(σελίδες 177 - 184 )
Περί τοῦ Ἁγίου Μακαρίου τοῦ Ἀλεξανδρινοῦ
(σελίδες 183 - 200 )
Θανοῦσα θείων ἡ δυὰς Μακαρίων, Ζωῆς μετέσχε τῆς μακαριωτάτης. Γῆν μακάρων λάχον ἐννεακαιδεκάτῃ Μακάριοι. |
Βιογραφία Ο Όσιος Μακάριος ο Αιγύπτιος γεννήθηκε το 301 μ.Χ. σε κάποιο χωριό της Άνω Αιγύπτου και έζησε στα χρόνια του Θεοδοσίου του Μεγάλου (379 - 395 μ.Χ.). Σε ηλικία 30 χρόνων αποσύρθηκε στην έρημο της Νιτρίας και στη Συρία, όπου παρέμεινε για εξήντα ολόκληρα χρόνια και απέκτησε μεγάλη φήμη για τον ασκητικό του βίο και τις άλλες θαυμαστές αρετές του. Επειδή, παρά το νεαρό της ηλικίας του, προέκοπτε στις αρετές ονομάσθηκε «παιδαριογέρων». Прп. Макарий. Фреска 1547 г. Афон (Дионисиат). Тзортзи (Зорзис) Фука. Άγιος Μακάριος. Τοιχογραφία (Fresco) τού έτους 1547 μ.Χ. στην Ιερά Μονή Διονυσίου Αγίου Όρους έργο τού αγιογράφου Τζώρτζη (Ζώρζη) Φουκά Прп. Макарий (фрагмент). Фреска 1183 год Скита монастыря прп. Неофита Кипрского. Кипр. Όσιος Μακάριος. Τοιχογραφία (Fresco) τού ἐτους 1183 μ.Χ. στην Ιερά Μονή του Αγίου Νεοφύτου τού Εγκλείστου. Πάφος. Κύπρος. Святой Преподобный Макарий Великий, Египетский Болгарская фреска. Ο Άγιος Μακάριος ο Μέγας, Αιγύπτιος, Τοιχογρααφία (Fresco) στην Ελλάδα Святой Преподобный Макарий Великий, Египетский. Фреска XIV век монастыря Зрзе Zrze (Зрзе) Monastery is located about 36 kilometers northwest from the center of Prilep and 34 kilometers east of Brod near the village Zrze off of route R1303 taking a side road near the village of Ropotovo. The monastery is wonderfully positioned on a plateau in the foothills of Mount Dautica overlooking the Pelagonija valley. The peace and tranquility that emanates from this holy place is embracing, calming and restorative. features two churches: the Church of the Holy Transfiguration built in the 9th Century) and another church dedicated to Saints Peter & Paul (built in the 14th Century). Ο Άγιος Μακάριος ο Μέγας, Αιγύπτιος, Τοιχογρααφία (Fresco) τού 14ου αιώνα μ.Χ. στην Ιερά Μονή Zρζε . Σκόπια ευρίσκεται περίπου 36 χιλιόμετρα βορειοδυτικά από το κέντρο του Prilep και 34 χιλιόμετρα ανατολικά του Brod κοντά στο χωριό Zrze off της διαδρομής R1303 που παίρνει έναν πλαϊνό δρόμο κοντά στο χωριό Ropotovo. Το μοναστήρι βρίσκεται υπέροχα σε ένα οροπέδιο στους πρόποδες του βουνού Dautica με θέα στην κοιλάδα Pelagonija. Η ειρήνη και η ηρεμία που προέρχεται από αυτό το ιερό μέρος είναι αγκαλιαστική, ηρεμώντας και αποκαθιστώντας. διαθέτει δύο εκκλησίες: την εκκλησία της Μεταμόρφωσης που χτίστηκε τον 9ο αιώνα) και μια άλλη εκκλησία αφιερωμένη στους Αγίους Πέτρο και Παύλο (χτισμένος τον 14ο αιώνα). Святой Преподобный Макарий Великий, Египетский. Фреска XIII век. монастыря Милешева (Милешево), Сербия. Монастырь Милешева — сербский православный монастырь на реке Милешевце, близ Приеполья, основанный князем Стефаном Владиславом в 1218—1219 годах. Ансамбль фресок церкви Вознесения в Милешевой — один из шедевров сербского искусства Средних веков. Ο Άγιος Μακάριος ο Μέγας, Αιγύπτιος, Τοιχογραφία (Fresco) τού 13ου αιώνα μ.Χ. στην Ιερά Μονή Μιλέσεβα Ορθόδοξο μοναστήρι της Σερβίας στον ποταμό Mileshevtse, κοντά στην Priepola, που ιδρύθηκε από τον πρίγκιπα Στέφαν Βλάνισλαβ το 1218-1219 μ.Χ. Το σύνολο των τοιχογραφιών της Εκκλησίας της Αναλήψεως στην Milesheva είναι ένα από τα αριστουργήματα της Σερβικής τέχνης του Μεσαίωνα. Прпп. Онуфрий и Макарий. Фреска 1263 - 1268 годы. церкви Пресвятой Троицы. Сопочаны. Сербия. Όσιοι Ονούφριος και Μακάριος. Τοιχογραφία (Fresco) μεταξύ τών ετών 1263 - 1268 μ.Χ. στον Ιερό Ναό τής Αγίας Τριάδας τής Ιεράς Μονή Σοποτσάνι που ευρίσκεται κοντά στην πόλη τού Νόβι Παζάρ (Νότια Σερβία). Прпп. Макарий и Онуфрий. Фреска. Сербия. Όσιοι Ονούφριος και Μακάριος. Τοιχογραφία (Fresco) στην Σερβία Άγιοι Ζωσιμάς, Μαρία η Αιγυπτία, Μάξιμος ο Ομολογητής, Μακάριος ο Αιγύπτιος, Μακάριος ο Ρωμαίος. Αμφιγραπτη Εικόνα τού τρίτου τετάρτου τού 17ου αιώνα μ.Χ. Преподобные Макарий Великий, Онуфрий, Петр Афонский. Икона, конец XV века, Новгород Άγιοι Μακάριος ο Μέγας, Ονούφριος, Πέτρος ο Αθωνίτης . Εικόνα τού τέλους τού 15ου αιώνα μ.Χ. στο Μουσείο Νόβγκοροντ. Ρωσία Στην έρημο γνώρισε τον Μέγα Αντώνιο του οποίου έγινε μαθητής. Σε ηλικία 40 ετών χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και λόγω της ενάρετης ζωής του αξιώθηκε από τον Θεό να λάβει το χάρισμα της θεραπείας των ασθενών και της προφητείας. Λέγεται ότι συνεχώς επικοινωνούσε με τον Θεό «και μάλλον τω πλείονι χρόνω προσδιατριβείν Θεώ ή τοις υπ’ ουρανόν πράγμασιν». Ο Όσιος Μακάριος ο Αιγύπτιος υπήρξε γέννημα θρέμμα της ερήμου. Για να είναι, λοιπόν, απερίσπαστος και να βρίσκεται σε συνεχή επικοινωνία με τον Θεό, έσκαψε ο ίδιος και άνοιξε μια υπόγεια στοά, που άρχιζε από το κελί του και είχε μήκος εκατό περίπου μέτρα. Στην άκρη της στοάς διεύρυνε τον χώρο και διαμόρφωσε ένα σπήλαιο. Έτσι είχε την δυνατότητα όταν προσέρχονταν σε αυτόν πολλοί άνθρωποι και τον ενοχλούσαν, να κατεβαίνει στη στοά, χωρίς να τον παίρνουν είδηση και μέσω αυτής να πηγαίνει στο σπήλαιο και να κρύβεται, ώστε να μην μπορεί να τον βρει κανένας. Св. Макарий. Прп. Фреска 1408 год.Успенского собора Владимира. Андрей Рублёв. Άγιος Μακάριος. Τοιχογραφία (Fresco) τού έτους 1408 μ.Χ. στον Καθεδρικού Ναό Κοιμήσεως τής Θεοτόκου στην πόλη Βλαδίμηρος. Ρωσία έργο τού Ρώσου αγιογράφου Αντρέι Ρουμπλιώφ. Κάποτε πήγε και συνάντησε τον Άγιο Μακάριο ένας αιρετικός, που είχε μέσα του δαιμόνιο και ισχυριζόταν ότι δεν είναι δυνατό να γίνει ανάσταση νεκρών. Ο Άγιος τότε, προκειμένου να τον πείσει, ανέστησε ένα νεκρό. Έλεγε δε ότι υπάρχουν δύο τάγματα δαιμόνων. Από αυτά, το ένα πολεμά τους ανθρώπους, παρασύροντάς τους σε πάθη τερατώδη και ακατονόμαστα, ενώ το άλλο, το οποίο ονομάζεται και «αρχικό», δημιουργεί στις ψυχές των ανθρώπων διάφορες κακοδοξίες και πλάνες. Αυτούς, μάλιστα, τους δαίμονες του δεύτερου τάγματος, τους ξεχωρίζει ο Σατανάς και τους αποστέλλει στους μάγους και στους αιρεσιάρχες. Святой Преподобный Макарий Великий, Египетский. Греческая фреска. Ο Άγιος Μακάριος ο Μέγας, Αιγύπτιος, Τοιχογραφία (Fresco) στην Ελλάδα Επίσης, κάποτε ένας μαθητής του Οσίου έκλεβε τα πράγματα φτωχών ανθρώπων και, παρά τις συμβουλές του, δεν διόρθωνε το πάθος του αυτό. Με το προορατικό του λοιπόν χάρισμα ο Όσιος, προείπε ότι θα ξεσπούσε η οργή του Κυρίου εναντίων του. Και πραγματικά, ο μαθητής του προσβλήθηκε από μια φοβερή αρρώστια, την ελεφαντίαση. Το δέρμα του σώματός του δηλαδή, ξεράθηκε και ζάρωσε. Είναι προς πνευματική μας ωφέλεια να αναφέρουμε και ένα άλλο θαυμαστό γεγονός που συνέβη με τον Όσιο Μακάριο: κάποτε εκεί που περπατούσε στην έρημο βρήκε ένα κρανίο. Ήταν κάποιου που είχε διατελέσει ιερέας των ειδώλων. Μόλις ο Μακάριος πλησίασε και τον ρώτησε, άκουσε να του λέει ότι με τις προσευχές του ένιωθαν κάποια μικρή ανακούφιση στον πόνο τους, οι βρισκόμενοι στην κόλαση, όταν τύχαινε ο Όσιος και προσευχόταν υπέρ αυτών. Ο Όσιος Μακάριος σε προχωρημένη ηλικία εξορίσθηκε σε νησίδα του Νείλου από τον Αρειανό Επίσκοπο Αλεξανδρείας Λούκιο και κοιμήθηκε με ειρήνη σε ηλικία 90 ετών το έτος 391 μ.Χ. Ο Όσιος Μακάριος, ο Αλεξανδρεύς, χρημάτισε ιερέας των λεγόμενων κελιών. Υπήρξε υπόδειγμα εγκράτειας και υπομονής και έτσι προικίσθηκε από τον Θεό και με το χάρισμα της θαυματουργίας. Τις αρετές του τις θαύμασε και αυτός ο Μέγας Αντώνιος και είπε: «Ιδού, επαναπαύθηκε επί σέ το Πνεύμα το Άγιο και στο εξής θα είσαι κληρονόμος των αγώνων μου». Κάθε φορά που ο Όσιος αντιλαμβανόταν ότι κάποιος επιτελούσε ένα σπουδαίο ασκητικό αγώνισμα, υποκινούμενος από έναν Άγιο ζήλο, τον μιμείτο και έκανε και αυτός το ίδιο αγώνισμα. Έτσι, όταν άκουσε ότι οι Ταβεννησιώτες μοναχοί, καθ’ όλη την διάρκεια της Τεσσαρακοστής, έτρωγαν άβραστο φαγητό, πήρε την απόφαση και επί επτά χρόνια δεν έφαγε κανένα μαγειρευμένο φαγητό. Τρεφόταν μόνο με λάχανα ωμά και όσπρια. Επίσης και τον ύπνο του αγωνίσθηκε να περιορίσει στο ελάχιστο. Και, για να το κατορθώσει αυτό, δεν μπήκε κάτω από στέγη επί είκοσι ολόκληρα ημερόνυχτα, φλεγόμενος από τον καύσωνα της ημέρας και ξεπαγιάζοντας από το ψύχος της νύχτας. Μια φορά ο Όσιος ενοχλήθηκε από το δαίμονα της πορνείας και, προκειμένου να εξουδετερώσει τον δαίμονα αυτό, κατέφυγε σε ένα εντελώς έρημο και ελώδη τόπο, όπου παρέμεινε επί έξι μήνες. Εκεί υπήρχαν κουνούπια πολύ μεγάλα, σαν σφήκες, τα οποία με τα τσιμπήματά τους τον καταπλήγωναν σε όλο του το σώμα. Όταν, λοιπόν, ύστερα από τους έξι μήνες γύρισε στο κελί του, αναγνωριζόταν μόνο από την φωνή του, αφού το σώμα του εξωτερικά είχε παραμορφωθεί και έμοιαζαν με το σώμα ανθρώπων που πάσχουν από την ασθένεια της ελεφαντίασης. Κάποια φορά ο Όσιος καθόταν στην αυλή και έλεγε λόγους ωφέλιμους σε παρευρισκόμενους εκεί Χριστιανούς. Τότε μία ύαινα, αφού πήρε μαζί της το νεογνό της, το οποίο ήταν τυφλό, πλησίασε τον Άγιο και το έριξε στα πόδια του. Εκείνος, αφού έπτυσε στα μάτια του μικρού ζώου, του χάρισε το φως. Έτσι, θεραπευμένο πλέον, το πήρε η ύαινα και έφυγε. Την άλλη μέρα πρωί-πρωί όμως, αυτή γύρισε πάλι στον Άγιο, φέρνοντάς του από ευγνωμοσύνη μια μεγάλη προβιά για στρώμα. Εκείνος όμως είπε στην ύαινα: «πράγματα προερχόμενα από αδικία εγώ δεν τα δέχομαι». Εκείνη τότε, έσκυψε το κεφάλι και έφυγε από την αυλή. Έτσι, λοιπόν, αφού ασκήθηκε ο Όσιος Μακάριος και έφθασε σε βαθύ γήρας, κοιμήθηκε με ειρήνη το 395 μ.Χ. Миниатюра Минология Василия II. Константинополь. 985 г. Ватиканская библиотека. Рим. Οι Άγιοι Μακάριος ο Αιγύπτιος και Μακάριος ο Αλεξανδρεύς . Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο τοῦ Βασίλειος Β '. 985 μ.Χ. Κωνσταντινούπολη. Τώρα εὑρίσκεται στήν Βιβλιοθήκη τοῦ Βατικανοῦ. Ρώμη Макарий Великий, Египетский, прп. (19 января) Менологий 18-21 января; Византия. Греция; XIV в.; памятник: Византийский менологий (Byzantine illumination Menologion); 10 x 13 см.; местонахождение: Англия. Оксфорд. Бодлеанская Библиотека (Bodleian Library) Ο Άγιος Μακάριος ο Μέγας, Αιγύπτιος, Βυζαντινό Μηνολογία (18-21 Ιανουαρίου) τού 14ου αιώνα μ.Χ. Τώρα ευρίσκεται στην Βιβλιοθήκη Bodleian. Οξφόρδη. Αγγλία Ιερά Λείψανα Монастырь св.Макария Великого Μονή του Μεγάλου Αγίου Μακαρίου ( Αραβικά. دير الأنبا مقار) - Κοπτικό μοναστήρι, που βρίσκεται 92 χιλιόμετρα βορειοδυτικά του Καΐρου στην Nitrian έρημο , Κυβερνείο του Beheira. Αίγυπτος. Мощи трех Макариев в египетском монастыре Макария Великого: Макария Великого, Макария Александрийского и Макария епископа Τα λείψανα των τριών Μακαρίων στην αιγυπτιακή Μονή του Μεγάλου Μακαρίου, ο Μέγας Μακάριος, Μακάριος Αλεξανδρείας και Μακάριος Επίσκοπος Moaştele Sfântului Efrem Sirul, Macarie Egipteanul şi Teoctist Mucenicul Αποτμήματα τών Ιερών Λειψάνων τών Αγίων Εφραίμ τού Σύρου, Μακαρίου τού Αιγυπτίου καί Μάρτυρος Θεοκτίστου ευρίσκονται στην Ιερά Μονή Μεγάλου Σπηλαίου Καλαβρύτων Частица мощей святого Макария хранится в Обыденском храме в Απότμημα λειψάνου τού Αγίου Μακαρίου στον Ναό τού Προφήτη Ηλία στην περιοχή Obydenskiy στην Μόσχα. Ρωσία, Η Ιερά Γυνακεία Μονή Αλεξανδρο-Νιέφσκι Νοβο-Τίχβινσκι (Александро-Невский Ново-Тихвинский монастырь) βρίσκεται στην Αικατερινούπολη, γνωστότερη στην Ελλάδα ως Αικατερίνμπουργκ, στα Ουράλια της Ρωσίας. η ΛΕΙΨΑΝΟΘΗΚΗ ΠΕΡΙΕΧΕΙ ΙΕΡΑ ΛΕΙΨΑΝΑ ΤΩΝ: Μεγαλομάρτυρος Παντελεήμονος του Ιαματικού Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου Οσίου Μακαρίου του Αιγυπτίου, του Μεγάλου Μάρτυρος Σεργίου Μάρτυρος Βάκχου Μεγαλομάρτυρος Μαρίνης Μάρτυρος Παρασκευής Αγίου Ιωάννου Δαμασκηνού Οσίου Ευθυμίου του Μεγάλου Οσίου Εφραίμ Νοβοτόρζκι Μεγαλομάρτυρος Νικήτα Εκ των Εννέα Μαρτύρων εν Κυζίκω Αγίου Νικήτα Νόβγκοροντ Αγίου Μερκουρίου Μεγαλομάρτυρος Ιακώβ του Πέρσου Μεγαλομάρτυρος Προκοπίου Ιερομάρτυρος Αντύπα, επισκόπου Περγάμου Αγίου Ιωάννου, Αρχιεπισκόπου Νόβγκοροντ Μάρτυρος και Ομολογητού Μιχαήλ, κνέζη του Τσέρνικοφ Εκ των αναιρεθέντων νηπίων της Βηθλεέμ Μάρτυρος Ιωάννου του πολεμιστού Αγίου Μωυσή, Αρχιεπισκόπου Νόβγκοροντ Οσίου Ιακώβ Μπόροβιτς, του δια Χριστόν σαλού Ιερομάρτυρος Κλήμεντος Μάρτυρος Ιωάννου |
Ἀπολυτίκιον
Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Минея - Январь (фрагмент). Икона. Русь. Начало XVII в. Церковно-Археологический Кабинет Московской Духовной Академии Μηναῖο - Ιανουάριος (τεμάχιο). Εἰκονίδιο στίς ἀρχές τοῦ 17ου αἰώνα μ.Χ. στήνἘκκλησία καί τό Αρχαιολογικό Μουσεῖο τῆς Θεολογικῆς Ἀκαδημίας τῆς Μόσχας . Минея - Январь (фрагмент). Икона. Русский Север. 1-я половина XVI в. 55.9 х 40.2. Из коллекции Н.И.Репникова. В 1964 из собрания Ф.А. Калинина поступила в ГРМ. Санкт-Петербург. Μηναίο - Ιανουάριος (τεμάχιο). Εικονίδιο Ρωσικό τού 1ου εξάμηνου τού 16ου αιώνα μ.Χ. Από τη συλλογή Repnikov, Nikolai Ivanovich. Το 1964 στην συλλογή Fyodor Antonovich Καλίνιν - συλλέκτη. Αγία Πετρούπολη. Κάθισμα
Κοντάκιον
Ὁ Οἶκος Τὸν τοῦ Κυρίου ἐραστήν, τῶν Μοναστῶν τὸ κλέος, θαυμάτων τὸν ταμίαν, Μακάριον τὸν μέγαν, ἀνευφημήσωμεν πιστῶς· οὗτος γὰρ τῶ φέγγει τῶν ἀγώνων αὐτοῦ, ὡς ἥλιος ἐξέλαμψε, φωτίζων τοὺς ἐν σκότει ὑπάρχοντας παθῶν καὶ ἁμαρτίας, καὶ ἐκδιώκων τῶν δαιμόνων τὴν ζοφερὰν πλάνην ἀνενδότως. Διὸ καὶ ποταμοὺς πλουσίων θαυμάτων, ὡς ἐκ κρήνης λογικῆς ἐκβλύζων, πάντων τὰς ψυχὰς ῥωννύει τῶν ἐκβοώντων· Πατέρων Πάτερ, Μακάριε Ὅσιε.
Ἐξαποστειλάριον
ΑΠΟ ΤΟ ΡΩΣΙΚΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ Άγιος Δημήτριος του Ροστόφ |
Ο βίος του Οσίου Πατρός ημών Μακαρίου του Αιγύπτου
Εορτάζεται στις 19 Ιανουαρίου
Ο Άγιος Μακάριος της Αιγύπτου (731) γεννήθηκε στην Αίγυπτο, σε ένα χωριό που ονομαζόταν Πτιναπόρ (732 ). Οι γονείς του είχαν τα ίδια ονόματα με τους αρχαίους αγίους προπάτορες, Αβραάμ και Σάρα, καθώς ο πατέρας του Αγίου Μακαρίου ονομαζόταν Αβραάμ (ήταν ιερέας) και η μητέρα του ονομαζόταν Σάρα. Επειδή ο γάμος των γονιών του Μακαρίου ήταν άγονος, αποφάσισαν να ζήσουν μια αγνή ζωή, όχι όμως χωρισμένοι ο ένας από τον άλλον, αλλά ζώντας μαζί. Έτσι, για πολλά χρόνια, οι γονείς του Μακαρίου έζησαν ενωμένοι με πνευματική και όχι σωματική συμβίωση. Στόλισαν τη ζωή τους με εγκράτεια και νηστεία, συχνή προσευχή, αδιάκοπη αγρυπνία, γενναιόδωρη ελεημοσύνη, φιλοξενία και πολλές άλλες αρετές. Εκείνη την εποχή, με θεία πρόνοια, βάρβαροι επιτέθηκαν στην Αίγυπτο, λεηλατώντας όλη την περιουσία των Αιγυπτίων κατοίκων. Μαζί με άλλους, οι γονείς του Μακαρίου έχασαν και αυτοί όλη τους την περιουσία, σε τέτοιο βαθμό που σκέφτηκαν ακόμη και να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους για μια άλλη χώρα. Αλλά μια νύχτα, ενώ ο πατέρας του Μακαρίου, ο Αβραάμ, κοιμόταν, ο άγιος πατριάρχης Αβραάμ εμφανίστηκε σε όνειρο, εμφανιζόμενος ως ένας σεβάσμιος, γκρίζος γέροντας με λαμπρή ενδυμασία. Ο άγιος πατριάρχης παρηγόρησε τον Αβραάμ στην ατυχία του, προστάζοντάς τον να εμπιστευτεί τον Κύριο και να μην εγκαταλείψει τα σύνορα της Αιγύπτου, αλλά να εγκατασταθεί στο χωριό Πτιναπώρ, που βρίσκεται στην ίδια χώρα. Ταυτόχρονα, ο πατριάρχης Αβραάμ προέβλεψε στον πατέρα του Μακαρίου ότι ο Θεός σύντομα θα τον ευλογούσε με τη γέννηση ενός γιου, όπως είχε ευλογήσει κάποτε τον πατριάρχη Αβραάμ όταν ήταν ξένος στη γη Χαναάν, χαρίζοντάς του έναν γιο στα γεράματά του ( Γέν. 21:2 ). Ξυπνώντας από τον ύπνο, ο ιερέας Αβραάμ διηγήθηκε το όραμα που είχε δει στη σύζυγό του Σάρα, και οι δύο δοξολόγησαν τον Θεό. Αμέσως μετά, ο Αβραάμ και η Σάρα μετακόμισαν στο προαναφερθέν χωριό Πτιναπώρ, το οποίο βρισκόταν κοντά στην έρημο της Νιτρίας. Όλα αυτά συνέβησαν με θεία πρόνοια, ώστε ο γιος τους, ο Όσιος Μακάριος, να αγαπήσει περισσότερο την ερημική ζωή, στην οποία, όπως θα δούμε αργότερα, αφιερώθηκε ολόψυχα. Ενώ οι γονείς του Μακαρίου ζούσαν στο χωριό Πτιναπόρ, συνέβη ο πατέρας του Μακαρίου, Αβραάμ, να αρρωστήσει τόσο σοβαρά που ήταν κοντά στον θάνατο. Μια νύχτα, καθώς ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι της ασθενείας του, είδε σε όνειρο ότι ένας Άγγελος Κυρίου αναδύθηκε από το βωμό του ναού όπου υπηρετούσε ο Αβραάμ και, πλησιάζοντάς τον, του είπε:
- Αβραάμ, Αβραάμ! Σήκω από το κρεβάτι σου.
Ο Αβραάμ απάντησε στον Άγγελο:
«Είμαι άρρωστος, κύριε, και γι' αυτό δεν μπορώ να σηκωθώ.»
Τότε ο Άγγελος, πιάνοντας τον άρρωστο από το χέρι, του είπε με πραότητα:
«Ο Θεός σε ελέησε, Αβραάμ· σε θεραπεύει από την ασθένειά σου και σου χαρίζει την εύνοιά Του· επειδή, η γυναίκα σου η Σάρα θα γεννήσει γιο, που θα έχει το ίδιο όνομα με την μακαριότητα. Αυτός θα είναι η κατοικία του Αγίου Πνεύματος, επειδή θα κατοικήσει στη γη με αγγελική μορφή και θα φέρει πολλούς στον Θεό».
Ξυπνώντας από αυτό το όραμα, ο Αβραάμ ένιωσε απόλυτα υγιής. Γεμάτος φόβο και χαρά, είπε αμέσως στη σύζυγό του Σάρα όλα όσα είχε δει στο όραμα και όσα του είχε πει ο άγγελος. Η αλήθεια αυτού του οράματος επιβεβαιώθηκε από την ξαφνική του θεραπεία από μια σοβαρή ασθένεια. Και τόσο ο Αβραάμ όσο και η Σάρα ευχαρίστησαν τον πανάγαθο Κύριο Θεό. Λίγο αργότερα, η Σάρα συνέλαβε στα γεράματά της και, μετά από κάποιο χρονικό διάστημα, γέννησε έναν γιο, τον οποίο ονόμασαν Μακάριο, που σημαίνει «ευλογημένος», και τον φώτισαν με το άγιο βάπτισμα.
Όταν ο νεαρός Μακάριος ενηλικιώθηκε και έμαθε να κατανοεί την Αγία Γραφή, οι γονείς του, σαν να ξέχασαν την προφητεία του Αγγέλου στον Αβραάμ, επιθύμησαν να παντρευτεί ο Μακάριος, αν και ο ίδιος ο Μακάριος δεν το επιθυμούσε. Αντίθετα, αντιστάθηκε στις επιθυμίες των γονιών του με όλη του τη δύναμη, επιθυμώντας να αρραβωνιαστεί τη μία άφθαρτη νύφη - μια αγνή και άμωμη παρθενική ζωή. Ωστόσο, υποτασσόμενος στις επιθυμίες των γονιών του, ο Μακάριος τις υπάκουσε, αφήνοντας τον εαυτό του ολοκληρωτικά στα χέρια του Κυρίου και ελπίζοντας ότι Εκείνος θα του έδειχνε το μέλλον του στη ζωή. Μετά το γαμήλιο γεύμα, όταν οι νεόνυμφοι οδηγήθηκαν στο νυμφικό θάλαμο, ο Μακάριος προσποιήθηκε ότι ήταν άρρωστος και δεν άγγιξε τη νύφη του, προσευχόμενος από τα βάθη της καρδιάς του στον Ένα Αληθινό Θεό και εναποθέτοντας την ελπίδα του σε Αυτόν ότι ο Κύριος σύντομα θα του έδινε το δώρο να εγκαταλείψει την εγκόσμια ζωή του και να γίνει μοναχός. Λίγες μέρες αργότερα, ένας από τους συγγενείς του Μακαρίου έτυχε να ξεκινήσει για το όρος Νιτρία για να φέρει νιτρικό κάλιο, το οποίο βρισκόταν εκεί σε τεράστιες ποσότητες, εξ ου και το όνομα «Νιτρία». Κατόπιν αιτήματος των γονιών του, ο Μακάριος πήγε μαζί του. Φτάνοντας εκεί, στη λίμνη Νιτρία, ο Μακάριος απομακρύνθηκε από τους συντρόφους του, θέλοντας να ξεκουραστεί λίγο από το ταξίδι, και αποκοιμήθηκε. Και τότε, σε ένα όνειρο, ένας θαυμαστός άνθρωπος, που έλαμπε από φως, εμφανίστηκε μπροστά του και είπε στον Μακάριο:
- Μακάριε! Κοίταξε αυτά τα έρημα μέρη και εξέτασέ τα προσεκτικά, γιατί είσαι προορισμένος να εγκατασταθείς εδώ.
Ξυπνώντας από τον ύπνο, ο Μακάριος άρχισε να συλλογίζεται το όραμα και ήταν προβληματισμένος για το τι θα του συνέβαινε. Εκείνη την εποχή, κανείς δεν είχε εγκατασταθεί ακόμη στην έρημο εκτός από τον Μέγα Αντώνιο και τον άγνωστο ερημίτη Παύλο από τη Θήβα, ο οποίος εργαζόταν κάπου στην εσωτερική έρημο και τον έβλεπε μόνο ο Αντώνιος. Όταν, μετά από ένα τριήμερο ταξίδι στο όρος Νιτρία, ο Μακάριος και οι σύντροφοί του επέστρεψαν σπίτι, βρήκε τη γυναίκα του να υποφέρει από τόσο έντονο πυρετό που ήδη πέθαινε. Σύντομα πέθανε μπροστά στα μάτια του Μακαρίου, αναχωρώντας στην αιώνια ζωή ως αγνή παρθένα. Ο Μακάριος ευχαρίστησε τον Θεό που του επέτρεψε να δει τον θάνατο της γυναίκας του, και για τη δική του οικοδομή, συλλογίστηκε τον δικό του θάνατο:
«Πρόσεχε τον εαυτό σου, Μακάριε», είπε, «και φρόντισε την ψυχή σου, γιατί κι εσύ σύντομα θα πρέπει να φύγεις από αυτή την επίγεια ζωή».
Από εκείνη την εποχή και μετά, ο Μακάριος δεν ενδιαφερόταν πλέον για τίποτα επίγειο, πηγαίνοντας συνεχώς στον ναό του Κυρίου και ασχολούμενος με την ανάγνωση των Αγίων Γραφών. Οι γονείς του Μακαρίου, βλέποντας τον τρόπο ζωής που ζούσε, δεν τολμούσαν πλέον ούτε καν να αναφέρουν το όνομα μιας γυναίκας μπροστά του, αλλά χαιρόντουσαν πολύ για την αγνή του ζωή. Εν τω μεταξύ, ο Αβραάμ, ο πατέρας του Μακαρίου, είχε φτάσει σε βαθιά γεράματα και αρρώστησε βαριά, χάνοντας την όρασή του από τα γηρατειά και την ασθένεια. Ο ευλογημένος Μακάριος φρόντιζε με αγάπη και ζήλο τον ηλικιωμένο και άρρωστο πατέρα του. Σύντομα ο πρεσβύτερος κοιμήθηκε στον Κύριο, και έξι μήνες μετά τον θάνατό του, η Σάρα, η μητέρα του Μακαρίου, επίσης κοιμήθηκε εν Κυρίω. Ο Άγιος Μακάριος έθαψε τους γονείς του με την παραδοσιακή χριστιανική ταφή και απελευθερώθηκε εντελώς από τα δεσμά της σάρκας, μοιράζοντας όλα τα υπάρχοντά του στους φτωχούς μετά την ταφή τους σε ανάμνηση των ψυχών των κεκοιμημένων. Η καρδιά του Μακαρίου ήταν γεμάτη με μεγάλη λύπη που τώρα δεν είχε κανέναν στον οποίο θα μπορούσε να αποκαλύψει το μυστικό του και να λάβει καλές συμβουλές για μια θεάρεστη ζωή. Ως εκ τούτου, άρχισε να προσεύχεται ένθερμα στον Θεό να του στείλει έναν καλό μέντορα που θα τον καθοδηγούσε στο δρόμο προς τη σωτηρία.
Λίγο καιρό αργότερα, έφτασε η εορτή ενός αγίου και ο Μακάριος, ακολουθώντας το έθιμο των γονιών του, ήθελε να τελέσει μια γιορτή προς τιμήν του. Γι' αυτό, ετοίμασε ένα γεύμα, όχι τόσο για τους γείτονές του όσο για τους φτωχούς και τους άπορους. Ενώ παρακολουθούσε τις λειτουργίες εκείνη την ημέρα, ο Μακάριος είδε έναν σεβάσμιο γέροντα - έναν μοναχό - να μπαίνει στην εκκλησία. Αυτός ο μοναχός είχε μακριά γκρίζα μαλλιά και γενειάδα που έφτανε σχεδόν μέχρι τη μέση του. Το πρόσωπό του ήταν χλωμό από την παρατεταμένη νηστεία. Ωστόσο, ολόκληρη η εμφάνισή του ήταν υπέροχη, γιατί η εσωτερική πνευματική του εικόνα ήταν στολισμένη με την ομορφιά της αρετής. Αυτός ο γέροντας ζούσε κοντά στο χωριό Πτιναπόρ σε ένα ερημικό μέρος, όπου είχε ένα κελί ερημίτη. Δεν εμφανιζόταν ποτέ σε κανέναν και μόνο αυτή την ημέρα, με θεϊκή διευθέτηση, ερχόταν στην εκκλησία του χωριού για να λάβει τα Άγια Μυστήρια του Χριστού. Στο τέλος της Θείας Λειτουργίας, ο Μακάριος ζήτησε από τον μοναχό να έρθει στο σπίτι του για ένα κοινό γεύμα. Μετά το γεύμα, όταν όλοι όσοι είχε καλέσει ο Μακάριος πήγαν σπίτι, ο Μακάριος κράτησε τον μοναχό και, οδηγώντας τον σε ένα απομονωμένο μέρος, έπεσε στα πόδια του γέροντα και του είπε:
– Πατέρα! Άφησέ με να έρθω σε σένα αύριο το πρωί, γιατί θέλω να ζητήσω την έμπειρη συμβουλή σου σχετικά με τη μελλοντική μου ζωή!
«Έλα, παιδί μου», απάντησε ο γέροντας, «όποτε θέλεις», και με αυτά τα λόγια έφυγε από τον Μακάριο.
Νωρίς το επόμενο πρωί, ο Μακάριος ήρθε στον γέροντα και αποκάλυψε το μυστικό της καρδιάς του - ότι επιθυμούσε να εργαστεί για τον Κύριο με όλη του τη δύναμη. Ζήτησε θερμά από τον γέροντα να τον διδάξει τι πρέπει να κάνει για τη σωτηρία της ψυχής του. Ο γέροντας κράτησε τον Μακάριο μαζί του όλη την ημέρα με ψυχοσωτήριες συζητήσεις, και όταν έδυσε ο ήλιος, έφαγαν λίγο ψωμί και αλάτι, και ο γέροντας διέταξε τον Μακάριο να πάει για ύπνο. Ο ίδιος ο γέροντας άρχισε να προσεύχεται, κατευθύνοντας το μυαλό του προς τα πάνω. Καθώς έπεφτε η νύχτα, περιήλθε σε κατάσταση έκστασης και είδε μια συγκέντρωση μοναχών, ντυμένων με λευκές στολές και φτερωτών. Γύρισαν γύρω από τον κοιμισμένο Μακάριο και είπαν:
- Σήκω, Μακάριε, και ξεκίνα την υπηρεσία που σου υπέδειξε ο Θεός· μην την αναβάλλεις για άλλη φορά, γιατί ο τεμπέλης ενεργεί άσοφα, αλλά αυτός που δεν είναι τεμπέλης κερδίζει τον μισθό του.
Ο άγιος γέροντας διηγήθηκε στον Μακάριο αυτό το όραμά του το επόμενο πρωί και, καθώς έφευγε από αυτόν, του έδωσε τις ακόλουθες οδηγίες:
«Παιδί μου! Ό,τι κι αν σκοπεύεις να κάνεις, κάνε το γρήγορα, γιατί ο Θεός σε καλεί για τη σωτηρία πολλών. Γι' αυτό, από τώρα και στο εξής, μην είσαι τεμπέλης στο να κάνεις το έργο του Θεού!»
Αφού έδωσε περαιτέρω οδηγίες στον Μακάριο για την προσευχή, την αγρυπνία και τη νηστεία, ο γέροντας τον έστειλε πίσω εν ειρήνη. Επιστρέφοντας σπίτι από τον γέροντα, ο μακάριος μοίρασε όλα τα υπάρχοντά του στους φτωχούς, χωρίς να αφήνει τίποτα για τον εαυτό του ούτε για τις καθημερινές του ανάγκες. Έτσι, απαλλαγμένος από όλες τις κοσμικές μέριμνες και έχοντας γίνει ο ίδιος ζητιάνος, ο Μακάριος ήρθε ξανά στον γέροντα για να αφιερωθεί ολοκληρωτικά στην αγαπημένη του υπηρεσία προς τον Κύριο. Ο γέροντας δέχτηκε με αγάπη τον ταπεινό νέο, του έδειξε τα βασικά της σιωπηλής μοναστικής ζωής και του δίδαξε την κοινή μοναστική τέχνη της καλαθοπλεκτικής. Ο γέροντας επίσης ετοίμασε για τον Μακάριο ένα ξεχωριστό κελί όχι μακριά από το δικό του, γιατί ο ίδιος αγαπούσε να υπηρετεί τον Κύριο σε μοναξιά. Οδήγησε τον νέο του μαθητή στο νεόκτιστο κελί, δίνοντάς του για άλλη μια φορά τις απαραίτητες οδηγίες για την προσευχή, το φαγητό και τις χειροτεχνίες. Έτσι, με τη βοήθεια του Θεού, ο μακάριος ξεκίνησε τη δύσκολη μοναστική ζωή και, μέρα με τη μέρα, προόδευε στις μοναστικές του προσπάθειες. Λίγο καιρό αργότερα, ο επίσκοπος εκείνης της χώρας έτυχε να έρθει στο χωριό Πτιναπόρ. Ακούγοντας από τους χωρικούς για τα κατορθώματα του Οσίου Μακαρίου, τον κάλεσε και, παρά τη θέλησή του, τον χειροτόνησε κληρικό στην τοπική εκκλησία, παρόλο που ο Μακάριος ήταν ακόμα νέος. Αλλά ο Άγιος Μακάριος, κουρασμένος από την ιερατική θέση, η οποία διατάρασσε την γαλήνια ζωή του, έφυγε μετά από λίγες μέρες και εγκαταστάθηκε σε ένα ερημικό μέρος κοντά σε ένα άλλο χωριό. Ένας ευσεβής άνθρωπος ταπεινής καταγωγής ήρθε σε αυτόν και άρχισε να υπηρετεί τον Μακάριο, πουλώντας τα χειροτεχνήματά του και αγοράζοντας του φαγητό με τα έσοδα. Ο διάβολος, ο μισητής κάθε καλοσύνης, βλέποντας τον εαυτό του να νικιέται από τον νεαρό μοναχό, κατέστρωσε ένα σχέδιο εναντίον του και άρχισε να διεξάγει πόλεμο εναντίον του με ζήλο, συνωμοτώντας εναντίον του με κάθε πιθανό τρόπο, άλλοτε ενσταλάζοντας αμαρτωλές σκέψεις μέσα του, άλλοτε επιτιθέμενος με τη μορφή διαφόρων τεράτων. Όταν ο Μακάριος έμενε ξύπνιος τη νύχτα, όρθιος προσευχόμενος, ο διάβολος έτρεμε το κελί του μέχρι τα θεμέλιά του, και άλλοτε, μεταμορφωμένος σε φίδι, σέρνονταν στο έδαφος και όρμησε με μανία στον άγιο. Αλλά ο μακάριος Μακάριος, προστατεύοντας τον εαυτό του με προσευχή και σημείο του σταυρού, απέρριψε τα τεχνάσματα του διαβόλου ως μηδαμινά, αναφωνώντας, όπως κάποτε έκανε και ο Δαβίδ:
– «Δεν θα φοβηθείς τον τρόμο της νύχτας ούτε το βέλος που πετά την ημέρα ούτε τον λοιμό που περιφέρεται στο σκοτάδι» ( Ψαλμός 90:5 ).
Τότε ο διάβολος, ανίκανος να νικήσει τον αήττητο, επινόησε ένα νέο τέχνασμα εναντίον του. Ένας από τους κατοίκους του χωριού κοντά στο οποίο γεννούσε ο Μακάριος είχε μια κόρη - μια νεαρή γυναίκα - την οποία ένας νεαρός άνδρας, που ζούσε επίσης στο χωριό, παρακαλούσε για γάμο. Αλλά επειδή ο νεαρός άνδρας ήταν πολύ φτωχός και ταπεινής καταγωγής, οι γονείς της κοπέλας αρνήθηκαν να του δώσουν την κόρη τους για γάμο, παρόλο που η ίδια η κοπέλα αγαπούσε τον νεαρό άνδρα. Μετά από λίγο καιρό, η κοπέλα αποδείχθηκε ότι δεν έμεινε αδρανής. Όταν ρώτησε τον νεαρό άνδρα τι απάντηση έπρεπε να δώσει στους γονείς της, οι τελευταίοι, καθοδηγημένοι από τον δάσκαλο της κακίας - τον διάβολο - της είπαν:
- Πες του ότι σου το έκανε αυτό ο ερημίτης που ζει κοντά μας.
Το κορίτσι άκουσε την ύπουλη συμβουλή και ακόνισε τη γλώσσα της, σαν φιδιού, ενάντια στον αθώο μοναχό. Έτσι, όταν οι γονείς συνειδητοποίησαν ότι το κορίτσι υποτίθεται ότι έπρεπε να είναι μητέρα, άρχισαν να την χτυπούν και να ρωτούν ποιος ήταν υπεύθυνος για την πτώση της. Το κορίτσι τότε απάντησε:
«Ο ερημίτης σας, τον οποίο θεωρείτε άγιο, φταίει γι' αυτό. Μια μέρα, όταν ήμουν έξω από το χωριό και πλησίαζα το μέρος όπου μένει, ο ερημίτης με συνάντησε στο δρόμο και με βίασε, και από φόβο και ντροπή δεν το είπα σε κανέναν μέχρι τώρα.»
Δαγκωμένοι από αυτά τα λόγια σαν από βέλη, οι γονείς και οι συγγενείς της κοπέλας έσπευσαν στην κατοικία του αγίου με δυνατές κραυγές και κατάρες. Σύροντας τον Μακάριο από το κελί του, τον ξυλοκόπησαν για πολλή ώρα και μετά τον έφεραν πίσω στο χωριό. Εκεί, μαζεύοντας πλήθος σπασμένων σκευών και θραυσμάτων, τα έδεσαν με σχοινί, τα κρέμασαν γύρω από το λαιμό του αγίου και τον περιέφεραν έτσι σε όλο το χωριό, κακοποιώντας τον ανελέητα, χτυπώντας τον, σπρώχνοντας τον, τραβώντας τον από τα μαλλιά και κλωτσώντας τον. Όλο αυτό το διάστημα, φώναζαν:
- Αυτός ο μοναχός βεβήλωσε την κόρη μας, χτύπησε τον όλο!
Εκείνη την ώρα περνούσε από εκεί ένας σοφός. Βλέποντας τι συνέβαινε, είπε σε αυτούς που χτυπούσαν τον άγιο:
«Πόσο καιρό θα συνεχίζεις να δέρνεις έναν αθώο περιπλανώμενο μοναχό χωρίς να ξέρεις με βεβαιότητα αν η κατηγορία εναντίον του είναι αληθινή; Νομίζω ότι ο διάβολος σε βάζει σε πειρασμό.»
Αλλά αυτοί, αγνοώντας τα λόγια αυτού του ανθρώπου, συνέχισαν να βασανίζουν τον άγιο. Εν τω μεταξύ, ο άνθρωπος που, για όνομα του Θεού, υπηρετούσε τον Μακάριο πουλώντας τα χειροτεχνήματά του, περπατούσε σε απόσταση από τον άγιο και έκλαιγε πικρά, ανίκανος να αποτρέψει τον άγιο από το να ξυλοκοπηθεί ή να ελευθερώσει τον Μακάριο από τα νύχια εκείνων που «τον περικύκλωσαν σαν σκύλους» ( Ψαλμός 22:17 ). Αυτοί που χτυπούσαν τον άγιο γύρισαν και όρμησαν εναντίον του με κατάρες και απειλές.
«Αυτό έκανε ο ερημίτης που υπηρετείς», φώναξαν, «και συνέχισαν να χτυπούν τον Μακάριο με ξύλα μέχρι που η οργή και ο θυμός τους καταλάγιασαν. Και ο Μακάριος έμεινε μισοπεθαμένος στο δρόμο. Οι γονείς του κοριτσιού, ωστόσο, εξακολουθούσαν να μην θέλουν να τον εγκαταλείψουν, αλλά είπαν:
«Δεν θα τον αφήσουμε να μπει μέχρι να μας εγγυηθεί ότι θα ταΐσει την κόρη μας, την οποία ατίμασε».
Μόλις που έπαιρνε ανάσα, ο Μακάριος ρώτησε τον άντρα που τον υπηρέτησε.
- Φίλε! Γίνε εγγυητής μου.
Ο τελευταίος, έτοιμος ακόμη και να πεθάνει για τον άγιο, τον εγγυήθηκε και, παίρνοντας τον Μακάριο, εντελώς εξασθενημένο από τα τραύματά του, τον οδήγησε με μεγάλη προσπάθεια στο κελί του. Έχοντας κάπως αναρρώσει από τα τραύματά του, ο Μακάριος άρχισε να εργάζεται πιο εντατικά στις χειροτεχνίες του, λέγοντας στον εαυτό του:
«Εσύ τώρα, Μακάριε, έχεις γυναίκα και παιδιά, και γι' αυτό πρέπει να εργάζεσαι μέρα νύχτα για να τους παρέχεις την απαραίτητη τροφή.»
Έφτιαξε καλάθια, τα πούλησε μέσω ενός ορισμένου προσώπου και έστειλε τα έσοδα για να στηρίξει το κορίτσι. Όταν ήρθε η ώρα να γεννήσει, η δίκαιη κρίση του Θεού την βρήκε επειδή συκοφάντησε έναν αθώο άγιο. Δεν μπόρεσε να γεννήσει το παιδί της για πολύ καιρό και υπέφερε για πολλές μέρες και νύχτες, κλαίγοντας πικρά από τον ακραίο πόνο. Βλέποντάς την σε τέτοιο μαρτύριο, οι γονείς της υπέφεραν μαζί της και, απορώντας, την ρώτησαν:
- Τι σου συνέβη;
Τότε το κορίτσι, αν και ήταν πολύ διστακτικό, αναγκάστηκε να αποκαλύψει την αλήθεια. Με δυνατές κραυγές είπε:
«Ω, αλίμονό μου, άθλια! Μου αξίζει μια τρομερή τιμωρία επειδή συκοφάντησα έναν δίκαιο άνθρωπο, λέγοντας ότι ήταν η αιτία της πτώσης μου. Δεν έφταιγε αυτός, αλλά ο νεαρός που ήθελε να με παντρευτεί.»
Ακούγοντας τις κραυγές του κοριτσιού, οι γονείς της και οι συγγενείς που στέκονταν κοντά της έμειναν έκπληκτοι από τα λόγια της. Μεγάλος φόβος τους έπεσε και ντράπηκαν βαθιά που τόλμησαν να προσβάλουν έναν αθώο μοναχό, έναν δούλο του Κυρίου. Φοβισμένοι, φώναξαν: «Αλίμονό μας!» Εν τω μεταξύ, τα νέα για το τι είχε συμβεί διαδόθηκαν σε όλο το χωριό και όλοι οι κάτοικοί του, μεγάλοι και μικροί, συνέρρευσαν στο σπίτι όπου ζούσε το κορίτσι. Ακούγοντας τις κραυγές του κοριτσιού ότι ο ερημίτης ήταν αθώος για την ντροπή της, οι κάτοικοι μέμφθηκαν πικρά τους εαυτούς τους και θρηνούσαν πολύ που είχαν ξυλοκοπήσει τόσο ανελέητα την αγία. Αφού συμβουλεύτηκαν τους γονείς της κοπέλας, αποφάσισαν όλοι να πάνε στον Άγιο Μακάριο και να πέσουν κλαίγοντας στα πόδια του, ζητώντας συγχώρεση, για να μην τους βρει η οργή του Θεού επειδή προσέβαλαν έναν αθώο άνθρωπο. Αφού έμαθαν για την απόφασή τους, ο άνθρωπος που υπηρετούσε τον Μακάριο, ο οποίος τον είχε εγγυηθεί, έτρεξε γρήγορα κοντά του και του είπε με χαρά:
«Χαίρε, πάτερ Μακάριο!» «Η σημερινή ημέρα είναι ευλογημένη και χαρούμενη για εμάς, γιατί ο Θεός μετέτρεψε την προηγούμενη ντροπή και ατιμία σου σε δόξα. Και δεν χρειάζεται πλέον να είμαι εγγυητής σου, γιατί απέδειξες ότι είσαι ένας αμερόληπτος, δίκαιος και ένδοξος αθώος παθών. Σήμερα, η κρίση του Θεού έχει πέσει σε αυτόν που σε κατηγόρησε άδικα και σε συκοφάντησε, τον αθώο. Δεν μπορεί να ελευθερωθεί και ομολόγησε ότι δεν είσαι εσύ η αιτία της πτώσης της, αλλά ένα μόνο παιδί. Τώρα όλοι οι χωρικοί, μεγάλοι και μικροί, επιθυμούν να έρθουν σε εσένα με μετάνοια, να δοξάσουν τον Θεό για την αγνότητα και την υπομονή σου και να ζητήσουν τη συγχώρεσή σου, για να μην υποστούν καμία τιμωρία από τον Κύριο επειδή σε προσέβαλαν άδικα.»
Ο ταπεινός Μακάριος άκουσε τα λόγια αυτού του ανθρώπου με λύπη. Δεν επιθυμούσε τιμή ή δόξα από τους ανθρώπους, γιατί προτιμούσε πολύ να δέχεται την ατιμία από τους ανθρώπους παρά την τιμή. Γι' αυτό, με την έναρξη της νύχτας, σηκώθηκε και αναχώρησε από εκείνα τα μέρη, πηγαίνοντας πρώτα στο όρος Νιτρία, όπου είχε κάποτε δει ένα όραμα σε όνειρο. Αφού έζησε εκεί για τρία χρόνια σε μια σπηλιά, πήγε στον Μέγα Αντώνιο , ο οποίος ζούσε μια ζωή ασκητισμού στην έρημο Φαράν . Ο Μακάριος είχε ακούσει για αυτόν από καιρό, ακόμα και όταν ζούσε στον κόσμο, και επιθυμούσε πολύ να τον δει. Έχοντας δεχτεί με αγάπη από τον Όσιο Αντώνιο, ο Μακάριος έγινε ο πιο ειλικρινής μαθητής του και έζησε μαζί του για πολύ καιρό, λαμβάνοντας διδασκαλία σε μια τέλεια, ενάρετη ζωή και προσπαθώντας να μιμηθεί τον πατέρα του σε όλα. Στη συνέχεια, με τη συμβουλή του Αγίου Αντωνίου, ο Μακάριος αποσύρθηκε σε μια μοναχική ζωή σε μια έρημο σκήτης. 735 Εκεί, έλαμψε τόσο πολύ με τους ασκητικούς αγώνες και διέπρεψε στη μοναστική ζωή που ξεπέρασε πολλούς αδελφούς και αποκαλούνταν από αυτούς «ο νεαρός πρεσβύτερος», γιατί, παρά τη νεότητά του, ζούσε μια ζωή που έμοιαζε με αυτή ενός ηλικιωμένου άνδρα. Εδώ, ο Μακάριος αναγκάστηκε να παλεύει με δαίμονες μέρα και νύχτα. Μερικές φορές οι δαίμονες, ορατά μεταμορφωμένοι σε διάφορα τέρατα, όρμησαν μανιωδώς στον άγιο. Άλλοτε, με τη μορφή ένοπλων πολεμιστών που έφιπποι καλπάζουν στη μάχη, όρμησαν στον άγιο με δυνατές κραυγές, τρομακτικές κραυγές και θυελλώδεις θορύβους, σαν να ετοιμάζονταν να τον σκοτώσουν. Μερικές φορές, ωστόσο, οι δαίμονες διεξήγαγαν αόρατο πόλεμο εναντίον του αγίου, ενσταλάζοντάς του διάφορες εμπαθείς και ακάθαρτες σκέψεις, προσπαθώντας με διάφορους πονηρούς τρόπους να υπονομεύσουν και να καταστρέψουν αυτό το σταθερό τείχος που έστησε ο Χριστός. Ωστόσο, δεν μπόρεσαν να νικήσουν αυτόν τον θαρραλέο μαχητή της αλήθειας, που είχε τον Θεό ως βοηθό του και, όπως ο Δαβίδ, αναφώνησε:
– «Άλλοι με άρματα (με όπλα), και άλλοι με άλογα, αλλά εγώ θα καυχηθώ στο όνομα του Κυρίου του Θεού μας· αυτοί κλονίστηκαν και έπεσαν· με τον Θεό θα δείξω δύναμη» ( Ψαλμ. 19:8–9, 59:14 ) και Αυτός θα καταστρέψει όλους τους εχθρούς μου – τους δαίμονες που με επιτίθενται τόσο άγρια.
Μια νύχτα, ενώ ο Μακάριος κοιμόταν, τον περικύκλωσαν πλήθος δαιμόνων που τον ξύπνησαν και του είπαν:
- Σήκω, Μακάριε, και τραγούδα μαζί μας, και μην κοιμάσαι.
Ο μοναχός, συνειδητοποιώντας ότι επρόκειτο για δαιμονικό πειρασμό, δεν σηκώθηκε, αλλά ξαπλώνοντας είπε στους δαίμονες:
- «Φύγετε απ’ εμού, οι καταραμένοι, στο αιώνιο πυρ, το ητοιμασμένο για τον πατέρα σας, τον διάβολο» ( Ματθαίος 25:41 ) και για εσάς.
Αλλά είπαν:
- Γιατί μας προσβάλλεις, Μακάριε, συκοφαντώντας μας με τέτοια λόγια;
«Είναι πράγματι δυνατόν», διαμαρτυρήθηκε ο μοναχός, «ότι κάποιος από τους δαίμονες θα μπορούσε να αφυπνίσει οποιονδήποτε σε προσευχή και δοξολογία του Θεού ή να τον διδάξει σε μια ενάρετη ζωή;»
Αλλά οι δαίμονες συνέχισαν να τον παροτρύνουν να προσευχηθεί, και για πολύ καιρό δεν μπόρεσαν να το κάνουν. Τότε, γεμάτοι οργή και ανίκανοι να αντέξουν την περιφρόνηση του Μακαρίου, όρμησαν εναντίον του κατά ομάδες και άρχισαν να τον χτυπούν. Ο άγιος φώναξε στον Κύριο:
– Βοήθησέ με, Χριστέ Θεέ μου, και «περικύκλισέ με με χαρά λύτρωσης, γιατί οι σκύλοι με περικύκλωσαν και άνοιξαν το στόμα τους εναντίον μου» ( Ψαλμ. 31:7, 21:14, 17-18 ).
Και ξαφνικά όλο το πλήθος των δαιμόνων εξαφανίστηκε με έναν μεγάλο θόρυβο.
Μια άλλη φορά, ο Μακάριος μάζεψε πολλά κλαδιά φοίνικα στην έρημο για να πλέκει καλάθια και τα μετέφερε στο κελί του. Στο δρόμο, τον συνάντησε ένας διάβολος με δρεπάνι που ήθελε να χτυπήσει τον άγιο, αλλά δεν τα κατάφερε. Τότε είπε στον Μακάριο:
«Μακάριε! Εξαιτίας σου, λυπάμαι πολύ, επειδή δεν μπορώ να σε νικήσω. Να 'μαι εδώ, όλα όσα κάνεις εσύ, τα κάνω κι εγώ. Νηστεύεις, εγώ δεν τρώω τίποτα απολύτως, όπως κι εγώ. Ξυπνάς, και εγώ δεν κοιμάμαι ποτέ. Υπάρχει, ωστόσο, ένα πράγμα στο οποίο με ξεπερνάς.»
«Τι είναι αυτό;» τον ρώτησε ο αιδεσιμότατος.
«Η ταπεινότητά σου», απάντησε ο διάβολος, «είναι ο λόγος που δεν μπορώ να πολεμήσω μαζί σου».
Όταν ο Άγιος Μακάριος έφτασε τα σαράντα χρόνια, έλαβε από τον Θεό τα χαρίσματα της θαυματουργίας, της προφητείας και της εξουσίας επί των ακάθαρτων πνευμάτων. Ταυτόχρονα, χειροτονήθηκε ιερέας και διορίστηκε ηγούμενος των μοναχών που ζούσαν στη σκήτη. Για το φαγητό και το ποτό του, δηλαδή για τη νηστεία του, δεν χρειάζεται να πούμε πολλά, γιατί ακόμη και οι πιο αδύναμοι αδελφοί της σκήτης του δεν μπορούσαν να κατηγορηθούν για λαιμαργία ή κατανάλωση οποιουδήποτε εκλεκτού φαγητού. Αν και αυτό οφειλόταν εν μέρει στην έλλειψη εκλεκτού φαγητού σε εκείνα τα μέρη, οφειλόταν κυρίως στον ανταγωνισμό μεταξύ των μοναχών που ζούσαν εκεί, οι οποίοι προσπαθούσαν όχι μόνο να μιμούνται ο ένας τον άλλον στη νηστεία αλλά και να ξεπερνούν ο ένας τον άλλον. Διάφορες ιστορίες κυκλοφορούν μεταξύ των Πατέρων σχετικά με τα άλλα κατορθώματα του Μακαρίου, αυτού του ουράνιου ανθρώπου. Λένε ότι ο άγιος ανέβηκε συνεχώς στο μυαλό του στα ύψη και πέρασε τον περισσότερο χρόνο του κατευθύνοντας το μυαλό του στον Θεό παρά στα πράγματα αυτού του κόσμου. Ο Μακάριος επισκεπτόταν συχνά τον δάσκαλό του Αντώνιο τον Μέγα και λάμβανε πολλές οδηγίες από αυτόν, συμμετέχοντας σε πνευματικές συζητήσεις μαζί του. Μαζί με δύο άλλους μαθητές του Αντωνίου, ο Μακάριος τιμήθηκε να παραστεί στον μακάριο θάνατό του και, ως πλούσια κληρονομιά, έλαβε τη ράβδο του Αντωνίου, με την οποία ο Αντώνιος είχε στηρίξει το εύθραυστο σώμα του, βεβαρημένο από τα γηρατειά και τους ασκητικούς αγώνες, στο δρόμο. Μαζί με τη ράβδο του Αντωνίου, ο Μακάριος έλαβε επίσης το πνεύμα του Μεγάλου Αντωνίου, όπως ακριβώς ο προφήτης Ελισσαιέ έλαβε κάποτε ένα τέτοιο πνεύμα μετά τον προφήτη Ηλία ( Β' Βασιλέων 2:9 ). Με τη δύναμη αυτού του πνεύματος , ο Μακάριος πραγματοποίησε πολλά θαυμαστά θαύματα, την αφήγηση των οποίων θα εξετάσουμε τώρα.
Ένας άνομος Αιγύπτιος ήταν εξοργισμένος από ακάθαρτο έρωτα για μια όμορφη παντρεμένη γυναίκα, αλλά δεν μπόρεσε να την πείσει να διαπράξει μοιχεία, γιατί ήταν αγνή, ενάρετη και αγαπούσε τον άντρα της. Απεγνωσμένος να την αποκτήσει, ο Αιγύπτιος πήγε σε έναν μάγο με το αίτημα να χρησιμοποιήσει τη μαγεία του είτε για να κάνει τη γυναίκα να τον ερωτευτεί είτε για να κάνει τον άντρα της να τη μισήσει και να την διώξει. Ο μάγος, έχοντας λάβει πλούσια δώρα από τον Αιγύπτιο, εφάρμοσε τη συνηθισμένη του μαγεία, προσπαθώντας να παρασύρει την αγνή γυναίκα στο κακό μέσω της δύναμης της μαγείας του. Ανίκανος να πείσει την ακλόνητη ψυχή της γυναίκας να αμαρτήσει, ο μάγος μάγεψε τα μάτια όλων όσων κοίταζαν τη γυναίκα, κάνοντάς την να φαίνεται σε όλους όχι ως γυναίκα με ανθρώπινη μορφή, αλλά ως ζώο που έμοιαζε με άλογο. Ο σύζυγος της γυναίκας, φτάνοντας σπίτι, τρομοκρατήθηκε βλέποντας ένα άλογο αντί για τη γυναίκα του και εξεπλάγη πολύ βλέποντας ένα ζώο να κείτεται στο κρεβάτι του. Της μίλησε, αλλά δεν έλαβε καμία απάντηση, απλώς παρατηρώντας την να εξοργίζεται. Γνωρίζοντας ότι αυτή πρέπει να ήταν η γυναίκα του, συνειδητοποίησε ότι αυτό το έκανε από κακία. Έτσι, στενοχωρήθηκε πολύ και έχυσε δάκρυα. Τότε κάλεσε τους ιερείς στο σπίτι του και τους έδειξε τη γυναίκα του. Αλλά δεν μπορούσαν να διακρίνουν ότι μπροστά τους ήταν ένας άνθρωπος και όχι ένα ζώο, γιατί τα μάτια τους ήταν μαγεμένα και είδαν ένα ζώο. Είχαν ήδη περάσει τρεις μέρες από τότε που η γυναίκα άρχισε να εμφανίζεται σε όλους ως άλογο. Κατά τη διάρκεια αυτού του χρόνου, δεν είχε φάει, γιατί δεν μπορούσε να φάει ούτε σανό, όπως ένα ζώο, ούτε ψωμί, όπως ένας άνθρωπος. Τότε ο σύζυγός της θυμήθηκε τον Άγιο Μακάριο και αποφάσισε να την πάει στην έρημο στον άγιο. Αφού την χαλινάρισε, σαν να ήταν ζώο, περπάτησε προς το σπίτι του Μακαρίου, οδηγώντας τη γυναίκα του, που έμοιαζε με άλογο, πίσω του. Καθώς πλησίαζε το κελί του αγίου, οι μοναχοί που στέκονταν κοντά του αγανάκτησαν μαζί του που ήθελε να μπει στο μοναστήρι με ένα άλογο. Αλλά τους είπε:
«Ήρθα εδώ για να ελεηθεί αυτό το ζώο, μέσω των προσευχών του Αγίου Μακαρίου, από τον Κύριο».
«Τι κακό της συνέβη;» ρώτησαν οι μοναχοί.
«Αυτό το ζώο που βλέπεις», απάντησε ο άντρας, «είναι η γυναίκα μου. Πώς μεταμορφώθηκε σε άλογο, δεν ξέρω. Αλλά έχουν περάσει τρεις μέρες από τότε που συνέβη, και δεν έχει φάει καθόλου φαγητό όλο αυτό το διάστημα».
Αφού άκουσαν την ιστορία του, οι αδελφοί έσπευσαν αμέσως στον Άγιο Μακάριο για να του την πουν, αλλά εκείνος είχε ήδη λάβει αποκάλυψη από τον Θεό και προσευχόταν για τη γυναίκα. Όταν οι μοναχοί είπαν στον άγιο τι είχε συμβεί και του υπέδειξαν το ζώο, ο άγιος τους είπε:
«Εσείς οι ίδιοι είστε σαν ζώα, γιατί τα μάτια σας βλέπουν μια κτηνώδη εικόνα. Αυτή, ωστόσο, δημιουργήθηκε ως γυναίκα και παραμένει γυναίκα, και δεν έχει αλλάξει την ανθρώπινη φύση της, αλλά μόνο φαίνεται ζώο στα μάτια σας, παρασυρμένη από μαγικά ξόρκια.»
Τότε ο άγιος ευλόγησε το νερό και, με μια προσευχή, το έχυσε πάνω στη γυναίκα. Εκείνη αμέσως πήρε την κανονική της ανθρώπινη μορφή, έτσι ώστε όλοι όσοι την κοίταζαν να βλέπουν μια γυναίκα με ανθρώπινο πρόσωπο. Αφού της διέταξε να της δώσουν τροφή, ο άγιος την αποκατέστησε σε τέλεια υγεία. Τότε τόσο ο σύζυγος όσο και η σύζυγος, και όλοι όσοι είδαν αυτό το θαυμαστό θαύμα, ευχαρίστησαν τον Θεό. Ο Μακάριος έδωσε εντολή στην θεραπευμένη γυναίκα να πηγαίνει στην εκκλησία όσο το δυνατόν συχνότερα και να συμμετέχει στα Άγια Μυστήρια του Χριστού.
«Αυτό σου συνέβη», είπε ο μοναχός, «επειδή έχουν ήδη περάσει πέντε εβδομάδες από τότε που έλαβες τα Θεία Μυστήρια».
Αφού έδωσε οδηγίες στον σύζυγο και τη σύζυγο, ο άγιος τους έστειλε πίσω εν ειρήνη.
Με παρόμοιο τρόπο, ο Μακάριος θεράπευσε ένα κορίτσι που είχε μεταμορφωθεί σε γαϊδούρι από έναν μάγο και το οποίο οι γονείς του έφεραν στον άγιο με αυτή τη μορφή. Επίσης, αποκατέστησε ένα άλλο κορίτσι, που σαπίζει εντελώς από πληγές και κρούστες και είναι γεμάτο σκουλήκια, σε τέλεια υγεία, αλείφοντάς το με ιερό λάδι.
Πολλοί διαφορετικοί άνθρωποι έρχονταν στον Άγιο Μακάριο — κάποιοι ζητούσαν τις προσευχές, τις ευλογίες και την πατρική του καθοδήγηση, άλλοι ζητώντας θεραπεία από τις ασθένειές τους. Λόγω του πλήθους των ανθρώπων που έρχονταν σε αυτόν, ο Μακάριος είχε λίγο χρόνο να αφιερώσει στην απομόνωση και τον στοχασμό. Ως εκ τούτου, ο άγιος έσκαψε μια βαθιά σπηλιά κάτω από το κελί του, μήκους περίπου μισού σταδίου , όπου κρυβόταν από εκείνους που έρχονταν συνεχώς σε αυτόν και διαταράσσουν τον στοχασμό και την προσευχή του.
Ο Άγιος Μακάριος έλαβε από τον Θεό μια τόσο ευλογημένη δύναμη που μπορούσε ακόμη και να ανασταίνει νεκρούς. Τότε ένας αιρετικός ονόματι Ιερακίθ, που δίδασκε ότι δεν θα υπήρχε ανάσταση νεκρών, ήρθε από την Αίγυπτο στην έρημο και ταράχτηκε τα πνεύματα των αδελφών που ζούσαν εκεί. Στη συνέχεια, ήρθε στον Άγιο Μακάριο και, παρουσία πολυάριθμων αδελφών, συζήτησε μαζί του για την πίστη. Αν και ο ίδιος ήταν επιδέξιος ομιλητής, χλεύασε την απλότητα του αγίου. Ο Άγιος Μακάριος, παρατηρώντας ότι οι αδελφοί άρχιζαν να κλονίζονται στην πίστη τους στα λόγια αυτού του αιρετικού, του είπε:
«Τι μας ωφελεί να μαλώνουμε για λόγια, τα οποία είναι πιο πιθανό να κλονίσουν όσους ακούν τη διαμάχη μας παρά να μας ενισχύσουν στην πίστη μας; Ας πάμε στους τάφους των αδελφών μας που πέθαναν εν Κυρίω, και σε όποιον από εμάς ο Κύριος δώσει να αναστήσει νεκρούς, τότε όλοι θα πειστούν ότι η πίστη τους είναι αληθινή και έχει βεβαιωθεί από τον ίδιο τον Θεό».
Οι αδελφοί ενέκριναν αυτά τα λόγια του αγίου και όλοι πήγαν στο νεκροταφείο. Εκεί, ο Άγιος Μακάριος είπε στον Ιερακίτιο να καλέσει έναν από τους νεκρούς αδελφούς από τον τάφο. Αλλά ο Ιερακίτιος είπε στον Μακάριο:
- Εσύ το κάνεις αυτό πρώτα, επειδή εσύ ο ίδιος όρισες αυτή τη δοκιμασία.
Τότε ο μοναχός Μακάριος προσκύνησε προσευχόμενος στον Κύριο και μετά από μια μακρά προσευχή, σήκωσε τα μάτια του ψηλά και φώναξε στον Κύριο:
- Κύριε! Εσύ ο ίδιος τώρα αποκάλυψε ποιος από εμάς τους δύο πιστεύει πιο σωστά (σε Εσένα), και αποκάλυψε το αυτό κανονίζοντας να αναστηθεί από τον τάφο ένας από τους νεκρούς που βρίσκονται εδώ.
Αφού προσευχήθηκε έτσι, ο άγιος φώναξε το όνομα ενός πρόσφατα θαμμένου μοναχού, και ο νεκρός ανταποκρίθηκε αμέσως στη φωνή του από το φέρετρο. Οι μοναχοί έσκαψαν βιαστικά τον τάφο και βρήκαν τον αδελφό τους αναστημένο. Λύνοντας τους επιδέσμους του, τον έβγαλαν ζωντανό. Βλέποντας ένα τόσο θαυμαστό θαύμα, ο Ιερακίθ τρομοκρατήθηκε τόσο πολύ που τράπηκε σε φυγή. Όλοι οι μοναχοί τον καταδίωξαν, όπως θα καταδίωκε κανείς έναν εχθρό, και τον έδιωξαν πολύ πέρα από τα όρια εκείνης της γης.
Μια άλλη φορά, ο μοναχός Μακάριος ανέστησε και έναν άλλο νεκρό, όπως μας λέει ο αββάς Σισώης .
«Ήμουν με τον Άγιο Μακάριο στη σκήτη», αφηγείται, «και ήταν η εποχή του θερισμού. Επτά από τους αδελφούς είχαν προσληφθεί για να κάνουν τον θερισμό. Κατά τη διάρκεια του θερισμού, μια χήρα μάζευε πίσω μας, κλαίγοντας συνέχεια. Ο Άγιος Μακάριος κάλεσε τον ιδιοκτήτη του χωραφιού και τον ρώτησε:
- Τι συνέβη σε αυτή τη γυναίκα, και γιατί κλαίει ασταμάτητα;
Ο ιδιοκτήτης του χωραφιού είπε στον άγιο ότι ο σύζυγος της γυναίκας, έχοντας δανειστεί χρήματα από κάποιον για φύλαξη, πέθανε ξαφνικά χωρίς να αποκαλύψει στη γυναίκα του πού τα είχε καταθέσει. Γι' αυτό, ο δανειστής ήθελε να πάρει τη γυναίκα και τα παιδιά της ως σκλάβους. Τότε ο Μακάριος του είπε:
– Πες στη γυναίκα να έρθει σε εμάς στο μέρος όπου θα ξεκουραστούμε το μεσημέρι.
Όταν εκπλήρωσε τα λόγια του αγίου και ήρθε σε αυτόν, ο άγιος Μακάριος τη ρώτησε:
- Γιατί κλαις συνέχεια, γυναίκα;
«Επειδή», απάντησε η χήρα, «ο σύζυγός μου πέθανε ξαφνικά και λίγο πριν από τον θάνατό του πήρε χρυσό από κάποιον για να τον φυλάξει και δεν μου είπε πού το έβαλε.»
«Δείξε μας πού είναι θαμμένος ο σύζυγός σου», είπε ο Μακάριος.
Παίρνοντας μαζί του τους αδελφούς, ο άγιος πήγε στον καθορισμένο τόπο. Πλησιάζοντας τον τάφο του συζύγου της χήρας, ο άγιος της είπε:
- Πήγαινε σπίτι σου, γυναίκα!
Τότε, αφού προσευχήθηκε, ο Μακάριος φώναξε τον νεκρό, ρωτώντας τον πού είχε βάλει το χρυσάφι που είχε πάρει. Τότε ο νεκρός απάντησε από τον τάφο:
- Το έκρυψα στο σπίτι μου, στους πρόποδες του κρεβατιού μου.
«Αναπάσου ξανά», του είπε ο αββάς Μακάριος, «μέχρι την ημέρα της γενικής ανάστασης!»
Οι αδελφοί, βλέποντας ένα τέτοιο θαύμα, έπεσαν στα πόδια του αγίου με μεγάλο φόβο. Ο γέροντας, ως προειδοποίηση προς τους αδελφούς, είπε:
«Όλα αυτά δεν έγιναν για χάρη μου, γιατί δεν είμαι τίποτα, αλλά για χάρη αυτής της χήρας και των παιδιών της ο Θεός έκανε αυτό το θαύμα. Να ξέρετε λοιπόν ότι ο Θεός ευαρεστείται με την αναμάρτητη ψυχή, και ό,τι κι αν Του ζητήσει, το λαμβάνει».
Ο μοναχός πήγε στη χήρα και της έδειξε πού ήταν κρυμμένο το χρυσάφι που είχε κλέψει ο σύζυγός της. Εκείνη πήρε τον κρυμμένο θησαυρό και τον επέστρεψε στον κάτοχό του, απελευθερώνοντας έτσι τόσο την ίδια όσο και τα παιδιά της από τη δουλεία. Ακούγοντας για ένα τέτοιο θαυμαστό θαύμα, όλοι δόξασαν τον Θεό.
Ο Ρουφίνος ο Ιερέας (738) αναφέρει επίσης την ανάσταση ενός τρίτου νεκρού από τον Άγιο Μακάριο. Κάποτε, όπως αφηγείται, ένας αθώος κατηγορήθηκε για φόνο, που διαπράχθηκε κοντά στο κελί του αγίου. Ο κατηγορούμενος έτρεξε στην κατοικία του Μακαρίου, όπου τον ακολούθησαν εκείνοι που ήθελαν να τον συλλάβουν ως δολοφόνο και να τον οδηγήσουν σε δίκη. Ορκίστηκε και ορκίστηκε ότι ήταν αθώος για το αίμα του δολοφονημένου, αλλά οι κατήγοροι προσπάθησαν να τον κάνουν να φανεί ένοχος. Αφού τόσο οι κατήγοροι όσο και οι κατηγορούμενοι διαφωνούσαν για αρκετή ώρα, ο Άγιος Μακάριος ρώτησε:
– Πού είναι θαμμένος ο δολοφονημένος;
Αφού έμαθε τον τόπο ταφής, ο άγιος σηκώθηκε και πήγε εκεί μαζί με όσους είχαν έρθει σε αυτόν. Αφού γονάτισε και προσευχήθηκε για πολλή ώρα πάνω από τον τάφο, ο άγιος είπε στους κατηγόρους που στέκονταν μπροστά του:
– Ο ίδιος ο Κύριος θα αποκαλύψει τώρα αν αυτός ο άνθρωπος, τον οποίο κατηγορείτε για φόνο, είναι πράγματι ένοχος γι’ αυτόν.
Τότε, φωνάζοντας δυνατά, ο Μακάριος κάλεσε τον δολοφονημένο με το όνομά του. Απαντώντας από τον τάφο, ο άγιος τον ρώτησε:
«Με την πίστη του Ιησού Χριστού, του Υιού του Θεού, σε διατάζω να μας απαντήσεις αν σε σκότωσε ο άνθρωπος που έφερε εδώ.»
Ο νεκρός απάντησε αμέσως με καθαρή φωνή από τον τάφο ότι δεν τον είχε σκοτώσει αυτός ο άνθρωπος και ότι η κατηγορία για φόνο ήταν αβάσιμη. Όλοι όσοι είχαν έρθει στον τάφο, έκπληκτοι από αυτό το θαυμαστό θαύμα, έπεσαν στο έδαφος. Πέφτοντας στα πόδια του αγίου, άρχισαν να τον παρακαλούν θερμά να ρωτήσει ξανά τον νεκρό ποιος τον είχε σκοτώσει. Αλλά ο Άγιος Μακάριος απάντησε:
«Δεν θα ρωτήσω γι' αυτό, γιατί μου αρκεί που έσωσα έναν αθώο από τον θάνατο, αλλά δεν θα φέρω τον ένοχο στη δικαιοσύνη».
Ο Παλλάδιος στο «Λάβσαϊκ» 739 αναφέρει επίσης τα εξής για τον Μοναχό Μακάριο.
Κάποτε, ένας δαιμονισμένος νέος φέρθηκε στον άγιο από τη μητέρα του. Ήταν δεμένος και κρατούνταν από δύο δυνατούς άντρες. Ένα δαιμόνιο λαιμαργίας τον κατείχε: έτρωγε τρία τεράστια καρβέλια ψωμί και έπινε ένα μεγάλο δοχείο νερό, και μετά τα έκανε όλα να ξερνούν, μετατρέποντας ό,τι έτρωγε και έπινε σε ατμό ή καπνό. Το φαγητό και το ποτό καταναλώνονταν μέσα του, σαν από φωτιά. Αν η μητέρα του νέου δεν του επέτρεπε να τρώει και να πίνει τόσο πολύ, κατανάλωνε ακόμη και τα δικά του περιττώματα. Έκλαιγε και παρακαλούσε τον άγιο να ελεήσει τον γιο της και να τον θεραπεύσει από μια τέτοια τρομερή κατοχή. Ο άγιος άρχισε να προσεύχεται θερμά στον Κύριο για τον νέο, και μετά από δύο ημέρες, ο νέος άρχισε να αισθάνεται καλύτερα, και άρχισε να λαχταρά λιγότερο φαγητό και ποτό. Τότε ο άγιος ρώτησε τη μητέρα του νέου:
- Πόσο θέλετε να φάει ο γιος σας;
«Δέκα λίτρα ψωμί των 740 », απάντησε η γυναίκα.
Αλλά ο μοναχός της είπε επικριτικά:
- Γιατί επιθυμείς τόσο πολύ, γυναίκα;
Μετά από επτά ημέρες νηστείας και θερμής προσευχής προς τον Θεό, ο άγιος έδιωξε ένα δαιμόνιο από τον νεαρό — και, μέσω των προσευχών του αγίου, ο νέος άρχισε να συντηρείται με τρία λίτρα ψωμί την ημέρα. Αφού έδωσε εντολή στον νέο να μην περνάει τη ζωή του στην αδράνεια, αλλά να ζει με τον κόπο των χεριών του, ο άγιος, με τη χάρη του Θεού, τον θεράπευσε πλήρως, τον παρέδωσε στη μητέρα του και τους έστειλε και τους δύο ειρηνικούς.
Ο πρόλογος αναφέρει επίσης την ακόλουθη ιστορία για τον Άγιο Μακάριο. Μια μέρα, ο άγιος βρισκόταν σε ένα ταξίδι και όταν έπεσε η νύχτα, μπήκε σε ένα ειδωλολατρικό νεκροταφείο για να περάσει τη νύχτα. Βρήκε ένα παλιό οστό ενός νεκρού ειδωλολάτρη και το τοποθέτησε στο κεφάλι του. Οι δαίμονες, βλέποντας την τόλμη του Μακαρίου, στράφηκαν εναντίον του και, θέλοντας να τον τρομάξουν, άρχισαν να του φωνάζουν, αποκαλώντας το οστό με ένα γυναικείο όνομα:
- Πήγαινε να πλυθείς στο μπάνιο.
Σε αυτή την κλήση απάντησε ένας δαίμονας που βρισκόταν στο νεκρό οστό που ο μοναχός Μακάριος είχε τοποθετήσει κάτω από το κεφάλι του.
«Έχω έναν περιπλανώμενο από πάνω μου», είπε, «και γι' αυτό δεν μπορώ να έρθω».
Ο μοναχός δεν φοβήθηκε αυτά τα δαιμονικά τεχνάσματα, αλλά με τόλμη άρχισε να χτυπάει το κόκκαλο που είχε πάρει, λέγοντας:
– Σήκω και περπάτα αν μπορείς.
Μόλις είπε αυτά τα λόγια, οι δαίμονες φώναξαν δυνατά και του φώναξαν:
«Μας νικάς σε όλα, Μακάριε», και υποχώρησαν από τον άγιο, ντροπιασμένοι.
Μια άλλη φορά, ο Άγιος Μακάριος περπατούσε στην έρημο και βρήκε ένα ξερό ανθρώπινο κρανίο πεσμένο στο έδαφος. Γυρίζοντάς το με το ραβδί του, ο άγιος άκουσε κάτι που φάνηκε να είναι ένας ήχος. Τότε ο Μακάριος ρώτησε το κρανίο:
- Ποιος είσαι;
«Εγώ», απάντησε, «ήμουν ο αρχηγός των ειδωλολατρών ιερέων που κατοικούσαν σε αυτό το μέρος. Όταν εσύ, αββά Μακάριε, γεμάτος με το Πνεύμα του Θεού, έχοντας συμπόνια για όσους υποφέρουν στην κόλαση, προσευχηθείς για εμάς, θα λάβουμε κάποια ανακούφιση».
«Ποια ανακούφιση λαμβάνεις;» ρώτησε ο Μακάριος, «και ποια είναι τα βασανιστήρια σου, πες μου;»
«Όσο μακριά είναι ο ουρανός από τη γη», απάντησε το κρανίο με ένα στεναγμό, «τόσο μεγάλη είναι η φωτιά στην οποία βρισκόμαστε, καμένοι από την κορυφή ως τα νύχια. Κι όμως δεν μπορούμε να δούμε ο ένας το πρόσωπο του άλλου. Όταν προσεύχεστε για εμάς, βλέπουμε λίγο ο ένας τον άλλον, και αυτό μας φέρνει κάποια παρηγοριά».
Ακούγοντας μια τέτοια απάντηση, ο μοναχός ξέσπασε σε κλάματα και είπε:
– Καταραμένη η ημέρα που ο άνθρωπος παρέβη τις Θείες εντολές.
Και ρώτησε ξανά το κρανίο:
– Υπάρχουν άλλα βασανιστήρια πιο σκληρά από τα δικά σου;
«Κάτω, πολύ πιο βαθιά από εμάς, υπάρχουν πολλοί άλλοι», απάντησε.
«Ποιοι είναι αυτοί που υποφέρουν τα πιο φρικτά βάσανα;» ρώτησε ο Μακάριος.
«Εμείς, που δεν γνωρίσαμε τον Θεό», απάντησε το κρανίο, «αν και εξακολουθούμε να νιώθουμε λίγο από το έλεος του Θεού. Όσοι γνώριζαν το όνομα του Θεού αλλά Τον απέρριψαν και δεν τήρησαν τις εντολές Του βασανίζονται από κάτω μας με πολύ πιο σκληρά και σκληρά βασανιστήρια».
Μετά από αυτό, ο μοναχός Μακάριος πήρε το κρανίο, το έθαψε στο έδαφος και έφυγε από εκεί.
Ο Άγιος Μακάριος, όπως μας λέει και ο Ρουφίνος, ζούσε σε μια μεγάλη έρημο, έχοντας εκεί ένα κελί, και το μοναστήρι του βρισκόταν από κάτω σε μια άλλη έρημο. Είχε πολλούς αδελφούς. Μια μέρα, ο Μακάριος καθόταν στο δρόμο που οδηγούσε στο μοναστήρι. Ξαφνικά, είδε τον διάβολο να περπατάει με ανθρώπινη μορφή, ντυμένο με ατημέλητα ρούχα και κρεμασμένο με κολοκύθες. Ο Μακάριος τον ρώτησε:
- Πού πας, αναπνέοντας κακία;
«Θα βάλω σε πειρασμό τους αδελφούς», απάντησε.
«Γιατί φοράς αυτές τις κολοκύθες;» ρώτησε ο Μακάριος.
«Φέρνω», απάντησε ο διάβολος, «φαγητό για τους αδελφούς».
«Περιέχουν όλες οι κολοκύθες τροφή;» ρώτησε ο μοναχός.
«Σε όλα αυτά», απάντησε ο διάβολος, «αν σε κάποιον δεν αρέσει ένα, θα προσφέρω ένα άλλο, ένα τρίτο, και ούτω καθεξής, ώστε όλοι να μπορούν να δοκιμάσουν τουλάχιστον ένα».
Αφού είπε αυτά, ο διάβολος έφυγε.
Ο μοναχός παρέμεινε στο δρόμο, θέλοντας να δει τον διάβολο να επιστρέφει. Βλέποντάς τον να επιστρέφει, ο Μακάριος ρώτησε:
– Είχατε μια καλή επίσκεψη στο μοναστήρι;
«Κακό», απάντησε ο διάβολος, «και πώς θα μπορούσα να πετύχω;»
«Γιατί;» ρώτησε ο αιδεσιμότατος.
«Επειδή όλοι οι μοναχοί στράφηκαν εναντίον μου», απάντησε ο διάβολος, «και κανείς δεν με δέχτηκε».
«Δεν έχετε ούτε έναν μοναχό που να σας υπακούει;» ρώτησε ξανά ο Μακάριος.
«Έχω μόνο έναν», απάντησε ο διάβολος, «που με υπακούει. Όταν έρχομαι σε αυτόν, στριφογυρίζει γύρω μου σαν μπλουζάκι».
«Πώς τον λένε;» ρώτησε ο αιδεσιμότατος.
«Θεοπέμπτη!» απάντησε ο διάβολος· και αφού είπε αυτά, αναχώρησε.
Τότε ο αββάς Μακάριος σηκώθηκε και πήγε στην μακρινή έρημο, στο μοναστήρι που είχε ονομάσει. Οι αδελφοί, ακούγοντας ότι ο μοναχός πλησίαζε, βγήκαν να τον προϋπαντήσουν με κλαδιά φοίνικα, ετοιμάζοντας ο καθένας το δικό του κελλί, νομίζοντας ότι ο μοναχός θα ήθελε να μείνει μαζί του. Αλλά ο Μακάριος ρώτησε τους μοναχούς:
-Ποιος από εσάς ονομάζεται Θεόπεμπτος;
Όταν του υπέδειξαν τον Θεόπεμπτο, μπήκε στο κελί του. Ο τελευταίος δέχτηκε τον μοναχό με μεγάλη χαρά. Μένοντας μόνος με τον Θεόπεμπτο, ο Άγιος Μακάριος τον ρώτησε:
- Τι κάνεις, αδερφέ;
«Ωραία», απάντησε, «με τις προσευχές σου, πάτερ!»
«Σε βάζουν σε πειρασμό καμιά αμαρτωλή σκέψη;» ρώτησε ο μοναχός.
Ντροπιασμένος να αποκαλύψει τις αμαρτωλές του σκέψεις, ο μοναχός απάντησε:
- Όχι! Τίποτα δεν με βάζει σε πειρασμό τώρα.
Τότε ο μοναχός Μακάριος είπε με έναν αναστεναγμό:
«Εδώ και πολλά χρόνια αγωνίζομαι στη νηστεία και την προσευχή, ώστε όλοι να με σέβονται, αλλά παρόλα αυτά, παρά τα γηρατειά μου, με πειράζει έντονα ο δαίμονας της μοιχείας.»
Σε αυτό ο Θεόπεμπτος είπε:
- Πράγματι, πάτερ, κι εγώ είμαι σφοδρά κυριευμένος από το πνεύμα της πορνείας.
Ο μοναχός ρώτησε επίσης τον μοναχό για άλλες αμαρτίες που βασάνιζαν την ψυχή του, μέχρι που ομολόγησε όλες τις αμαρτίες του. Μετά από αυτό, ο μοναχός ρώτησε:
- Πόσο καιρό νηστικός είσαι;
«Μέχρι τις εννέα», απάντησε.
«Νηστεύστε μέχρι το βράδυ», είπε ο άγιος, «και μελετήστε το Άγιο Ευαγγέλιο και άλλα ιερά βιβλία, ώστε να ασκείστε συνεχώς στη στοχασμό του Θεού. Αν σας κατακλύζουν αμαρτωλοί λογισμοί, πολεμήστε τους και μην αφήνετε ποτέ το νου σας να περιπλανιέται, αλλά πάντα να κατευθύνετε το νου σας προς τα πάνω, και ο Κύριος θα σας βοηθήσει».
Αφού ενίσχυσε έτσι τον Θεόπεμπτο, ο άγιος επέστρεψε στο ασκητήριό του. Εκεί, καθισμένος δίπλα στον δρόμο, είδε ξανά τον διάβολο να πλησιάζει το μοναστήρι. Ο άγιος τον ρώτησε:
- Πού πας;
«Θα βάλω σε πειρασμό τους αδελφούς», απάντησε ο διάβολος.
Και αφού είπε αυτά, συνέχισε το δρόμο του. Όταν επέστρεψε, ο μοναχός τον ρώτησε:
- Πώς βρήκατε τους αδελφούς;
«Τώρα όλοι έχουν στραφεί εναντίον μου», απάντησε ο διάβολος, «ακόμα και αυτός που ήταν φίλος μου και πάντα με υπάκουε, τώρα, δεν καταλαβαίνω, έχει διαφθαρεί από κάποιον και με παρακούει εντελώς. Αντίθετα, τώρα στρέφεται εναντίον μου περισσότερο από όλους τους άλλους μοναχούς. Και τώρα έχω ορκιστεί να μην ξαναγυρίσω σε εκείνο το μοναστήρι, εκτός αν είναι για πολύ καιρό».
Αφού είπε αυτά, ο διάβολος έφυγε. Και ο Άγιος Μακάριος επέστρεψε στο κελί του.
Μια μέρα, δύο περιπλανώμενοι ήρθαν στη σκήτη για να επισκεφτούν τον Άγιο Μακάριο. Ο ένας είχε γενειάδα, ο άλλος νεότερος, με μόνο μουστάκι. Ρώτησαν τον άγιο:
– Πού βρίσκεται το κελί του αββά Μακαρίου;
«Τι θέλετε από αυτόν;» τους ρώτησε ο αιδεσιμότατος.
Απάντησαν:
«Ακούσαμε πολλά για αυτόν και τη ζωή του από τους πατέρες της σκήτης και ήρθαμε να τον δούμε.»
Τότε ο μοναχός τους είπε:
- Είμαι εγώ.
Υποκλίθηκαν μέχρι εδάφους μπροστά του και είπαν:
– Θα θέλαμε να εγκατασταθούμε εδώ.
Ο μοναχός, βλέποντας ότι ήταν ακόμα νέοι και πλούσιοι άνθρωποι, τους απάντησε:
-Δεν θα μπορείς να ζήσεις εδώ.
Σε αυτό ο νεότερος του έφερε αντίρρηση:
- Αν δεν μας αφήσετε να μείνουμε εδώ, θα πάμε κάπου αλλού.
Ο Άγιος Μακάριος σκέφτηκε τότε: «Γιατί να τους διώξω, και θα μπουν σε πειρασμό; Θα ήταν καλύτερα να τους δεχόμουν, και οι ίδιοι θα έφευγαν από τους μεγάλους κόπους της ερήμου». Στρεφόμενος προς αυτούς, είπε:
– Εγκαταστάσου εδώ και, αν μπορείς, έχτισε ένα κελί.
Και τους έδωσε ένα τσεκούρι, ένα καλάθι με ψωμί και αλάτι, και, οδηγώντας τους βαθιά στην έρημο, τους έδειξε ένα βραχώδες μέρος και είπε:
– Φτιάξε ένα κελί εδώ, φέρνοντας δέντρα από το λιβάδι γι’ αυτό, και μείνε εδώ.
Τότε ο μοναχός σκέφτηκε ότι δεν θα μπορούσαν να αντέξουν τις κακουχίες της ερημικής ζωής και θα έφευγαν από εκεί. Οι νεαροί ρώτησαν τον Μακάριο:
– Τι είδους χειροτεχνίες κάνουν οι μοναχοί;
«Υφαίνουν καλάθια», απάντησε ο μοναχός.
Και παίρνοντας τα κλαδιά χουρμά, άρχισε να πλέκει ένα σχοινί, λέγοντας:
«Από αυτό είναι υφασμένα καλάθια. Πρέπει να κάνεις το ίδιο και να τα δώσεις στους φρουρούς της εκκλησίας όταν τελειώσουν. Σε αντάλλαγμα, θα σου φέρουν ψωμί και αλάτι.»
Και ο μοναχός τους άφησε μόνους.
Οι νέοι άρχισαν να εκπληρώνουν με υπομονή όλα όσα τους είχε διατάξει ο Άγιος Μακάριος και δεν ήρθαν σε αυτόν για τρία χρόνια. Ανακαλώντας τους, ο άγιος σκέφτηκε: «Τι κάνουν αυτοί οι δύο νέοι και γιατί δεν έρχονται σε μένα και δεν αποκαλύπτουν τις σκέψεις τους; Πολλοί έρχονται από μακριά, αλλά αυτοί ζουν κοντά, κι όμως δεν έρχονται σε μένα». Αυτό συνέβαινε επειδή οι νέοι δεν πήγαιναν πουθενά παρά μόνο στην εκκλησία (όπου στέκονταν σιωπηλοί) για να λάβουν τα Άγια Μυστήρια του Χριστού. Ο άγιος προσευχόταν στον Θεό για μια ολόκληρη εβδομάδα, χωρίς να τρώει τίποτα. Ζήτησε από τον Κύριο να του αποκαλύψει τα ασκητικά έργα των δύο αδελφών. Αφού πέρασε η εβδομάδα, ο Άγιος Μακάριος πήγε σε αυτούς, επιθυμώντας να δει πώς ζούσαν. Όταν έφτασε και χτύπησε την πόρτα του κελιού τους, του την άνοιξαν και, βλέποντας τον άγιο, υποκλίθηκαν μέχρι το έδαφος μπροστά του. Ο άγιος, αφού είπε την προσευχή του, κάθισε. Ο πρεσβύτερος έδωσε ένα σημάδι στον νεότερο, ο οποίος έφυγε από το κελί. Κάθισε και άρχισε να πλέκει ένα καλάθι, χωρίς να λέει τίποτα. Στις εννέα το απόγευμα, ο νεότερος χτύπησε την πόρτα και, αφού είχε ετοιμάσει λίγο μαγειρεμένο φαγητό, πρόσφερε το γεύμα, απλώνοντας τρεις φέτες ψωμί, ενώ ο ίδιος καθόταν σιωπηλός.
«Έλα», είπε ο μοναχός, «να γευτούμε λίγο ψωμί».
Και έφαγαν, ευχαριστώντας τον Κύριο. Τότε ο νεότερος έφερε νερό και ήπιαν. Όταν ήρθε το βράδυ, οι μοναχοί ρώτησαν τον άγιο:
- Πατέρα! Θα φύγεις από εδώ;
Αλλά αυτός τους είπε:
- Όχι! Θα περάσω τη νύχτα εδώ.
Έπειτα έστρωσαν ένα στρώμα για τον μοναχό στη μία γωνία του κελιού και ξάπλωσαν οι ίδιοι στο στρώμα στην άλλη. Έπεσε η νύχτα. Ο μοναχός Μακάριος σηκώθηκε και άρχισε να προσεύχεται στον Θεό να του αποκαλύψει την αρετή των νέων. Τα μεσάνυχτα, η οροφή του κελιού άνοιξε ξαφνικά και ένα λαμπρό φως έλαμψε. Αλλά οι δύο αδελφοί δεν είδαν το φως. Νομίζοντας ότι ο μοναχός κοιμόταν, ο πρεσβύτερος σκούντηξε τον νεότερο και, σηκώνοντας, ντύθηκαν και οι δύο και, σηκώνοντας τα χέρια τους στον ουρανό, προσευχήθηκαν κρυφά. Ο μοναχός είδε ένα πλήθος δαιμόνων, που, σαν μύγες, περικύκλωσαν τον νεότερο αδελφό, και μερικοί από τους δαίμονες ήθελαν να καθίσουν στα χείλη του, άλλοι στα μάτια του. Αλλά ένας Άγγελος Κυρίου εμφανίστηκε με ένα πύρινο σπαθί στα χέρια του, με το οποίο τον υπερασπίστηκε, διώχνοντας τους δαίμονες. Οι δαίμονες δεν τόλμησαν καν να πλησιάσουν τον μεγαλύτερο αδελφό. Προς το πρωί, και οι δύο αδελφοί ξάπλωσαν ξανά και κοιμήθηκαν. Το επόμενο πρωί, ο Άγιος Μακάριος προσποιήθηκε ότι μόλις είχε ξυπνήσει. Και όλοι σηκώθηκαν. Ο μεγαλύτερος αδελφός ρώτησε τον άγιο:
– Πάτερ! Θέλεις να διαβάσουμε τους δώδεκα ψαλμούς;
«Μακάρι», απάντησε ο αιδεσιμότατος.
Πρώτα, ο νεότερος αδελφός άρχισε να ψάλλει, και μετά από κάθε στίχο, ένα φλογερό κερί έβγαινε από τα χείλη του και ανέβαινε στον ουρανό. Έπειτα, ο πρεσβύτερος άρχισε να ψάλλει. Από τα χείλη του, μια φωτιά έβγαινε σαν μακρύ σχοινί, που έφτανε μέχρι τον ουρανό. Αφού ολοκλήρωσε την πρωινή προσευχή, ο άγιος θέλησε να αποσυρθεί στην κατοικία του. Καθώς αναχωρούσε, είπε στους αδελφούς:
– Προσευχηθείτε για μένα, αδελφοί.
Απαντώντας στα λόγια του, υποκλίθηκαν σιωπηλά μπροστά του μέχρι το έδαφος και ο άγιος αναχώρησε. Έτσι, ο Άγιος Μακάριος έμαθε ότι ο μεγαλύτερος αδελφός είχε ήδη φτάσει στην πλήρη τελειότητα στην αρετή, ενώ ο εχθρός, ο διάβολος, εξακολουθούσε να αγωνίζεται με τον νεότερο. Λίγο καιρό μετά την επίσκεψη του Αγίου Μακαρίου στους αδελφούς, ο μεγαλύτερος αδελφός αναχώρησε για τον Κύριο και τρεις ημέρες μετά τον θάνατό του, ο μικρότερος αδελφός κοιμήθηκε επίσης. Κάθε φορά που κάποιος από τους σεβάσμιους πατέρες ερχόταν στον άγιο, τον έφερνε στο κελί αυτών των δύο αδελφών και έλεγε:
- Ας πάμε να δούμε τον τόπο όπου εργάστηκαν οι μεγάλοι δούλοι του Χριστού.
Μια μέρα, ενώ ο Άγιος Μακάριος προσευχόταν, ακούστηκε μια φωνή και του είπε:
«Μακάριε! Δεν έχεις φτάσει ακόμα στην τελειότητα στην ενάρετη ζωή, όπως δύο γυναίκες που ζουν μαζί στην πλησιέστερη πόλη.»
Αφού έλαβε αυτή την αποκάλυψη, ο άγιος πήρε το ραβδί του και πήγε στην πόλη. Βρήκε το σπίτι όπου ζούσαν οι προαναφερθείσες γυναίκες και χτύπησε την πόρτα. Αμέσως, μια από τις γυναίκες άνοιξε το χτύπημα και, βλέποντας τον άγιο, με μεγάλη χαρά τον καλωσόρισε στο σπίτι της. Καλώντας και τις δύο γυναίκες κοντά του, ο άγιος τους είπε:
«Για χάρη σας ανέλαβα ένα τόσο μεγάλο κατόρθωμα, έχοντας έρθει εδώ από τη μακρινή έρημο, γιατί επιθυμώ να μάθω τις καλές σας πράξεις, τις οποίες σας παρακαλώ να μου πείτε, χωρίς να κρύψω τίποτα.»
«Πίστεψέ μας, έντιμε πατέρα», απάντησαν οι γυναίκες, «ότι μοιραστήκαμε τα κρεβάτια μας με τους συζύγους μας μόνο χθες το βράδυ: ποιες αρετές θέλεις να βρεις σε εμάς;»
Αλλά ο μοναχός επέμενε να του πουν για τη ζωή τους. Τότε, πεπεισμένες από αυτόν, οι γυναίκες είπαν:
«Δεν ήμασταν συγγενείς πριν, αλλά μετά παντρευτήκαμε δύο αδέρφια, και εδώ και δεκαπέντε χρόνια ζούμε μαζί στο ίδιο σπίτι. Σε όλη μας τη ζωή, δεν έχουμε πει ποτέ ούτε μια άσχημη ή αγενή λέξη ο ένας στον άλλον και δεν έχουμε τσακωθεί ποτέ. Μέχρι τώρα, όμως, ζούσαμε με ειρήνη και αρμονία, και πρόσφατα αποφασίσαμε ομόφωνα να αφήσουμε τους συζύγους μας και να αποσυρθούμε στην παρέα των αγίων παρθένων που υπηρετούν τον Θεό. Αλλά δεν μπορούμε να πείσουμε τους συζύγους μας να μας αφήσουν να φύγουμε, παρόλο που τους παρακαλέσαμε με μεγάλη επιμονή και πολλά δάκρυα. Αφού δεν λάβαμε την επιθυμητή άδεια, συνάψαμε μια διαθήκη με τον Θεό και μεταξύ μας - να μην προφέρουμε ούτε μια κοσμική λέξη μέχρι τον θάνατό μας.»
Αφού άκουσε την ιστορία τους, ο Άγιος Μακάριος είπε:
– Αληθώς, ο Θεός δεν ζητά παρθένο, ούτε παντρεμένη γυναίκα, ούτε μοναχό, ούτε λαϊκό, αλλά ελεύθερη πρόθεση, αποδεχόμενη την ως το ίδιο το πράγμα, και στην εκούσια θέληση κάθε ανθρώπου δίνει τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, που ενεργεί στον άνθρωπο και κυβερνά τη ζωή κάθε ατόμου που θέλει να σωθεί.
Κατά τη διάρκεια της ζωής του Οσίου Μακαρίου της Αιγύπτου, ένας άλλος Όσιος Μακάριος, ο Μακάριος της Αλεξάνδρειας , έλαμψε με την ενάρετη ζωή του στα ίδια ερημικά μέρη όπου ζούσε ο Μακάριος της Αιγύπτου . Ήταν ιερέας σε ένα μοναστήρι που ονομαζόταν Κέλι ( 741 ). Αυτή η περιοχή βρισκόταν στην έρημο μεταξύ της Νιτρίας και της σκήτης. Αυτός ο μακάριος Μακάριος της Αλεξάνδρειας ερχόταν συχνά στον Όσιο Μακάριο της Αιγύπτου και συχνά περπατούσαν μαζί στην έρημο, επειδή έτρεφαν μεγάλη αγάπη ο ένας για τον άλλον. Όταν ο ασεβής αυτοκράτορας Ουάλης ο Αρειανός ( 742) ανέβηκε στο θρόνο, εξαπέλυσε έναν πολύ σκληρό διωγμό εναντίον των Ορθοδόξων. Με αυτοκρατορικό διάταγμα, ο Λούκιος, ένας Αρειανός επίσκοπος (743) , έφτασε στην Αλεξάνδρεια με μεγάλο στρατό και καθαίρεσε τον Ορθόδοξο επίσκοπο, τον μακάριο Πέτρο, διάδοχο του Αγίου Αθανασίου του Μεγάλου , από την επισκοπική έδρα . Επιπλέον, ο Επίσκοπος Λούκιος έστειλε στρατιώτες στην έρημο για να συλλάβουν και να εξορίσουν όλους τους αγίους πατέρες της ερήμου. Μεταξύ των πρώτων που συνελήφθησαν ήταν και οι δύο Άγιοι Μακάριοι. Οι στρατιώτες τους συνέλαβαν τη νύχτα, τους έβαλαν σε ένα πλοίο και τους πήγαν σε ένα απομακρυσμένο νησί του οποίου οι κάτοικοι δεν γνώριζαν τον αληθινό Θεό, αλλά λάτρευαν είδωλα. Ένας από τους ιερείς των ειδώλων σε αυτό το νησί είχε μια κόρη που είχε καταληφθεί από δαιμόνιο. Νιώθοντας την άφιξη των αγίων και των άλλων πατέρων στο νησί, η κοπέλα έτρεξε να τους προϋπαντήσει, φωνάζοντας δυνατά:
«Γιατί ήρθες εδώ; Άλλωστε, αυτό το νησί είναι το αρχαίο μας σπίτι.»
Οι άγιοι, αφού προσευχήθηκαν, έδιωξαν το δαιμόνιο από την κόρη και αυτή έγινε εντελώς υγιής. Βλέποντας αυτό, ο πατέρας της, ένας ειδωλολάτρης ιερέας, πίστεψε αμέσως στον Χριστό και έλαβε το άγιο βάπτισμα. Ομοίως, όλοι οι κάτοικοι του νησιού εκείνου προσηλυτίστηκαν στον Χριστό και μετέτρεψαν τον ειδωλολατρικό ναό τους σε χριστιανική εκκλησία. Μόλις έμαθε τι είχε συμβεί, ο ασεβής επίσκοπος Λούκιος ντράπηκε βαθιά που είχε εκδιώξει τόσο μεγάλους πατέρες από τα μοναστήρια τους. Γι' αυτό, έστειλε κρυφά κλήση να επιστρέψουν οι μακάριοι Μακάριοι και όλοι οι άγιοι πατέρες μαζί τους στους προηγούμενους τόπους κατοικίας τους. Έτσι, ο Άγιος Μακάριος της Αιγύπτου επέστρεψε στην έρημο της σκήτης και ο Άγιος Μακάριος της Αλεξάνδρειας στο προαναφερθέν Κελλί. Οι άλλοι σεβάσμιοι πατέρες επέστρεψαν επίσης στα μοναστήρια τους.
Εν τω μεταξύ, πλήθη ανθρώπων έρχονταν στον Άγιο Μακάριο της Αιγύπτου από παντού: άλλοι για πνευματική ωφέλεια, για να λάβουν την καθοδήγησή του, άλλοι για θεραπεία από τις ασθένειές τους. Ένα μεγάλο πλήθος τέτοιων ασθενών συνέρρεε σε αυτόν. Έτσι, προέκυψε η ανάγκη για ένα πανδοχείο όπου οι ταξιδιώτες και οι άρρωστοι θα μπορούσαν να βρουν καταφύγιο. Αυτό κανόνισε ο Άγιος Μακάριος. Κάθε μέρα, είχε το έθιμο να θεραπεύει έναν άρρωστο, να τον αλείφει με αγιασμένο λάδι και να τον στέλνει σπίτι του εντελώς υγιή. Ο άγιος το έκανε αυτό με τη σοφή πρόθεση ότι άλλοι άρρωστοι, που δεν θα θεραπεύονταν αμέσως από αυτόν, θα έμεναν μαζί του για λίγο καιρό και έτσι θα λάμβαναν θεραπεία όχι μόνο του σώματος αλλά και της ψυχής, ακούγοντας τις θεόπνευστες διδασκαλίες του. Ο άγιος διόρισε έναν από τους μοναχούς του να υπηρετεί στο πανδοχείο. Αυτός ο μοναχός, που τον βασάνιζε ένα δαιμόνιο, ενέδωσε στο πάθος της φιλαργυρίας, για να το ικανοποιήσει άρχισε να κρύβει σιγά σιγά ό,τι διατίθετο για την υποστήριξη των φτωχών. Ο Άγιος Μακάριος το έμαθε αυτό και, καλώντας τον μοναχό, τον νουθέτησε λέγοντας:
«Αδελφέ Ιωάννη, άκουσέ με και δέξου την διδασκαλία μου, η οποία μπορεί να είναι προς όφελός σου. Σε πειράζει το πνεύμα της φιλαργυρίας—γιατί αυτό μου έχει αποκαλυφθεί—και ξέρω ότι αν δεχτείς την διδασκαλία μου και σταματήσεις να ενεργείς αμαρτωλά, θα τελειώσεις τις μέρες σου με φόβο Θεού, και θα ευημερήσεις σε καλά έργα, και θα δοξαστείς σε αυτόν τον τόπο, «και η πληγή δεν θα πλησιάσει την κατοικία σου» ( Ψαλμός 91:10 ). Αλλά αν δεν με ακούσεις και δεν σταματήσεις να αμαρτάνεις, τότε θα υποστείς την τύχη του Γιεζί, του οποίου το πάθος υποφέρεις ( Β' Βασιλέων 6:15-16, 20-27 ).
Αλλά ο Ιωάννης δεν άκουσε τον άγιο και συνέχισε τις κακές του πράξεις. Δεκαπέντε ή είκοσι χρόνια μετά τον μακάριο θάνατο του Αγίου Μακαρίου, κατά τη διάρκεια του οποίου ο εν λόγω μοναχός συνέχισε να εργάζεται για τον Ιούδα, ο οποίος τον είχε βάλει γύρω του τη θηλιά για την πλεονεξία του, οικειοποιούμενος για τον εαυτό του μέρος του επιδόματος που προοριζόταν για τους φτωχούς, ολόκληρο το σώμα του χτυπήθηκε ξαφνικά από λέπρα και πέθανε, έχοντας χάσει όχι μόνο την περιουσία που είχε συσσωρεύσει αμαρτωλά αλλά και την ψυχή του.
Μια μέρα, ο Άγιος Μακάριος έφυγε από τη σκήτη για το όρος Νιτρία με έναν από τους μαθητές του. Καθώς πλησίαζαν στο βουνό, ο άγιος είπε στον μαθητή του:
-Περπάτα λίγο μπροστά μου.
Ο μαθητής περπάτησε μπροστά από τον μοναχό και συνάντησε έναν ειδωλολάτρη ιερέα που έτρεχε προς το μέρος του, κουβαλώντας ένα μεγάλο κούτσουρο. Βλέποντάς τον, ο μοναχός φώναξε:
– Ακούς, ακούς, δαίμονα! Πού πας;
Ο ιερέας σταμάτησε και ξυλοκόπησε άγρια τον μοναχό, αφήνοντάς τον μόλις ζωντανό. Στη συνέχεια, αρπάζοντας ένα κούτσουρο που είχε πεταχτεί κάτω, ο ιερέας τράπηκε σε φυγή. Λίγο αργότερα, συνάντησε τον Άγιο Μακάριο, ο οποίος του είπε:
- Σώσε τον εαυτό σου, εργατικέ, σώσε τον εαυτό σου.
Έκπληκτος από τα λόγια του αγίου, ο ιερέας σταμάτησε και τον ρώτησε:
- Τι καλό είδες σε μένα και με χαιρετάς με τέτοια λόγια;
«Βλέπω ότι εργάζεσαι», απάντησε ο μοναχός.
Τότε ο ιερέας είπε:
«Με συγκινούν, Πάτερ, τα λόγια σου, γιατί μέσα από αυτά βλέπω ότι είσαι άνθρωπος του Θεού. Λίγο πριν από εσένα, με συνάντησε ένας άλλος μοναχός που με μάλωσε, και τον ξυλοκόπησα μέχρι θανάτου».
Και με αυτά τα λόγια ο ιερέας έπεσε στα πόδια του αγίου, τους αγκάλιασε και είπε:
«Δεν θα σε αφήσω, πατέρα, μέχρι να με μεταστραφείς στον Χριστιανισμό και να με κάνεις μοναχό».
Και πήγε με τον Άγιο Μακάριο. Αφού περπάτησαν για λίγο, έφτασαν στο μέρος όπου βρισκόταν ο μοναχός, χτυπημένος από τον ιερέα, και τον βρήκαν μόλις ζωντανό. Παίρνοντάς τον, τον έφεραν στην εκκλησία στο όρος Νιτρία. Οι πατέρες που ζούσαν εκεί, βλέποντάς τον ειδωλολάτρη ιερέα με τον Άγιο Μακάριο, έμειναν πολύ έκπληκτοι. Στη συνέχεια, αφού τον βάπτισαν, τον έκαναν μοναχό και μέσω αυτού, πολλοί ειδωλολάτρες προσηλυτίστηκαν στον Χριστιανισμό. Ο αββάς Μακάριος έδωσε την ακόλουθη οδηγία σε αυτή την περίπτωση:
«Ένας κακός λόγος», είπε, «κάνει ακόμη και το καλό κακό, αλλά ένας καλός λόγος κάνει ακόμη και το κακό καλό».
Μια μέρα, ο Άγιος Μακάριος ήρθε στο μοναστήρι του Αββά Πάμβα . Εκεί, οι πρεσβύτεροι ρώτησαν τον άγιο:
– Πες, πάτερ, έναν λόγο για την οικοδομή των αδελφών.
Συμφωνώντας με το αίτημά τους, ο Μακάριος άρχισε να μιλάει ως εξής:
«Συγχωρήστε με, γιατί είμαι ένας φτωχός μοναχός, αλλά έχω δει μοναχούς. Έτσι, μια μέρα καθόμουν στο κελί μου στη σκήτη και μου ήρθε η ιδέα να πάω στην εσωτερική έρημο για να δω πώς είναι εκεί. Για πέντε χρόνια πάλευα με αυτή τη σκέψη, νομίζοντας ότι οι δαίμονες με βάζουν σε πειρασμό. Αλλά όταν ακόμα και μετά από πέντε χρόνια η ίδια σκέψη με στοίχειωνε, αποφάσισα να πάω στην εσωτερική έρημο. Όταν έφτασα εκεί, βρήκα έναν τεράστιο βάλτο, στη μέση του οποίου είδα ένα νησί. Εκείνη την εποχή, τα ζώα της ερήμου ήρθαν να πιουν νερό. Ανάμεσα στα ζώα, είδα δύο γυμνούς ανθρώπους και όλο μου το σώμα έτρεμε, γιατί νόμιζα ότι έβλεπα ασώματα πνεύματα. Βλέποντας ότι ήμουν πολύ φοβισμένος, αυτοί οι άνθρωποι μου είπαν:
- Μη φοβάστε, γιατί είμαστε ίδιοι με εσάς, άνθρωποι.
Τότε τους ρώτησα:
- Από πού ήρθες σε αυτή την έρημο;
«Είμαστε από την Κοινοβιτική κοινότητα», απάντησαν. «Αφού συμβουλευτήκαμε ο ένας τον άλλον, αποφασίσαμε να έρθουμε εδώ. Και τώρα έχουν περάσει τριάντα χρόνια από τότε που φύγαμε από το μοναστήρι. Ο ένας από εμάς είναι Αιγύπτιος, ο άλλος Λίβυος».
Τότε με ρώτησαν:
– Ποια είναι η κατάσταση του κόσμου τώρα; Είναι τα ποτάμια ακόμα γεμάτα με τα ρυάκια τους; Είναι η γη άφθονη με τους συνηθισμένους καρπούς της;
Τους απάντησα: «Ναι». Μετά τους ρώτησα ξανά:
- Πώς μπορώ να γίνω μοναχός;
Μου απάντησαν:
– Αν κάποιος δεν απαρνηθεί όλα όσα υπάρχουν στον κόσμο, δεν μπορεί να είναι μοναχός.
Σε αυτό είπα:
«Είμαι αδύναμος, και γι' αυτό δεν μπορώ να είμαι σαν εσένα.»
«Αν δεν μπορείτε να είστε σαν εμάς», είπαν, «τότε καθίστε στο κελί σας και θρηνήστε τις αμαρτίες σας».
Και τους ρώτησα ξανά:
Όταν έρχεται ο χειμώνας, δεν υποφέρετε από τρομερό κρύο; Ομοίως, όταν έρχεται το πολύ ζεστό καλοκαίρι, δεν καίγονται τα σώματά σας από τη ζέστη;
Μου απάντησαν:
– Ο Κύριος ο Θεός μας έδωσε τέτοια σώματα ώστε να μην υποφέρουμε από παγετό τον χειμώνα, ούτε από ζέστη το καλοκαίρι.
«Γι’ αυτό σας είπα, αδελφοί», κατέληξε ο Όσιος Μακάριος, «ότι δεν έχω γίνει ακόμα μοναχός, αλλά έχω δει μοναχούς».
Κάποτε, οι πατέρες της σκήτης ρώτησαν τον Άγιο Μακάριο πώς κατάφερνε να διατηρεί τόσο λεπτό σώμα. Διότι όχι μόνο όταν νήστευε, αλλά και όταν έτρωγε φαγητό, το σώμα του παρέμενε πάντα αδύνατο.
Ο Άγιος Μακάριος έδωσε την ακόλουθη απάντηση σε όσους τον ρωτούσαν:
– Όπως ακριβώς ένα μαχαίρι, που χρησιμοποιείται για να μετατρέψει τα ξύλα και τα φρύγανα σε μια σόμπα, καίγεται πάντα από τη φωτιά, έτσι και για έναν άνθρωπο που πάντα στρέφει το νου του στον Κύριο και έχει πάντα κατά νου τα τρομερά βάσανα στη φωτιά της Γέεννας, αυτός ο φόβος όχι μόνο κατατρώει το σώμα, αλλά και ξηραίνει τα οστά.
Τότε οι αδελφοί ρώτησαν ξανά τον μοναχό:
– Πες μας, πάτερ, πώς πρέπει να προσευχόμαστε;
Ο μοναχός τους έδωσε την εξής οδηγία:
Η προσευχή δεν απαιτεί πολλή πολυλογία, αλλά πρέπει κανείς να σηκώσει τα χέρια του και να πει: «Κύριε! Όπως θέλεις και όπως ο ίδιος ξέρεις, ελέησέ με». Αν ο εχθρός υποκινεί αμαρτωλό πόλεμο στην ψυχή, πρέπει απλώς να πει: «Κύριε, ελέησέ με». Ο Κύριος γνωρίζει τι είναι καλό για εμάς και θα μας δείξει έλεος.
Μια άλλη φορά ο αββάς Ησαΐας ρώτησε τον μοναχό:
- Πες μου, πατέρα, κάποια οδηγία προς όφελος της ψυχής.
«Φύγε μακριά από τους ανθρώπους», απάντησε ο Άγιος Μακάριος.
«Τι σημαίνει να φεύγεις μακριά από τους ανθρώπους;» ρώτησε τότε ο αββάς Ησαΐας .
Ο μοναχός του απάντησε:
- Κάθισε στο κελί σου και θρήνησε για τις αμαρτίες σου.
Ο μοναχός είπε στον μαθητή του Παφνούτιο 744 :
- Μην προσβάλλεις κανέναν, μην συκοφαντείς κανέναν - κάνοντας αυτό θα σωθείς.
Επιπλέον, ο μοναχός έδωσε και την ακόλουθη οδηγία:
– Μην διανυκτερεύετε στο κελί ενός αδελφού που έχει κακή φήμη.
Ένας άλλος μοναχός ήρθε στον μοναχό και τον ρώτησε:
- Αββά, τι πρέπει να κάνω για να σωθώ;
«Πήγαινε στο νεκροταφείο και πολέμησε τους νεκρούς», του απάντησε ο μοναχός.
Ο μοναχός πήγε στο νεκροταφείο και, όπως του είπε ο άγιος, καταράστηκε τους νεκρούς εκεί, έσπασε τους τάφους τους με πέτρες και, επιστρέφοντας, είπε τα πάντα στον άγιο. Ο άγιος τον ρώτησε:
– Σου είπαν τίποτα οι νεκροί;
«Όχι, δεν είπαν τίποτα», απάντησε ο μοναχός.
Τότε ο ιερέας είπε:
- Πήγαινε ξανά, και τώρα επαίνεσέ τους.
Ο μοναχός πήγε και άρχισε να ευχαριστεί τους νεκρούς με διάφορους επαίνους:
«Απόστολοι, άγιοι και δίκαιοι άνθρωποι», είπε.
Έπειτα, επιστρέφοντας στον μοναχό, του είπε ότι είχε δοξάσει τους νεκρούς.
«Και τώρα οι νεκροί δεν σου έχουν απαντήσει;» ρώτησε ο μοναχός.
«Όχι, δεν απάντησαν», είπε.
Τότε ο μοναχός του έδωσε την εξής οδηγία:
«Βλέπεις», είπε, «ότι ούτε όταν επιπλήττεις τους νεκρούς σου απάντησαν, ούτε όταν τους κολακεύεις με έπαινο σου απάντησαν. Έτσι κι εσύ, αν θέλεις να σωθείς, να είσαι σαν τους νεκρούς: μην θυμώνεις όταν σε ατιμάζουν, μην υπερηφανεύεσαι όταν σε επαινούν. Συμπεριφερόμενος όπως αυτοί οι νεκροί, θα σωθείς».
Οι αδελφοί διηγήθηκαν επίσης την ακόλουθη ιστορία για τον Άγιο Μακάριο: Αν κάποιος από τους αδελφούς ερχόταν σε αυτόν ως άγιος και μεγάλος άνθρωπος, ο άγιος δεν θα τους έλεγε τίποτα. Αλλά αν κάποιος μοναχός, που δεν σέβεται καθόλου τον άγιο, του έλεγε:
- Αββά! Όταν ήσουν καμηλιέρης και έπαιρνες νιτρικό κάλιο χωρίς άδεια και το πουλούσες, σε έδειραν τότε οι πρεσβύτεροί σου;
Και όταν κάποιος μιλούσε στον μοναχό με αυτόν τον τρόπο, αυτός συνομιλούσε μαζί του με χαρά και απαντούσε πρόθυμα σε όλες τις ερωτήσεις του.
Μια μέρα, οι πρεσβύτεροι που ζούσαν στο Νιτρικό όρος έστειλαν μια επιστολή στη σκήτη προς τον μοναχό Μακάριο με το ακόλουθο αίτημα:
– Πάτερ! Για να μην επιβαρύνουμε όλο το πλήθος των αδελφών ερχόμενοι σε εσένα, εσύ ο ίδιος, πριν αναχωρήσεις προς τον Κύριο, έλα σε εμάς.
Ο άγιος εκπλήρωσε το αίτημά τους και έφτασε στο όρος Νιτρία. Μόλις έμαθαν για την άφιξή του, όλοι οι μοναχοί που ζούσαν εκεί συγκεντρώθηκαν κοντά του, και οι πρεσβύτεροι τον παρακάλεσαν θερμά να πει κάτι για την οικοδομή των αδελφών. Ο άγιος, δακρύζοντας, άρχισε να μιλάει ως εξής:
– Αδελφοί! Ας κλάψουμε και ας αφήσουμε τα δάκρυα να τρέξουν από τα μάτια μας, καθαρίζοντάς μας πριν περάσουμε σε εκείνο το μέρος όπου τα δάκρυα θα κάψουν τα σώματά μας σε μαρτύριο.
Ακούγοντας την διδασκαλία του αγίου, όλοι έχυσαν δάκρυα και, πέφτοντας κάτω, τον ρώτησαν:
– Πάτερ! Προσευχήσου στον Κύριο για εμάς.
Κάποτε, ενώ ζούσε ακόμα στην Αίγυπτο, ο Άγιος Μακάριος έπιασε έναν κλέφτη να κλέβει τα πράγματα που φύλαγε στο κελί του. Έξω, κοντά στο κελί, ήταν δεμένο ένα γαϊδούρι, στο οποίο ο κλέφτης φόρτωνε τα κλεμμένα. Βλέποντάς το αυτό, ο άγιος δεν άφησε τον κλέφτη να καταλάβει ότι ήταν ο ιδιοκτήτης του σπιτιού, αλλά μάλλον έκανε σαν να ήταν ξένος. Όχι μόνο δεν σταμάτησε τον κλέφτη, αλλά άρχισε ακόμη και να τον βοηθά να πάρει τα πράγματα και να τα φορτώσει στο γαϊδούρι. Στη συνέχεια τον έστειλε ειρηνικά μακριά, συλλογιζόμενος μέσα του:
«Δεν φέραμε τίποτα μαζί μας σε αυτόν τον κόσμο—είναι σαφές, επομένως, ότι δεν μπορούμε να του πάρουμε τίποτα. Ο Κύριος μας έχει δώσει τα πάντα, και όπως θέλει, έτσι γίνεται. Ευλογημένος ο Θεός σε όλα!»
Οι Πατέρες επίσης διηγήθηκαν για τον Άγιο Μακάριο ότι έγινε, σαν να λέγαμε, ένας επίγειος θεός, γιατί όπως ο Θεός, αν και βλέπει ολόκληρο τον κόσμο, δεν τιμωρεί τους αμαρτωλούς, έτσι και ο Άγιος Μακάριος κάλυπτε τις ανθρώπινες αδυναμίες που έβλεπε. Ήταν βλέπων, σαν να μην έβλεπαν, και ακροατής, σαν να μην άκουγαν.
Συνέβη ένας από τους μαθητές του Αγίου Μακαρίου να πάει στην πόλη για να πουλήσει τα χειροτεχνήματά του: καλάθια και ψάθες. Στην πόλη, συνάντησε μια πόρνη η οποία, βλέποντας τον όμορφο νέο, αποπλανήθηκε και τον κάλεσε κοντά της, προσποιούμενη ότι ήθελε να αγοράσει τα καλάθια που πουλούσε. Ο μοναχός, μη καταλαβαίνοντας το πονηρό της σχέδιο, μπήκε στο σπίτι της. Παίρνοντας ένα από τα καλάθια, η γυναίκα άρχισε να ρωτάει τον μοναχό για πόσο θα το πουλούσε. Αλλά σύντομα άρχισε να του μιλάει άσεμνα, προσπαθώντας να τον δελεάσει στην αμαρτία, όπως ακριβώς η αρχαία Αιγύπτια προσπαθούσε να αποπλανήσει τον αγνό Ιωσήφ. Ο μοναχός, βλέποντας τον εαυτό του σε μεγάλο μπελά, γιατί ήταν ήδη κοντά στην αμαρτία, έστρεψε το μυαλό του προς τα πάνω και άρχισε να προσεύχεται:
– Χριστέ ο Βασιλιάς! Εσύ που έσωσες τον προφήτη Σου από την κοιλιά του κήτους, λύτρωσε και εμένα από αυτή την αμαρτία και τον πνευματικό θάνατο δια των προσευχών του αγίου Σου, του πατέρα μου Μακαρίου.
Αμέσως αρπάχτηκε από ένα αόρατο χέρι, όπως είχε αρπάξει κάποτε ο προφήτης Αββακούμ από έναν άγγελο, και τοποθετήθηκε στο κέντρο του κελιού του. Εκεί είδε τον Άγιο Μακάριο, ο οποίος προσευχόταν θερμά στον Θεό γι' αυτόν, να ελευθερώσει τον μαθητή του από την ατυχία που τον είχε βρει, γιατί ο άγιος είχε μάθει τι είχε βρει τον μοναχό. Με τα νοερά του μάτια, έβλεπε το μακρινό τόσο καθαρά όσο να ήταν κοντά. Βλέποντας τον μαθητή του, ο άγιος είπε:
- Παιδί μου! Ας ευχαριστήσουμε τον Θεό, τον φιλάνθρωπο, επειδή σε έσωσε από το στόμα του φιδιού και από τις πύλες του άδη, αφού σε ανύψωσε από την πτώση σου με τη θεϊκή Του δύναμη και σε έφερε στο κελί σου, όπως κάποτε έφερε τον Απόστολό Του Φίλιππο στην Άζωτο ( Πράξεις 8:39 ).
Τέτοια ήταν η δύναμη της προσευχής του Αγίου Μακαρίου προς τον Θεό. Μια άλλη φορά, ο ίδιος ο άγιος αρπάχτηκε στον αέρα και μεταφέρθηκε σε μια τεράστια απόσταση προς τον προορισμό του. Μετέφερε καλάθια από τη σκήτη και, κουρασμένος από το μακρύ ταξίδι, κάθισε να ξεκουραστεί. Καθώς το έκανε αυτό, προσευχήθηκε στον Κύριο:
- Θεέ μου! Ξέρεις ότι είμαι εξαντλημένος.
Αμέσως ο μοναχός βρέθηκε κοντά στο ποτάμι όπου έπρεπε να πάει.
Είναι τώρα σκόπιμο να διηγηθούμε για τον μακάριο θάνατο αυτού του σεβάσμιου πατέρα, για τον οποίο ο Σεραπίων, ο συγγραφέας της ζωής του, αφηγείται ως εξής.
Τελικά, ο Άγιος Μακάριος, ως θνητός άνθρωπος, αναγκάστηκε να υποταχθεί στον θάνατο, καθώς είχε ήδη φτάσει στην προχωρημένη ηλικία των ενενήντα επτά ετών. Ο χρόνος του θανάτου του δεν ήταν άγνωστος στον άγιο. Λίγο πριν από τον θάνατό του, δύο σεβάσμιοι άνδρες εμφανίστηκαν σε όραμα και του είπαν:
– Χαίρε, Μακάριε!
Ένας από αυτούς που εμφανίστηκαν ήταν ο Άγιος Αντώνιος, ο μέντορας και ηγέτης των ερημιτών, και ο άλλος ήταν ο Άγιος Παχώμιος , ο ιδρυτής της κοινής μοναστικής ζωής. Τότε οι δύο που εμφανίστηκαν είπαν στον Μακάριο:
«Ο Κύριος Ιησούς Χριστός μας έστειλε να αναγγείλουμε το χαρμόσυνο τέλος σου. Την ένατη ημέρα από σήμερα, θα αναχωρήσεις στην αιώνια ζωή. Εκείνη την ημέρα, θα έρθουμε ξανά σε εσένα και θα σε πάρουμε με χαρά μαζί μας, ώστε να σταθείς μαζί μας ενώπιον του θρόνου του Κυρίου και να απολαύσεις αθάνατη ζωή».
Αφού τότε είπαν «Ειρήνη υμίν», οι άγιοι έγιναν αόρατοι στον Μακάριο. Τότε ο Θείος Μακάριος κάλεσε τους μαθητές του και τους είπε:
«Παιδιά! Ήρθε η ώρα της αναχώρησής μου από εδώ, και σας εμπιστεύομαι στη χάρη του Θεού. Τηρείτε, λοιπόν, τα διατάγματα των πατέρων μας και τις παραδόσεις των νηστευτών.»
Επιπλέον, εμπιστεύτηκε τη φροντίδα όσων μόλις εισέρχονταν στον μοναχισμό, οι οποίοι ήταν βρέφη στην πνευματική τους ωριμότητα, σε κάποιους που γνώριζε ότι ήταν τελειότεροι από άλλους στην ενάρετη ζωή τους. Αφού έθεσε τότε τα χέρια του στους μαθητές του, έχοντας διδάξει επαρκώς και προσευχηθεί γι' αυτούς, ο άγιος άρχισε να προετοιμάζεται για τον θάνατό του. Όταν έφτασε η ένατη ημέρα από την εμφάνιση των Αγίων Αντωνίου και Παχωμίου, εμφανίστηκαν στον Άγιο Μακάριο Χερουβείμ με πλήθος αγγέλων και του είπαν:
«Σήκω, ακόλουθε του Κυρίου, και πέρασε μαζί μας στην αιώνια ζωή. Σήκωσε τα μάτια σου και δες πόσες ασώματες τάξεις αγίων έχει στείλει ο Παντοδύναμος για να σε οδηγήσει σε Αυτόν. Κοίτα: εδώ είναι η σύναξη των αποστόλων, εδώ είναι η στρατιά των προφητών, εδώ είναι ένα πλήθος μαρτύρων, ένα πλήθος ιεραρχών, νηστευτών, σεβάσμιων και δικαίων. Τώρα εμπιστεύσου σε μένα την ψυχή σου, την οποία ο Θεός μου έδωσε εντολή να φυλάξω κατά τη διάρκεια της επίγειας ζωής της. Ελευθερωμένη από τα δεσμά της σάρκας, σαν κάποιος μεγάλος θησαυρός, θα την δεχτώ με τιμή και, αφού περάσω μέσα από τις δυνάμεις της αντιξοότητας, θα την παρουσιάσω στον Θείο Θρόνο του Κυρίαρχου, για να αγαλλιάσει αιώνια με όλους τους αγίους που έχουν σταθεί ενώπιον του θρόνου του Θεού από την αρχή του κόσμου».
Μετά τα λόγια αυτά των Χερουβείμ, ο μακάριος αποχαιρέτησε όλους όσους ήταν μαζί του και προσευχήθηκε στον Θεό γι' αυτούς. Έπειτα, σηκώνοντας τα μάτια του και απλώνοντας τα χέρια του προς τα πάνω, είπε:
– Στα χέρια Σου, Κύριε, παραδίδω το πνεύμα μου!
Και με αυτά τα λόγια παρέδωσε την ευλογημένη ψυχή του στον Κύριο, αφήνοντας τους μαθητές του σε βαθιά θλίψη γι' αυτόν.
Ο συγγραφέας του βίου του Αγίου Σεραπίωνα ( 745) προσθέτει τα εξής, τα οποία άκουσε από τον Άγιο Παφνούτιο, έναν από τους μαθητές του Αγίου Μακαρίου. Όταν η αγία ψυχή του Μακαρίου παρελήφθη από τα Χερουβείμ και μεταφέρθηκε στον ουρανό, μερικοί από τους πατέρες είδαν νοερά τους εναέριους δαίμονες να στέκονται στο βάθος και να φωνάζουν:
- Ω, τι δόξα σου έχει δοθεί, Μακάριε!
Ο άγιος απάντησε στους δαίμονες:
«Φοβάμαι, επειδή δεν ξέρω τίποτα καλό που θα έκανα.»
Τότε εκείνοι οι δαίμονες που βρίσκονταν ακόμη πιο ψηλά στο μονοπάτι της ψυχής του Μακαρίου, φώναξαν:
- Μας ξέφυγες πραγματικά από τα χέρια, Μακάριε!
Αλλά είπε:
- Όχι, αλλά πρέπει επίσης να το αποφύγουμε.
Και όταν ο μοναχός βρισκόταν ήδη στις πύλες του παραδείσου, οι δαίμονες φώναξαν δυνατά:
- Μας απέφευγε, μας απέφευγε.
Τότε ο Μακάριος απάντησε στους δαίμονες με δυνατή φωνή:
- Ναι! Προστατευμένος από τη δύναμη του Χριστού μου, ξέφυγα από τις δολοπλοκίες σου.
Αυτή είναι η ζωή, ο θάνατος και η μετάβαση στην αιώνια ζωή του σεβάσμιου πατρός μας Μακαρίου 746 .
Αφού τελειώσαμε την αφήγηση της ζωής του αγίου, ας δοξάσουμε τον Πατέρα και τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα, τον Ένα Θεό, δοξασμένο στους αγίους Του για πάντα. Αμήν.
* * *
Σημειώσεις
Ο Άγιος Μακάριος ονομάζεται «Αιγύπτιος» σε αντίθεση με έναν άλλο ασκητή με το ίδιο όνομα και σύγχρονο του, ο οποίος γεννήθηκε και πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην πόλη της Αλεξάνδρειας, και γι' αυτό ονομάζεται «Αλεξανδρινός» ή «αστικός». Για την αγιότητα και τη σοφία του, ο Μακάριος της Αιγύπτου ονομάζεται «ο Μέγας». Γεννήθηκε γύρω στο έτος 301.
Το Πτιναπόρ, ή Πεζίζβιρ, ήταν ένα χωριό που βρισκόταν στη δυτική όχθη του Νείλου, εντός των ορίων της σημερινής αιγυπτιακής επαρχίας Μενούφ ή Μενουφιέχ, στο νότιο τμήμα της κοιλάδας του Νείλου, στην περιοχή που είναι γνωστή ως Κάτω Αίγυπτος. Σήμερα, σώζονται μόνο ερείπια.
Η έρημος της Νιτρίας—την οποία ο ιερός Ιερώνυμος ονόμασε «πόλη του Θεού» λόγω της αγιότητας των κατοίκων της ερήμου που την κατοικούσαν—ήταν μια απέραντη έρημος που συνόρευε με τη Λιβύη και την Αιθιοπία. Πήρε το όνομά της από ένα κοντινό βουνό, του οποίου οι λίμνες περιείχαν άφθονο νίτρο ή νιτρικό κάλιο.
Η Φαράν είναι μια άγονη και ορεινή χώρα ανάμεσα στην Παλαιστίνη, την Αίγυπτο, την Ιδουμία και τη χερσόνησο του Σινά.
Το Σκήτη Ερημητήριο βρισκόταν σε απόσταση μιας ημέρας ταξιδιού (25-30 μίλια) από το όρος Νιτρία, στη βορειοδυτική Αίγυπτο. Ήταν μια άνυδρη, βραχώδης έρημος, αγαπημένο μέρος για τους Αιγύπτιους ερημίτες, φημισμένο για τα ασκητικά κατορθώματα των μοναχών που αναζητούσαν καταφύγιο εκεί.
Όπως εκφράζεται στην ακολουθία προς τον Όσιο Μακάριο (βλ. το μηνιαίο μήνυμα – ikos για το 6ο άσμα του κανόνα).
Το στάδιο είναι ίσο με 87 1/2 των οργιών μας.
Ο Ρουφίνος, ιερέας της Ακυληίας, γεννήθηκε γύρω στο 345 και πέθανε το 410. Ήταν εκκλησιαστικός συγγραφέας. Στα έργα του περιλαμβάνονται η «Ιστορία του Μοναχισμού», η «Ιστορία της Εκκλησίας» και η «Απολογία του Αγίου Ιερώνυμου» (δύο βιβλία).
Ο Παλλάδιος της Ελενουπόλεως (368–430), μαθητής του Αγίου Δωροθέου, καταγόμενος από τη Γαλατία, έφτασε στην Αλεξάνδρεια το 388, από όπου αργότερα αποσύρθηκε στην κοντινή έρημο, όπου εργάστηκε και ο Άγιος Δωρόθεος, και στη συνέχεια μετακόμισε στη Βηθλεέμ. Το 390, εξελέγη Επίσκοπος Ελενουπόλεως, στη Βιθυνία της Μικράς Ασίας. Στη συνέχεια, ο αυτοκράτορας Αρκάδιος, ως υποστηρικτής του Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου , τον εξόρισε στην Άνω Αίγυπτο, από όπου μεταφέρθηκε στον Αντίνοο το 408, και επέστρεψε στην έδρα του στην Ελενουπόλεως το 412. Κατόπιν αιτήματος του Λαύσου, του έπαρχου της Καππαδοκίας, το 420 συνέταξε μια συλλογή με τους βίους των αγίων και ιστορίες γι' αυτούς, την οποία ονόμασε «Λαυσιακό» προς τιμήν του. Λόγω της εποικοδομητικής και διδακτικής φύσης αυτής της συλλογής, ο χάρτης της εκκλησίας απαιτεί αναγνώσεις από αυτήν στους όρθρους της Μεγάλης Σαρακοστής.
Λίτρο – λίβρα, βυζαντινή μονάδα βάρους ίση με 72 ζολότνικ.
Αυτό αναφέρεται στην έρημο Κέλι, η οποία βρισκόταν περίπου επτά μίλια νοτιοανατολικά του όρους Νιτρία. Ήταν μια απέραντη έρημος, διάσπαρτη με κελιά ερημιτών, τόσο μακριά το ένα από το άλλο που κανείς δεν μπορούσε ούτε να δει ούτε να ακούσει ο ένας τον άλλον. Όσοι αναζητούσαν την απομόνωση από το όρος Νιτρία συνήθως κατέφευγαν στην έρημο Κέλι αφού είχαν εγκατασταθεί στη μοναστική ζωή. Εδώ ζούσαν μια πιο μοναχική ζωή, και τα κελιά τους ήταν τόσο μακριά το ένα από το άλλο που ούτε η όραση ούτε η ακοή διαταράσσονταν από την κοντινή απόσταση μεταξύ άλλων αδελφών. Οι μοναχοί ήταν υποχρεωμένοι να μην επισκέπτονται τα κελιά ο ένας του άλλου, ώστε να μην διαταράσσουν τη σιωπή. Μόνο τα Σάββατα και τις Κυριακές συγκεντρώνονταν στην εκκλησία για κοινοτικές λειτουργίες. Η έρημος Κέλι διοικούνταν από ιερείς, μεταξύ των οποίων ο Άγιος Μακάριος Αλεξανδρείας ήταν ιδιαίτερα φημισμένος.
Ο αυτοκράτορας Ουάλης βασίλευσε από το 364 έως το 378.
Ο Αρειανός Λούκιος, ο οποίος κατέλαβε τον πατριαρχικό θρόνο της Αλεξάνδρειας μετά τον Άγιο Αθανάσιο τον Μέγα.
Ο Παφνούτιος ήταν ιερέας· μοιραζόταν με τον Άγιο Μακάριο το βάρος της διακυβέρνησης των σκητικών μοναχών.
Ο Σεραπίων ήταν Επίσκοπος Θμούις (στην Κάτω Αίγυπτο), μια από τις πιο αξιοσημείωτες εκκλησιαστικές προσωπικότητες των αρχών του 4ου αιώνα. Συνέταξε τους «Μοναστικούς Κανόνες». Γνωστές είναι επίσης οι «Επιστολές προς Μοναχούς», «Ο Βίος του Αγίου Μακαρίου της Αιγύπτου » (στα Κοπτικά) και ορισμένα άλλα έργα του. Ο Σεραπίων ήταν ένθερμος υποστηρικτής της Ορθοδοξίας, κάτι που οδήγησε στην εξορία του.
Ο Άγιος Μακάριος πέθανε γύρω στο έτος 391. Ο τόπος των άθλων του Αγίου Μακαρίου εξακολουθεί να ονομάζεται Έρημος Μακαρίου και εκεί βρίσκεται ένα μοναστήρι που φέρει το όνομά του. Τα λείψανα του αγίου βρίσκονται στην πόλη Αμάλφι της Ιταλίας. Μια πολύτιμη κληρονομιά της έμπειρης σοφίας του Αγίου Μακαρίου είναι τα πενήντα κηρύγματά του, οι επτά οδηγίες και οι δύο επιστολές του. Το θέμα των λόγων και των οδηγιών του Αγίου Μακαρίου είναι η εσωτερική πνευματική ζωή, κυρίως όπως ασκείται στο μονοπάτι της στοχαστικής μοναξιάς. Παρά το βαθύ και σκοτεινό θέμα, οι λόγοι και οι οδηγίες αυτού του έμπειρου δασκάλου είναι σαφείς και κατανοητές. Η πνευματικότητα, τόσο λίγο γνωστή σε μερικούς από εμάς, έρχεται κοντά στην καρδιά και το μυαλό από τον Άγιο Μακάριο. Αυτό που διαφορετικά θα ήταν σκοτεινό λόγω πνευματικής ανωτερότητας, έρχεται στην κατανόηση από τον Άγιο Μακάριο μέσω συγκρίσεων και εικόνων, οι οποίες είναι πάντα απλές και επομένως ακόμη πιο εντυπωσιακές.







































