο Άγιος Κύριλλος, δόξαζε τον Άγιο Ιωάννη του Χρυσόστομο με εγκωμιαστικούς λόγους.
Ο Άγιος Κύριλλος πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του μέσα σε μεγάλους αγώνες, ασχολούμενος όχι μόνο με τη δική του σωτηρία αλλά και με τη σωτηρία των άλλων, και καθοδηγώντας πολλούς στο δίκαιο μονοπάτι. Το ακόλουθο περιστατικό αναφέρεται από τη ζωή του Αγίου Κυρίλλου, του αγίου του Θεού. Στην Κάτω Αίγυπτο, ζούσε εκείνη την εποχή ένας γέροντας, φημισμένος για την αγία του ζωή. Παρά ταύτα, αυτός, όντας ένας αμόρφωτος και απλός άνθρωπος, είχε μια εσφαλμένη άποψη: ακριβώς λόγω της άγνοιάς του, ο γέροντας ισχυρίστηκε ότι ο Μελχισεδέκ ήταν ο Υιός του Θεού . Η άγνοιά του για αυτή τη σοφία αναφέρθηκε στον Άγιο Κύριλλο, ο οποίος κάλεσε τον γέροντα στο σπίτι του. Γνωρίζοντας ότι ο γέροντας έκανε θαύματα και ήταν τόσο ευάρεστος στον Θεό που ο Θεός εκπλήρωνε κάθε αίτημά του - και ότι οι παρανοήσεις του για τον Μελχισεδέκ οφείλονταν μόνο στην απλότητά του - ο πατριάρχης χρησιμοποίησε αυτή τη σοφία για να τον οδηγήσει στο σωστό μονοπάτι. Απευθυνόμενος ευγενικά στον γέροντα, είπε:
«Αββά, σε παρακαλώ βοήθησέ με να λύσω μια απορία: αφενός, η λογική με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο Μελχισεδέκ είναι ο Υιός του Θεού, αφετέρου όμως, κάτι μου λέει ότι αυτό είναι άδικο και ότι είναι ένας συνηθισμένος άνθρωπος και αρχιερέας του Θεού. Και έτσι βρίσκομαι σε αμφιβολία και αμηχανία, μη γνωρίζοντας πού να καταλήξω. Γι' αυτό, σας κάλεσα σκόπιμα να προσευχηθείτε στον Θεό σχετικά με αυτό, ζητώντας Του να σας το αποκαλύψει. Και ό,τι σας αποκαλύπτει ο Θεός, παρακαλώ μην αρνηθείτε να μου το πείτε.»
Βασιζόμενος στην ευάρεστη προς τον Θεό ζωή του, ο γέροντας απάντησε με τόλμη στον Άγιο Κύριλλο:
«Επιτρέψτε μου, Κύριε, να αποσυρθώ για τρεις ημέρες, μετά τις οποίες θα ρωτήσω τον Θεό γι' αυτό και θα σας πω τι θα μου αποκαλυφθεί».
Έπειτα, αφού αποσύρθηκε στο κελί του και απομονώθηκε εκεί για τρεις ημέρες, ο γέροντας προσευχήθηκε στον Θεό να του αποκαλύψει την αλήθεια για τον Μελχισεδέκ. Αφού έλαβε το αίτημά του, πήγε στον Άγιο Κύριλλο και του είπε:
«Ο Μελχισεδέκ είναι άνθρωπος, όχι Υιός Θεού. Και ας γίνει γνωστό σε σένα, Διδάσκαλε, ότι πράγματι έτσι είναι».
Ο Άγιος Κύριλλος χάρηκε πολύ που έσωσε την ψυχή του γέροντα και, ευχαριστώντας τον, τον έδιωξε. Ο γέροντας, αφού έφυγε, άρχισε να κηρύττει σε όλους ότι ο Μελχισεδέκ ήταν άνθρωπος, όχι ο Υιός του Θεού. Έτσι, με σοφία, ο άγιος του Θεού οδήγησε τον αδαή άνθρωπο στο σωστό μονοπάτι.
Αφού κατείχε τον πατριαρχικό θρόνο της Αλεξάνδρειας για τριάντα δύο χρόνια, καθάροντας κατά τη διάρκεια της ζωής του την Εκκλησία του Χριστού από όλες τις αιρέσεις που επικρατούσαν τότε και γράφοντας πολλά οικοδομητικά έργα , ο Άγιος Κύριλλος κοιμήθηκε εν Κυρίω εν ειρήνη . Κατά την κοίμησή του, η ίδια η Υπεραγία Μητέρα του Θεού στάθηκε μπροστά του, διότι είχε εργαστεί πιστά γι' αυτήν και είχε αγωνιστεί γενναία για την τιμή της. Συγκαταλέγεται επάξια στον Άγιο Χρυσόστομο και μαζί του, φλεγόμενος από άφθαρτη αγάπη, στέκεται ενώπιον του Χριστού Θεού και της Υπεραγίας Μητέρας του Θεού, μένοντας στη δόξα της, κοντά στον θρόνο της, και δοξάζοντας την Υπεραγία Παρθένο και τον αληθινό Θεό που γεννήθηκε από αυτήν στους αιώνες. Αμήν.
* * *
Σημειώσεις
Ο Θεόφιλος κατείχε την Πατριαρχική Έδρα της Αλεξάνδρειας από το 385 έως το 412. Γνωστός στην ιστορία κυρίως για την εχθρότητά του προς τον Ιωάννη Χρυσόστομο , προσπάθησε να υποτάξει τον Αρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως στην δική του επιρροή. Ως εκ τούτου, μετά τον θάνατο του Νεκταρίου, ο οποίος κατείχε την Βυζαντινή Έδρα από το 381 έως το 397, επιδίωξε να εκλεγεί στην έδρα μια πιστή του προσωπικότητα, τον Θεόφιλο. Όταν, αντίθετα με τα σχέδια του Θεόφιλου, ο Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος, προηγουμένως ιερέας στην Αντιόχεια, εξελέγη επίσκοπος της πρωτεύουσας, ο Θεόφιλος έτρεφε μνησικακία εναντίον του και έγινε υποστηρικτής της φατρίας που αντιτίθετο στον Χρυσόστομο. Συμμετείχε ενεργά σε μια περίπλοκη δολοπλοκία εναντίον του αγίου της Κωνσταντινούπολης, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την καθαίρεσή του και δύο εξορίες από την πρωτεύουσα. Ο Θεόφιλος προήδρευσε της συνόδου στη Ντούμπνα, η οποία συγκλήθηκε από τους εχθρούς του Χρυσοστόμου με στόχο την καθαίρεσή του. Η σχέση του με τον Χρυσόστομο ήταν τέτοια που ρίχνει μια σκοτεινή σκιά στο όνομά του. Κατά τα άλλα, ο Θεόφιλος ήταν ένας σοφός ιεράρχης και έκανε πολύ καλό για την Αλεξανδρινή Εκκλησία.
Ο Άγιος Κύριλλος κατείχε τον πατριαρχικό θρόνο της Αλεξάνδρειας από το 412 έως το 444.
Ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Δέκιος βασίλευσε από το 249 έως το 251.
Ο Φαβιανός, επίσκοπος Ρώμης, κατείχε την ρωμαϊκή έδρα από το 236 έως το 250.
Ο Φαβιανός μαρτύρησε τον Ιανουάριο του 250 και η έδρα του παρέμεινε κενή μέχρι τον Ιούνιο του επόμενου έτους, καθώς η σφοδρότητα του διωγμού εμπόδισε την εκλογή νέου πάπα. Ο Δέκιος φέρεται να είπε ότι θα προτιμούσε έναν διεκδικητή του αυτοκρατορικού θρόνου παρά έναν νέο επίσκοπο στη Ρώμη. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου χηρείας της Ρωμαϊκής Εκκλησίας, ο Νοβατιανός, διακεκριμένος για την ευγλωττία και την ακαδημαϊκή του ικανότητα, καθώς και για τον αυστηρό τρόπο ζωής του, απολάμβανε σημαντική επιρροή και θα μπορούσε να υπολογίζει στην εκλογή του ως επίσκοπος. Ωστόσο, αυτές οι ελπίδες δεν εκπληρώθηκαν.
Ο Άγιος Κορνήλιος ήταν Πάπας στη Ρώμη από το 251 έως το 252.
Αυτός ήταν ο έβδομος γενικός διωγμός των Χριστιανών. Στρέφονταν κυρίως εναντίον επισκόπων και κληρικών. Μεταξύ των θυμάτων ήταν ο Φαβιανός της Ρώμης, ο Βαβυλάς της Αντιόχειας και ο Αλέξανδρος της Ιερουσαλήμ. Ενώ η ζωή άλλων αγίων ανδρών (όπως ο Κυπριανός της Καρχηδόνας, ο Ωριγένης, ο Γρηγόριος ο Θαυματουργός και ο Διονύσιος της Αλεξάνδρειας ) σημαδεύτηκε από εξορία και άλλα βάσανα, αυτή η περίοδος σημαδεύτηκε από εξορία. Ο πρωταρχικός στόχος του διωγμού, ωστόσο, δεν ήταν να θανατωθούν οι Χριστιανοί, αλλά να αναγκαστούν να απαρνηθούν την πίστη τους. Για τον σκοπό αυτό, υποβλήθηκαν σε βασανιστήρια, φυλάκιση και λιμοκτονία, και κάτω από τέτοιες δοκιμασίες, η σταθερότητα πολλών υπέκυψε.
Ο Νοβατιανός αρχικά δεν έδειξε καμία μισαλλοδοξία απέναντι στους πεσόντες. Ο Κυπριανός, Επίσκοπος Καρχηδόνας, καταθέτει ότι ήταν ο συγγραφέας της επιστολής στην οποία ο Ρωμαίος κλήρος αναγνώρισε ότι οι πεσόντες μπορούσαν να γίνουν δεκτοί στην Εκκλησία εάν βρίσκονταν σε θανάσιμο κίνδυνο. Αλλά μετά την εκλογή του Κορνήλιου, έγινε ηγέτης μιας παράταξης που είχε εντελώς διαφορετική άποψη. Ο Νοβατιανός άρχισε να διδάσκει ότι, παρόλο που οι μετανοημένοι πεσόντες μπορούσαν να γίνουν δεκτοί στο Θείο έλεος και ως εκ τούτου προτρέπονταν σε μετάνοια, η Εκκλησία δεν είχε εξουσία να τους χορηγήσει άφεση αμαρτιών και έπρεπε να τους αφορίσει οριστικά. Διαφορετικά, θα έχανε τον χριστιανικό της χαρακτήρα και τα προνόμιά της.
Η χειροτονία του Νοβατιανού ως επισκόπου τελέστηκε από τρεις επισκόπους ασήμαντων πόλεων, οι οποίοι κλήθηκαν από τους υποστηρικτές του με ασήμαντες προφάσεις και έθεσαν τα χέρια τους πάνω του το βράδυ, μετά το δείπνο.
Ο Νοβατιανισμός βρήκε πολλούς οπαδούς στη Δύση και οι αρχές του έγιναν ακόμη πιο αυστηρές από πριν. Η ποινή του ισόβιου αφορισμού, που αρχικά εφαρμοζόταν μόνο σε όσους απαρνούνταν την πίστη, αργότερα επεκτάθηκε σε όλους όσους διέπρατταν περισσότερο ή λιγότερο σοβαρές αμαρτίες μετά το βάπτισμα. Οι Νοβατιανοί υιοθέτησαν επίσης το όνομα «Καθάρι», που σημαίνει «καθαρός». Ξαναβάπτιζαν όσους προσηλυτίζονταν σε αυτούς από την Εκκλησία, θεωρώντας την κοινωνία μαζί της ακάθαρτη και τις ιερές λειτουργίες της ως εκ τούτου άκυρες. Μερικοί Νοβατιανοί καταδίκαζαν τον δεύτερο γάμο, τοποθετώντας τον δίπλα στη μοιχεία. Όσον αφορά τις θεμελιώδεις αλήθειες του Ευαγγελίου, οι Νοβατιανοί ήταν και παρέμειναν Ορθόδοξοι και πολλοί από αυτούς υπέφεραν ακόμη και μέχρι θανάτου για την πίστη τους.
Ένα στάδιο ισούται με 87 1/2 οργιές. 120 στάδια ισούνται επομένως με 21 βέρστ.
Η Κωνωπός βρίσκεται στις εκβολές του Νείλου, γνωστή με το όνομά της ως Κωνωπία. Πριν από την ίδρυση της Αλεξάνδρειας, η Κωνωπός ήταν η σημαντικότερη πόλη της περιοχής, αλλά με την άνοδο της αιγυπτιακής πρωτεύουσας, η σημασία της άρχισε να μειώνεται και μέχρι την εισαγωγή του Χριστιανισμού, η πόλη είχε εξαφανιστεί — στη θέση της αργότερα σχηματίστηκε ένας ασήμαντος οικισμός.
Αυτό το μέρος, σύμφωνα με την είδηση της μεταφοράς των λειψάνων των αγίων μαρτύρων Κύρου και Ιωάννη (βλ. παρακάτω, 28η), βρισκόταν σε απόσταση δύο βερστ από το Κωνώπ, δηλαδή περίπου δύο μίλια.
Ο Μέγας Αλέξανδρος, ο Μακεδόνας βασιλιάς που υπέταξε ολόκληρη την πολιτιστική Ανατολή, έζησε στα τέλη του τέταρτου αιώνα π.Χ. Ίδρυσε την πόλη της Αλεξάνδρειας στην Αίγυπτο το 332 π.Χ. για να εδραιώσει την ελληνική κυριαρχία. Έχοντας γίνει μια από τις πλουσιότερες και πιο ευημερούσες πόλεις της Ανατολής, σύντομα άρχισε να προσελκύει επιχειρηματίες αποίκους από άλλες χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Παλαιστίνης, μεταξύ του τότε εβραϊκού πληθυσμού της. Οι Εβραίοι της Αλεξάνδρειας αποτελούσαν μια σημαντική αποικία και η εβραϊκή συνοικία ήταν πολύ πυκνοκατοικημένη. Ο Φίλων, ένας Εβραίος συγγραφέας που έζησε τον πρώτο αιώνα π.Χ., αναφέρει ότι στην εποχή του υπήρχαν περισσότεροι από ένα εκατομμύριο Εβραίοι στην Αίγυπτο, κυρίως στην Αλεξάνδρεια. Μετά την κατάληψη της Ιερουσαλήμ, ο Πτολεμαίος Α' εγκατέστησε μια μεγάλη εβραϊκή αποικία στην Αλεξάνδρεια και τους παραχώρησε ίσα δικαιώματα με τους Έλληνες. Οι Ρωμαίοι επιβεβαίωσαν αυτά τα δικαιώματα και ο Αύγουστος ίδρυσε ένα ειδικό εβραϊκό συμβούλιο για τη διαχείριση των εβραϊκών υποθέσεων υπό την εξουσία ενός αυτοκρατορικού έπαρχου. Ωστόσο, υπό τον Καλιγούλα, έχασαν τα περισσότερα από τα προνόμιά τους.
Μια συναγωγή ήταν ένας χώρος θρησκευτικής συγκέντρωσης για τους Εβραίους. Αυτά ήταν ανοιχτά κτίρια που προορίζονταν για δημόσια λατρεία. Σύμφωνα με το νόμο, αυτή έπρεπε να πραγματοποιείται στη Σκηνή του Μαρτυρίου και αργότερα στον Ναό στην Ιερουσαλήμ. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της βαβυλωνιακής αιχμαλωσίας, ο Ναός καταστράφηκε και ως εκ τούτου προέκυψε η ανάγκη για ειδικούς χώρους συνάντησης. Έτσι δημιουργήθηκαν οι συναγωγές. Οι συναγωγές μπορούσαν να χτιστούν οπουδήποτε υπήρχε επαρκής αριθμός αληθινών Εβραίων πιστών. Επομένως, ακόμη και στην εποχή του Ιησού Χριστού και των αποστόλων, ήταν ευρέως διαδεδομένες όπου ζούσαν Εβραίοι. Υπήρχαν κάποιες ομοιότητες μεταξύ της δομής της συναγωγής και του Ναού. Στο κεντρικό δωμάτιο της συναγωγής, τοποθετούνταν ένα ντουλάπι όπου φυλάσσονταν οι κύλινδροι του Νόμου του Μωυσή, οι οποίοι προσφέρονταν για ανάγνωση στον λαό. Ένα χαμηλότερο αναλόγιο ή άμβωνας υψωνόταν στο κέντρο της συναγωγής. Μερικά από τα καθίσματα ήταν ψηλότερα από άλλα και προορίζονταν για πρεσβύτερους, δηλαδή ηλικιωμένους ή άτομα με επιρροή στην κοινότητα. Οι πρεσβύτεροι αποτελούσαν ένα συμβούλιο που ασκούσε ανώτατο έλεγχο στη συναγωγή. Ο πρόεδρος αυτού του συμβουλίου ονομαζόταν άρχοντας ή άρχοντας της συναγωγής ( Μάρκος 5:22 , Πράξεις 13:15 ). Οι άρχοντες των συναγωγών είχαν την εξουσία να αφορίζουν τους παραβάτες του νόμου και να τους μαστιγώνουν. Διάφορες νομικές υποθέσεις εκδικάζονταν επίσης στις συναγωγές.
Φυσικά, ο Άγιος Αλέξανδρος, ο οποίος ήταν Επίσκοπος Αλεξανδρείας από το 312 έως το 326, ήταν ένας από τους πρώτους υποστηρικτές της Ορθοδοξίας, ο οποίος τάχθηκε κατά της αίρεσης του Άρειου.
Γραμματικός – δάσκαλος. Αυτό το όνομα δεν υποδήλωνε απλώς δασκάλους γραμματισμού, αλλά άτομα που κατείχαν πλήρη κατανόηση όλης της κλασικής ελληνικής γραμματείας, μελετώντας την κριτικά, τόσο στην κατασκευή της όσο και στο περιεχόμενό της.
Ο Θεοδόσιος Β΄ ή ο Νεότερος βασίλευσε στην Ανατολή από το 408 έως το 450.
Η Πτολεμαΐδα, που αναφέρεται εδώ, βρισκόταν στην Άνω Αίγυπτο (Θηβαΐδα), στις όχθες του ποταμού Νείλου.
Το Kinaron είναι το όνομα μιας συνοικίας της πόλης κοντά στην πλατεία του καθεδρικού ναού.
Το όρος Νιτρία βρισκόταν νότια της Αλεξάνδρειας, δυτικά του ποταμού Νείλου, κοντά στην έρημο της Λιβύης. Το όρος πήρε το όνομά του από την αφθονία νιτρικού οξέος, ή αλλιώς νιτρικού νατρίου, στις λίμνες που το περιβάλλουν. Μεταξύ άλλων ερημικών περιοχών της Αιγύπτου, το όρος Νιτρία ήταν ένα αγαπημένο καταφύγιο για τους ερημίτες.
Οι Έλληνες ονομάζονταν Έλληνες. Η θρησκεία τους ήταν μια ζωντανή έκφραση του ανθρωπομορφισμού, δηλαδή της θεοποίησης της ανθρώπινης φύσης με όλες τις αρετές και τα ελαττώματά της, καθώς και τις διάφορες εκδηλώσεις της ανθρώπινης ιδιοφυΐας. Οι Έλληνες θεοί προσωποποιούσαν τις διάφορες ιδιότητες και εκδηλώσεις της ανθρώπινης φυσικής και πνευματικής φύσης.
Ο Άγιος Σισίνιος κατείχε τον επισκοπικό θρόνο στην Κωνσταντινούπολη από το 426 έως το 427.
Ο Άγιος Αττικός ανέβηκε στον θρόνο της Κωνσταντινούπολης το 406 και την κατείχε μέχρι το 425.
Ο Νεστόριος κατείχε την έδρα της Κωνσταντινούπολης από το 428 έως το 431. Πριν από την εκλογή του ως επίσκοπος της πρωτεύουσας, ήταν πρεσβύτερος στην Αντιόχεια (βλ. παρακάτω). Διακρινόταν για ασκητική ζωή και ξεκίνησε το έργο του στην Εκκλησία ως μοναχός. Επιπλέον, ο Νεστόριος είχε μια κλίση προς την ακαδημαϊκή γνώση και ήταν γνωστός για την ομαλή και ηχηρή ρητορική του. Ωστόσο, κατηγορήθηκε επίσης για υπερηφάνεια και φιλοδοξία, και λέγεται ότι η αγάπη του για τη δόξα τον οδήγησε να καταφύγει σε επιδεικτική αγιότητα στη ζωή του και σε ένα πομπώδες ύφος στο κήρυγμα του. Ανεξάρτητα από αυτό, απολάμβανε καλή φήμη πριν από την εκλογή του στην έδρα της Κωνσταντινούπολης. Εκτός από την προσωπική του φήμη, το όνομά του ήταν ιδιαίτερα αξιόπιστο στην Κωνσταντινούπολη λόγω του γεγονότος ότι προερχόταν από την ίδια εκκλησία με τον σεβάσμιο Ιωάννη Χρυσόστομο . Έχοντας γίνει επίσκοπος της πρωτεύουσας, ο Νεστόριος αρχικά αποδείχθηκε ένθερμος υποστηρικτής της Ορθοδοξίας. Κηρύττοντας στον καθεδρικό ναό την ημέρα της ανάρρηξής του, απευθύνθηκε στον αυτοκράτορα με τα λόγια: «Δώστε μου μια γη καθαρισμένη από αιρετικούς, και εγώ, με τη σειρά μου, θα σας δώσω τη Βασιλεία των Ουρανών». Αυτά τα λόγια έγιναν δεκτά με ένθερμη επιδοκιμασία, αλλά οι μεταγενέστερες συνθήκες αποκάλυψαν ότι ο ίδιος ο Νεστόριος δεν ήταν σταθερά ριζωμένος στην Ορθοδοξία και ήταν λύκος με ένδυμα προβάτου.
Η Αντιόχεια της Συρίας είναι μια από τις αρχαιότερες και πλουσιότερες πόλεις της Συρίας, η πρωτεύουσά της. Βρίσκεται στον ποταμό Ορόντη, περίπου 10 μίλια από το σημείο που εκβάλλει στη Μεσόγειο Θάλασσα. Ιδρύθηκε 300 χρόνια π.Χ. από τον Σέλευκο Νικάτορα και πήρε το όνομά της από τον πατέρα του, την Αντιόχεια. Η Αντιόχεια είχε ιδιαίτερη σημασία για τη Χριστιανική Εκκλησία, ως το δεύτερο μεγάλο κέντρο του Χριστιανισμού μετά την Ιερουσαλήμ, και ως η μητέρα των χριστιανικών εκκλησιών μεταξύ των ειδωλολατρών. Το ίδιο το όνομα «Χριστιανοί» δόθηκε για πρώτη φορά στους οπαδούς του Κυρίου Ιησού στην Αντιόχεια. Ήταν επίσης εδώ που ξεκίνησαν οι χριστιανικές ιεραποστολές, καθώς από εδώ ξεκίνησαν ο Απόστολος Παύλος και ο Βαρνάβας το πρώτο τους ιεραποστολικό ταξίδι και επέστρεψαν εκεί ( Πράξεις 13:1-4, 14:26 ). Το δεύτερο ταξίδι τους ξεκίνησε εκεί, αν και δεν ξεκίνησαν μαζί ( Πράξεις 15:39-40 ). Το δεύτερο ταξίδι του Αποστόλου τελείωσε επίσης εκεί. Ξεκίνησε το τρίτο ταξίδι του Παύλου ( Πράξεις 18:22-23 ). Στη συνέχεια, η Αντιόχεια φιλοξένησε πολλές αξιοσημείωτες συνόδους που συγκλήθηκαν για την αντιμετώπιση αιρετικών διαφορών. Η Εκκλησία της Αντιόχειας απολάμβανε ιδιαίτερο κύρος από την αρχαιότητα, παράλληλα με τις εκκλησίες της Αλεξάνδρειας, της Ιερουσαλήμ και της Ρώμης. Από την αρχαιότητα, αναπτύχθηκε μέσα σε αυτήν μια ξεχωριστή θεολογική σχολή, που διακρινόταν για μια νηφάλια, ορθολογική προσέγγιση, μια σαφή έκθεση της διαδοχικής ανάπτυξης της Θείας αποκάλυψης και την εισαγωγή μιας ιστορικο-γραμματικής μεθόδου (δηλαδή, μέσω ιστορικών και γραμματικών αναφορών) για την ερμηνεία της Αγίας Γραφής. Αυτή η σχολή οφείλει την προέλευσή της στον ιερέα της Αντιόχειας Λουκιανό και στον σύγχρονό του Δωρόθεο, ο οποίος έζησε τον 3ο αιώνα. Από αυτήν προέκυψαν στη συνέχεια ο Ιωάννης Χρυσόστομος, ο Θεόδωρος, Επίσκοπος Μοψουεστίας, ο Θεοδώρητος Κύρου και άλλοι. Ο Νεστόριος ανήκε επίσης σε αυτή τη σχολή, αλλά έφερε τις νηφάλιες και ορθολογικές αρχές της στα άκρα τους και, σε μια προσπάθεια να φέρει το μυστήριο της ενσάρκωσης πιο κοντά στην κατανόησή μας, έπεσε σε αίρεση.
Ο τίτλος της Υπεραγίας Παρθένου Μαρίας «Θεοτόκος», που επικρίθηκε από τον Αναστάσιο και τον Νεστόριο, είχε χρησιμοποιηθεί τον προηγούμενο αιώνα από τον Ευσέβιο Καισαρείας, τον Μέγα Αθανάσιο, τον Μέγα Γρηγόριο, τον Γρηγόριο Νύσσης και άλλους. Δεν υπονοούσε ότι η Υπεραγία Παρθένος μετέδιδε τη θεϊκή φύση στον Σωτήρα, αλλά μάλλον επιβεβαίωνε την ένωση της θεότητας και της ανθρωπότητας σε ένα πρόσωπο, «επειδή ο Υιός του Θεού δεν προσέλαβε το πρόσωπο του ανθρώπου, αλλά μόνο τη φύση του ανθρώπου».
Παρεμπιπτόντως, αντίγραφα των κηρυγμάτων του Νεστορίου κυκλοφόρησαν μεταξύ των Αιγυπτίων μοναχών και πολλοί από αυτούς, ως αποτέλεσμα, σταμάτησαν να αποκαλούν την Υπεραγία Παρθένο Μητέρα του Θεού.
Ο Επίσκοπος Αλεξανδρείας Αλέξανδρος είδε τον Κύριο να εμφανίζεται σε όνειρο, με τα ρούχα Του σκισμένα. Όταν ρώτησε την οπτασία: «Κύριε, ποιος έσκισε το ένδυμά Σου;» άκουσε την απάντηση: «Ο φρενήρης και άνομος Άρειος». Λίγο αργότερα, ο Άρειος εμφανίστηκε με τις αιρετικές του διδασκαλίες για το Πρόσωπο του Κυρίου Ιησού Χριστού.
Ο Κύριλλος απηύθυνε αυτή την νουθεσία στον Νεστόριο στην πασχαλινή του επιστολή το 430.
Ο Άγιος Κύριλλος έγραψε δύο ειδικές πραγματείες, μία για τον Αυτοκράτορα Θεοδόσιο τον Νεότερο και την άλλη για τις Αυτοκράτειρες Πουλχερία και Ευδοκία, η πρώτη εκ των οποίων ήταν αδελφή και η δεύτερη σύζυγος του Αυτοκράτορα.
Ο Κελεστίνος Α΄ ήταν επίσκοπος Ρώμης από το 422 έως το 432.
δηλαδή στους πατριάρχες Αντιόχειας και Ιεροσολύμων.
Ο Ιωάννης Α΄, Πατριάρχης Αντιοχείας, κατείχε την Αντιοχειανή έδρα από το 423 έως το 440.
Το διάταγμα για τη σύγκληση της Οικουμενικής Συνόδου υπογράφηκε όχι μόνο από τον Θεοδόσιο, αλλά και από τον Δυτικό Αυτοκράτορα Βαλεντινιανό Γ΄, ο οποίος βασίλευσε από το 423 έως το 455.
Η Έφεσος ήταν η πρωτεύουσα της Μικρασιατικής επαρχίας Ικονίου, κοντά στις εκβολές του ποταμού Καΐστρου (σημερινό Κιουτσόκ Μεντερέτς). Ήταν το κέντρο όλου του εμπορίου στη Δυτική Ασία. Ήταν κάποτε φημισμένη για τον περίφημο Ναό της Άρτεμης. Στη χριστιανική ιστορία, η Έφεσος είναι γνωστή ως ο τόπος ανάπαυσης του αποστόλου της και Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου. Ως εκ τούτου, η εκκλησία στην Έφεσο ήταν ιδιαίτερα σεβαστή, καθώς καταγόταν από τους αποστόλους, και οι επίσκοποι της Εφέσου έλαβαν πατριαρχικά δικαιώματα τον 5ο αιώνα, τα οποία όμως διατήρησαν για λίγο.
Κομίτης – σύντροφος. Αυτό ήταν το όνομα που δινόταν σε άτομα της αυτοκρατορικής ακολουθίας. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, ο τίτλος του κομίτου έγινε τιμητικός τίτλος που απονέμονταν στους υψηλότερους αξιωματούχους της αυτοκρατορίας.
Επικεφαλής αυτών των επισκόπων ήταν ο Μέμνων, επίσκοπος Εφέσου, του οποίου η έδρα απολάμβανε πατριαρχικά δικαιώματα εκείνη την εποχή. Στη συνέχεια, ο επίσκοπος Εφέσου, με τον τίτλο του μητροπολίτη της περιοχής, υπαγόταν στον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως.
Ο Απολλινάριος ήταν Επίσκοπος Λαοδικείας της Συρίας (πέθανε το 390). Αρχικά, ήταν ένας από τους κορυφαίους υποστηρικτές του Συμβόλου της Νίκαιας. Αλλά αργότερα, στον αγώνα του ενάντια στην αίρεση του Άρειου, έπεσε στο αντίθετο άκρο. Προχωρώντας από την υπόθεση ότι ο τέλειος Θεός και ο τέλειος άνθρωπος δεν μπορούν να ενωθούν σε ένα Πρόσωπο, και ότι αν ο Χριστός ήταν τέλειος άνθρωπος, δεν μπορούσε να παραμείνει καθαρός από την αμαρτία και να επιτύχει την εξιλέωση, ο Απολλινάριος δίδαξε ότι ο Χριστός κατείχε μόνο δύο μέρη της ανθρώπινης ύπαρξής του - σώμα και ψυχή - ενώ το τρίτο μέρος, το πνεύμα, κατοικούνταν από τη Θεότητα. Αυτή η αίρεση καταδικάστηκε στη Σύνοδο της Αλεξάνδρειας το 362.
Μαζί με τους Αγίους Κύριλλο και Μέμνονα, ο Νεστόριος φυλακίστηκε επίσης με εντολή του αυτοκράτορα. Αυτή η ενέργεια καταδεικνύει ότι ο Θεοδόσιος σκόπευε να επιτύχει συμφιλίωση και συμφωνία μεταξύ των μερών εξαλείφοντας τους κορυφαίους εκπροσώπους των δύο εχθρικών παρατάξεων. Μια πιο λεπτομερής εξέταση των περιστάσεων της υπόθεσης τον ώθησε να αναιρέσει αυτό το μέτρο και να απελευθερώσει τον Κύριλλο και τον Μέμνονα.
Αυτό παραπέμπει σε ένα πολύ γνωστό περιστατικό που περιγράφεται στις Πράξεις των Αποστόλων ( Πράξεις 19:24–28 ). Πραγματοποιήθηκε κατά την αποστολική εποχή στην Έφεσο, όπου βρισκόταν τότε ο περίφημος ναός της Αρτέμιδος (ή της Ντιάνα, θεάς του κυνηγιού) και όπου το όνομα αυτής της θεάς περιβαλλόταν από ιδιαίτερη λατρεία. Σύμφωνα με την αφήγηση των Πράξεων, όταν οι Απόστολοι Παύλος και Βαρνάβας ήρθαν στην Έφεσο και κήρυξαν κατά της ματαιότητας των ειδώλων, οι καλλιτέχνες που βρήκαν ένα επικερδές εμπόριο κατασκευάζοντας μοντέλα για τον ναό της Ντιάνα ξεσήκωσαν μια λαϊκή εξέγερση εναντίον των αποστόλων, με το πλήθος να φωνάζει: «Μεγάλη η Άρτεμις των Εφεσίων!». Ωστόσο, η εξέγερση σταμάτησε από έναν αστυνομικό.
Το όνομα Όαση συνδέεται με μια όαση στην έρημο της Λιβύης, που βρίσκεται δυτικά της Άνω Αιγύπτου (της Θηβαΐδας). Ήταν επίσης γνωστή ως η Μεγάλη Λιβυκή Όαση. Μια ελληνική αποικία υπήρχε εδώ για πολύ καιρό, η οποία χρησίμευε και ως τόπος εξορίας.
Το Πνευματικό Λιβάδι (ελληνικά: Limonar) είναι έργο του μοναχού Ιωάννη Μόσχου (πέθανε το 622). γράφτηκε στις αρχές του 7ου αιώνα και περιέχει σύντομες ιστορίες για τους ασκητές της Παλαιστίνης, της Αιγύπτου και της Συρίας.
Οι Λαύρες ήταν μοναστήρια που διακρίνονταν για τον μεγάλο αριθμό μοναχών και τη σημασία τους. Η λέξη Λαύρα, από την ελληνική, σημαίνει «μέρος μιας πόλης» ή «δρόμος». Ήταν το όνομα που δινόταν σε μια σειρά κελιών που περικλείονταν από φράχτη ή τοίχο, διατεταγμένα γύρω από μια εκκλησία ή την κατοικία του ηγουμένου, όπως τα σοκάκια της πόλης. Οι μοναχοί στις λαύρες ζούσαν μοναχική ζωή, ο καθένας εργαζόμενος στο δικό του κελί, συγκεντρώνοντας μόνο για θείες λειτουργίες την πρώτη και την τελευταία ημέρα της εβδομάδας και τηρώντας σιωπή τις υπόλοιπες ημέρες. Αυτή η τάξη μοναστικής ζωής τηρούνταν σε πολλές λαύρες, συμπεριλαμβανομένης της προαναφερθείσας Λαύρας Κολομάνοβα. Αυτή η Λαύρα βρισκόταν στην έρημο του Ιορδάνη, κοντά στον ποταμό Ιορδάνη και τη Νεκρά Θάλασσα.
Η μνήμη του Αγίου Ησύχιου, ιερέα Ιεροσολύμων , εορτάζεται το Σάββατο της Τυρινής Νάουσας.
Μια αναφορά σε ένα γνωστό απόσπασμα από το Ευαγγέλιο του Ιωάννη του Θεολόγου: ( Ιωάννης 1:16 ), δηλαδή από την πληρότητα των χαρισμάτων της χάρης εν Ιησού Χριστώ, όλοι εμείς λάβαμε σε αφθονία την ενέργεια της χάρης του Θεού.
Τα δίπτυχα ήταν μικρές ξύλινες, οστέινες ή μεταλλικές πλάκες δεμένες μεταξύ τους με κορδόνια που χρησίμευαν ως αναμνηστικά βιβλία στους αρχαίους Έλληνες και Ρωμαίους. Στη χριστιανική εκκλησία, τα δίπτυχα χρησίμευαν από την αρχαιότητα ως αναμνηστικά βιβλία, καταγράφοντας τα ονόματα επισκόπων, μαρτύρων και αγίων γενικότερα.
Φυσικά, προφανώς, η σύνοδος κοντά στην Ντούμπνα, όχι μακριά από τη Χαλκηδόνα, στην οποία προήδρευσε ο Θεόφιλος και στην οποία ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος καταδικάστηκε και καθαιρέθηκε.
Ο Άγιος Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης , ένας φημισμένος ασκητής, γνωστός για την αυστηρότητα της ζωής του, έζησε κοντά στην αιγυπτιακή πόλη Πηλουσιού. Πέθανε γύρω στο 436. Τα γραπτά του τον καθιστούν έναν από τους μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας. Τα έργα του αποτελούνται από επιστολές, οι περισσότερες από τις οποίες είναι σχόλια στην Αγία Γραφή. Ωστόσο, υπάρχουν πολλές επιστολές που γράφτηκαν για να νουθετήσουν και να διαφωτίσουν διάφορους συγχρόνους, καθώς και για να συμφιλιώσουν εχθρούς. Ο συνολικός αριθμός των επιστολών του Αγίου Ισιδώρου λέγεται ότι έφτασε τις 10.000, αλλά μόνο περίπου 2.090 έχουν διασωθεί.
Φυσικά, ο αρχιερέας Ηλί, ο οποίος έζησε την εποχή του προφήτη Σαμουήλ. Διακρινόταν για καλοσύνη, αλλά η καλοσύνη του έφτανε στα όρια της αδυναμίας. Αυτό ήταν ιδιαίτερα εμφανές στη συμπεριφορά του προς τα παιδιά, τους ιερείς Οφνεί και Φινεές, οι οποίοι επιδίδονταν σε διάφορες αισχρότητες στη σκηνή του μαρτυρίου. Ο αδύναμος Ηλί δεν έδωσε την πρέπουσα προσοχή σε αυτό, παρά τις επανειλημμένες νουθεσίες του Θεού. Τότε η κρίση του Θεού αποκαλύφθηκε γρήγορα στον οίκο του Ηλί. Ξέσπασε πόλεμος με τους Φιλισταίους, και όταν οι γιοι του Ηλί έφεραν την Κιβωτό της Διαθήκης στον εβραϊκό στρατό κατά τη διάρκεια της μάχης, χτύπησε η καταστροφή: Οι γιοι του Ηλί σκοτώθηκαν, η Κιβωτός αιχμαλωτίστηκε, και ο Ηλί, ακούγοντας γι' αυτό, έπεσε από τη θέση του και πέθανε ( Α' Σαμουήλ 4:1-22 ).
Ο Ιωνάθαν ήταν γιος του Σαούλ, βασιλιά των Ιουδαίων. Όταν ο Θεός εγκατέλειψε τον Σαούλ και, κατά τη διάρκεια ενός πολέμου με τους Φιλισταίους, δεν αποκάλυψε την έκβαση του πολέμου, στράφηκε στη δεισιδαιμονία και πήγε σε μια μάγισσα που ζούσε στην Ενδώρ, μια μικρή πόλη στη φυλή Ισσάχαρ. Εκεί, κάλεσε τη σκιά του Σαμουήλ και προσπάθησε να μάθει τη μοίρα του. Στη μάχη που ακολούθησε, οι δυνάμεις του Σαούλ ηττήθηκαν και οι τρεις μεγαλύτεροι γιοι του σκοτώθηκαν μπροστά στα μάτια του. Ο ίδιος ο Σαούλ έπεσε πάνω στο σπαθί του και αυτοτραυματίστηκε.
Μετά τον θάνατό του, ο Ιωάννης Χρυσόστομος αποτέλεσε αντικείμενο σημαντικής διαμάχης. Ενώ οι επίσημοι εκπρόσωποι της Εκκλησίας της Κωνσταντινούπολης και της Αλεξάνδρειας δεν τον αναγνώρισαν ως άγιο, άλλες εκκλησίες, όπως η Ρώμη και η Αντιόχεια, τον συμπεριέλαβαν σε δίπτυχα και τον αγιοποίησαν. Ωστόσο, ακόμη και στις δύο πρώτες εκκλησίες, υπήρχαν πολλοί υποστηρικτές του Χρυσοστόμου που δεν συμμερίζονταν τις απόψεις των επίσημων εκπροσώπων τους και τον θεωρούσαν άγιο. Αυτό οδήγησε σε διαμάχες και διαφωνίες. Στην Κωνσταντινούπολη, υποστηρικτές του Ιωάννη Χρυσοστόμου ήταν οι Ιωαννίτες. Αυτό το σχίσμα επιλύθηκε μόλις το 438.
Η Αλεξάνδρεια, που βρίσκεται στις ακτές της Μεσογείου Θάλασσας και ως πόλη ελληνικής καταγωγής, θεωρείται εδώ ότι βρίσκεται εκτός της πραγματικής αρχαίας Αιγύπτου.
Αυτό παραπέμπει στη μεγάλη καταπίεση που ασκούνταν κατά την εποχή των Αιγυπτίων Φαραώ στους σκλάβους που έχτιζαν τις πυραμίδες και άλλα αιγυπτιακά κτίσματα, και, παρεμπιπτόντως, στους Εβραίους. Εξαντλημένοι από την εξαντλητική δουλειά, τρέφονταν άσχημα και δεν αμείβονταν καθόλου για την εργασία τους.
Ο προκάτοχος του Κυρίλλου στην Αλεξανδρινή Έδρα, ο θείος του Θεόφιλος, διακρινόταν για την αγάπη του για το κέρδος, όπως φαίνεται από τον βίο του Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου (14 Νοεμβρίου).
Η έκφραση είναι μεταφορική, υποδηλώνοντας τον θρίαμβο του δίκαιου Χρυσοστόμου μετά τον θάνατό του, ο οποίος αναγνωρίστηκε ως άγιος σε πολλές εκκλησίες και είχε μεγάλο αριθμό οπαδών και θαυμαστών.
Ο Μελχισεδέκ, βασιλιάς της Σαλήμ, ιερέας του Υψίστου Θεού, αναφέρεται στο βιβλίο της Γένεσης 14:18 (βλ. Ψαλμός 110:3 , Εβρ. 5:6, 10, 6:20, 7:1, 10, 11, 15 ). Όταν ο Αβραάμ επέστρεφε από τη νίκη του επί του βασιλιά της Ελάμ και των συμμάχων του, οι οποίοι είχαν λεηλατήσει τον Λωτ, ο Μελχισεδέκ τον συνάντησε με ψωμί και κρασί και τον ευλόγησε στο όνομα του Υψίστου Θεού. Ο Αβραάμ δέχτηκε αυτή την ευλογία τόσο θερμά και με ευλάβεια που έδωσε στον Μελχισεδέκ το ένα δέκατο όλων των λαφύρων του. Ποιος ήταν ο Μελχισεδέκ παραμένει μυστήριο. Πιθανότατα, ανήκε στη φυλή των Αμορραίων, που τότε ζούσε στην Παλαιστίνη, γιατί ήταν ο βασιλιάς και ο αρχιερέας τους. Η Σαλήμ, νομίζουν, είναι η ίδια με την μεταγενέστερη Ιεβούς και στη συνέχεια την Ιερουσαλήμ ( Ψαλμός 75:3 ). Μπορεί κανείς να υποθέσει ότι ο Μελχισεδέκ ήταν ένας μοναδικός, φημισμένος υπηρέτης του αληθινού Θεού σε όλη την Παλαιστίνη. Η Αγία Γραφή αποκρύπτει λεπτομέρειες γι' αυτόν, επιτρέποντάς μας να δούμε σε αυτόν ένα πρωτότυπο του Χριστού. Ο προφήτης και βασιλιάς Δαβίδ ήδη επεσήμανε τη συμβολική σημασία της ιεροσύνης του Μελχισεδέκ όταν μίλησε για τον Υιό του Θεού: «Συ είσαι ιερέας για πάντα κατά την τάξη του Μελχισεδέκ» ( Ψαλμός 110:4 ). Αλλά η συμβολική σημασία του Μελχισεδέκ αποκαλύπτεται ιδιαίτερα καθαρά και λεπτομερώς από τον Απόστολο Παύλο στην Επιστολή του προς Εβραίους ( Εβραίους 7:1-28 ).
Τα έργα του Αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας χωρίζονται ως προς το περιεχόμενο σε επεξηγηματικά, απολογητικά (υπέρ του Χριστιανισμού), δογματικά και ηθικολογικά. Από τα επεξηγηματικά έργα του Κυρίλλου, το καλύτερο είναι το σχόλιό του στο Ευαγγέλιο του Λουκά, που διακρίνεται για τη συντομία και την ακρίβειά του στην ερμηνεία των λόγων της Αγίας Γραφής. Επίσης αξιοσημείωτα είναι τα σχόλιά του στις Επιστολές προς Εβραίους και Κορινθίους. Από τα σχόλιά του στην Παλαιά Διαθήκη, αξιοσημείωτα είναι τα σχόλιά του στο Άσμα Ασμάτων, έπειτα στον Προφήτη Ησαΐα και στους Μικρούς Προφήτες. Το έργο του Αγίου Κυρίλλου κατά του Ιουλιανού είναι εξαιρετικό, γραμμένο σε αντίκρουση του έργου που έγραψε ο Ιουλιανός, με τη βοήθεια ειδωλολατρών φιλοσόφων, για την υπεράσπιση του παγανισμού και κατά του Χριστιανισμού. Η πλειονότητα των δογματικών έργων του Κυρίλλου γράφτηκε για την υπόθεση του Νεστορίου. Αυτά περιλαμβάνουν τα πέντε βιβλία κατά του Νεστορίου. Εδώ, ο Αλεξανδρινός άγιος, χωρίς να κατονομάζει τον Νεστόριο, εξετάζει τις διδασκαλίες του. Σχετικά με το εκτενές έργο για την Αγία Τριάδα, γνωστό ως Θησαυρός, ο Όσιος Φώτιος (Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως) αναφέρει ότι διακρίθηκε για την πληρότητά του και στόχευε στην αντίκρουση των αιρετικών διδασκαλιών του Άρειου και του Ευνομίου. Ξεπερνά όλα τα άλλα σε σαφήνεια. Δύο, όχι πολύ εκτενή, δογματικά έργα για την Αγία Τριάδα και ένα έργο για την Ενσάρκωση αποτελούν ένα είδος κατηχητικής διδασκαλίας: αυτά τα έργα είναι σημαντικά για την ακρίβεια της έκθεσης του Ορθόδοξου δόγματος. Η διδασκαλία για την παρουσία του Αγίου Πνεύματος αξίζει ιδιαίτερης προσοχής εδώ. Ένα έργο κατά του ανθρωπομορφισμού γράφτηκε από τον Άγιο Κύριλλο για ορισμένους Αιγύπτιους μοναχούς που, από άγνοια, φαντάζονταν τον Θεό σε ανθρώπινη μορφή. Ο Άγιος Κύριλλος συνέθεσε πολλές ομιλίες. Ο λόγος του για την έξοδο της ψυχής είναι αξιοσημείωτος, τόσο για το βάθος των συναισθημάτων μιας μετανοημένης καρδιάς όσο και για τις σκέψεις του για την κατάσταση των ψυχών που χωρίζονται από το σώμα. Περιλαμβάνεται στο Σλαβικό Ψαλτήριο και στο Ελληνικό Βιβλίο των Ωρών, ως πολύ εποικοδομητικό για τους Χριστιανούς.
Ο θάνατος του Αγίου Κυρίλλου συνέβη στις 27 Ιουνίου 448.





































































