Πέμπτη 25 Ιουνίου 2026

 


ΕΑΝ   ΘΕΛΕΤΕ

ΕΠΙΣΚΕΦΘΕΙΤΕ

ΤΙΣ ΠΑΡΑΚΑΤΩ 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΕΣ ΞΕΝΕΣ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΕΣ

 







 















ΕΑΝ   ΘΕΛΕΤΕ

ΕΠΙΣΚΕΦΘΕΙΤΕ

ΤΙΣ ΠΑΡΑΚΑΤΩ 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΕΣ ΞΕΝΕΣ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΕΣ

 







 















Α Π Ο Δ Ο Σ Ι Σ   ΤΗΣ   Ε Ο Ρ Τ Η Σ

 ΤΟΥ  ΓΕΝΕΘΛΙΟΥ

 

 του Τιμίου, Ενδόξου,

Προφήτου, Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου

Του Ἀρχιμ. Σεραπίωνος Μιχαλάκη
(νυν Μητροπολίτου Παραμυθίας)







Στις 24 Ιουνίου η Αγία του Χριστού Εκκλησία τιμά και εορτάζει το Γενέθλιο του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, ο οποίος είχε την μεγαλύτερη τιμή από κάθε άλλο άνθρωπο, είχε δηλαδή την τιμή να βαπτίση τον ίδιο τον Δεσπότη Χριστό. Αυτόν διάλεξε ο Κύριός μας από όλους τους γηγενείς για υπουργό του φρικτού Μυστηρίου της Βαπτίσεώς του.


Αξίζει να σημειωθεί ότι η Αγία μας Εκκλησία τρία μόνο Γενέθλια τιμά καί εορτάζει: 1) του Δεσπότου και Κυρίου ημών Ιησού Χριστού στις 25 Δεκεμβρίου 2) της Παναχράντου Αυτού Μητρός Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας στις 8 Σεπτεμβρίου και 3) του ενδόξου Προφήτου Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου στις 24 Ιουνίου. 


Είναι πράγματι ο Τίμιος Πρόδρομος η μεγαλύτερη μορφή της Εκκλησίας μας κατά την αψευδή μαρτυρία του Κυρίου μας που είπε: «δεν υπάρχει ανάμεσα στους ανθρώπους που γεννήθηκαν από γυναίκα (δηλαδή κατά τους όρους της φύσεως, αφού ο ίδιος ο Χριστός γεννήθηκε εκ Πνεύματος Αγίου και εκ της Παρθένου Μαρίας υπέρ φύσιν) μεγαλύτερος από τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο».


Ενός λοιπόν τέτοιου Θεομαρτύρητου άνδρα το Γενέθλιο τιμούμε και δοξάζομε. Και είναι φυσικό το γεγονός, ότι προηγήθηκαν πολλά παράδοξα και καινοφανή γεγονότα πριν από την Γέννησή του, τα οποία μας τα διηγείται ο Ευαγγελιστής Λουκάς στο πρώτο κεφάλαιο του Ευαγγελίου του με κάθε λεπτομέρεια.


Λέγει λοιπόν ότι στις ημέρες του Βασιλιά Ηρώδη ζούσε στην Ιουδαία κάποιος ιερέας που λεγόταν Ζαχαρίας. Είχε σύζυγό του την Ελισάβετ, η οποία ήταν απόγονος του Ααρών του προφήτου.


Ο Ζαχαρίας και η Ελισάβετ ήταν άνθρωποι στολισμένοι με πολλές αρετές, με φόβο Θεού, με δικαιοσύνη, με ευλάβεια και σωφροσύνη, και τηρούσαν επιμελώς τις εντολές του Θεού. Παρόλο όμως που αγαπούσαν τον Θεό, ο Κύριος δοκίμαζε την υπομονή τους και την πίστη τους. Και για πολλά χρόνια δεν άκουγε την δέησή τους, που τον παρακαλούσαν να τους χαρίση παιδί.


Ειχαν πια γεράσει πολύ και ο Ζαχαρίας και η στείρα σύζυγός του Ελισάβετ και δεν είχαν πλέον ελπίδα να τεκνοποιήσουν, αφού οι όροι της φύσεως είχαν παρέλθει λόγω του γήρατος. Ούτε όμως περίμεναν πλέον την απάντηση στις προσευχές τους, που πολλές φορές είχαν κάνει στον Θεό, αλλ’ υποτάσσονταν αδίστακτα στο θέλημά του και δέχονταν, χωρίς δυσαρέσκεια τη δοκιμασία και το όνειδος της ατεκνίας τους.





Ενώ λοιπόν ο ιερέας Ζαχαρίας βρισκόταν στο Ναό και θυμίαζε στο Ιερό Βήμα, φανερώθηκε σ’ αυτόν Άγγελος Κυρίου για να προμυνήσει τη γέννηση του επιγείου και ενσάρκου Αγγέλου, του Βαπτιστού Ιωάννου. Βλεποντάς τον ο Ζαχαρίας ταράχθηκε και φοβήθηκε τόσο πολύ ώστε έμεινε εκστατικός. Τότε ο Άγγελος άρχισε να του λέγει τα εξής: «Μή φοβάσαι Ζαχαρία. Γιατί ο Θεός δέχθηκε την προσευχή σου και η γυναίκα σου η Ελισάβετ θα γεννήσει υιόν. Και θα τον ονομάσεις Ι ω ά ν ν η . Και θα δοκιμάσης μεγάλη χαρά και αγαλλίασι. Πολλοί θα χαρούν για την γέννησή του γιατί θα είναι μεγάλος και περιφανής ενώπιον του Θεού. Θα λάβει όλο το πλήρωμα της Θείας Χάριτος και θα γεμίση από τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, όταν ακόμη θα κυοφορείται στην κοιλιά της μητέρας του Ελισάβετ. Και θα επιστρέψει (με το κήρυγμά του) πολλούς Ισραηλίτες στη γνώση του αληθινού Θεού, του Κυρίου αυτών». 


Ακούγοντας έκπληκτος ο Ζαχαρίας όλο αυτό τό ξενήκουστο γι’ αυτόν μήνυμα του Αγγέλου, κατεπλάγη και τον ρώτησε γεμάτος απορία:


«Πως είναι δυνατό να γίνη αυτο; και με ποιο τρόπο θα το γνωρίσω και θα το πιστεύσω; Πως μπορώ να βεβαιωθώ, τη στιγμή που είμαι τόσο γέρων στην ηλικία και η γυναίκα μου ομοίως υπέργηρη και στείρα;»


Τότε ο Αγγελος του είπε: «Εγώ που σου μιλώ είμαι ο Άρχων Γαβριήλ, που στέκομαι μπροστά στο Θρόνο του Θεού και με έστειλε ο Θεός να σου πω όλα αυτά τα χαρμόσυνα μηνύματα. Όμως επειδή δεν τα πίστεψες, θα μείνεις άλαλος μέχρι την ημέρα που θα εκπληρωθούν όσα σου προανήγγειλα, δηλαδή μέχρι να γεννηθεί ο Ιωάννης».





Πράγματι από εκείνη την ημέρα έμεινε ο Ζαχαρίας βουβός και άλαλος, έως ότου η Ελισάβετ γέννησε με χαρά τόν Πρόδρομο. Ντρεπόταν όμως να διακυρήξει την γεννησή του για το τόσο πολύ προχωρημένο γήρας της.




ΣΠΟΥΔΗ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ
ΤΟΥ ΓΕΝΕΘΛΙΟΥ ΤΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ






Στήν εικόνα του Γεννεσίου του Προδρόμου η Ελισάβετ βρίσκεται πάνω σε μεγαλόπρεπο και υψηλό κρεβάτι. Τα ενδύματά της περιβάλλουν με σεμνότητα όλο το γηρασμένο σώμα της. Είναι λεχώ, δηλαδή μόλις γέννησε το παιδί της, τον Πρόδρομο Ιωάννη. Μολονότι τον απέκτησε στο βαθύ γήρας της, στο πρόσωπό της διακρίνουμε πιο έντονα τα χαρακτηριστικά της συστολής και της σεμνής σωφροσύνης, παρά τα χαρακτηριστικά της έξαλλης χαράς που ήταν φυσικό να συνέβαινε σε μια άλλη συνηθισμένη γυναίκα. Η Ελισάβετ δόξαζε τον Θεό και στον καιρό της ατεκνίας της και τώρα πού παρ' ελπίδα έγινε Μητέρα. Πίσω της διακρίνουμε ένα καταστόλιστο μαξιλάρι, για την ανάπαυση του σώματός της μετά τις ωδίνες του τοκετού καί ακόμη πιό πίσω τήν οικία της σεμνή και επιβλητική. Η οροφή της οικίας είναι σκεπασμένη με κόκκινο ένδυμα πού συμβολίζει τό κάλυμα του νόμου. Πλάι της στέκονται οι θεραπαινίδες, που ετοιμάζουν την τράπεζα του φαγητού και της προσφέρουν από τα παρατιθέμενα εδέσματα, για την ενδυνάμωση του σώματός της.


Στο κάτω μέρος της εικόνας άλλη θεραπαινής γνέθει νήμα και με την άκρη του ποδιού της κινεί τον λίκνο, δηλαδή την κούνια του νεογέννητου Ιωάννη. Η κούνια σκεπασμένη με λευκό ύφασμα, φυλάει τον θησαυρό, δηλαδή το βρέφος που θα δώσει τέλος στη σκιά του νόμου και θα οδοποιήσει τήν ημέρα του φωτός και της χάριτος. Ο Ιωάννης είναι τυλιγμένος με τα σπάργανα όπως τα συνηθισμένα βρέφη, αλλά φορεί και φωτοστέφανο. Το πρόσωπό του λάμπει από χάρη, γιατί έχει ήδη γεμίσει από το Αγιο Πνεύμα, όπως προανήγγειλε ο Αγγελος Κυρίου. Δίπλα του, από τα δεξιά βλέπουμε τον πατέρα του τον Ζαχαρία, να κάθεται σε κάθισμα ωραίο, με ταπεινό αλλά και λαμπρό υποπόδιο και να γράφη σε πινακίδα, με τον κάλαμό του, την λέξη Ι ω ά ν ν η ς. Είναι το όνομα που θα δοθεί στο βρέφος.


Рождество св. Иоанна Крестителя. Икона. Мастер Семен Бороздин. Кон. XVI — нач. XVII в. (ГРМ) Γεννηση του Αγίου Ιωάννη Βαπτιστή. Εικονίδιο. Πλοίαρχος Simon Borozdin. του 15ου - 16ου αιώνα

Γιατί οι συγγενείς και ολοι οι γνωστοί και γείτονες που είχαν συναθροισθεί στην οικία του Ζαχαρία, περίμεναν να δοθεί στο βρέφος - όπως ήθελε η παράδοση - το όνομα του πατέρα του δηλαδή «Ζαχαρίας». Αλλά η Ελισάβετ έλεγε ότι θα ονομασθεί Ιωάννης. Όλοι απορημένοι ζήτησαν και τήν γνώμη του Ζαχαρία και εκείνος σαν βουβός και αλαλος που ήταν, εγραψε σε πινακίδα το όνομα Ιωάννης, προξενώντας θαυμασμό σε όλους τους παρευρισκομένους. Τότε με θαυμαστό τρόπο λύθηκε ο δεσμός της γλώσσας του και είπε την θαυμάσια ωδή, που διαβάζομε στό α΄ κεφάλαιο του κατά Λουκάν Αγίου Ευαγγελίου (Λουκ. α΄, 68-79):


«Ας είναι ευλογημένος ο Κύριος, ο Θεός του Ισραήλ, γιατί ήρθε και λύτρωσε το λαό του.


Για χάρη μας έστειλε ένα δυνατό σωτήρα από τη γενιά του Δαβίδ, του δούλου του, όπως ακριβώς είχε πει αιώνες πριν με το στόμα των αγίων προφητών του.


Μ’ αυτόν μας έσωσε από τους εχθρούς μας και από την εξουσία όλων όσοι μας μισούσαν.


Έδειξε την ευσπλαχνία του στους πατέρες μας κι επλήρωσε την άγια διαθήκη του˙ 


τήρησε τον όρκο που έδωσε στον πατέρα μας τον Αβραάμ, να μας αξιώσει, αφού γλιτώσουμε απ’ τα χέρια των εχθρών, να τον λατρεύουμε σαν άνθρωποι που του ανήκουμε και κάνουμε το σωστό ενώπιόν τους σ’ όλη μας τη ζωή.


Κι εσύ, παιδί μου θα ονομαστείς προφήτης του ύψιστου Θεού, γιατί θα προπορευτείς πριν από τον Κύριο για να ετοιμάσεις το δρόμο του, να κάνεις γνωστή στο λαό του τη σωτηρία με τη συχώρεση των αμαρτιών τους.


Επειδή ο Θεός μας είναι γεμάτος ευσπλαχνία, θα κάνει ν’ ανατείλει για μας ένα φως από ψηλά, για να φωτίσει αυτούς που ζουν στο σκοτάδι και κάτω από τη σκιά του θανάτου, και να οδηγήσει τα βήματά μας στο δρόμο της ειρήνης».





Όντως τα λόγια του Ζαχαρία θαυμάσια και χαροποιά. Κανενός ανθρώπου η γέννηση συνδυάσθηκε με τέτοια γεγονότα και μηνύματα, όπως του Ιωάννου. Γι’ αυτό και είναι για όλους ο λύχνος που φωτίζει, η αυγή πού μαρτυρεί τον Ήλιο Χριστό, ο τελευταίος Προφήτης που είδε με τα μάτια του τον Μεσσία και τον κήρυξε και τον βάπτισε στον Ιορδάνη ποταμό. Αυτός που προσκύνησε τον Χριστό από την μήτρα της μητέρας του Ελισάβετ, όταν την επισκέφθηκε η Θεοτόκος φέροντας στην κοιλιά της τον Δεσπότη Χριστό. «Ένδοθεν γαρ ο δούλος αινούσε τον Δεσπότην», όπως σημειώνει ο υμνωδός.


Αυτός ο Ιωάννης είδε το Αγιο Πνεύμα, εν είδει περιστεράς να κατεβαίνει προς τον Κύριο, και να επισφραγίζει την φωνή του Θεού Πατρός, που ακούστηκε εξ Ουρανού: «Ούτος εστίν ο Υιός μου ο αγαπητός εν ω ηυδόκησα Αυτού ακούετε».




«Προφήτα και Πρόδρομε της παρουσίας Χριστού, αξίως ευφημήσαι σε ουκ ευπορούμεν ημείς οι πόθω τιμώντες σε στείρωσις γαρ τεκούσης και πατρός αφωνία, λέλυνται τη ενδόξω και σεπτή σου γεννήσει και σάρκωσις Υιού του Θεού κόσμω κηρύττεται». 






Рождество пророка Иоанна Проедтечи (24 июня)
Менологий  21 - 24 июня; Византия. Греция; XIV в.; 
памятник: Византийский менологий (Byzantine illumination Menologion); 10 x 13 см.; местонахождение: Англия. Оксфорд. Бодлеанская Библиотека 
(Bodleian Librry)
Το Γενέθλιον του Τιμίου, Ενδόξου, Προφήτου, Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου
Βυζαντινό Μηνολόγιο τού Ιουνίου (21 - 24)  τού 14ου αιώνα μ.Χ.
 και ευρίσκεται στην Βιβλιοθήκη Bodleian στην Οξφόρδη. Αγγλία 









Τρία θαυμαστά γεγονότα που συνοδεύουν το γενέθλιο του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου (24 Ιουνίου)


Το πρώτο θαυμαστό γεγονός, είναι ότι ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος είναι ο μοναδικός άγιος που πρώτα τον γνώρισε ο κόσμος ως Άγιο και έπειτα ως βρέφος. Πρώτα τον γνώρισε ως Προφήτη και έπειτα τον είδε ως άνθρωπο!
Και αυτό γιατί πριν ακόμα βγει από την κοιλιά της μητέρας του, έδειξε την Χάρη που έλαβε από τον Θεό και προφήτευσε προσκυνώντας τον Δεσπότη των απάντων. Σκίρτησε στην κοιλιά της Ελισάβετ όταν η Παναγία την ασπάστηκε. Το σκίρτημα αυτό ήταν ένα προσκύνημα που γέμισε την καρδιά της Ελισάβετ με πνευματική χαρά και ανεφώνησε:  ἰδοὺ γὰρ ὡς ἐγένετο ἡ φωνὴ τοῦ ἀσπασμοῦ σου εἰς τὰ ὦτά μου, ἐσκίρτησεν ἐν ἀγαλλιάσει τὸ βρέφος ἐν τῇ κοιλίᾳ μου. (Λκ 1,44) Αμέσως δηλαδή μεταδόθηκε η χάρη που έλαβε ο Ιωάννης στην Ελισάβετ, η οποία άρχισε να κηρύττει εκείνα που ο Ιωάννης ως αγέννητος δεν μπορούσε να πει:  καὶ ἐπλήσθη Πνεύματος Ἁγίου ἡ Ἐλισάβετ  καὶ ἀνεφώνησε φωνῇ μεγάλῃ καὶ εἶπεν· εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξὶ καὶ εὐλογημένος ὁ καρπὸς τῆς κοιλίας σου. Καὶ πόθεν μοι τοῦτο ἵνα ἔλθῃ ἡ μήτηρ τοῦ Κυρίου μου πρός με;  Ἰδοὺ γὰρ ὡς ἐγένετο ἡ φωνὴ τοῦ ἀσπασμοῦ σου εἰς τὰ ὦτά μου, ἐσκίρτησε τὸ βρέφος ἐν ἀγαλλιάσει ἐν τῇ κοιλίᾳ μου. (Λκ 1,41-42)
Μητέρα του Θεού, ονομάζει την Παρθένο, σαν να ήξερε ποιον κυοφορούσε μέσα στην κοιλιά της. Γίνεται Προφήτης λοιπόν η Ελισάβετ και αυτό βεβαίως είναι δόξα του υιού της, του Ιωάννη.
Είναι πράγματι ασύλληπτη η χάρη που δόθηκε στον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο. Αρκεί να αναλογιστεί κανείς ότι:
Οι Μάρτυρες, πρώτα βαπτίζονται στο αίμα του Μαρτυρίου τους,  οι ασκητές πρώτα πλένονται στον ιδρώτα της άσκησης, οι Απόστολοι πρώτα ευωδίασαν τον εαυτό τους με την οσμή του κηρύγματος, όλοι οι Άγιοι βάφτηκανπρώτα με τους αγώνες τους και έπειτα έλαβαν την Χάρη του Αγίου Πνεύματος. Ο κόσμος γενικά, γνώρισε τον κάθε άνθρωπο που αγίασε, από τα κατορθώματα των αρετών του. Όλοι οι Προφήτες, από την πολλή τους αρετή έγιναν σκεύη δεικτικά των χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος και έτσι έλαβαν και το χάρισμα να προφητεύουν. Τότε ο κόσμος κατάλαβε πως ήταν Προφήτες.
Όμως, τον Άγιο Ιωάννη, τον κατάλαβε ο κόσμος, πριν να γεννηθεί στον κόσμο. Όταν ήταν βρέφος αγέννητο!
Ένα δεύτερο θαυμαστό γεγονός, είναι το γεγονός πως για να καταλάβουν οι άνθρωποι ότι ο Άγιος Ιωάννης είναι Πρόδρομος του Μονογενούς Υιου του Θεού, ο Θεός θέλησε η γέννησή του Προδρόμου, να έχει παρόμοια προτερήματα με εκείνα του Ιησού:
– Στην γέννηση του Ιησού Χριστού ο Γαβριήλ ευαγγελίζει στην Παρθένο το Χαίρε. Στην γέννηση του Ιωάννη ο Άγγελος, λέει στον πατέρα του τον Ζαχαρία «Και έσται χαρά σοι και αγαλλίασις». (Λκ 1,14)
– Ο Άγγελος λέει στην Παρθένο: Εκείνος που θα γεννήσεις, είναι ο Υιός του Υψίστου. (Λκ. 1,32) Ο Άγγελος προλέγει στον Ζαχαρία, ότι ο υιός σου θα είναι Μεγας ενώπιον του Κυρίου. (Λκ 1,15)
– Στην γέννηση του Χριστού έχουμε παρθενία και τόκο. Στην γέννηση του Ιωάννη έχουμε στείρωση και γηρατειά.
– Εκεί Άγγελοι δοξαζουν, εδώ άνθρωποι θαυμάζουν.
– Εκεί ανοίγουν οι ουρανοί και κατεβάζουν τον αστέρα, εδώ λυνεται η γλώσσα του πατέρα και εκφωνει τις προφητείες.
– Γεννήθηκε ο Ιησούς και έπαψε του διαβόλου η εξουσία. Γεννήθηκε ο Ιωάννης και άρχισε το κήρυγμα της Σωτηρίας.
.Μια τρίτη μικρή αλλά πολύ σημαντική λεπτομέρεια: Ο Ζαχαρίας δεν προσευχόταν να του χαρίσει ο Θεός ἐναν υιόν.  Αν ζητούσε κάτι τέτοιο, τότε σίγουρα δεν θα απιστούσε τόσο, όταν ο Άγγελος του είπεότι θα γεννήσει υιό η Ελισάβετ. Αυτός, όταν προσέφερε στον Θεό θυμίαμα παρακαλούσε για την Σωτηρία του λαού και κατά την ώρα που έκανε δέηση για την Σωτηρία του κόσμου, τον επισκέφτηκε ο Άγγελος και του είπε, ότι ακούστηκε η δέησή σου και η γυναίκα σου η Ελισάβετ θα γεννήσει τον υιόν σου. Σαν να του έλεγε ότι η Σωτηρία του κόσμου, θα αρχίσει από την γέννηση του υιού σου. Σαν να του έλεγε ότι ήταν η γέννηση του Ιωάννη η Σωτηρία όλου του κόσμου
Λέει ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης πως καθένας από τους υπόλοιπους αγίους εγκωμιάσθηκε από κάποιον άλλον, ο υψηλός στην αρετή από κάποιον επίσης υψηλό, και ο μετριώτερος από κάποιον μέτριο. Γι’ αυτόν, όμως, που τώρα ευφημείται κατ’ εξοχήν, το εγκώμιο προέρχεται από τον ίδιο τον Χριστό τον Θεό, που είναι η αλήθεια. Γιατί αναφέρει: «Κανείς μεταξύ των ανθρώπων δεν έχει αναφανεί ανώτερος από τον Ιωάννη τον Βαπτιστή».


 Άπολυτίκιον. 
Ήχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.

Προφήτα και Πρόδρομε, της παρουσίας Χριστού, άξίως εϋφημήσαί σε, ουκ εύπορούμεν ημείς, οι πόθω τιμώντές σε· στείρωσις γαρ τεκούσης, και πατρός αφωνία, λέλυται τη ενδόξω, και σεπτή σου γεννήσει, και σάρκωσις Υιού του Θεού, κόσμω κηρύττεται.


Κοντάκιον 

Ήχος γ’. Η Παρθένος
Η πριν στείρα σήμερον, Χριστού τον Πρόδρομον τίκτει, και αυτός το πλήρωμα, πάσης της προφητείας, όνπερ γάρ, προανεκήρυξαν οι Προφήται, τούτον δη, εν Ιορδάνη χειροθετήσας, ανεδείχθη Θεού Λόγου, Προφήτης Κήρυξ ομού και Πρόδρομος.







Περί των Λειψάνων του Τιμίου Προδρόμου


Καθηγητοῦ Ἀντωνίου Μάρκου



Περί τῆς Τιμίας Κεφαλῆς τοῦ Τιμίου Προδρόμου.



Κατά τόν Ἱστορικό Δοσίθεο Πατριάρχη Ἱεροσολύμων, ἀδιάφθορη διαφυλάχθηκε καί ἡ Τιμία Κάρα τοῦ Βαπτιστοῦ.

Γιά πρώτη φορά ἡ Κάρα βρέθηκε στά Ἀνάκτορα τοῦ Ἡρώδη ἀπό δύο μοναχούς, «δι’ ἐπιφανείας καί ἀποκαλύψεως τοῦ ἰδίου τοῦ Βαπτιστοῦ» καί μεταφέρθηκε στήν Ἔμεσσα τῆς Συρίας, ὅπου ἀλληλοδιαδόχως ἔφθασε στά χέρια τοῦ Ἀρειανοῦ Ἱερομονάχου Εὐσταθίου.

Γιά δεύτερη φορά ἡ Κάρα βρέθηκε κρυμμένη σέ σπήλαιο, «ἐντός ὑδρίας», καί ἀνακομίσθηκε στήν ΚΠολη, ὅπου κατατέθηκε στόν πρός τιμή τοῦ Προδρόμου Ναό, στό Ἕβδομο.

Γιά τήν τρίτη Εὕρεση τῆς Κάρας δέν σώθηκαν ἰδιαίτερες λεπτομέρειες. Εἶναι γνωστό μόνο, ὅτι βρέθηκε στά Κόμμανα τῆς Καππαδοκίας, «ὑπό τινος Ἱερέως, ἐντός ἀργυροῦ ἀγγείου καί εἰς τόπον ἱερόν» καί ἀπό ἐκεῖ ἀνακομίσθηκε καί πάλι στήν ΚΠολη.

Ἀπό Ἐγκώμιο τό ὁποῖο ἔγραψε ὁ ὅσ. Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, πιθανολογεῖτ
Ἱερουσαλήμ» (σελ. 1216).



Γιά τήν Ἱστορία πρέπει νά ἀναφέρουμε, ὅτι μετά τίς Σταυροφορίες ἐμφανίσθηκε στή Δύση κάρα πού ἀποδόθηκε στόν Τίμιο Πρόδρομο, γιά τήν διαφύλαξή της μάλιστα κτίσθηκε ὁ Καθεδρικός Ναός τῆς Ἀμμιένης, ὁ μεγαλύτερος Γοτθικοῦ ρυθμοῦ Ναός τῆς Εὐρώπης.
αι ὅτι ἴσως ὑπῆρχε στή Μονή τοῦ Στουδίου μέρος ἤ καί ὅλη ἡ ἁγία Κάρα. Στήν ἱστορική συνέχεια ἡ Κάρα διαφυλάχθηκε στή Βλαχία (ἄγνωστο ἀπό ποιόν καί πότε δωρήθηκε), διότι τόν 16ο αἰ. μέρος της δωρήθηκε στή Μονή Διονυσίου Ἁγίου Ὄρους, ἀπό τόν Ἡγεμόνα τῆς Βλαχίας Νεάγκο Μπασαράμπη (1512 – 1521), ὁ ὁποῖος πλήρωσε καί τήν δαπάνη κατάσκευῆς τῆς χρυσῆς λειψανοθήκης της. Τό 1765, ἐνῶ Διονυσιάτες μοναχοί τήν μετέφεραν στό μετόχι τους στό νησί τοῦ ἁγ. Εὐστρατίου, γιά τήν σωτηρία τῶν κτημάτων ἀπό καταστροφική ἀκρίδα, τό πλοῖο τους λαφυραγωγήθηκε ἀπό πειρατές καί ἡ Προδρομική Κάρα κατέλειξε στό Μεγάλο Τζαμί τῆς Δαμασκοῦ, ὅπου φυλάσσεται σέ εἰδικό κουβούκλιο. (Σωτ. Ν. Καδᾶ, «Ἡ Ἱερά Μονή ἁγ. Διονυσίου – Προσκυνηματικός Ὁδηγός – Ἱστορία – Τέχνη – Κειμήλια», 2002, σελ. 130).

Ἄλλο μέρος τῆς Κάρας διαφυλάχθηκε στή Μονή Καλούτι τῆς Βλαχίας (Μετόχιο τοῦ Παναγίου Τάφου). Τό τμῆμα ἐκεῖνο «ἔνεκα τῶν περιστάσεων», μετέφερε στά Ἱεροσόλυμα ὁ Πατριάρχης Δοσίθεος, χωρίς νά εἶναι γνωστό πού βρίσκεται σήμερα. Ὁ ἴδιος γράφει στήν Ἱστορία του: «Ἀπεδημήσαμεν ἀπό ΚΠόλεως εἰς Βλαχομπογδανίαν, ὅτε καί τά Μοναστήρια Καλούη καί Οὐγκρέη ἐλάβομεν· ἐν δέ τῷ Καλούῃ μοναστηρίῳ, ἦν μέρος τῆς Τιμίας Κάρας τοῦ Προδρόμου, ὅπερ – τό ἀμφίβολον τοῦ τόπου κατανοήσαντες – ἀνηνέγκαμεν εἰς Ἱερουσαλήμ» (σελ. 1216).

Γιά τήν Ἱστορία πρέπει νά ἀναφέρουμε, ὅτι μετά τίς Σταυροφορίες ἐμφανίσθηκε στή Δύση κάρα πού ἀποδόθηκε στόν Τίμιο Πρόδρομο, γιά τήν διαφύλαξή της μάλιστα κτίσθηκε ὁ Καθεδρικός Ναός τῆς Ἀμμιένης, ὁ μεγαλύτερος Γοτθικοῦ ρυθμοῦ Ναός τῆς Εὐρώπης.


Περί τῶν χειρῶν τοῦ Τιμίου Προδρόμου

Ἡ ἀδιάφθορη δεξιά τοῦ ἁγ. Ἰωάννη ὑπέστη καί αὐτή ἀνάλογες μέ τήν Κάρα ἱστορικές περιπέτειες. Κατά τήν συναξαριστική παράδοση τήν δεξιά τοῦ Προδρόμου ἔλαβε ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς καί τήν κατέθεσε στήν πατρίδα του Ἀντιόχεια. Μεταφέρθηκε στήν ΚΠολη κατά τήν βασιλεία τῶν Αὐτοκρατόρων Κωνσταντίνου Ζ’ καί Ρωμανοῦ Β’.
Τό 1403, ὁ Ρούϊ Γκονζάλες Ντέ Καλβίχο (Ἰσπανός ἀπεσταλμένος στήν Αὐλή τοῦ Ταμερλάνου), τήν προσκύνησε στήν Μονή Περιβλέπτου ΚΠόλεως (κτίσμα Ρωμανοῦ Γ, 1031 – 1034). «Ἦταν τό δεξί του χέρι – γράφει – ἀπό τόν ἀγκῶνα ὡς τήν παλάμη, πολύ γερό καί νωπό, ἄν καί λένε πώς ὅλο τό σῶμα τοῦ εὐλογημένου Ἰωάννη στέγνωσε, ἐκτός ἀπό τό δάκτυλο τοῦ δεξιοῦ του χεριοῦ, μέ τό ὁποῖο ἔδειξε ὅταν εἶπε, «ἰδού ὁ ἀμνός τοῦ Θεοῦ». Καί τό χέρι αὐτό ἔμοιαζε νά εἶναι ζωντανό· ἦταν πλαισιομένο ἀπό ἕνα λεπτό χρυσό σύρμα, ἔλειπε ὅμως τό μεγάλο δάκτυλο». (Ρούϊ Γκονζάλες Ντέ Καλβίχο, «Ταξείδι στήν Αὐλή τοῦ Ταμερλάνου», σελ. 101 – 102· καί Νικ. Κοντάκωφ, «Βυζαντινές Ἐκκλησίες καί μνημεία τῆς ΚΠόλεως», Ὀδησσός 1886, σελ. 69).
Ὁ λόγιος Ἁγιορείτης Γεράσιμος Σμυρνάκης σημειώνει γιά τήν δεξιά τοῦ Ἁγίου, ὅτι, «ἡ χείρ αὕτη ὡς καί ἡ Κάρα τοῦ Τιμίου Προδρόμου, κομισθεῖσαι εἰς ΚΠολιν, ἐπί πέντε ἑκατονταετηρίδας εὑρίσκοντο ἐν τῷ Μοναστηρίῳ τοῦ Πετρίου, κατά δέ τήν Ἅλωσιν τῆς ΚΠόλεως μετά τοῦ Ἀκανθίνου Στεφάνου, τῆς Λόγχης καί τοῦ Σπόγγου, κατετέθησαν ἐν τῷ Σουλτανικῷ Θησαυροφυλακίῳ… Κατά Σεπτέμβριον τοῦ 1482 ὁ Σουλτάνος Βαγιαζήτ συνωμολόγησε συνθήκην μετά τοῦ Μεγάλου Ταξιάρχου τῆς Ρόδου, ἐπί τοῖς ὅροις, ἵνα εἰρήνη κρατῆ κατά ξηράν καί θάλασσαν, ἐμπορική ἐλευθερία, κ.λ.π. – ἔτι δέ μυστικήν συνθήκην ἀφορῶσαν εἰς τόν ἀδελφόν αὐτοῦ Τζέμ, τόν διεκδικοῦντα τόν Θρόνον, δι’ ἧς ἀνεδέχετο νά πληρώση 45.000 δουκάτα τῷ Μεγάλῳ Ταξιάρχῃ, ἄν τό Τάγμα αὐτοῦ καθείργνυε τόν Τζέμ. Μαθών δέ ὅτι ὁ Ταξιάρχης ἐξεπλήρωσεν τήν ἀφορῶσαν αὐτόν ὑποχρέωσιν, ἀπέστειλε καί αὐτός – κατά Μάϊον τοῦ 1438 – τό συνομολογηθέν ποσόν τῶν δουκάτων, συγχρόνως δέ βαρυτιμότατον δῶρον ἐντός κυπαρρισίνης θήκης, τήν δεξιάν χεῖρα τοῦ Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ, ἐπιμελῶς ἐν σηρικῷ ὑφάσματι ἐνειλημένην». (Γερασίμου Σμυρνάκη, «Τό Ἅγιον Ὄρος», σελ. 511).
Ἡ δεξιά τοῦ Ἁγίου φυλάχθηκε στή Μάλτα, ὅπου ἡ ἕδρα τῶν Ἰωαννιτῶν Ἰπποτῶν, μέχρι τό 1799. Τότε, μέ τήν κατάληψη τῆς νήσου ἀπό τούς Γάλλους, οἱ Ἰππότες στράφηκαν γιά βοήθεια πρός τήν Ρωσία καί τήν 12η Ὀκτωβρίου 1799 πρόσφεραν στόν Τσάρο Παῦλο Α’ τεμάχιο τοῦ Τιμίου Ξύλου, τήν Εἰκόνα τῆς Παναγίας Φιλερήμου καί τήν δεξιά τοῦ Προδρόμου. Τά κειμήλια κατατέθηκαν στό Παρεκκλήσιο τοῦ Χειμερινοῦ Ἀνακτόρου. Ἡ Ρωσική Ἐκκλησία ἀπό τό 1800, τιμᾶ τό γεγονός τήν 12η Ὀκτωβρίου. (Βλ. Ἰστοσελίδα «Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἀμερικῆς» – METROPOLIA). Δέν εἶναι γνωστές οἱ συνθῆκες κάτω ἀπό τίς ὁποίες ἡ Προδρομική δεξιά ἔφθασε στήν Μονή Διονυσίου Ἁγίου Ὄρους.
Ἐπίσης δέν εἶναι γνωστές οἱ συνθῆκες κάτω ἀπό τίς ὁποίες τό κειμήλιο βρέθηκε στήν ΚΠολη. Ἤδη ἀπό το 1878, ὁ Μητροπολίτης πρ. Βελεγράδων Ἰερεμίας ὁ ὁποῖος κοινοβίασε στήν Μονή Διονυσίου, κατέβαλε προσπάθειες γιά τήν ἐπανάκτηση τοῦ κειμηλίου. Στίς ἀρχές τοῦ 19ου αἰ. τό κειμήλιο ἦταν στήν κατοχή τοῦ μυστικοσύμβουλου τῆς Πρωσίας στήν ΚΠολη Ἰωάννη Φραγκόπουλου, ὁ ὁποῖος καί τό εἶχε διακοσμήσει. Ἐπεστράφη στήν Μονή Διονυσίου τήν 10. 3. 1802, χάρις στίς προσπάθειες τοῦ Προηγουμένου Ἰωακείμ Ἁγιοστρατίτη (σέ ἀνάμνηση τελεῖται ἀγρυπνία τήν Δ’ Κυριακή τῶν Νηστειῶν).
Στό ἴδιο ἔργο του ὁ Καλβίχο σημείωνει γιά τήν ἐπίσκεψη τῆς Ἰσπανικῆς Ἀποστολῆς στόν Ναό τοῦ Προδρόμου. Πρόκειται γιά Ναό πού ἔκτισε ὁ Θεοδόσιος Α’ ὁ Μέγας, κοντά στά Ἀνάκτορα τῶν Βλαχερνῶν. Εἶχε μορφή βαπτιστηρίου καί ἦταν διακοσμημένος μέ ἐξαίρετα ψηφιδωτά. Ὁ ψηλός θόλος του στηριζόταν σέ τέσσερεις κίονες ἀπό πράσινο ἴασπι! Οἱ θύρες του ἦσαν ἀργυρές ἐπιχρυσωμένες! «Κοντά στίς πόρτες – γράφει – βλέπεις τέσσερεις μικρές κολόνες ἀπό ἴασπι, μέ ἀργυρές καί ἐπίχρυσες γραμμές, οἱ ὁποίες συμπλέκονται σέ σχῆμα σταυροῦ μέ πολλά πετράδια»!. Ἐκεῖ φυλάσσονταν ἡ ἀδιάφθορη ἀριστερά τοῦ Ἁγίου. «Τήν ἴδια ἡμέρα – γράφει – μᾶς ἔδειξαν τό ἀριστερό χέρι (ἀπό τόν ὤμο ὡς τήν παλάμη) τοῦ ἁγ. Ἰωάννη τοῦ Βαπτιστή. Εἶχε τόσο στεγνώσει, πού ἔβλεπες μόνο δέρμα καί ὀστά· ἡ ἄρθρωση τοῦ ἀγκῶνα ἦταν ἀπό χρυσό καί πολύτιμα πετράδια» (αὐτ. σελ. 97 – 98). Ἡ Προδρομική ἀριστερά σήμερα σώζεται στό Μουσεῖο τῶν Ἀνακτόρων Τόπ Καπί ΚΠόλεως.


Ἀπό τά Λείψανα τοῦ Τιμίου Προδρόμου σήμερα σώζονται:

Μέρος τῆς Κάρας του στή Μονή Δοχειαρίου Ἁγίου Ὄρους·
Μέρος τῆς Κάρας του στό Μεγάλο Τζαμί τῆς Δαμασκοῦ·
Τό ἐπάνω μέρος τῆς Κάρας του στό Μουσεῖο τῶν Ἀνακτόρων Τόπ Καπί ΚΠόλεως·
Μέρος τῆς σιαγόνας «μετά τριῶν ὀδόντων» στήν Μονή Σταυρονικήτα Ἁγίου Ὄρους·
Ἡ ἀδιάφθορη δεξιά του στή Μονή Διονυσίου Ἁγίου Ὄρους·
Ἡ ἀδιάφθορη ἀριστερά του στό Μουσεῖο τῶν Ἀνακτόρων Τόπ Καπί ΚΠόλεως·
Μέρος τῆς ἀριστερᾶς στή Μονή Μεγάλου Μετεώρου·
Δάκτυλος στή Μονή Βατοπεδίου Ἁγίου Ὄρους·
Ἀποτμήματα τῆς ἀριστερᾶς στή Μονή ἁγ. Ἰωάννη Μακρυνοῦ Μεγάρων, στό Ἱ. Ν. Γενν. Τιμίου Προδρόμου Λαρίσης καί στό Παρεκκλήσιο ὁσ. Ξένης τῆς διά Χριστόν Σαλῆς Μάνδρας Ἀττικῆς·
Ἀποτμήματα στίς Μονές Ἰβήρων, Παντοκράτορος καί ἁγ. Παντελεήμονος Ἁγίου Ὄρους.
Ἀκόμη στή Μονή Ταξιαρχῶν Αἰγιαλείας σώζεται ἡ «πλεξίδα» του.





Moschei ce pastreaza moaste ale Sfantului Ioan Botezatorul

Prin traditie, locul in care a fost inmormantat Sfantul Ioan se afla in Sevastia, in Samaria. De aici, insa, moastele sale au fost duse in alte orase (Ierusalim, Alexandria), pentru a nu fi profanate. Capul a fost si el dus in mai multe locuri, incat de multe ori i s-a pierdut urma, fiind aflat ulterior la Ierusalim, Emesa sau chiar Roma.

Intre moscheile care pretind ca detin fragmente din moastele Sfantului Ioan Botezatorul se afla si Moscheea Imrahor Camii din Istanbul (fosta Manastire Studion). Documentele arata ca aici se pastreaza inca din secolul al IX-lea mana dreapta si o parte din craniu, frumos imbracate in aur si pietre pretioase.
O alta moschee in care se afirma ca este pastrat capul Sfantului Ioan Botezatorul, este Moscheea Umayyad sau Marea Moschee din Damasc. Situata in partea antica a Damascului, acest locas de cult musulman este una dintre cele mai mari si mai vechi moschei din intreaga lume. Este considerata al patrulea loc sfant al Islamului.

Dupa cucerirea araba a Damascului in 634, aceasta moschee a fost construita pe locul unei biserici crestine inchinate Sfantului Ioan Botezatorul.

Τζαμιά που κρατά τα λείψανα του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου

Κατά παράδοση, ο τόπος όπου θάφτηκε ο Άγιος Ιωάννης βρίσκεται σε Σεβαστή στην Σαμαριάς. Από εδώ, όμως, τα λείψανά του μεταφέρθηκαν σε άλλες πόλεις (Ιερουσαλήμ, Αλεξάνδρεια), δεν πρέπει να βεβηλώνονται. Το κεφάλι ήταν επίσης έφερε σε διάφορα σημεία, ότι πολλές φορές είχα χάσει, αφού βρέθηκε αργότερα στην Ιερουσαλήμ, Emesa ή ακόμα και τη Ρώμη.

Μεταξύ τζαμιά που ισχυρίζονται ότι έχουν θραύσματα των λειψάνων του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου είναι Imrahor Camii Τζαμί στην Κωνσταντινούπολη (πρώην Μονή Στουδίου). Τα έγγραφα δείχνουν ότι εδώ διατηρείται από τα τέλη του ένατου δεξί χέρι και μέρος του κρανίου, όμορφα ντυμένος με χρυσό και πολύτιμους λίθους.
Ένα άλλο τζαμί αναφέροντας ότι ο επικεφαλής διατηρείται Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου είναι το Τζαμί Umayyad ή το Τζαμί Umayyad. Βρίσκεται στην αρχαία Δαμασκό αυτό το μουσουλμανικό χώρο λατρείας είναι ένα από τα μεγαλύτερα και παλαιότερα τζαμιά στον κόσμο. Θεωρείται το τέταρτο ιερότερο τόπο του Ισλάμ.

Μετά την αραβική κατάκτηση της Δαμασκού στο 634, το τζαμί χτίστηκε στη θέση μιας χριστιανικής εκκλησία αφιερωμένη στον Άγιο Ιωάννη τον Βαπτιστή.

"Am vazut si eu aceasta moschee luxoasa, cu lampadare si covoare. Este acolo un mic paraclis acoperit cu email verde si cu pereti de sticla. Acolo inauntru este capul Sfantului Ioan Botezatorul.

"Έχω δει αυτό το τζαμί πολυτελές, με πολυελαίους και χαλιά Είναι ένα μικρό εκκλησάκι που καλύπτεται με σμάλτο πράσινο γυάλινο τοίχο υπάρχει σε υπάρχει το κεφάλι του Ιωάννη του Βαπτιστή γύρω... 






Η ΔΕΞΙΑ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ Ι.ΜΟΝΗ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ


Κατά την συναξαριστική παράδοση την δεξιά τού Προδρόμου έλαβε ο Ευαγγελιστής Λουκάς καί τήν κατέθεσε στήν πατρίδα του, Αντιόχεια.

Μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη κατά την βασιλεία των Αυτοκρατόρων Κωνσταντίνου Ζ’ και Ρωμανού Β’.

To 1403, ο Ruy González de Clavijo (Ρούϊ Γκονζάλες Ντέ Κλαβίχο) Ισπανός απεσταλμένος στην Αυλή τού Ταμερλάνου, την προσκύνησε στην Μονή της Περιβλέπτου στην Κωνσταντινούπολης η οποία ήτανε κτίσμα του Ρωμανού Γ. 

«Ήταν τό δεξί του χέρι – γράφει – από τον αγκώνα ως την παλάμη, πολύ γερό καί νωπό, αν καί λένε πώς όλο τό σώμα του ευλογημένου Ιωάννη στέγνωσε, εκτός από τό δάκτυλο τού δεξιού του χεριού, μέ τό οποίο έδειξε όταν είπε, «ἰδού ὁ ἀμνός τοῦ Θεοῦ». 

Καί το χέρι αυτό έμοιαζε νά είναι ζωντανό· ήταν πλαισιωμένο από ένα λεπτό χρυσό σύρμα, έλειπε όμως τό μεγάλο δάκτυλο». (Ρούϊ Γκονζάλες Ντέ Κλαβίχο, «Ταξείδι στήν Αὐλή τοῦ Ταμερλάνου», σελ. 101 – 102· καί Νικ. Κοντάκωφ, «Βυζαντινές Ἐκκλησίες καί μνημεία τῆς ΚΠόλεως», Ὀδησσός 1886, σελ. 69).Ο λόγιος Αγιορείτης της Μονής Εσφιγμένου, Γεράσιμος Σμυρνάκης σημειώνει για την δεξιά του Αγίου, oτι: «ἡ χείρ αὕτη ὡς καί ἡ Κάρα τοῦ Τιμίου Προδρόμου, κομισθεῖσαι εἰς ΚΠολιν, ἐπί πέντε ἑκατονταετηρίδας εὑρίσκοντο ἐν τῷ Μοναστηρίῳ τοῦ Πετρίου, κατά δέ τήν Ἅλωσιν τῆς ΚΠόλεως μετά τοῦ Ἀκανθίνου Στεφάνου, τῆς Λόγχης καί τοῦ Σπόγγου, κατετέθησαν ἐν τῷ Σουλτανικῷ Θησαυροφυλακίῳ… 

Κατά Σεπτέμβριον τοῦ 1482 ὁ Σουλτάνος Βαγιαζήτ συνωμολόγησε συνθήκην μετά τοῦ Μεγάλου Ταξιάρχου τῆς Ρόδου, ἐπί τοῖς ὅροις, ἵνα εἰρήνη κρατῆ κατά ξηράν καί θάλασσαν, ἐμπορική ἐλευθερία, κ.λ.π. – ἔτι δέ μυστικήν συνθήκην ἀφορῶσαν εἰς τόν ἀδελφόν αὐτοῦ Τζέμ, τόν διεκδικοῦντα τόν Θρόνον, δι’ ἧς ἀνεδέχετο νά πληρώση 45.000 δουκάτα τῷ Μεγάλῳ Ταξιάρχῃ, ἄν τό Τάγμα αὐτοῦ καθείργνυε τόν Τζέμ. 

Μαθών δέ ὅτι ὁ Ταξιάρχης ἐξεπλήρωσεν τήν ἀφορῶσαν αὐτόν ὑποχρέωσιν, ἀπέστειλε καί αὐτός – κατά Μάϊον τοῦ 1438 – τό συνομολογηθέν ποσόν τῶν δουκάτων, συγχρόνως δέ βαρυτιμότατον δῶρον ἐντός κυπαρρισίνης θήκης, τήν δεξιάν χεῖρα τοῦ Ἰωάννου του Βαπτιστοῦ, ἐπιμελῶς ἐν σηρικῷ ὑφάσματι ἐνειλημένην». (Γερασίμου Σμυρνάκη, «Τό Ἅγιον Ὄρος», σελ. 511).Η δεξιά τού Αγίου φυλάχτηκε στη Μάλτα, όπου ήτανε η έδρα των Ιωαννιτών Ιπποτών, μέχρι το 1799.

Τότε, με την κατάληψη τής νήσου από τούς Γάλλους, οι Ιππότες στράφηκαν για βοήθεια προς την Ρωσία και την 12η Οκτωβρίου 1799 πρόσφεραν στον Τσάρο Παύλο Α’ τεμάχιο τού Τιμίου Ξύλου, την Εικόνα τής Παναγίας Φιλερήμου καί την δεξιά τού Προδρόμου. 

Τα κειμήλια κατατέθηκαν στο Παρεκκλήσιο τού Χειμερινού Ανακτόρου. Η Ρωσική Εκκλησία από το 1800, τιμά τογεγονός την 12η Οκτωβρίου. (Βλ. Ἰστοσελίδα «Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἀμερικῆς» – METROPOLIA).

Δεν είναι γνωστές οι συνθήκες κάτω από τις οποίες η Προδρομική δεξιά έφθασε στην Μονή Διονυσίου Αγίου Όρους.

Επίσης δέν είναι γνωστές οι συνθήκες κάτω από τις οποίες το κειμήλιο βρέθηκε στην Κωνσταντινούπολη.

Ήδη από το 1878, ο Μητροπολίτης πρ. Βελεγράδων Ιερεμίας ο οποίος κοινοβίασε στην Μονή Διονυσίου, κατέβαλε προσπάθειες για την επανάκτηση τού κειμηλίου. Στις αρχές τού 19ου αιώνα το κειμήλιο ήταν στην κατοχή του μυστικοσύμβουλου τής Πρωσίας στην Κωνσταντινούπολη, Ιωάννη Φραγκόπουλου, ο οποίος και το είχε διακοσμήσει.
Η δεξιά τού Αγίου επεστράφη στην Μονή Διονυσίου στις 10 Μαρτίου του 1802, χάρις στις προσπάθειες τού Προηγουμένου Ιωακείμ Ἁγιοστρατίτη (σε ανάμνηση τελειώνεται αγρυπνία την Δ’ Κυριακή των Νηστειών).




Ο  ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΤΟΥ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΣ 
ΠΕΡΙΛΥΠΟΣ ΠΡΟ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ ΧΕΙΡΟΣ ΤΟΥ Τ. ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ 
Ἡ ἀδιάφθορη ἀριστερά του στό Μουσεῖο τῶν Ἀνακτόρων Τόπ Καπί ΚΠόλεως·

Il existe plusieurs reliques identifiées comme celles d’un bras de Jean-Baptiste[1]. Plusieurs sources historiques, à différentes époques, font mention d’une relique de bras droit considérée comme étant celle du Précurseur[2]. Parmi celles-ci il peut être tentant de rapprocher une relique mentionnée dans les sources byzantines de celle qui est conservée au Musée de Topkapi Sarayi, même si le lien est loin d’être assuré.

D’après la chronique de Jean Skylitzès[3], une relique du bras droit de Jean-Baptiste fut transférée en 956 d’Antioche à Constantinople par l’empereur Constantin VII Porphyrogénète (913-959), pour être déposée dans une des chapelles du Grand Palais, sans doute dans l’église de la Vierge du Phare[4]. À la fin du XIIe siècle, Antoine de Novgorod, moine et archevêque en pèlerinage à Constantinople, mentionne dans ses écrits, tout ce que contient le trésor de cette église, dont la relique du bras droit de Jean-Baptiste.

D’après Du Cange, en 1263, Othon de Cicon, seigneur de Karistos en Eubée, fait présent du bras droit de Jean-Baptiste  à l’abbaye de Cîteaux en France. Othon avait donné refuge à Baudouin II, empereur latin de Constantinople, en 1261. En échange d’une somme payée en hyperpères[5] byzantins, l’empereur en fuite lui avait offert la relique. Cette dernière était conservée dans un reliquaire en argent doré. Une inscription mentionnait  qu’il s’agissait du bras du Précurseur, arrachée aux mains des Barbares par l’empereur Constantin[6] et déposé dans un trésor pour protéger l’Empire et augmenter son pouvoir.

D’après certains defters[7] conservés dans les archives du Topkapı et du Ministère Turc, on sait qu’en 1484, une relique fut envoyée aux Hospitaliers de Rhodes, présents sur l’île depuis le premier quart du XIVe siècle, par le sultan Bâyazîd II (1481-1512). Ce dernier avait payé une pension aux chevaliers pour qu’ils gardent prisonnier son frère Jem. Il semble donc que la relique revient entre les mains des Ottomans au cours de la dernière décennie du XVIesiècle. Il reste difficile de voir le lien ou de prouver l’identité entre la relique mentionnée par les auteurs byzantins, celle qui va de l’Eubée à Cîteaux et celle qui apparaît comme faisant un aller-retour entre Istanbul et Rhodes, d’autant plus qu’un ambassadeur espagnol, Clavijo, a vu une relique du bras droit de saint Jean-Baptiste dans l’église de la Vierge Peribleptos à Constantinople en 1404.

La relique, telle qu’on peut la voir aujourd’hui, est protégée par un reliquaire médiéval de type occidental, en métal, qui recrée la forme du bras et de la main d’une manière réaliste. Ce reliquaire est manifestement un travail italien, plus particulièrement vénitien, effectué du temps où la relique était à Rhodes entre les mains des Hospitaliers. Un motif continu de feuilles de vigne en rinceaux formant des médaillons, simule une manche en soie recouvrant le bras. On observe sur le reliquaire deux cachets en argent représentant le lion vénitien et la croix maltaise du XVIe siècle, époque à laquelle les Hospitaliers devinrent Chevaliers de Malte.

Υπάρχουν πολλά λείψανα εντοπίστηκαν ως εκείνα του βραχίονα Jean-Baptiste [1]. Αρκετές ιστορικές πηγές, σε διαφορετικές χρονικές στιγμές, να αναφέρω ένα λείψανο του δεξιού χεριού έκρινε ότι η Προδρόμου [2]. Μεταξύ αυτών μπορεί να είναι δελεαστικό να φέρει ένα λείψανο που αναφέρονται στις βυζαντινές πηγές από το ένα σώζονται στο Sarayi Μουσείο Τοπ Καπί, ακόμη και αν η σύνδεση δεν είναι διασφαλισμένη.

Σύμφωνα με το Χρονικό του Ιωάννη Σκυλίτζη [3], ένα λείψανο του δεξιού χεριού του Ιωάννη του Βαπτιστή μεταφέρθηκε 956 από την Αντιόχεια στην Κωνσταντινούπολη από τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Ζ (913-959), που θα κατατεθεί σε ένα από τα παρεκκλήσια το Grand Palais, πιθανότατα στην εκκλησία της Παναγίας του Phare [4]. Στο τέλος του δωδέκατου αιώνα, Anthony του Νόβγκοροντ, ο αρχιεπίσκοπος και μοναχός σε ένα προσκύνημα στην Κωνσταντινούπολη, αναφέρει στα γραπτά του, ό, τι περιέχει το θησαυρό της εκκλησίας αυτής, το σκήνωμα του δεξιού βραχίονα του Ιωάννη του Βαπτιστή.

Σύμφωνα με τον Du Cange, το 1263, Otto της Cicon, Καρύστου Ευβοίας Κυρίου, αυτό είναι το δεξί χέρι του Ιωάννη του Βαπτιστή στο κιστερκιανού Abbey στη Γαλλία. Όθων είχε δώσει καταφύγιο σε Baldwin ΙΙ, λατίνος αυτοκράτορας της Κωνσταντινούπολης το 1261. Σε αντάλλαγμα για ένα ποσό που καταβάλλεται hyperpères [5] φυγάς βυζαντινό αυτοκράτορα είχε δώσει το λείψανο. Ο τελευταίος φυλάσσεται σε ασημένια λάρνακα. Μια επιγραφή αναφέρεται ότι ήταν το χέρι του Προδρόμου, απέσπασε από τα χέρια των Βαρβάρων από τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο [6] και κατατίθεται σε ένα θησαυρό για την προστασία της αυτοκρατορίας και να αυξήσει τη δύναμή του.

Σύμφωνα με ορισμένες τεφτέρια [7] στα αρχεία του Τοπ Καπί και το τουρκικό υπουργείο, γνωρίζουμε ότι το 1484, ένα λείψανο εστάλη στους Ιωαννίτες ιππότες της Ρόδου στο νησί από το πρώτο τρίμηνο του δέκατου τέταρτου αιώνα από το Σουλτάνος ​​Βαγιαζήτ Β (1481-1512). Είχε καταβληθεί σύνταξη ιππότες κρατούν αιχμάλωτο αδερφό του Jem. Έτσι φαίνεται ότι το λείψανο πίσω στα χέρια των Οθωμανών κατά την τελευταία δεκαετία του XVIesiècle. Παραμένει δύσκολο να δείτε το σύνδεσμο ή για να αποδείξει την ταυτότητα του λειψάνου που αναφέρονται από τους βυζαντινούς συγγραφείς, αυτό που πηγαίνει από την Εύβοια να Cîteaux και αυτό που εμφανίζεται ως κάνει ένα ταξίδι μετ 'επιστροφής μεταξύ Κωνσταντινούπολης και της Ρόδου, ιδιαίτερα ισπανός πρέσβης, Clavijo, είδε ένα λείψανο του δεξιού χεριού του αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή στην εκκλησία της Παναγίας της Περιβλέπτου στην Κωνσταντινούπολη το 1404.

Το λείψανο, όπως μπορούμε να δούμε σήμερα, προστατεύεται από ένα μεσαιωνικό λειψανοθήκη μέταλλο δυτικού τύπου που αναπαριστά το σχήμα του βραχίονα και το χέρι με ρεαλιστικό τρόπο. Αυτή η λειψανοθήκη είναι σαφώς ένα ιταλικό έργο, ειδικά ενετικό, έκανε χρόνο όπου το λείψανο ήταν στη Ρόδο στα χέρια των Ιωαννιτών. Ένα συνεχές μοτίβο αμπελόφυλλα σε μετάλλια που σχηματίζουν φύλλωμα, προσομοιώνει ένα μεταξωτό λαβή καλύπτει το βραχίονα. Έχει παρατηρηθεί σε δύο γραμματόσημα ασημένια λειψανοθήκη που εκπροσωπούν το Ενετικό λιοντάρι και το σταυρό της Μάλτας του δέκατου έκτου αιώνα, όταν οι Ιωαννίτες έγιναν οι Ιππότες της Μάλτας.



ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΙΒΗΡΩΝ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ. Άγια λείψανα του Αγίου Αμφιλοχίου Ικονίου, της Αγίας Πελαγίας, του Αγίου Κυπριανού, του Αγίου Χαραλάμπους, του Αγίου Γεωργίου του Τροπαιοφόρου, του Αγίου Παντελεήμονος, των Αγίων Αναργύρων Κύρου και Ιωάννου, του Αγίου Ιερομάρτυρος Χαραλάμπους, του Αγίου Ιερομάρτυρος Μοδέστου, του Αγίου Γεωργίου, του Αγίου Τρύφωνος, του Αγίου Προκοπίου, της Αγίας Μαρίνης, του Αγίου Παντελεήμονος, των Αγίων Δισμυρίων, του Αγίου Ιερομάρτυρος Ελευθερίου, του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Προκοπίου, του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, του Αγίου Ιωάννου του Ελεήμονος, του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Παντελεήμονος, του Αγίου Τρύφωνος, του Αγίου Γρηγορίου της Μεγάλης Αρμενίας, της Οσίας Ευπραξίας κ.ά.



Η ΚΑΤΩ ΣΙΑΓΩΝΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΤΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ΚΑΙ ΒΑΠΤΙΣΤΗ.
Φυλάσσεται στην Ιερά Μονή Αγίας Παρασκευής Δομήρου (Ροδολίβος Σερρών).



Ἀπότμημα ἀριστερῆς χειρός τοῦ Τιμίου Προδρόμου στήν Ἱερά Μονή Αγίου Ἰωάννου Μακρυνοῦ  Ἀλεποχώρι Μέγαρα




Raka with thethe right hand of John the Baptist, The Cetinje Monastery, located in the capital of Montenegro, city of Cetinje 
Τό Δεξιό Χέρι τού Αγίου Ἰωάννου Βαπτιστού στην Cetinje Μονή, που βρίσκεται στην πρωτεύουσα του Μαυροβουνίου, Το Τσέτινιε[2], στα ελληνικά Κετίγνη[3][4][5], (μαυροβουνιακά και σερβικά: Cetinje, Цетиње) είναι μία πόλη του νότιου Μαυροβουνίου.






Καθεδρικός Ναός τής πόλης τών Βρυξελλών που τιμάται στο όνομα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ και της Αγίας Γουδούλης.Λειψανοθήκη του 1600 - 1850. Περιέχει τεμάχιο από το σαγόνι
του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου στο εσωτερικό της μεγάλης στρογγυλής θήκης.
Οι άγγελοι παράπλευρα της θήκης κρατούν κρυστάλλινες θήκες που η κάθε μία περιέχει
και από ένα δόντι του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου.
Επιγραφές: στη βάση "RELIQUIAE S. JOANNIS BAPTISTAE PRAECURSORIS", 
στο εσωτερικό "DE MANDIBULA S. JOANNIS BAPT."
Στις μικροθήκες κάτω από τη μεγάλη στρογγυλή θήκη περιέχονται μικρολείψανα
του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, αλλά και της μητέρας του Ελισάβετ.






Δάκτυλος Αγίου Ιωάννου Προδρόμου -  Μονή Βατοπαιδίου






Λειψανοθήκη με τμήμα της κάρας του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου
από την Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας Αγίου Όρους





 Αγιου Ιωάννη του Προδρομου... το δάχτυλο απο το δεξι του χερι με το οποιο εβἀπτισε τον Χριστό... στην Ιερά Μονή Ομπλού Πατρών






 Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος. Απόστολος Θωμά. Αγ. Μαρκέλλα. Αγ. Λουκά ο Ιατρός. Αγ. Ιωάννης της Κλιμακος. Αγ. Μαρία Μαγδαληνή. Όσιος Παίσιος ο Μέγας
 Ιερά Μονή Παναγία Ελεούσα Πατρών







Εικόνα του Αγίου Ιωάννη Προδρόμου με ενσωματωμένο λείψανό του από τον Άθωνα στον ομώνυμο Ιερό Ναό στην Ξηροκαρύταινα Γορτυνίας

Η διδάκτωρ και συνάδελφος βυζαντινολόγος του π. Νεκταρίου Πέττα, από τη μαρτυρική Κύπρο, κ. Μαρίνα Α. Κυριακίδου, στο επιστημονικό βιβλίο της: Ιερός Ναός Αγίου Γεωργίου Τροπαιοφόρου στο Κελλάκι Λεμεσού, έκδοση Ιεράς Μητροπόλεως Λεμεσού, Λευκωσία 2011, στη σ. 125, αναφέρει, σχετικά με την περιγραφή της συγκεκριμένης εικόνας, τα εξής: 
 Η δεσποτική εικόνα φέρει την επιγραφή: «Ο ΑΓΙΟΣ ΙΩ(ΑΝΝΗΣ) Ο ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ». Ο άγιος εικονίζεται όρθιος, ολόσωμος, μετωπικός, ενήλικας, γενειόφορος, με καστανόχρωμα μακριά μαλλιά, που πέφτουν στους ώμους, με τη δεξιά πλευρά του σώματος γερμένη προς τα δεξιά και το βλέμμα στραμμένο προς τον πιστό. Φέρει μεγάλα ροδόχρωμα φτερά στην πλάτη με φωτισμούς ως «ενσώματος άγγελος» και στο κεφάλι στικτό φωτοστέφανο. 
  
Ο άγιος φορά καφε-κόκκινο χιτώνα με κοντά μανίκια, με τριγωνικό άνοιγμα στο λαιμό. Πάνω από το χιτώνα φορά μπλε ιμάτιο με φωτισμούς και πλούσιες πτυχώσεις, που πέφτει στους ώμους, καλύπτοντας την αριστερή πλευρά του σώματος, μέχρι τα πόδια και δένεται στη μέση με σκουρόχρωμη ζώνη.
  
Στο δεξί χέρι κρατά ξετυλιγμένο ειλητάριο με την επιγραφή: «ἺΔΕ Ὁ ἈΜΝΌС ΤΟΥ ΘΕΟῩ Ὁ ΑΊΡΩΝ ΤΗΝ ἈΜΑΡΤΊΑΝ ΤΟῩ ΚΌСΜΟΥ• ΟῩΤΟС ẺΣΤΙ ΠΕΡÍ ΟῩ ẺΓΩ». Με την παλάμη του αριστερού χεριού κρατά μετάλλιο, που εικονίζει τη Σταύρωση του Χριστού. 
   
Η μορφή του αγίου παριστάνεται σχεδόν ολόκληρη σε χρυσό κάμπο, ενώ στο κάτω τμήμα της εικόνας ο άγιος απεικονίζεται σε βραχώδη περιοχή (βουνά της ερήμου), με δύο δέντρα, λιγοστό χορτάρι και ένα οικοδόμημα στο βάθος. Κοντά στο δεξί πόδι του αγίου προβάλλεται η κομμένη κεφαλή του φωτοστεφανωμένη και τοποθετημένη μέσα σε λεκάνη. 
Στις δύο κάτω γωνίες της εικόνας παριστάνεται σε χρυσοκόκκινο πλαίσιο σκηνές από τη ζωή του αγίου. Δεξιά του αγίου, στην κάτω γωνία, εικονίζεται η συνάντηση του αγίου με το Χριστό πριν τη Βάπτισή Του, όπου και αναγράφεται επιγραφή παρμένη από το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο (Ματθ.3, 14-15): «ẺΓΩ ΧΡÍΑΝ ἚΧΩ  ỶΠΌ СΟΥ ΒΑΠΤΙΣΘΗ / ΝΑΙ. Κ(ΑΙ) СỲ ἚΡΧΗ ΠΡΟС ΜΕ: Ὁ ΔÉ/ ἸΗСΟῩС ΕΙΠΕ ἌΦΕС ἌΡΤΙ». Στην απέναντι γωνία εικονίζεται η Βάπτιση του Χριστού. Μεταξύ των δύο σκηνών παρεμβάλλεται επιγραφή, που μας πληροφορεί ότι η εικόνα ζωγραφίστηκε το 1853, με έξοδα του Χαράλαμπου, της συζύγου  και των γονιών του: «+ ΔἒΗСΙС ΤΟῩ ΔΟYΛΟΥ СΟΥ ΧΑΡΑΛÁΜΠΟΥ / СΥΜΒÍΑС Κ(ΑΙ) ΤῶΝ ΓΟΝέωΝ:- Α.ω.Ν.Γ.»
  
Στο πιστό αντίγραφο στο ναό της Ξηροκαρύταινας η αφιερωματική επιγραφή έχει ως εξής:

«СΚΕΠΕ ΤΟΝ ΕΥΠΡΕΠΙСΑΝΤΑ ΠΡΟΔΡΟΜΕ ΙωΑΝΝΗ /  
ΕΙΚΟΝΑ СΟΥ ΤΗΝ ΦΕΡΟΥСΑΝ ΧΡΙСΤΟΝ ΕСΤΑΥΡωΜΕΝΟΝ /
ΤΗΝ ΕΝ Τω ΞΗΡΟΚΑΡΥΤΑΙΝΗС ΝΑω ΕΥΡΙСΚΟΜΕΝΗΝ /
ΑΡΧΙΕΡΑΤΙΚΟΝ ΕΠΙΤΡΟΠΟΝ ΝΕΚΤΑΡΙΟΝ Ν. ΠΕΤΤΑΝ /
ΚωΜΟΠΟΛΕωΣ ΚΟΝΤΟΒΑΖΑΙΝΗС ΚΗΡΥΚΑ ΓΟΡΤΥΝΙΑС /
ΔΙΑ СΥΝΔΡΟΜΗС, ΕΞΟΔωΝ ΤΕ ΙωΑΝΝΟΥ Θ. СΙΕΤΤΟΥ».
  
Κάτω από το στρογγυλό χρυσαφένιο μεταλλικό έλασμα, στο οποίο σχηματίζεται ανάγλυφα ο ήλιος της Βεργίνας (στο κέντρο του οποίου είναι εγκολπωμένο το τεμάχιο του Λειψάνου του ΙΩ Προδρόμου που χορηγήθηκε από τον Άθωνα) υπάρχει η επιγραφή «ΙΕΡΟΝ ΛΕΙΨΑΝΟΝ Τ. ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ».  





Moastele Sfantului Ioan Botezatorul si Sfantului Apostol Petru
Parohia Bumbacari, cu hramul Nasterea Maicii Domnului, este o parohie ortodoxa situata in Bucuresti
Αποτμήματα λειψάνων  τού Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου και τού Αγίου Αποστόλου Πέτρου στην Ενορία Bumbacari, αφιερωμένη στο  Γενέθλιο της Υπεραγίας Θεοτόκου, μια ορθόδοξη Ενορία που ευρίσκεται στο Βουκουρέστι. Ρουμανία








Πού βρίσκεται σήμερα το κεφάλι του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου;

Ο καθεδρικός ναός της Παναγίας στην Αμιένη, όπου φυλάσσεται η κεφαλή του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου.




Η κεφαλή του αγίου Ιωάννη του Προδρόμου κλάπηκε από την Κωνσταντινούπολη κατά την άλωσή της από τους Σταυροφόρους το 1204, και από το 1206 βρίσκεται στην πόλη Amiens (Αμιένη) της βόρειας Γαλλίας, στον περίφημο καθεδρικό της ναό, ο οποίος χτίστηκε ακριβώς για να στεγάσει το άγιο αυτό λείψανο και μάλιστα συγκαταλέγεται στα μνημεία παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς της UNESCO. Τα παρακάτω αποτελούν μετάφραση ενός δημοσιεύματος του ιστολογίου Full of Grace and Truth, όπου παρατίθενται δύο αποσπάσματα από ένα αφιέρωμα του υπέροχου περιοδικού “Road to Emmaus” (Δρόμος προς Εμμαούς). Σας προτείνουμε να ρίξετε μια ματιά μέχρι το τέλος του δημοσιεύματος. Γίνεται λόγος και για τις αποδείξεις της γνησιότητας της τιμίας κάρας.
Το παρακάτω είναι απόσπασμα από ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο από το περιοδικό Road to Emmaus για ιερά ορθόδοξα λείψανα στη Γαλλία. Πρόκειται για μια συνέντευξη με τον π. Νικολά Nikichine ο οποίος από καιρό ερευνά πολλά από τα φερόμενα λείψανα που έχουν σχέση με την Ορθοδοξία στη Γαλλία και παρουσιάζει εδώ πολλά από τα συμπεράσματά του. Μεταξύ των κειμηλίων που έχουν περισσότερες ιστορικές αποδείξεις, όπως αναφέρει, είναι η κεφαλή του αγίου Ιωάννη του Προδρόμου στην Amiens της Γαλλίας. [...]
“Από το 13ο αιώνα, ο καθεδρικός ναός της Νοτρ Νταμ στην Αμιένη στεγάζει ένα μέρος του κρανίου – τα οστά του προσώπου – του αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή. Αυτό δεν πρέπει να συγχέει αυτούς που γνωρίζουν ότι και το Άγιον Όρος ισχυρίζεται ότι έχει «την κεφαλή του αγίου Ιωάννη» (σημείωση του μεταφραστή: ίσως να εννοεί κάπου αλλού). Αυτή η ονοματοδοσία είναι μια ευσεβής συνήθεια, γιατί ακόμα κι αν έχετε μόνο ένα μέρος του κεφαλιού ή του χεριού, δεν θα λέγατε, «έχουμε πέντε εκατοστά του κρανίου», θα λέγατε, «έχουμε την κάρα του». Στο Άγιον Όρος έχουν ένα άλλο μέρος του κρανίου, αλλά στην Αμιένη έχουμε τα οστά του προσώπου, και μπορείτε να φανταστείτε ακόμη και την προσωπικότητά του πίσω από αυτά τα λείψανα.”
“RTE: Μπορείτε να μας πείτε τώρα για τα αποδεικτικά στοιχεία για ορισμένα από τα λείψανα που έχετε μελετήσει;
Π/ΝΙΚΟΛΑ: Όλα τα κυριότερα λείψανα που ανέφερα προηγουμένως έχουν βάσιμα ιστορικά και επιστημονικά επιχειρήματα από πολλές διαφορετικές πηγές, και αυτή η ποικιλία της συνοχής είναι ισχυρό επιχείρημα από μόνο του. Επίσης, μαθαίνοντας την ιστορία αυτών των λειψάνων, εμείς οι Ορθόδοξοι ανακαλύπτουμε μια άλλη άποψη για την ιστορία της δυτικής Εκκλησίας και έναν νέο τρόπο κατανόησης αυτών των ιστορικών γεγονότων.



Για παράδειγμα, η κεφαλή του αγίου Ιωάννη του Προδρόμου αποκτήθηκε κατά τη λεηλασία της Κωνσταντινούπολης το 1204 (σημείωση του μεταφραστή: από τους λατίνους σταυροφόρους της Δ΄ Σταυροφορίας, οι οποίοι κατέκτησαν την Κωνσταντινούπολη και άρπαξαν όλους τους θησαυρούς της, π.χ. τα διάφορα πολύτιμα κειμήλια που μεταφέρθηκαν και βρίσκονται έως σήμερα στην Βενετία, το Άγιο Μανδήλιο που σήμερα είναι γνωστό ως η Σινδόνη του Τορίνο, η περίφημη εικόνα της Οδηγήτριας που ζωγραφίστηκε από τον ευαγγελιστή Λουκά και κατέληξε στο Montevergine της Ιταλίας, και άλλα πολλά). Αυτό ήταν μια μεγάλη τραγωδία για την ανατολική Εκκλησία, αλλά τώρα βλέπουμε τι έχει συμβεί στη Μικρά Ασία, στην Τουρκία, από την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους το 1453 μέχρι σήμερα. Αν το κεφάλι είχε παραμείνει εκεί, θα είχε χαθεί ή καταστραφεί, όταν η Κωνσταντινούπολη έπεσε στα χέρια των Τούρκων (όπως συνέβη με πολλά λείψανα), ή μήπως θα ήταν ακόμα προσβάσιμο για προσκύνηση; Τώρα, αυτό το λείψανο είναι στη Γαλλία, σε έναν πολύ όμορφο καθεδρικό ναό, και είναι δυνατό για τους Ορθόδοξους να το προσκυνήσουν με τον πλέον ανοικτό τρόπο. Η 25η Μαΐου, σύμφωνα με το Ιουλιανό ημερολόγιο, ή η 7η Ιουνίου, σύμφωνα με την αστική ημερολόγιο, είναι η γιορτή της Τρίτης Ευρέσεως της Κεφαλής του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή, και σε αυτή τη γιορτή, το 2004, τελέσαμε την Θεία Λειτουργία με αυτό το λείψανο στην αγία τράπεζα. Αυτό δεν θα μπορούσε ποτέ να συμβεί στη σύγχρονη Τουρκία, και αυτό το είδος προβληματισμού αλλάζει την εκτίμησή μας για το ιστορικό γεγονός της μεταφοράς αυτού του λειψάνου στην Αμιένη. Ο Θεός έχει την δική Του πρόνοια.

Παλιό ανάγλυφο από τον καθεδρικό της Αμιένης που δείχνει την άφιξη της κεφαλής του αγίου Ιωάννη στην πόλη. Παρατηρούμε ότι το άγιο λείψανο με την χρυσή λειψανοθήκη είναι ακριβώς το ίδιο όπως το βλέπουμε και σήμερα.
Ο Θεός επέτρεψε τη μεταφορά αυτών των λειψάνων εδώ, και αυτή η δυτική κοινωνία είναι τα διατηρεί πιστά. Βεβαίως, η Γαλλία περνάει μια περίοδο αποχριστιανοποίησης, αλλά ακόμη βλέπουμε  καθημερινή προσκύνηση των λειψάνων αυτών από έναν μικρό αριθμό πιστών χριστιανών. Ένα άλλο πολύ γνωστό παράδειγμα από τον 11ο αιώνα είναι η μεταφορά («μετακομιδή») του λειψάνου του αγίου Νικολάου από τα Μύρα της Λυκίας (και αυτή βρίσκεται σήμερα στην Τουρκία) στο Μπάρι στην Ιταλία. Στην ακολουθία που είναι αφιερωμένη σε αυτό το γεγονός, λέμε «Δεν ήταν χρήσιμο στα μάτια του Θεού αυτά τα πολύτιμα λείψανα να παραμένουν αδρανή στην έρημο της Λυκίας.» [*** Βλ. την σημείωση παρακάτω] Εμείς οι Ορθόδοξοι πρέπει να αντιμετωπίσουμε ευλαβικά την πρόνοια του Θεού, η οποία εκδηλώνεται σε αυτό.
Αυτή η συνεχής προσκύνηση από ακόμη και μια μειοψηφία Γάλλων πιστών είναι ένα από τα πνευματικά επιχειρήματα για τη γνησιότητά τους. Σε κάθε περίπτωση που έχω μελετήσει, έχω βρει ντόπιους που πιστεύουν, και ακαδημαϊκούς μελετητές που έχουν έγγραφα, ιστορικά βιβλία, και αρχεία που παρουσιάζουν τα ιστορικά και επιστημονικά επιχειρήματα που αποδεικνύουν τη γνησιότητα του λειψάνου. Βεβαίως, αυτοί οι άνθρωποι είναι λίγοι σε αριθμό. Ο μεγάλος αριθμός των Γάλλων ρωμαιοκαθολικών όχι μόνο δεν γνωρίζουν τίποτα για τα δικούς τους ιερούς τόπους, αλλά και δεν ενδιαφέρονται και πολύ για αυτά. Αυτό δεν είναι δικό τους φταίξιμο – αυτοί οι ίδιοι είναι θύματα των αντι-χριστιανικών, αντι-εκκλησιαστικών, και αντι-λειψανικών Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης. Δυστυχώς, κάθε αδύναμο σημείο της ιστορίας της δυτικής Εκκλησίας (σημείωση του μεταφραστή: δηλαδή του Παπισμού) μεγεθύνεται με σκοπό να γενικεύσει την εντύπωση της αδυναμίας της Εκκλησίας συλλήβδην. Οι ρωμαιοκαθολικοί είχαν τις αποτυχίες τους, και η ευπιστία των απλών ανθρώπων γινόταν ενίοτε αντικείμενο εκμετάλλευσης από κακούς κληρικούς για το κέρδος, αλλά και πάλι, όταν μελετάτε την ιστορία των μεγάλων λειψάνων, δεν μένει χώρος για αυτές τις απλοϊκές αντιρρήσεις.
Αντιθέτως, έχουμε πολύ κατηγορηματικά και ισχυρά επιχειρήματα. Μπορούμε να αναφέρουμε το παράδειγμα της κεφαλής του αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή στην Αμιένη, η οποία, ανατομικά, είναι ένα οστό του προσώπου χωρίς το σαγόνι. Συγχρόνως, μια εκκλησία στην επισκοπή του Βερντέν (σημείωση του μεταφραστή: άλλη πόλη της Γαλλίας) είχαν, όπως φημιζόταν, το σαγόνι του Αγίου Ιωάννη. Μια επιτροπή συστήθηκε για να εξετάσει τα δύο κειμήλια, και στην προκειμένη περίπτωση, το σαγόνι στο Βερντέν αποδείχθηκε ότι ήταν ενός άλλου ανθρώπου, μετά τον δέκατο αιώνα, αλλά τα συμπεράσματα της ίδιας επιτροπής σχετικά με τα λείψανα του αγίου Ιωάννη στην Αμιένη ήταν εκπληκτικά. Το οστό της Αμιένης όχι μόνο έχει χρονολογία από τον πρώτο ως τον τρίτο αιώνα μετά Χριστόν, αλλά και αυτό το κομμάτι του κρανίου προσδιορίστηκε ότι ήταν ενός άνδρα μεσογειακής καταγωγής, ηλικίας από 30 μέχρι 45, και επιπλέον υπήρχε μια αρχαία τρύπα που προκλήθηκε από ένα αιχμηρό εργαλείο, ακριβώς στο κάτω μέρος του μετώπου. Σύμφωνα με την ορθόδοξη παράδοση, γνωρίζουμε ότι μετά τον αποκεφαλισμό του, η Ηρωδιάδα μαχαίρωσε το κεφάλι με το μαχαίρι της ως εκδίκηση για την καταγγελία εκ μέρους του του παράνομου γάμου της με τον Ηρώδη. Αν και αυτό δεν είναι τόσο σημαντικό για τους επιστημονικούς εξεταστές, έχουμε πράγματι αυτό το επιχείρημα από τη δική μας παράδοση, μαζί με άλλα ιστορικά και ανθρωπολογικά επιχειρήματα για τη γνησιότητα του λειψάνου του.
Στην ιστορία των μεγάλων κειμηλίων, έχουμε σχεδόν πάντα αυτή την επιστημονική και πνευματική ταύτιση. Για παράδειγμα, στην ιστορία της Σινδόνης του Τορίνου, η ιστορική τεκμηρίωση δεν είναι πολύ πειστική, αλλά τα πιο εντυπωσιακά επιχειρήματα προέρχονται από την επιστημονική πλευρά, τα πορίσματα των οποίων έχουν συνεχώς αναθεωρηθεί κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών. (σημείωση του μεταφραστή: Τα τελευταία χρόνια έχουν εντοπιστεί και η πληθώρα των ιστορικών τεκμηρίων σχετικά με την αγία Σινδόνη, εκτός από τα επιστημονικά! Μπορείτε να διαβάσετε για την θύελλα των συγκλονιστικών στοιχείων σε διάφορα βιβλία, όπως για παράδειγμα στα άψογα “The Crucifixion of Jesus: A Forensic Inquiry” του ιατροδικαστή Frederick Zugibe και το “Holy Faces, Secret Places” του ιστορικού ερευνητή Ian Wilson. Το ένα εστιάζει κυρίως στις αποδείξεις που αφορούν στις φυσικές επιστήμες, ενώ το άλλο στις ιστορικές.)
Μετά τη Γαλλική Επανάσταση, είχαμε αυτό που ονομάστηκε «Καθολική Αναγέννηση» στη Γαλλία. Η πρωτόγονη και άξεστη λογικοκρατία και η κριτική των επαναστατών και των Προτεσταντών που προσπαθούσαν να δυσφημίσουν τα λείψανα ώθησαν τους Ρωμαιοκαθολικούς να εξερευνήσουν τις ιστορίες αυτών των αντικειμένων. Μελέτησαν, έκαναν αρχαιολογικές έρευνες, και έφτασαν σε ένα υψηλότερο επίπεδο αντικειμενικής επιχειρηματολογίας υπέρ της γνησιότητας πολλών από αυτά τα λείψανα που ήταν γνωστά από πριν. Όχι μόνο στη Γαλλία, αλλά και στη χριστιανική Ανατολή, έχουμε ακόμη πολλά έγγραφα που δεν έχουν ερευνηθεί, εξαιτίας των γλωσσικών φραγμών, την αρχαιότητας, και της έλλειψης πρόσβασης.

Ο καθεδρικός ναός της Παναγίας στην Αμιένη, όπου φυλάσσεται η κεφαλή του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου.
Καθώς συνεχίζουμε να μελετάμε, βρίσκουμε με τον καιρό ακόμη περισσότερα επιχειρήματα υπέρ της γνησιότητας, αλλά η άποψή μου είναι ότι η λογική διερεύνηση δεν μπορεί ποτέ να αποτελεί επαρκή απόδειξη. Περιορίζεται από την φύση της λογικοκρατίας. Το βασικό επιχείρημα για εμάς είναι το επιχείρημα της πίστης μας. Δεν είναι το γεγονός ότι αυτό το λείψανο, αυτό το κόκαλο, είναι πραγματικά από από τον άγιο Ιωάννη τον Βαπτιστή με κάποιον τρόπο να επηρεάζει τη σύγχρονη ζωή μας, το προσωπικό μας πεπρωμένο. Γνωρίζουμε από την ιστορία της Εκκλησίας ότι, αν αυτό λείψανο είναι από τον άγιο Ιωάννη τον Βαπτιστή, τότε έχουμε μια μεγαλύτερη εγγύηση ότι η αδύναμη προσευχή μας θα έχει περισσότερα αποτελέσματα εδώ από ό, τι σε άλλο τόπο.
Το σημείο όπου θέλουμε να καταλήξουμε είναι να δείξουμε ότι δεν είναι μόνο εφικτό, αλλά και χρήσιμο να προσευχόμαστε μπροστά σε άγια λείψανα. Έχουμε αρκετά στοιχεία που να δείχνουν ότι υποστηρίζουν την προσευχή μας. Ο Θεός και οι άγιοι οι ίδιοι μάς δίνουν αρκετά επιχειρήματα. Ωστόσο, ακόμη και αν καλώ προσκυνητές σε αυτά τα ιερά μέρη, προσωπικά, δεν τολμώ να επιβάλω αυτό το σέβας ως μια βεβαιότητα. Μόνο το σύνολο της Εκκλησίας μπορεί να το εξουσιοδοτήσει αυτό. [...]“
(παρμένο από:http://www.roadtoemmaus.net/back_issue_articles/RTE_25/A_CITY_OF_SAINTS.pdf, “A CITY OF SAINTS: THE FORGOTTEN RELIQUARIES OF PARIS”;
Road to Emmaus Vol. VII, No. 2 (#25))
[***Σημείωση: Όπως γράφει ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης στον "Συναξαριστή" του για την γιορτή της μετακομιδής του λειψάνου του αγίου Νικολάου (20 Μαϊου): «Διά τούτο ευδόκησεν ο Θεός να σηκωθούν από εκεί τα άγια λείψανα του μεγάλου Πατρός ημών Nικολάου, και να μεταφερθούν εις την πολυάνθρωπον πολιτείαν την ονομαζομένην Mπαρ, ήτις ευρίσκεται εις την Iταλίαν. Ένα μεν, διά να μη μείνουν τα λείψανα τοιούτου Aγίου άτιμα και άδοξα, και άλλο δε, διά να απολαύση και η Δύσις τα τούτου θαυμάσια, ήτις ακόμη δεν είχε πέση εις τας αιρέσεις και κακοδοξίας, αλλ’ ήτον Oρθόδοξος, και ενωμένη με την Aνατολικήν Eκκλησίαν." (http://www.snhell.gr/references/synaxaristis/search.asp)
(και τώρα οι ταπεινές μου απόψεις...) (σημείωση του μεταφραστή: δηλαδή του ιστολογίου Full of Grace and Truth)
Αυτά και τα παρόμοια συναισθήματα που προαναφέρθηκαν δεν δείχνουν να αποδέχονται καθόλου την αφαίρεση των ιερών ορθοδόξων λειψάνων(συμπεριλαμβανομένης εκείνης κατά την λεηλασία της Κωνσταντινούπολης) και τη μεταφορά τους σε ξένα και ακόμα και ετερόδοξα μέρη, αλλά φαίνεται να επαναλαμβάνουν ότι κανείς μας δεν γνωρίζει τον άπειρο νου του Θεού, και το τί ευδοκεί το ανεξιχνίαστο θέλημά Του. Ίσως θα έπρεπε επίσης να δείχνουμε ταπεινοφροσύνη, μετάνοια και καρτερία στις διάφορες δοκιμασίες που επιτρέπονται από το Θεό εξαιτίας των πολλών αμαρτιών μας. Εν πάση περιπτώσει, ας ευχαριστήσουμε τον Θεό εν τέλει για τις αμέτρητες υλικές και πνευματικές ευλογίες που συνεχίζουμε να λαμβάνουμε από Αυτόν σε αφθονία.]
Μετάφραση: Ραφαήλ Παπανικολάου
Πηγή: Περιοδικό “Road to Emmaus: A Journal of Orthodox Faith and Culture” (ιστοσελίδα http://www.roadtoemmaus.net/). Αναδημοσίευση από http://full-of-grace-and-truth.blogspot.com/2009/08/head-of-precious-forerunner-in-amiens.html.


vatopaidi.wordpress



ΕΑΝ   ΘΕΛΕΤΕ
ΕΠΙΣΚΕΦΘΕΙΤΕ
ΤΙΣ ΠΑΡΑΚΑΤΩ 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΕΣ ΞΕΝΕΣ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΕΣ




















(Ο ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ)
(ΣΕ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ)




Αγία Οσιομάρτυς Φεβρωνία




Προὶξ τῇ γυναικῶν καλλονῇ Φεβρωνία.

Τομὴ κεφαλῆς· ὡς καλὴ σοι προὶξ γύναι!
Δῶκε δὲ Φεβρωνίη ξίφει αὐχένα εἰκάδι πέμπτῃ.


Το φρικτό Μαρτύριο της Αγίας Φεβρωνίας

Κατά τους χρόνους του μεγάλου διωγμού που είχε εξαπολύσει ο Διοκλητιανός κατά των Χριστιανών, ζούσε στην Ρώμη ένας νεανίας ονόματι Λυσίμαχος, ο οποίος προοριζόταν για έπαρχος μετά τον θάνατο του πατέρα του. Όμως, επειδή ο Διοκλητιανός είχε ακούσει ότι αυτός ο νεαρός σεβόταν τον Χριστό, απεφάσισε να τον στείλει στην Ανατολή, μαζί με τον κακότροπο θείο του, τον Σελήνο και πλήθος στρατιωτών, για να διώξουν τους Χριστιανούς. Πράγματι κατέφθασαν σε μια χώρα της Μεσοποταμίας, την Παλμύρα, και ο άσπλαχνος Σελήνος θανάτωνε πολλούς Χριστιανούς. Ο Λυσίμαχος λυπόταν πικρά για όλα αυτά, διότι η μητέρα του ήταν Χριστιανή και του είχε διδάξει να πιστεύει στον Χριστό. Γι’ αυτό και ανακοίνωσε κρυφά στον Πρίμο, που ήταν επικεφαλής των στρατιωτών, ότι είχε εντολή από την μητέρα του να μην θανατώσει κανέναν Χριστιανό και επειδή πονούσε η ψυχή του βλέποντας τον θείο του να εγκληματεί κατά των αθώων Χριστιανών, κατέπεισε τον Πρίμο να μην φυλακίζει Χριστιανούς και να ειδοποιούνται τα Μοναστήρια ώστε να κρύβονται οι μοναχοί και οι μοναχές για να μην τους βρίσκουν οι διώκτες.
febronia.nisibi.iconarussa3Στη χώρα αυτή υπήρχε ένα γυναικείο Μοναστήρι με πενήντα μοναχές και Ηγουμένη την Βρυένη. Ανάμεσα στις αδελφές ήταν και μια πολύ ενάρετη μοναχή, η εικοσάχρονη Φεβρωνία, που ήταν ανιψιά της Βρυένης, πολύ ωραία και εύμορφη που στα μέρη εκείνα δεν υπήρχε ωραιοτέρα γυναίκα καί λέγεται ότι δεν ήταν δυνατόν να ιστορίσει ζωγράφος το κάλλος και την φαιδρότητα του προσώπου της. Γι’ αυτό και η Ηγουμένη Βρυένη την φύλαγε με φόβο και αγωνία από τους ασεβείς δίνοντάς της αυστηρότερο κανόνα νηστείας, μη χορταίνοντας καν τον άρτο και το νερό, με πολύ λιγοστό ύπνο που λάμβανε καθιστή ή χωρίς στρώμα καταγής, ώστε να βασανίζει το σώμα της, προσευχόμενη διαρκώς στον Θεό να απομακρύνει τον πειράζοντα διάβολο. Αναγινώσκοντας με επιμέλεια τις Θείες Γραφές επειδή ήταν εκ φύσεως φιλομαθής, κατηχώντας με την πολυμάθειά της και τις άλλες αδελφές, ακόμα και τις κοσμικές γυναίκες που ερχόντουσαν προς πνευματική ωφέλεια στο Μοναστήρι. Μια εξ’ αυτών των γυναικών ήταν η Ιερεία, κόρη ενός Συγκλητικού, που θαύμαζε την Φεβρωνία και πήγαινε στον παρθενώνα για να ακούσει τα θεία λόγια της. Συνεπαρμένη η Ιερεία από τις νουθεσίες της, κατέπεισε ακόμα και τους γονείς της να λάβουν το Βάπτισμα.
cl. febroniaΌμως, εκείνο τον καιρό ήλθαν στη χώρα αυτή ο Σελήνος και ο Λυσίμαχος με τα στρατεύματά τους, αναγκάζοντας τους Χριστιανούς να κρυφθούν στα όρη και στις σπηλιές. Έτσι και οι μοναχές του Μοναστηριού ζήτησαν ευλογία για να κρυφτούν στους γύρω τόπους. Και η Ηγουμένη Βρυένη, τις επέτρεψε να πράξουν κατά το συμφέρον τους, κάνοντας όπως θέλουν. Μόνο η Φεβρωνία, αν και είχε ασθενήσει βαρύτατα από τον σκληρό αγώνα της, έλεγε: «Ζει Κύριος ο Χριστός μου, τον οποίο ενυμφεύθην και του αφιέρωσα την ψυχή μου. Δεν εξέρχομαι από τον τόπο τούτο, αλλ’ εδώ θα αποθάνω και θα ενταφιασθώ δια τον Δεσπότη μου». Η Ηγουμένη μένοντας μόνη στο Μοναστήρι μαζί με την Φεβρωνία και την αδελφή Θωμαΐδα, μπήκε στην Εκκλησία και προσευχόταν κλαίγοντας, φοβούμενη για την Φεβρωνία, μην την πάρουν οι στρατιώτες στο κριτήριο, επειδή ήταν πανέμορφη νέα και την εξαπατήσουν με κολακείες και την εξαναγκάσουν να προδώσει την ευσέβειά της. Κατόπιν αφού συμβούλεψαν την Φεβρωνία να προσέχει ώστε ότι και αν συμβεί να μην πλανηθεί με πλούτο που θα της τάξουν και να μην προδώσει την τιμή της, υπομένοντας τις πανουργίες για χάρη του Χριστού, ενθυμούμενη τους αγίους Μάρτυρες που έλαβαν δεινά και φρικτά βασανιστήρια και κολαστήρια για χάριν Εκείνου. Τότε η Φεβρωνία ανήγγειλε ότι δεν έφυγε από την Μονή, «επειδή ποθώ να αποθάνω δια τον Δεσπότη μου, εάν με αξιώσει η χάρις Του, δι’ αυτό παρέμεινα».
vg_febroniaΤο πρωί πληροφόρησαν κάποιοι τον Σελήνο για εκείνο το γυναικείο Μοναστήρι και ευθύς απέστειλε στρατιώτες για να συλλάβουν τις μοναχές. Αφού έσπασαν τις πόρτες και εισήλθαν βρήκαν μόνο τις τρεις και κάποιος στρατιώτης τράβηξε το ξίφος για να φονεύσει την Ηγουμένη. Η Φεβρωνία έπεσε στα πόδια του και του είπε: «Σας εξορκίζω στον Θεό, ο Οποίος κατοικεί στα ουράνια, να φονεύσετε πρώτα εμένα, για να μη δω τον θάνατο της κυρίας μου». Τότε μεσολάβησε ο καλός Πρίμος και παρότρυνε τις μοναχές να κρυφτούν για να μην τις βρουν οι στρατιώτες όταν ξαναέρθουν. Επιστρέφοντας ο Πρίμος στο Πραιτώριο, λέγει προς τον Λυσίμαχο: «Μεταβήκαμε στο Μοναστή­ρι, και είδα μία νεανίδα, της οποίας εθαύμασα το κάλλος. Μα τους θεούς, δεν είδα γυναίκα ωραιοτέρα, καί είναι πράγματι αξία δια σε». Του λέγει ο Λυσίμαχος: «έχω εντολή από την μητέρα μου, να μη κακοποιήσω Χριστιανό. Πώς λοιπόν να επιβουλευτώ τις δούλες του Χριστού; σε παρακαλώ λοιπόν να τις διαφυλάξεις στην ευσέβεια, ώστε να μη πέσουν στά χέρια του θείου μου».
St_FebroniaΈνας όμως από τους κάκιστους εκείνους στρατιώτες ανήγγειλε στον Σελήνο, λέγοντας ότι βρήκαμε στο Μοναστήρι νεανίδα, η οποία όντως είναι ξένο θέαμα. Τότε θυμωθείς ο Σελήνος έστειλε στρατιώτες να φέρουν την νέα στο κριτήριο. Απελθόντες λοιπόν άρπαξαν αυτήν ως άγρια θηρία, την έδεσαν από τον λαιμό, καί την έσυραν. Η δε Ηγουμένη και η Θωμαΐς την προέτρεπαν να μη φοβηθεί τις βασάνους, να μη λυπηθεί το φθειρόμενο σώμα, το οποίο γίνεται στον τάφο άχρηστο καί σε βρώμα των σκωλήκων μετατρέπεται, αλλά είναι προτιμότερο να το παραδώσει σε μάστιγες και κολαστήρια για τον Κύριο, για να ζήσει μαζί του αιωνίως στον Παράδεισο.
Ελπίζοντας στον Θεό, η Φεβρωνία και έχοντας το θάρρος της στον Χριστό και την Θεοτόκο, υπεσχέθη να δείξει ανδρείο και γενναίο φρόνημα και αφού ζήτησε την ευχή τους, αναχώρησε οδεύοντας προς τον Μαρτύριο. Οι στρατιώτες πήραν την Αγία και την οδήγησαν στο θέατρο όπου είχε συναχθεί πλήθος κόσμου και όσοι την είδαν την συμπόνεσαν. Ο ηγεμόνας Σελήνος εντυπωσιασμένος από το κάλλος και την ευγένεια της Φεβρωνίας, της πρότεινε να λάβει σύζυγο τον Λυσίμαχο που θα γινόταν Έπαρχος και θα τους χάριζε όλο τον πλούτο του. Την απείλησε ότι αν δεν δεχθεί τον λόγο του, τρεις ώρες δεν θα την αφήσει ζωντανή. Του λέγει η Φεβρωνία: «Εγώ έχω στους ουρανούς παστάδα αχειροποίητο, νυμφώνα ακατάλυτο, προίκα την βασιλεία των ουρανών και Νυμφίο αθάνατο, γι’ αυτό δεν δύναμαι να συνοικήσω με άνθρωπο. Λοιπόν μη πλανάσαι, ούτε να κοπιάζεις με κολακείες και απειλές να με δοκιμάζεις, ότι δεν θέλεις με νικήσει ουδέποτε».
febronie (1)Ακούγοντας αυτά ο τύραννος θύμωσε, και προστάζει να εκδύσουν την Αγία και να την παραστήσουν γυμνή μπροστά σε όλους, για να ντραπεί την ασχημοσύνη της, να ταλανίσει την αβουλία αυτής και την απείθεια, όταν συλλογισθεί από ποια λαμπρή δόξα σε πόση ατιμία κατήντησε. Όταν λοιπόν την εξεγύμνωσαν οι στρατιώτες και την παρέστησαν έτσι γυμνή, είπε προς αυτήν ο τύραννος: «Βλέ­πεις, Φεβρωνία, πόσων αγαθών εξέπεσες, και σε πόση περιέπεσες καταφρόνηση;» Και εκείνη απεκρίθη: «Ένας είναι ο Δημιουργός, ο οποίος μας έκαμε εξ αρχής άρσεν και θήλυ. Γι’ αυτό όχι μόνον υπομένω αυτήν την γύμνωση, αλλά και να κόψουν για τον Χριστό μου ένα έκαστον όλα τα μέλη μου, εάν με αξιώσει η χάρις Του να πάθω για την αγάπη Του δεινά κολαστήρια». Λέγει τότε ο τύραννος: «Αναίσχυντε και πάσης ατιμίας αξία, ξέρω πως κενοδοξείς για το κάλλος σου και το έχεις σε έπαινο να σε βλέπουν». Του λέγει η Αγία: «Ο Χριστός μου ξέρει, ότι έως την σήμερον δεν είδα χαρακτήρα ανδρός ουδέποτε, καί συ με λέγεις αναίσχυντο, αναίσχυντε όντως και άγνωστε. Όποιος θέλει να πολεμήσει σε αγώνα ολύμπιο, δεν παλεύει ενδεδυμένος με ιμάτια, αλλά γυμνός στον αγώνα συμπλέκεται, για να νικήσει τον αντίπαλο. Έτσι και εγώ είναι πρέπον να υπομείνω την γύμνωση, για να πολεμήσω με τον διάβολο τον πατέρα σου».
Θυμωθείς τότε ο ηγεμών πρόσταξε να απλώσουν την Αγία τέσσερις άνδρες, να ανάψουν φωτιά κάτω από αυτήν για να φλογίζεται και από πάνω να την χτυπούν δυνατά στη ράχη ανηλεώς άλλοι τέσσερις άνδρες. Καθώς λοιπόν την έδερναν ώρα πολλή οι άσπλαχνοι, ράντιζαν άλλοι με έλαιο το πυρ από κάτω, για να ανάβει ξανά και να την φλογίζει χειρότερα. Έτσι λοιπόν δεινώς βασανιζόμενης της Αγίας, εφώναζε ο λαός, και δεόταν λέγοντες: «Σπλαχνίσου, φιλάνθρωπε δικαστά, την νεανίδα». Αλλά αυτός ο άσπλαχνος δεν ήθελε καί πρόσταξε τους μαστιγώνοντας να την κτυπούν δυνατότερα. Και όταν είδε ότι έπεφταν στην γή οι σάρκες της καί φαινόταν σαν νεκρή, πρόσταξε να την ρίψουν παράμερα.
sainte fébronie martyreΌταν συνήλθε η Φε­βρωνία την εξέτασε πάλι ο αλιτήριος λέγοντας: «Πώς σου φαίνεται η πρώτη συμπλοκή, Φεβρωνία;» Εκείνη απεκρίθη: «γνώρισες με την πρώτη δοκιμή, ότι με την βοήθεια του Χριστού, έμεινα ανίκητος και καταφρονώ τις βασάνους σου». Τότε πάλιν είπε ο τύραννος: «κρεμάσατέ την στο ξύλο, και ξεσχίσατε δυνατά τα πλευρά της με σιδηρά νύχια, έπειτα καταφλέξετε τα ξεσχισμένα μέλη της έως τα οστά της».
Τοσούτο λοιπόν ξέσχισαν την Αγία, ώστε έπεφταν στην γή οι σάρκες της και το αίμα της έρεε ποταμηδόν. Έπειτα φέρνον­τας τη φωτιά κατέκαιαν τα σπλάγχνα της. Εκείνη βλέποντας προς τον ουρανό παρακαλούσε τον Θεό να την ενδυναμώσει και σιώπησε, διότι καιγόταν από την φωτιά.  Τότε πολλοί από τους παρεστώτες έφυγαν λόγω της πολλής ωμότητας του ηγεμόνα, και οι υπόλοιποι τον παρακαλούσαν να την αποσύρουν από το πυρ και τους άκουσε σβήνοντας την φωτιά, αλλά την άφησαν κρεμασμένη και την ρωτούσε, εκείνη όμως δεν μπορούσε να αποκριθεί. Γι’ αυτό την κατέβασαν και  την έδεσαν στον πάσσαλο, και ο τύραννος κάλεσε γιατρό που τον πρόσταξε να κόψει την γλώσσα της για να την κάψουν, διότι δεν του απεκρίθη. Η Αγία έβγαλε ευθύς την εύλαλη γλώσσα της, και ένευσε του γιατρού να την κόψει κατά το πρόσταγμα του τυράννου. Και έλαβε ο γιατρός τον σίδηρο να την κόψει, αλλά ο λαός φώναξαν, δεόμενοι στον ηγεμόνα να τους κάμει την χάρη αυτή, να την αφήσει. Ο ανήμερος τότε πρόσταξε να αφήσουν την γλώσσα και να βγάλουν τα δόντια της. Άρχισε λοιπόν ο γιατρός να εκριζώνει τα δόντια και όταν ξερίζωσε τα δεκαεπτά, από τους πόνους και την αιμορραγία ολιγοψύχησε η Αγία και προτάσσει τον γιατρό ο τύραννος να παύσει, της έδωκε δε βότανο θεραπευτικό για να σταματήσει η ρύση του αίματος.
holy virgin and martir FevroniaΤότε πάλι την ρωτά ο τύραννος: «τί λέγεις, Φεβρωνία; Προσκυνείς τους θεούς;» Εκείνη απεκρίθη: «γιατί δεν με θανατώνεις το γρηγορότερο, για να απέλθω προς τον αγαπημένο μου Χριστό, αλλά εμποδίζεις τον δρόμο μου;» Της λέγει ο τύραννος: «Εγώ θα αφανίσω δια πυρός και ξίφους το σώμα σου, αναίσχυντο γύναιο, καί θα ταπεινώσω την αλαζονεία σου». Τότε προστάσσει να κόψουν, φευ! τους μαστούς της, έπειτα να κάψουν με φωτιά το στήθος της. Η δε Αγία, παρακαλούσε τον Θεό να πάρει την ψυχή της. Και όταν έκαψαν και τους δύο μαστούς, κατέκαυσαν όλον τον τόπο του στήθους της και πέρνα η λαύρα του πυρός έως μέσα στα εντόσθια. Όσοι έβλεπαν όλα αυτά αναθεμάτιζαν τον τύραννο και τους θεούς του, ο δε παράνο­μος τύραννος κατέβασε την Αγία από τον πάσσαλο, για να της δώσει καί άλλη κόλαση, αλλά αυτή δεν μπορούσε ούτε καν να ομιλήσει, μόνον έπεσε σχεδόν νεκρή και άφωνος.
Fourteenth century icon of St. Febronia’s Martyrdom from Monastery of Gracanica, Kosovo.
Fourteenth century icon of St. Febronia’s Martyrdom from Monastery of Gracanica, Kosovo.
Τότε λέγει, ο Πρίμος προς τον Λυσίμαχο: «Γιατί να απολεσθεί αυτή η ωραιότατη κόρη έτσι ασπλάγχνως;» Και ο Λυσίμαχος είπε: «Για πολλών σωτηρία, ίσως δε και εμού αυτού, την αφήκα να βασανισθεί, για να λάβουν και άλλοι πολλοί από αυτήν καλό υπόδειγμα». Η δε Ιερεία, όταν είδε, ότι ο αλιτήριος Σελήνος σκεπτόταν να υποβάλει την Φεβρωνία και σε άλλα βασανιστήρια, στάθηκε ενώπιόν του και τον έβρισε λέγουσα: «Δεν χόρτασες σε τόσα κακά οπού έκαμες αυτής της Αγίας κόρης, απάνθρωπε; ούτε θυμήθηκες τα μέλη της μητρός που θήλασες, η οποία κακώς σε γέννησε, αλλά έδειξες τόση ασπλαχνία σ’ αυτήν την ταπεινή; Εύχομαι να μη σε συγχωρήσει ο ουράνιος Βασιλεύς, αλλά να σε παιδεύσει σε τούτον τον κόσμο και στον μέλλοντα». Αυτά ακούγοντας ο άδικος δικαστής θύμωσε, και πρόσταξε να την δέσουν και αυτήν ως κατάδικο, για να την παιδεύσουν, διότι τον έβρισε. Εκείνη εισήλθε στο στάδιο χαίρουσα και έλεγε: «Κύριε μου Ιησού Χριστέ, δέξαι και εμέ την ταπεινή μετά της κυρίας μου Φεβρωνίας». Τότε οι φίλοι του Σελήνου τον συμβούλευσαν να μη κακοποιήσει δημοσία την Ιερεία, επειδή όλο το πλήθος μαρτυρεί μετ’ αυτής, καί όλη η πόλη απολείται.
icon of febroniaΟ τύραννος, δεν τόλμησε να της κάνει τίποτα και μη δυνάμενος να την εκδικηθεί, πρόσταξε να κόψουν τα χέρια της Φεβρωνίας και το ένα πόδι για το πείσμα της Ιερείας. Έκοψαν λοιπόν καί τα δύο χέρια της Μάρτυρος. Όταν έκοπτε το πόδι ο δήμιος από τον αστράγαλο, δεν πέτυχε ο πέλεκυς την άρθρωση και την κτύπησε τρεις φορές, έως ότου να τον κόψει ο άσπλαχνος’ γι’ αυτό όλο το σώμα της μακαρίας συγκλονίσθηκε από τον πόνο. Και επειδή αισθανόταν μεγάλους πόνους καί άρρητη κάκωση, άπλωσε και τον άλλο πόδι, και το έβαλε στο ξύλο να το κόψει και αυτό, για να ξεψυχήσει και να μη βασανίζεται. Τούτο βλέποντας ο άδικος δικαστής, σκλήρυνε περισσότερο, λέγοντας: «Βλέπετε πόση δύναμη έχει αυτή η αναίσχυντη»; Έπειτα είπε προς τον δήμιο: «Κόψε το και αυτό». Όταν έκοψαν και το άλλο πόδι, είπε προς τον Σελήνο ο Λυσίμαχος. «Ας πάμε να γευματίσουμε, καί άφες αυτήν την ταλαίπωρη, επειδή τόσες κολάσεις της έδωκες». Ο δε απεκρίθηκε: «Δεν πηγαίνω, μα τους θεούς, έως να παραδώσει το πνεύμα της». Αφ’ ου λοιπόν έκαμαν ώρα πολλή, καί ψυχορραγούσε πλέον η Αγία, ρώτησε τους δήμιους λέγοντας:

Менологий 25 - 28 июня; Византия. Греция; XIV в.; памятник: 
Византийский менологий (Byzantine illumination Menologion); 10 x 13 см.; 
местонахождение: Англия. Оксфорд. Бодлеанская Библиотека (Bodleian Library)
Μηνολόγιο 25 - 28, Ιουνίου. Βυζαντινή Μηνολόγιο  τού 14ου αιώνα μ.Χ. 
Τώρα ευρίσκεται στην  Αγγλία. Οξφόρδη. Bodleian Βιβλιοθήκη (Bodleian Library)


s-febronia-icona-greco-ortodossa





«ακόμη ζει αυτή η τρισκατάρατη»; Οι δε είπαν: «ναι». Τότε προστάσσει ο δυσσεβέστατος να κόψουν την αγία της κεφαλή. Παίρνοντας λοιπόν την σπάθη ο δήμιος και κρατώντας από την κόμη την Αγία, έκοψε την τιμία της κεφαλή την κε’ (25) του Ιουνίου.

Αφού ο παράνομος τύραννος τελείωσε το θέλημά του πήγε να φάγει. Ο Λυσίμαχος έμεινε μέσα περίλυπος, καί έχυνε δάκρυα από καρδίας για την Μάρτυρα, την οποία δεν άφησε τους Χριστια­νούς να αρπάσουν για να μοιρασθούν το τίμιο λείψανό της, αλλά πρόσταξε τους στρατιώτες να το φρουρούν, για να της κάμει πολλή τιμή, να την ενταφιάσει σώα καί ανελλιπή στο άγιο Μοναστήρι της. Αυτά αφού πρόσταξε δεν πήγε στο γεύμα, αλλά κλείσθηκε στο δωμάτιό του, καί εθρήνει της Φεβρωνίας τον θάνατο. Ο δε Σελήνος, ο θείος του, ακούγοντας ότι πικραινόταν ο Λυσίμαχος, δεν έφαγε ούτε αυτός, αλλά έμεινε με πολλή αδημονία περίλυπος. Και περιπατώντας ανήσυχος από το ένα μέρος του παλατιού στο άλλο, απώλεσε τάς φρένας του, και κοιτάζοντας προς τον ουρανό εξέβαλλε φωνές ατάκτους και σαν ταύρος εμυκάτο, έκανε δε μερικά σημεία σαν των δαιμονιζομένων καί εμαίνετο’ έπειτα κτύπησε το κεφάλι του σε μία κολώνα και κακώς ετελειώθη για την αδικοκρισία, την οποία κατά της δικαίας κόρης ετέλεσε.
affresco russo, cattedrale s.basilioΤότε έγινε στο πραιτώριο σύγχυση, τρέχοντας όλοι να δούνε τον κακό του θάνατο. Πήγε καί ο Λυσίμαχος και έσεισε την κεφαλή του ώρα πολλή, λέγοντας: «Μέγας ο Θεός των Χριστιανών, ο οποίος εξεδίκησε το δίκαιο αίμα της Φεβρωνίας, που εχύθη αδίκως». Κατόπιν προσκάλεσε τον Πρίμο καί του λέγει να κανονίσει τα περί της ταφής της Αγίας: «.στείλε πανταχού κήρυκας να διαλαλήσουν, να συναχθούν Χριστιανοί χωρίς φόβο ή δειλία. Καί όταν ο κόσμος συναχθεί, ας σηκώσουν ευλαβώς οι στρατιώτες το άγιο λείψανο να το μεταφέρουν στο Μοναστήρι της Βρυένης.». Τότε ο Πρίμος τέλεσε όσα πρόσταξε ο Λυσίμαχος, και σήκωσαν οι καλύτεροι στρατιώτες το άγιο λείψανο, αυτός δε ο Πρίμος κράτησε την τιμία κεφαλή, τα χέρια, τα πόδια και τα άλλα μέλη στην χλαμύδα του με ευλάβεια. Και πηγαίνοντας στο Μοναστήρι συνέτρεχε πλήθος του λαού αναρίθμητο.
febronia of nisibi and febronia of muronΦθάσαντες εκεί μετά βίας, απέθεσαν το άγιο λείψανο στην Εκκλησία, η δε Βρυένη όταν είδε έτσι κατακεκομμένο το σώμα της Μάρτυρος, λιγοψύχησε και έπεσε στην γη, και μετά από ώρα πολλή σηκώθηκε και το αγκάλιασε λέγουσα. «Ουαί μοι, θύγατερ ότι σήμερα στερηθήκαμε της γλυκύτατης παρουσίας σου και δεν έχομε άλλον διδάσκαλο να μας αναγινώσκει τις βίβλους τόσο επιμελέστατα». Τότε ήλθαν και οι άλλες Μοναχές κλαίοντας’ αλλά περισσότερο από αυτές θρηνούσε η ευλαβής Ιερεία λέγουσα: «Οίμοι, γλυκύτατη μου Φεβρωνία, ποια αμοιβή να σου δώσω, για την μεγίστη ευεργεσία, οπού μου έκαμες να με εξαγάγεις από το σκότος της αγνωσίας, πάνσοφε; Ας προσκυνήσω τους αγίους πόδας σου, που επάτησαν την κεφαλή του όφεως’ ας φιλήσω τις πληγές των αγίων μελών σου, γιά των οποίων η ψυχή μου ιάθη’ ας στεφανώσω με άνθη εγκωμίων την σεβασμία κορυφή σου, η οποία έστεψε το γένος μας με το κάλλος των αγώνων σου». Αυτά και άλλα πολλά έλεγαν οι αδελφές οι οποίες έκαμαν αγρυπνία ολονυκτία ιστάμενοι έως το πρωί, με υμνωδίες τω Κυρίω ψάλλοντες.
febronia siriacΟ δε Λυσίμαχος είπε προς τον κόμητα. «Εγώ, αγαπημένε μου, Πρίμε, από την σήμερον αποτάσσομαι την πλάνη του πατρός μου, με όλη την περιουσία του, και πιστεύω στον Δεσπότη μου Ιησού Χριστό». Του λέγει ο Πρίμος· «το όμοιον κάμνω και εγώ, κύ­ριέ μου. Αναθεματίζω τον Διοκλητιανό με όλους του τους θεούς, και υποτάσσομαι τω Χριστώ εξ όλης καρδίας μου». Τότε λοιπόν επήγαν μαζί στο Μοναστήρι με πλήθος λαού αναρίθμητο, και φέ­ροντες το γλωσσόκομο έθεσαν σ’ αυτό το τίμιο λείψανο, και έβα­λαν όλα τα άγια μέλη καθ’ ένα στον τόπο του, ήτοι την κεφαλή, τα χέρια καί τα πόδια, τους δε οδόντας έθεσαν στο στήθος της, και ευωδιάσαντες αυτό με μύρα και αρώματα, το έβαλαν σε τόπο επίσημο, δοξάζοντες και ευχαριστούντες τον Κύριο. Και πολύ πλήθος Ελλήνων-ειδωλολατρών επίστευσαν τω Χριστώ και εβαπτίσθησαν. Ομοίως ο Πρίμος και ο Λυσίμαχος εβαπτίσθησαν και αρνήθησαν τον κόσμο τελείως, ούτε επέστρεψαν στον δυσσεβή βασιλέα, αλλά επήγαν στον Αρχιμανδρίτη Μαρκελλίνο, και τους έκαμε Μοναχούς, και ετελείωσαν την ζωή των ασκητικώς, με πολιτεία θεάρεστη. Εβαπτίσθησαν δε και πολλοί στρατιώτες, καί τελείωσαν τον βίο θεάρεστα. Ομοίως και η συγκλητική Ιερεία με τους γονείς της απηρνήθησαν τον κόσμο και εκουρεύθησαν στο Μοναστήρι, στο οποίο αφιέρωσαν όλο τον πλούτο τους. Η δε μακαρία Ιερεία παρεκάλεσε την Βρυένη, λέγουσα: «Δέ­ομαί σου, μήτερ και δέσποινα, να με έχεις αντί της Φεβρωνίας υποτακτική για να εκτελώ όλα σου τα προστάγματα». Εξώδευσε δε την προίκα της όλη στο Ναό ιερώς η Ιερεία και τον στόλισε’ και τα χρυσά και αργυρά της κοσμήματα έλυσε καί χρύσωσε της μακαρίας Φεβρωνίας το γλωσσόκομο, στο οποίο εγίνοντο θαυμάσια άπειρα. Και μάλιστα την ημέρα της εορτής αυτής, όταν έψαλλαν οι Μοναχές την αγρυπνία, εφαίνετο και αυτή στο μέσον αυτών περί το μεσονύκτιο, και έστεκε στον τόπο της, έως την τρίτη ευχή και την έβλεπαν όλες οι Μοναχές, αλλά δεν ετόλμα καμία να την αγγίξει ή να την ρωτήσουν ολότελα. febronia martyrΌταν τον πρώτο χρόνο, οπού την είδαν, εφοβήθησαν όλες οι Μοναχές, και ποσώς δεν την επλησίασαν. Η δε Ηγουμένη φώναξε: «ιδού η Φεβρωνία, το τέκνο μου». Και μόλις εσίμωσε να την αγκαλιάσει έγινε άφαντος. Γι’ αυτό από τότε δεν ετόλμα καμία να την πλησιάσει, μόνο την έβλεπαν και έκλαιαν από την χαρά σ’ αυτήν την θαυμάσια οπτασία.
Όταν ο  Επίσκοπος εκείνης της πόλεως έκτιζε έξι χρόνους ναό περικαλλή στο όνομα της Αγίας Φεβρωνίας, καί όταν τον τελείωσε, επήγαν όλοι οι Επίσκοποι στο Μοναστήρι, να ζητήσουν το άγιο λείψανο της Αγίας, για να το φέρουν στον νέο Ναό. Η δε Ηγουμένη και όλες οι αδελφές, έπεσαν στα πόδια των Επισκόπων μετά δακρύων παρακαλώντας να μην τις υστερήσουν αυτό τον θησαυρό. Η δε Ηγουμένη κατέληξε ότι «.αν αυτό το έργο αρεστό της Αγίας και της αγιοσύνης σας, τίς είμαι εγώ να το εμποδίσω; υπάγετε λοιπόν και σηκώσατέ την, εάν είναι Θεού θέλημα».
fevronia.nisibi.iconarussaΤότε επήγαν οι Αρχιερείς στον τάφο της Μάρτυρος, και αναγίνωσκαν τις ευχές να σηκώσουν το γλωσσόκομο. Όταν επλήρωσαν την ευχή οι Επίσκοποι και άπλωσαν τα χέρια να σηκώσουν το άγιο λείψανο, γίνεται ευθύς στον αέρα βροντή μεγάλη και φοβερά τόσο, ώστε έπεσαν κατά γης όλοι έντρομοι. Και πάλι όταν πέρασε λίγη ώρα και συνήλθαν από τον φόβο, ξαναδοκίμασαν να το σηκώσουν, αλλά δεν μπόρεσαν διότι τόσο μέγας και φοβερός σεισμός έγινε, ώστε φαινόταν ότι ήθελε να πέσει όλη η πόλη. Τότε εγνώρισαν όλοι, ότι δεν ήθελε η Αγία να φύγει από το Μοναστήρι. Με θαυμαστό τρόπο, επέτρεψε μόνο να δοθεί ένα δόντι της στον Επίσκοπο και τον έθεσαν στο Άγιο Θυσιαστήριο του νέου Ναού όπου και εποίησε πολλά θαυμάσια. Τυφλοί ανέβλεπαν, χωλοί ανωρθούντο, περιπατούσαν παράλυτοι, οι δαίμονες από τους ασθενείς εδιώκοντο. Τούτο παντα­χού ακούοντες, συνέτρεχαν όλοι από πάσης χώρας και πόλεως φέροντες τους αρρώστους, άλλους με τους κραββάτους, και άλλους σε άλογα ζώα φορτωμένους, και όλοι εθεραπεύοντο. Και δεν έπαυσαν ποτέ οι θαυματουργίες, ότι όχι μόνον τότε, αλλά και κάθε καιρό κάμνει σε όλους θαυμάσια ο φιλάνθρωπος και υπεράγαθος Θεός, ο οποίος δόξασε την πανένδοξο και καλλίνικο αυτού Οσιομάρτυρα. Καθώς και αυτή η αείμνηστος και πολύαθλος εδόξασε αυτόν με τον αγώνα της φρικτής εκείνης αθλήσεως. (santafebronia.wordpress.com)





Ι ΕΡΑ  Λ Ε Ι Ψ Α Ν Α




Μέρος από τα Τίμια Δώρα των Μάγων, τμήμα της κάρας ή η κάρα  της Αγίας Φεβρωνίας 
και λείψανο του Αγίου Μιχαήλ, επισκόπου Συνάδων (λεπτομέρεια) στην Ιερά Μονή Αγίου Παύλου Αγιον Ορος.





Η ωραία συρματερή λειψανοθήκη περιέχει: μέρος της κνήμης του Αγίου Χαραλάμπους, οστούν χειρός του Αγίου Βασιλείου, λείψανο του Οσιομάρτυρος Παχωμίου, λείψανο του Αγίου Γεωργίου, μέρος των Τιμίων Δώρων των Μάγων και λείψανο της Αγίας Φεβρωνίας. , στην Ιερά Μονή Αγίου Παύλου Αγιον Ορος





Св. мощи прмц. дева Февронии Сирской 
Зачатьевский ставропигиальный женский монастырь г. Москва
Απότμημα λειψάνου τής Αγ. Μάρτυρος;Φεβρωνίας 
στην Ιερά Σταυροπηγιακή  Μονή Ευαγγελισμοὐ τής Θεοτόκου  (Zachatievsky )
στην Μόσχα Ρωσία



Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.

Ὡς τῆς ἀσκήσεως ῥόδον ἡδύπνευστον, ὀσμὴν ἀθλήσεως τῷ κόσμῳ ἔπνευσας, εἰς ὀσμὴν μύρων τοῦ Χριστοῦ δραμοῦσα ἀσχέτῳ πόθῳ· ὅθεν ὡς παρθένον σὲ καὶ ὁσίαν καὶ μάρτυρα, θαυμαστῶς ἐδόξασε Φεβρωνία ὁ Κύριος, ᾧ πρέσβευε ὑπὲρ τῶν βοώντων· χαῖρε σεμνὴ ὁσιομάρτυς.



 


ΑΠΟ ΤΟ ΡΩΣΙΚΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ

(μετάφραση Google)


Η ζωή και τα πάθη της Αγίας Μάρτυρος Φεβρωνίας

Εορτάζεται στις 25 Ιουνίου

Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του ασεβούς αυτοκράτορα Διοκλητιανού, ζούσε στη Ρώμη ένας έπαρχος ονόματι Άνθιμος, ο οποίος είχε έναν γιο ονόματι Λυσίμαχο, τον οποίο αρραβώνιασε με μια όμορφη κοπέλα, την κόρη του συγκλητικού Πρόσφορου . Αφού αρρώστησε θανάσιμα, ο Άνθιμος κάλεσε τον αδελφό του Σελινό και του είπε:

«Αδελφέ μου! Αποχωρίζομαι από αυτή τη ζωή και σου εμπιστεύομαι τον γιο μου. Γίνε πατέρας του στη θέση μου και ας είναι αυτός γιος σου. Όταν πεθάνω, σπεύσε να τον ενώσεις σε γάμο με τη νύφη του, την κόρη του Πρόσφορου.»

Αφού άκουσε τον αδελφό του, ο Σελινός υποσχέθηκε να κάνει ό,τι του ζητούσε. Τρεις μέρες αργότερα, ο Άνθιμος πέθανε. Μετά τον θάνατο του Άνθιμου, ο Διοκλητιανός κάλεσε τον Λυσίμαχο και τον θείο του, Σελινό, και, αφού τους δέχτηκε ξεχωριστά, είπε στον Λυσίμαχο:

«Ενθυμούμενος την αγάπη του πατέρα σου για μένα, θα ήθελα να σε διορίσω ιεράρχη στη θέση του, αλλά μου έχουν φτάσει φήμες ότι τρέφεις τάσεις προς τη χριστιανική πίστη. Γι' αυτό, ανέβαλα την πρόθεσή μου μέχρι να ξεκαθαριστεί αν αυτές οι φήμες για εσένα είναι αληθινές. Εν τω μεταξύ, ως δοκιμή, αποφάσισα να σε στείλω στην Ανατολή για να εξαλείψεις τη χριστιανική πίστη εκεί. Και όταν επιστρέψεις σε εμάς, έχοντας εκπληρώσει την αποστολή σου, τότε θα ανταμειφθείς από εμάς με το αξίωμα του ιεράρχη.»

Ο Λυσίμαχος δεν τόλμησε να αντιταχθεί στην ομιλία του βασιλιά, καθώς ήταν πολύ νέος, μόνο περίπου 20 ετών. Αλλά ο Σελινός, ο θείος του, έπεσε στα πόδια του Διοκλητιανού και είπε:

«Σε παρακαλώ, μέγα και αθάνατο βασιλιά, επίτρεψε στον Λυσίμαχο να παραμείνει εδώ για λίγες μέρες για να παντρευτεί την κόρη του Πρόσφορου, και όταν παντρευτεί, θα πάω μαζί του, και μαζί θα κάνουμε όλα όσα μας προστάζει η Θεϊκή σου εξουσία».

Ο βασιλιάς είπε και στους δύο:

«Πήγαινε πρώτα εκεί που σε στέλνω και εξολόθρευσε τους Χριστιανούς, και όταν ολοκληρώσεις το έργο που σου εμπιστεύτηκα, γύρισε εδώ, και τότε θα γιορτάσω τον γάμο του Λυσίμαχου μαζί σου».

Ακούγοντας αυτό, δεν τόλμησαν να αρθρώσουν άλλη λέξη και υπάκουσαν υπάκουα στον βασιλιά, παίρνοντας το διάταγμα και τα στρατεύματα και πήγαν στην Ανατολή.

Ο Λυσίμαχος πήρε μαζί του τον συγγενή του, Κόμη 4123 Πρίμο, ο οποίος ήταν γιος της αδελφής της μητέρας του, και του εμπιστεύτηκε τη διοίκηση του στρατού.

Φτάνοντας στην Ανατολή, σταμάτησαν στην περιοχή της Παλμύρας και όλοι οι Χριστιανοί εκεί υποβλήθηκαν σε διάφορα σκληρά βασανιστήρια: μερικοί κάηκαν στη φωτιά, άλλοι δόθηκαν σε άγρια ​​θηρία για να καταβροχθιστούν, και άλλοι κομματιάστηκαν με σπαθί και τα σώματά τους ρίχτηκαν στα σκυλιά. Ο Σελινός, θείος του Λυσίμαχου, ήταν πολύ σκληρός και απάνθρωπος. Φόβος κατέλαβε πολλούς στη θέα της σκληρότητας του Σελινού. Ο Λυσίμαχος, ωστόσο, ήταν πολύ συμπονετικός προς τους Χριστιανούς, αφού η μητέρα του ήταν Χριστιανή και από αυτήν είχε μάθει τη γνώση του Χριστού. Ένα βράδυ, κάλεσε τον συγγενή του, τον Κόμη Πρίμο, και του είπε:

«Αγαπητέ Πρίμε, ξέρεις ότι ο πατέρας μου ήταν Έλληνας στην πίστη και πέθανε ειδωλολάτρης, αλλά η μητέρα μου πέθανε Χριστιανή και κατά τη διάρκεια της ζωής της προσπάθησε να με κάνει Χριστιανό. Αλλά φοβούμενος τον πατέρα μου και τον βασιλιά, δεν μπορούσα να το κάνω αυτό ανοιχτά και υποσχέθηκα στη μητέρα μου ότι δεν θα κατέστρεφα ούτε έναν Χριστιανό και θα προσπαθούσα να γίνω φίλος του Χριστού. Τώρα βλέπω ότι ο θείος μου ο Σελινός βασανίζει και σκοτώνει σκληρά Χριστιανούς - και η ψυχή μου υποφέρει πολύ από αυτό. Γιατί κρυφά θέλω να γλιτώσω τους Χριστιανούς και να απελευθερώσω όσους είναι αλυσοδεμένοι, ώστε να μπορούν να φύγουν και να κρυφτούν όπου μπορούν.»

Ο κόμης συμφώνησε να τον βοηθήσει και συνήψαν συμφωνία, δεσμεύοντας αμοιβαία να σώσουν τους Χριστιανούς. Μόλις ανακάλυπταν χριστιανικές εκκλησίες ή μοναστήρια οπουδήποτε, έστελναν αμέσως ένα μυστικό μήνυμα προειδοποιώντας τους για την εισβολή των βασανιστών και συμβουλεύοντάς τους να κρυφτούν. Επιπλέον, ο κόμης διέταξε τους ομοϊδεάτες στρατιώτες να μην συλλαμβάνουν Χριστιανούς για βασανιστήρια και διέταξε να απελευθερωθούν όσοι συλλαμβάνονταν.

Έχοντας παραμείνει στην Παλμύρα για αρκετό καιρό, ο Σελινός, έχοντας βασανίσει πολλούς Χριστιανούς, ήθελε να πάει στη Σιβάπολη, μια πόλη που βρισκόταν εντός των ασσυριακών συνόρων της Ρώμης. Σε αυτήν την πόλη υπήρχε ένα μοναστήρι πενήντα μοναχών, της οποίας η ηγουμένη, Βρυέννη, ήταν μαθήτρια της ευλογημένης ηγουμένης, Διακόνισσας Πλατωνίδας , και ακολουθούσε αυστηρά τους κανόνες του μέντορά της. Ο κανόνας της Πλατωνίδας ήταν ο εξής: Τις Παρασκευές, καμία από τις αδελφές δεν έπρεπε να εργάζεται, αλλά όλες συγκεντρώνονταν στην εκκλησία και προσεύχονταν ή διάβαζαν θεία βιβλία από το πρωί μέχρι το βράδυ. Η ίδια η Διακόνισσα Πλατωνίδα διάβαζε στις αδελφές μέχρι τις 3:00 π.μ. και στη συνέχεια έδινε το βιβλίο στη Βρυέννη, διατάζοντάς της να διαβάζει μέχρι το βράδυ. Η Βρυέννη έκανε αργότερα το ίδιο και, αφού ανέλαβε την ηγεσία του μοναστηριού μετά τον θάνατο του μέντορά της, τη μιμήθηκε σε όλα.

Η ηγουμένη Βρυέννα μεγάλωσε και προετοίμασε δύο νεαρές γυναίκες, την Πρόκλα και τη Φεβρονία, για τη μοναστική ζωή. Η Πρόκλα ήταν 25 ετών και η Φεβρονία 20. Η Φεβρονία ήταν ανιψιά της Βρυέννας, κόρη του αδελφού της, και έλαμπε με τόσο θαυμαστή ομορφιά που κανένας καλλιτέχνης δεν μπορούσε να απεικονίσει τέλεια την ανθισμένη ομορφιά του προσώπου της. Αυτή η ομορφιά ενοχλούσε πολύ τη Βρυέννα, και σκεφτόταν πολύ πώς να διατηρήσει τη Φεβρονία αγνή, μακριά από τους πειρασμούς του κόσμου. Όλες οι αδελφές του μοναστηριού έτρωγαν μόνο μία φορά την ημέρα, το βράδυ, και μόνο σε πολύ μικρές ποσότητες. Αλλά η Βρυέννα διέταξε τη Φεβρονία να νηστέψει μέχρι την επόμενη μέρα, ώστε να περάσει όλη την ημέρα χωρίς φαγητό και να φάει μόνο το βράδυ της επόμενης μέρας - ήλπιζε ότι μέσω αυτής της αποχής, η ομορφιά της Φεβρονίας θα ξεθώριαζε. Η Φεβρονία, επιθυμώντας να ταπεινώσει τη σάρκα της, κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια για τόσο μεγάλη εγκράτεια και ποτέ δεν έτρωγε ούτε έπινε μέχρι κορεσμού, αλλά από τη δίψα και την πείνα, μέσα από πολλούς κόπους και κατορθώματα, εξαντλούσε σταθερά τη σάρκα της, απέχοντας, επιπλέον, από τον ύπνο. Το κρεβάτι της αποτελούνταν από μια ενιαία γυμνή σανίδα χωρίς στρωσίδια. Είχε μήκος τρεις πήχεις και πλάτος ενάμιση σπιθαμή. Εξαντλημένη από την υπερβολική νηστεία, η Φεβρονία αποκοιμήθηκε πάνω σε αυτή τη σανίδα ή στο γυμνό έδαφος, και μάλιστα για το συντομότερο δυνατό χρονικό διάστημα. Και όταν ο διάβολος προσπάθησε να την πειράσει με νυσταγμένα οράματα, σηκώθηκε αμέσως, έπεσε στο έδαφος, προσκύνησε σταυροειδώς και προσευχήθηκε στον Θεό με πικρά δάκρυα να την ελευθερώσει από τον διάβολο. Έπειτα, παίρνοντας τα βιβλία της Θείας Γραφής, τα διάβασε επιμελώς και λάμβανε πνευματική ευχαρίστηση από αυτά. Η Φεβρονία ήταν τόσο περίεργη και οξυδερκής από τη φύση της που ακόμη και η ίδια η Βρυέννα έμεινε έκπληκτη από την ευφυΐα της.

Τις Παρασκευές, όταν όλες οι μοναχές συγκεντρώνονταν στην εκκλησία για να διαβάσουν τον Λόγο του Θεού, η Ηγουμένη Βριένα ανέθεσε στη Φεβρονία να διαβάσει τις Άγιες Γραφές. Επειδή οι λαϊκές συχνά έρχονταν στην εκκλησία με τις μοναχές για να ακούσουν πνευματικές διδασκαλίες, η Βριένα διέταξε τη Φεβρονία να διαβάζει πίσω από μια κουρτίνα, ώστε να μην βλέπει την εμφάνιση και το στολισμό αυτών των γυναικών, που δεν είχε ξαναδεί. Και τα καλά νέα για την Οσία Φεβρονία διαδόθηκαν σε όλη την πόλη - παντού επαινούσαν τις γνώσεις και την ευφυΐα της, την ομορφιά και τον καλό χαρακτήρα της, γιατί ήταν πράος, ταπεινός, αγνός και στολισμένος με κάθε αρετή.

Μια γυναίκα συγκλητικής καταγωγής, ονόματι Ιερία, άκουσε για όλα αυτά τα χαρακτηριστικά της αγίας κόρης και γέμισε με έντονη επιθυμία να δει τη Φεβρονία και να συνομιλήσει μαζί της. Αυτή η γυναίκα ανήκε στην ελληνική πίστη, ήταν νέα στην ηλικία και ήδη χήρα, έχοντας ζήσει με τον σύζυγό της μόνο επτά μήνες. Μετά τον θάνατο του συζύγου της, έζησε στο σπίτι των γονιών της, οι οποίοι επίσης ανήκαν στην ελληνική πίστη. Φτάνοντας στο μοναστήρι, ενημέρωσε την ηγουμένη Μπριέννα μέσω της θυρωρού την επιθυμία της να δει τη Φεβρονία. Όταν η Μπριέννα βγήκε έξω προς αυτήν, η Ιερία έπεσε στα πόδια της και, αγκαλιάζοντάς τες, παρακάλεσε την ηγουμένη:

«Σε εξορκίζω στον Θεό, που δημιούργησες τον ουρανό και τη γη, μη με περιφρονήσεις, αυτή την ασεβή γυναίκα, που μέχρι τώρα ήμουν το παιχνίδι των ειδώλων και των δαιμόνων — μη με στερήσεις από τις εποικοδομητικές συζητήσεις με την αδελφή μας Φεβρωνία, για να με οδηγήσει στο δρόμο της σωτηρίας. Τότε ελπίζω να βρω στον Χριστό τον Αληθινό Θεό αυτό που είναι έτοιμο για τους Χριστιανούς. Γι' αυτό, λύτρωσέ με από τη ματαιοδοξία αυτού του αιώνα και από την ειδωλολατρική ασέβεια, γιατί οι γονείς μου με αναγκάζουν σε δεύτερο γάμο, και επιθυμώ να ξεκινήσω μια νέα ζωή, περνώντας χρόνο σε εποικοδομητικές και ψυχοωφέλιμες συζητήσεις με τη Φεβρωνία. Μου είναι αρκετά τα περασμένα χρόνια, που έζησα στην άγνοια και την ασέβεια.»

Λέγοντας αυτά, η Ιερία έκλαψε με δάκρυα στα πόδια της ηγουμένης, προτρέποντάς την σε έλεος.

Η Βριένα, αφού την άκουσε, είπε:

«Ο Κύριος είναι μάρτυράς μου, κυρία Ιερία, ότι η νεαρή Φεβρωνία παραλήφθηκε υπό την φροντίδα μου όταν ήταν δύο ετών, και τώρα ζει στο μοναστήρι δεκαοκτώ χρόνια χωρίς να φύγει, χωρίς να έχει δει ποτέ ούτε άνδρες ούτε λαϊκές, τα ρούχα ή τα στολίδια τους, ούτε οτιδήποτε κοσμικό. Ακόμα και η νοσοκόμα της δεν μπόρεσε να τη δει μέχρι τώρα, και παρόλο που με παρακάλεσε επανειλημμένα να τη δω και να της μιλήσω, δεν το επέτρεψα. Αλλά τώρα, βλέποντας τον ζήλο σας και κατανοώντας την αγάπη σας για τον Θεό, και ελπίζοντας στη σωτηρία σας, θα σας πάω κοντά της· αλλά πρέπει να ανταλλάξετε την κοσμική σας ενδυμασία με μοναστηριακή.»

Η Ιερία εκπλήρωσε αμέσως και με χαρά αυτόν τον όρο, και η Βρυέννη την οδήγησε στη Φεβρονία. Βλέποντας την Ιερία με μοναχικά άμφια, η Φεβρονία νόμιζε ότι ήταν κάποια περιπλανώμενη μοναχή που είχε έρθει να τις επισκεφτεί. Έτσι, υποκλίθηκε στο έδαφος και, αγκαλιάζοντάς την, τη φίλησε ως αδελφή εν Χριστώ. Η Βρυέννη τους διέταξε τότε και τους δύο να καθίσουν και να εξασκηθούν στην εποικοδομητική ανάγνωση των θείων βιβλίων. Τότε η Φεβρονία, παίρνοντας τα βιβλία, άρχισε να διαβάζει στην Ιερία, η οποία συγκινήθηκε τόσο πολύ από όλα όσα διάβασε που έμεινε άυπνη όλη τη νύχτα. Έτσι, και οι δύο, μένοντας άυπνες, εξασκήθηκαν στην ανάγνωση των θείων βιβλίων, και ούτε η Φεβρονία κουράστηκε από την ανάγνωση των βιβλίων, ούτε η Ιερία από την ακρόαση της ανάγνωσης. Τότε η Ιερία έχυσε τόσα πολλά δάκρυα που ακόμη και η γη μούσκεψε από τα δάκρυά της, γιατί, όντας Ελληνίδα στην πίστη, δεν είχε ακούσει ποτέ τέτοιες ψυχοωφέλιμες οδηγίες.

Όταν ξημέρωσε, η Ιερία μόλις που μπορούσε να υπακούσει στην ηγουμένη και να πάει σπίτι. Αφού αποχαιρέτησε τη Φεβρωνία με δάκρυα στα μάτια, πήγε στους γονείς της. Η Φεβρωνία ρώτησε τη βοηθό της ηγουμένης, τη Θωμαΐδα:

«Σας παρακαλώ, κυρία μου, μητέρα μου, πείτε μου ποια ήταν αυτή η περιπλανώμενη μοναχή που δακρύζει τόσο πολύ, σαν να μην είχε ακούσει ποτέ τα Θεία λόγια.»

«Δεν ξέρεις με ποιον μιλούσες;» τη ρώτησε η Φομάιντα.

Η Φεβρωνία απάντησε:

«Πώς μπορώ να γνωρίσω μια περιπλανώμενη μοναχή που δεν έχω ξαναδεί;»

Τότε ο Θωμαΐς της είπε:

«Αυτή η αδελφή δεν είναι άλλη από την Ιερία, μια ευγενή γυναίκα της πόλης μας.»

«Γιατί δεν μου το είπες αυτό νωρίτερα;» σχολίασε η Φεβρωνία. «Της μίλησα σαν αδερφή μου».

Ο Φομάιντα είπε:

- Η κυρία ηγουμένη μας το παρήγγειλε έτσι.

Μετά από αυτά τα λόγια, η Φεβρονία σώπασε και άρχισε να προσεύχεται στον Θεό από τα βάθη της ψυχής της για την Ιερία, ώστε ο Θεός να την στρέψει στον αληθινό δρόμο και να την δεχτεί στο εκλεκτό του ποίμνιο.

Όταν η Ιερία επέστρεψε σπίτι, διηγήθηκε όλα όσα είχε ακούσει από τη Φεβρωνία και άρχισε να πείθει τους γονείς της να εγκαταλείψουν τις ελληνικές τους πλάνες και να γνωρίσουν τον έναν αληθινό Θεό - τον Ιησού Χριστό. Άκουσαν τη συνετή συμβουλή της κόρης τους, πίστεψαν στον Χριστό και έλαβαν το άγιο βάπτισμα μαζί με όλο το σπιτικό τους. Έτσι τους επηρέασαν οι προσευχές και οι οδηγίες της Αγίας Φεβρωνίας.

Λίγο αργότερα, η Φεβρωνία αρρώστησε βαριά. Η Ιερία ήρθε σε αυτήν και την περιέθαλψε κατά τη διάρκεια της ασθένειάς της. Ξαφνικά, διαδόθηκε η είδηση ​​ότι ο Σελινός και ο Λυσίμαχος πλησίαζαν την πόλη για να βασανίσουν Χριστιανούς. Τότε όλοι οι Χριστιανοί, συμπεριλαμβανομένων του κλήρου και των ιερέων, ακόμη και του ίδιου του επισκόπου, εγκατέλειψαν τα πάντα, έφυγαν από την πόλη, οδηγημένοι από φόβο, και κρύφτηκαν όπου μπορούσαν.

Ακούγοντας αυτό, οι μοναχές της μονής Βρυέννας ήρθαν κοντά της και της είπαν:

«Παναγία μας, τι θα κάνουμε; Ιδού, άγρια ​​θηρία—πονηροί βασανιστές—πλησιάζουν την πόλη, και όλοι οι πιστοί Χριστιανοί έχουν τραπεί σε φυγή, φοβούμενοι τα βασανιστήρια.»

Η Βριένα, από την πλευρά της, τους ρώτησε:

- Τι σκέφτεσαι και τι θέλεις να κάνεις;

Απάντησαν:

- Πρόσταξέ μας, μητέρα μας, να καταφύγουμε κι εμείς, για να σώσουμε τις ψυχές μας.

Σε αυτό η Βριένα σχολίασε:

«Δεν έχετε δει ακόμα τον αγώνα και σκέφτεστε να φύγετε. Η ώρα του αγώνα δεν έχει φτάσει ακόμα και θέλετε ήδη να νικηθείτε. Όχι, παιδιά, σας παρακαλώ, μην το κάνετε αυτό. Είναι καλύτερο για εμάς να μείνουμε εδώ, να υπομείνουμε τα βάσανα και να πεθάνουμε για τον Χριστό, που πέθανε για εμάς, για να μπορέσουμε να ζήσουμε μαζί Του για πάντα». Ακούγοντας αυτά τα λόγια, οι αδελφές σώπασαν. Αλλά την επόμενη μέρα, μια αδελφή, που ονομαζόταν Αιθερία, είπε στις άλλες:

«Ξέρω ότι εξαιτίας της Φεβρωνίας η Ηγουμένη δεν θα μας αφήσει να κρυφτούμε - νομίζω ότι θέλει να μας καταστρέψει όλους εξαιτίας της και μόνο· αλλά ας πάμε ξανά σε αυτήν, και θα της πω τι πρέπει να ειπωθεί για όλους μας.»

Ακούγοντας αυτό, μερικές από τις μοναχές συμφώνησαν με την Αιθερία, ενώ άλλες άρχισαν να αντιτίθενται, αλλά τελικά όλες συμφώνησαν και πήγαν στην ηγουμένη. Η Βρυέν, συνειδητοποιώντας γιατί είχαν έρθει, ρώτησε την Αιθερία:

- Τι θέλεις, αδερφή;

Εκείνη απάντησε:

«Σε παρακαλούμε, μητέρα μας, επίτρεψέ μας να ξεφύγουμε από τις επερχόμενες καταστροφές, γιατί και ο επίσκοπος και όλος ο κλήρος έχουν φύγει. Να θυμάσαι, μητέρα μας, ότι ανάμεσά μας υπάρχουν νεαρές παρθένες για τις οποίες πρέπει να φοβόμαστε, μήπως, αρπαχτούν από ασεβείς στρατιώτες, χάσουν την παρθενιά τους και χάσουν την αμοιβή τους από τον Θεό. Πρέπει επίσης να φοβόμαστε ότι δεν θα υπομείνουμε το μαρτύριο και, αφού αρνηθούμε τον Χριστό, θα καταστρέψουμε τις ψυχές μας. Επίσης, πρόσταξε να πάρουμε μαζί μας την αδελφή μας, την άρρωστη Φεβρωνία, για να κρυφτεί κι αυτή από εδώ.»

Ακούγοντας αυτό, η Φεβρονία είπε:

«Όσο ζει ο Χριστός μου, του οποίου νύφη θεωρώ τον εαυτό μου και στον οποίο δίνω την ψυχή μου, δεν θα φύγω από αυτόν τον τόπο, αλλά εδώ θα πεθάνω και θα ταφώ».

Τότε η Βριένα, γυρίζοντας προς την Εφέρια, είπε:

- Κοίτα τι κάνεις, ντροπιάζοντας τις αδερφές σου, βλέπεις, δεν φταίω εγώ για όσα σκέφτεσαι για μένα.

Έπειτα, γυρίζοντας προς τους άλλους, είπε:

– Ας αποφασίσει ο καθένας σας τι του φαίνεται πιο χρήσιμο.

Τότε όλες οι αδελφές, φοβούμενες τα επερχόμενα βάσανα, αποχαιρέτησαν την ηγουμένη και τη Φεβρονία και, κλαίγοντας και λυγμώντας, χτυπώντας τα στήθη τους, έφυγαν από το μοναστήρι. Η Πρόκλα, συνομήλικη και συμμαθήτρια της Φεβρονίας, την αγκάλιασε και την φίλησε, κλαίγοντας και λέγοντας:

– Προσευχηθείτε για μένα, κυρία και αδελφή μου.

Η Φεβρονία, κρατώντας το χέρι της και μη αφήνοντάς την, έπεισε:

«Φοβήσου τον Θεό, αδερφή μου Πρόκλα, μην μας εγκαταλείψεις. Βλέπεις, είμαι άρρωστη και σύντομα θα πεθάνω. Η μητέρα μας η Βρυέννα δεν μπορεί να με θάψει μόνη της — μείνε και βοήθησέ την να με θάψει.»

Τότε η Πρόκλα απάντησε:

- Εντάξει, αδερφή μου, θα μείνω εδώ όσο μου πεις.

Όταν έπεσε το βράδυ, η Πρόκλα αθέτησε τον λόγο της και έφυγε κρυφά από το μοναστήρι. Μόνο η Βρυέννη και η Θωμαΐδα έμειναν με τη Φεβρωνία.

Η ηγουμένη Βρυέννα, βλέποντας το έρημο μοναστήρι, λυπημένη μπήκε στην εκκλησία, έπεσε στο έδαφος και έκλαψε πικρά.

Η Φομάιδα, ηρεμώντας την, είπε:

«Πάψε, κυρία μου και μητέρα μου· διότι ο Θεός δύναται να κάμη ανακούφιση εν θλίψει και εν αντιξοότητα » ( Α΄ Κορινθίους 10:13 ). Θα μας βοηθήσει να υπομείνουμε τις συμφορές που μας συμβαίνουν ( Κύριος 2:10 ). Θυμηθείτε, έχει ντροπιαστεί κάποιος που πίστεψε στον Θεό ή έχει μείνει χωρίς τη βοήθειά Του κάποιος που έζησε με φόβο Θεού;

Η Βριένα απάντησε:

«Ναι, κυρία Θωμαΐδα μου, όλα αυτά είναι αλήθεια· αλλά τι να κάνω με τη Φεβρωνία; Πού να την κρύψω και να την κρατήσω ασφαλή; Με τι μάτια θα κοιτάξω όταν οι βάρβαροι την οδηγήσουν μακριά αιχμάλωτη;»

Τότε η Φομάιδα είπε:

«Ο Κύριος, που ανασταίνει τους νεκρούς, μπορεί επίσης να ενισχύσει τη Φεβρονία και να τη διατηρήσει αλώβητη από τους βαρβάρους. Σας παρακαλώ, κυρία και μητέρα μου, σταματήστε να στενοχωριέστε και να κλαίτε. Ας πάμε στην άρρωστη Φεβρονία, ας την παρηγορήσουμε και ας την ενισχύσουμε».

Όταν έφτασαν στη Φεβρονία, η Βρυέν άρχισε ξανά να κλαίει πικρά. Η Φεβρονία, κοιτάζοντας τη Θωμαΐδα, ρώτησε:

– Τι σημαίνουν τα δάκρυα της μητέρας μας Βριένας;

Στρέφοντας το βλέμμα της, η Φομάιντα απάντησε:

«Αυτά τα μητρικά δάκρυα οφείλονται σε σένα, γιατί είσαι νέα και όμορφη. Τώρα σκληροί βασανιστές θα έρθουν σε εμάς για να μας προκαλέσουν μεγάλες θλίψεις: θα μας σκοτώσουν αμέσως, ηλικιωμένες γυναίκες, αλλά θα φυλάξουν εσένα, μια νεαρή και όμορφη κοπέλα, για να σε βάλουν σε πειρασμό με τους πειρασμούς του κόσμου. Και φοβόμαστε ότι με κολακευτικά λόγια και βία θα καταστρέψουν την παρθενιά σου και θα σε στερήσουν το δωμάτιο που σου έχει ετοιμάσει ο Ουράνιος Νυμφίος σου.»

Τότε η Φεβρονία είπε:

«Σας παρακαλώ να προσεύχεστε για μένα στον Κύριο, για να δει την ταπεινότητά μου, να ενισχύσει την αδυναμία μου και να μου δώσει υπομονή, όπως δίνει σε όλους τους δούλους Του που Τον αγάπησαν με όλη τους την καρδιά.»

Σε αυτό η Φομάιντα απάντησε:

«Παιδί μου, Φεβρωνία! Έρχεται η ώρα του ασκητισμού. Αν ασεβείς βασανιστές σε βάζουν σε πειρασμό με κολακευτικά λόγια, χρυσό, ασήμι και ακριβά ενδύματα ή με οποιαδήποτε από τις μάταιες απολαύσεις αυτού του κόσμου, πρόσεχε και πρόσεχε τον εαυτό σου. Μην ακολουθείς τις νουθεσίες τους, για να μην χάσεις την ανταμοιβή από τον Κύριο για τους περασμένους κόπους σου. Πρόσεχε να μην γίνεις περίγελος του διαβόλου και παιχνίδι των ειδώλων. Να θυμάσαι ότι δεν υπάρχει τίποτα πιο ένδοξο από την παρθενία, και μεγάλη είναι η ανταμοιβή που περιμένει τις παρθένες. Γιατί ο Νυμφίος των παρθένων είναι αθάνατος και χαρίζει αθανασία σε όλους όσους Τον αγαπούν. Γι' αυτό, κυρία μου, αγωνίσου να πετύχεις αυτό στο οποίο έχεις αφιερώσει ολόκληρη τη ζωή σου. Πρόσεχε τον εαυτό σου, κόρη μου, για να μην χάσεις τους όρκους της μακαριότητάς σου, δηλαδή τη χάρη του βαπτίσματος και της μοναστικής κουράς». Γιατί ο Κύριος θα είναι τρομερός όταν καθίσει στον θρόνο της δόξας Του για να κρίνει όλους και να ανταμείψει όλους σύμφωνα με τις πράξεις τους.

Ακούγοντας αυτά τα λόγια, η Φεβρωνία δυνάμωσε το πνεύμα της και ετοιμάστηκε με θάρρος να εμπλακεί σε γενναία μάχη με τον διάβολο. Τότε είπε στη Θωμαΐδα:

«Καλώς έπραξες, κυρία μου, ενισχύοντας τον δούλο σου στην πίστη και προετοιμάζοντας την ψυχή μου για γενναία έργα. Ας γίνει γνωστό σε σένα ότι αν δεν ήθελα να πεθάνω για τον Νυμφίο μου, θα είχα φύγει, μαζί με τις άλλες αδελφές, για να ξεφύγω από τον τρομερό μόχθο των παθημάτων. Αλλά επειδή αγαπώ με όλη μου την καρδιά τον ουράνιο Νυμφίο μου, στον οποίο έχω αρραβωνιαστεί την ψυχή μου και στον οποίο έχω αφιερώσει το σώμα μου, τολμώ να Τον ακολουθήσω στο μονοπάτι του μαρτυρίου, αν με καταδώσει να υποφέρω και να πεθάνω για το όνομά Του».

Η Βριένα, έχοντας ακούσει τέτοιες ομιλίες της Φεβρωνίας, της είπε:

«Κόρη μου, Φεβρωνία! Θυμήσου τους κόπους μου και φρόντισέ σε, θυμήσου ότι σε ηλικία δύο ετών σε πήρα στη φροντίδα μου από τα χέρια της τροφού σου—και ότι μέχρι σήμερα, κανένας λαϊκός δεν έχει δει καν το πρόσωπό σου. Μέχρι τώρα, σε πρόσεχα σαν κόρη οφθαλμού. Αλλά τι να κάνω τώρα μαζί σου και πώς να σε προσέχω, δεν ξέρω πια. Φρόντισε τον εαυτό σου, για να μην μου λυπήσεις τα γηρατειά, για να μην καταστρέψω τους κόπους που εγώ, η πνευματική σου μητέρα, αφιέρωσα στην ανατροφή σου. Θυμήσου τους πάθος που πριν από εσένα υπέφεραν με θάρρος και γενναιότητα για τον Χριστό και τώρα έλαβαν στέμμα από Αυτόν—μεταξύ των οποίων δεν ήταν μόνο άνδρες αλλά και γυναίκες και παιδιά. Θυμήσου τη Λιβία και τη Λεωνίδα—αυτές τις ένδοξες αδελφές που έδωσαν με θάρρος τη ζωή τους για τον Χριστό». Γιατί η Λιβία και ο Λεωνίδας, η μία αποκεφαλισμένη με σπαθί και η άλλη ριγμένη στη φωτιά, πήγαν και οι δύο μαζί στο δωμάτιο του Ουράνιου Νυμφίου τους. Θυμήσου τη δωδεκάχρονη κόρη Ευτροπία, η οποία μαρτύρησε μαζί με τη μητέρα της. Δεν θαύμαζες πάντα την υπακοή και την υπομονή της; Ξέρεις πώς ο δικαστής, αφού την απελευθέρωσε από τα δεσμά, ήθελε να την τρομάξει με βέλη, νομίζοντας ότι θα έφευγε. Αλλά τότε άκουσε τη φωνή της μητέρας της να της λέει: «Παιδί μου, Ευτροπία, στάσου ακίνητη!» Και η κόρη στάθηκε με θάρρος σαν ακίνητος στύλος μέχρι που τραυματίστηκε ολοκληρωτικά από βέλη. Έπειτα έπεσε στο έδαφος, παραδίδοντας το πνεύμα της στον Κύριο. Αυτή η κόρη ήταν απλή και αμόρφωτη· αλλά εσύ η ίδια έχεις μελετήσει καλά τα θεία βιβλία και έχεις υπάρξει καλός δάσκαλος πολλών. Σκέψου, λοιπόν, με πόσο θάρρος πρέπει να σταθείς για τον Κύριό σου.

Αυτά και πολλά άλλα έλεγαν ο ένας στον άλλον μέχρι που πέρασε η νύχτα και ήρθε η μέρα.

Όταν ανέτειλε ο ήλιος, επικράτησε μεγάλη αναστάτωση στην πόλη. Ο Σελινός και ο Λυσίμαχος είχαν εισέλθει στην πόλη, καθώς οι στρατιώτες τους είχαν ήδη συλλάβει πολλούς Χριστιανούς και τους είχαν ρίξει στη φυλακή. Μερικοί Έλληνες είπαν στον Σελινό για ένα μοναστήρι στην πόλη. Ο Σελινός έστειλε αμέσως στρατιώτες να συλλάβουν όλες τις μοναχές. Οι στρατιώτες, φτάνοντας στο μοναστήρι, το περικύκλωσαν από παντού και, κόβοντας τις πόρτες με τσεκούρια, μπήκαν μέσα σαν άγρια ​​θηρία. Πιάνοντας τη Βρυέννη, σκόπευαν να σκοτώσουν την ηλικιωμένη γυναίκα με το σπαθί. Αλλά η Φεβρωνία, βλέποντας τον κίνδυνο, έπεσε στα πόδια των στρατιωτών και άρχισε να φωνάζει δυνατά:

«Σε εξορκίζω, στον Θεό, σκότωσε εμένα πρώτα, για να μην δω τον θάνατο της ερωμένης μου».

Όταν η Φεβρονία φώναζε έτσι, ο κόμης Πρίμους ήρθε εκεί. Έδιωξε θυμωμένα τους στρατιώτες και ρώτησε την Βρυέννα:

– Πού είναι οι άλλες μοναχές που έμειναν σε αυτό το μοναστήρι;

Η Βριένα είπε:

– Όλοι έτρεξαν φοβισμένοι.

Τότε ο κόμης είπε:

«Ω, μακάρι να μπορούσες να φύγεις μαζί τους! Αλλά ακόμα και τώρα είσαι ελεύθερος να το κάνεις και να φύγεις όπου θέλεις—σου δίνω αυτή τη χάρη.»

Αφού είπε αυτά, έφυγε από το μοναστήρι και πήρε μαζί του τους στρατιώτες. Όταν έφτασε στο πραιτώριο για να δει τον Λυσίμαχο, ο τελευταίος τον ρώτησε:

– Ήταν αλήθεια ότι μας είπαν ότι υπάρχει ένα χριστιανικό μοναστήρι κοντά;

«Είναι αλήθεια», είπε ο κόμης.

Τότε, αφού πήρε τον Λυσίμαχο κατά μέρος, του είπε κατ’ ιδίαν:

«Σχεδόν όλες οι μοναχές έφυγαν από εκείνο το μοναστήρι, και δεν βρήκα καμία εκεί εκτός από δύο πρεσβύτερες και μια νεαρή μοναχή. Έχω κάτι θαυμαστό να σας πω για αυτό που είδα σε εκείνο το μοναστήρι: Είδα μια νεαρή μοναχή τόσο μεγάλης ομορφιάς που δεν έχω ξαναδεί τόσο όμορφη γυναίκα. Ο Θεός είναι μάρτυράς μου ότι λέω την αλήθεια. Βλέποντάς την, έμεινα έκπληκτος από την ομορφιά του προσώπου της, και αν δεν ήταν ντυμένη με ταπεινά ρούχα, θα την θεωρούσα άξια να γίνει σύζυγός σας, κύριέ μου.»

Σε αυτό ο Λυσίμαχος απάντησε:

«Αν δεν θέλω να παραβώ τις εντολές της μητέρας μου και να χύσω χριστιανικό αίμα, αλλά θέλω να σώσω τους Χριστιανούς με κάθε τρόπο, τότε πώς μπορώ να αποπλανήσω τις νύφες του Χριστού; Δεν θα κάνω ποτέ κάτι τέτοιο· αλλά απευθύνομαι σε εσάς, κύριέ μου, με μια θερμή παράκληση: φέρτε αυτές τις ηλικιωμένες γυναίκες και τη νεαρή μοναχή από το μοναστήρι και φυλάξτε τες κάπου, για να μην πέσουν στα χέρια του Σελινού, του θείου μου, και βασανιστούν».

Ενώ μιλούσαν έτσι μεταξύ τους, ένας από τους πιο πονηρούς πολεμιστές που βρισκόταν στο μοναστήρι, αφού άκουσε τη συζήτησή τους, πήγε αμέσως στον Σελινούντα και του είπε ότι είχαν βρει μια πολύ όμορφη κοπέλα στο γυναικείο μοναστήρι και ότι ο κόμης συμβούλεψε τον Λυσίμαχο να την πάρει για γυναίκα του.

Ο Σελίνος, γεμάτος οργή, έστειλε αμέσως στρατιώτες για να φυλάξουν τις μοναχές που βρέθηκαν εκεί, εμποδίζοντάς τες να δραπετεύσουν. Στη συνέχεια, έστειλε μερικούς από τους πιο στενούς και έμπιστους υπηρέτες του να δουν την κοπέλα και να μάθουν το όνομά της. Πήγαν και, επιστρέφοντας, είπαν στον Σελίνο ότι πιθανότατα δεν υπήρχε ούτε μία γυναίκα κάτω από τον ουρανό που να μπορούσε να συγκριθεί με την ομορφιά της κοπέλας που είχαν δει. Μετά από αυτά τα λόγια, ο Σελίνος έστειλε αμέσως έναν κήρυκα για να διακηρύξει σε όλη την πόλη ότι το επόμενο πρωί όλοι οι κάτοικοι και των δύο φύλων και όλων των ηλικιών έπρεπε να συγκεντρωθούν για να παρακολουθήσουν την ηρωική πράξη της νεαρής κοπέλας Φεβρωνίας.

Ακούγοντας αυτό, όλοι οι κάτοικοι της πόλης και των γύρω χωριών συγκεντρώθηκαν σε μεγάλους αριθμούς για να παρακολουθήσουν το κατόρθωμα της Αγίας Φεβρωνίας. Την αυγή, ο βασανιστής έστειλε τους πιο άγριους στρατιώτες του στο μοναστήρι και τους διέταξε να φέρουν την αγία παρθένο σε δίκη. Οι στρατιώτες, φτάνοντας στο μοναστήρι, άρπαξαν ανελέητα τη Φεβρωνία και, αλυσοδεμένοι στον λαιμό της, την έσυραν έξω από το μοναστήρι.

Τότε η Βρυέννη και η Θωμαΐδα, αγκαλιάζοντας με δάκρυα στα μάτια τον μαθητή τους, άρχισαν να κλαίνε πικρά και να παρακαλούν τους στρατιώτες να τους επιτρέψουν να συνομιλήσουν για λίγο με τη Φεβρωνία. Οι στρατιώτες συμφώνησαν. Και πάλι η Βρυέννη και η Θωμαΐδα παρακάλεσαν τους στρατιώτες να τους πάρουν μαζί τους στην ίδια αποστολή που επρόκειτο να αναλάβει η Φεβρωνία, γιατί οι πρεσβύτεροι φοβόντουσαν ότι, μόνη και χωρίς την υποστήριξή τους, θα υπέκυπτε στα βασανιστήρια.

Αλλά οι πολεμιστές είπαν:

«Δεν μας έχει δοθεί η εντολή να σας παρουσιάσουμε στο δικαστήριο, παρά μόνο τη Φεβρωνία.»

Έτσι, η Μπριέννα και η Θωμαΐδα άρχισαν να επιβεβαιώνουν την πίστη της Φεβρωνίας.

Η Βριένα της είπε τα εξής:

«Να 'σαι, κόρη μου Φεβρωνία, τώρα που ξεκινάς μια ζωή γεμάτη πόνο. Να ξέρεις ότι ο ουράνιος Νυμφίος θα δει τον πόνο σου, και οι αγγελικές δυνάμεις έχουν ήδη ετοιμάσει ένα στεφάνι νίκης για σένα, αν υποφέρεις με θάρρος μέχρι τέλους. Πρόσεχε να μην φοβηθείς τα βασανιστήρια και γίνεις εμπαιγμός για τους δαίμονες. Μην λυπηθείς το σώμα σου όταν αρχίσουν να το κατακεραυνώνουν με πληγές, γιατί ακόμα κι αν δεν το θέλαμε, μετά από λίγο καιρό θα μπει στον τάφο και θα επιστρέψει στη σκόνη. Έτσι, με πικρό κλάμα θα περιμένω νέα για σένα, καλά ή κακά. Έτσι, κόρη μου, σε παρακαλώ θερμά να ακούσω καλά νέα για σένα. Ω, ποιος θα μου φέρει τα καλά νέα ότι η Φεβρωνία υπέφερε ως μάρτυρας για τον Χριστό και εντάχθηκε στις τάξεις των μαρτύρων!»

Σε αυτό, η ευλογημένη Φεβρωνία απάντησε στην Μπριέννα:

«Ελπίζω, μητέρα μου, ότι όπως δεν έχω παραβεί τις εντολές σου πριν, έτσι και τώρα θα τηρώ αλάνθαστα τις οδηγίες και τις εντολές σου. Και οι άνθρωποι θα δουν, θα θαυμάσουν και θα επαινέσουν το έργο της Βριένας, λέγοντας: «Ιδού αληθινά η φύτευση και η βλάστηση της Βριένας—αυτής της μεγάλης ηλικιωμένης γυναίκας!» Γιατί σε ένα γυναικείο σώμα θα επιδείξω ανδρική δύναμη πνεύματος. Προσευχήσου για μένα και μην με εμποδίσεις να αναλάβω το έργο που έχω μπροστά μου.»

Τότε ο Θωμαΐς της είπε:

«Ζει Κύριος, αδελφή μου Φεβρωνία, κι εγώ θα σε ακολουθήσω. Θα ντυθώ με κοσμικά ρούχα και, στέκοντας ανάμεσα στον λαό, θα παρακολουθώ τον αγώνα σου».

Όταν οι στρατιώτες άρχισαν να βιάζουν τη Φεβρονία και ετοιμάζονταν να την σύρουν μακριά, είπε στους αγίους πρεσβύτερους:

– Σας παρακαλώ, μητέρες μου, ευλογήστε με στο ταξίδι μου και προσευχηθείτε για μένα.

Και η Βριένα, σηκώνοντας τα χέρια της προς τον ουρανό, άρχισε να προσεύχεται με δυνατή φωνή:

– Κύριε Ιησού Χριστέ, που κάποτε εμφανίστηκες κατ’ εικόνα Παύλου στη δούλη Σου Θέκλα κατά τη διάρκεια των παθημάτων της, φανήκα τώρα στην ταπεινή δούλη Σου Φεβρωνία την ώρα του αγώνα της και ενίσχυσέ την αόρατα από ψηλά, ώστε μέσω αυτής να δοξαστεί το άγιο όνομά Σου.

Αφού προσευχήθηκε έτσι, η Βρυέννη αγκάλιασε με δάκρυα την Φεβρωνία και, φιλώντας την, την έδιωξε. Οι στρατιώτες, άρπαξαν την αγία παρθένο και την οδήγησαν στον βασανιστή της, τον Σελινό.

Αφού αποχαιρέτησε για λίγο την αγαπημένη της πνευματική κόρη, η Μπριέν επέστρεψε στο μοναστήρι κλαίγοντας και θρηνώντας. Πέφτοντας στο έδαφος στην εκκλησία, φώναξε, προσευχόμενη στον Θεό για τη Φεβρονία. Η Θωμαΐδα, αφήνοντας την Μπριέν να κλαίει στην εκκλησία, φόρεσε τα ρούχα των λαϊκών και ακολούθησε τη Φεβρονία στο θέαμα. Ακολούθησαν και οι γυναίκες που έρχονταν στο μοναστήρι κάθε Παρασκευή για να ακούσουν τις διδασκαλίες της Φεβρονίας, οι οποίες ήταν βασισμένες σε βιβλία. Χτυπώντας τα στήθη τους, έσπευσαν στο θέαμα με δάκρυα, κατακλυσμένες από θλίψη για την απώλεια της δασκάλας τους. Τα νέα ότι η Φεβρονία οδηγήθηκε στο θέαμα έφτασαν και στην Ιερία, και έκλαψε τόσο δυνατά που οι γονείς της και όλοι οι άλλοι στο σπίτι τρομοκρατήθηκαν και άρχισαν να ρωτούν:

- Τι σου συμβαίνει, Ιέρια;

«Πήραν την αδερφή μου τη Φεβρωνία για να την ντροπιάσουν και έστειλαν τη δάσκαλό μου να βασανιστεί για τον Χριστό», απάντησε η Ιερία κλαίγοντας.

Οι γονείς της Ιερίας προσπάθησαν να την ηρεμήσουν, αλλά εκείνη έκλαιγε ακόμα περισσότερο και τους είπε:

«Άφησέ με ήσυχη», δεν θα σταματήσω να κλαίω για την αδερφή και δασκάλα μου Φεβρονία.

Καθώς μιλούσε, άρχισαν και οι γονείς της να κλαίνε, και όλο το σπίτι αντηχούσε από θρήνο για την Αγία Φεβρωνία. Η Ιερία άρχισε τότε να παρακαλεί τους γονείς της να την αφήσουν να πάει στο θέαμα, και αυτοί δεν την εμπόδισαν. Παίρνοντας πολλούς σκλάβους και γυναίκες, πήγε στο θέαμα κλαίγοντας και πρόλαβε πλήθος γυναικών που έσπευδαν εκεί με δάκρυα. ​​Ανάμεσά τους ήταν και η Θωμαΐδα, η οποία περπατούσε με κοσμική ενδυμασία. Αναγνωρίζοντάς την, η Ιερία πήγε μαζί της, και οι δύο, χύνοντας πολλά δάκρυα, έφτασαν στον καθορισμένο τόπο. Αμέτρητο πλήθος ανθρώπων είχε συγκεντρωθεί εκεί, και οι κριτές είχαν ήδη καθίσει. Όταν όλα ήταν έτοιμα, ο Σελινός και ο Λυσίμαχος διέταξαν να φέρουν την Αγία Φεβρωνία σε αυτούς. Η αγία στάθηκε μπροστά τους με τα χέρια δεμένα πίσω από την πλάτη της και τον λαιμό της δεμένο με αλυσίδες. Βλέποντας αυτό, σχεδόν όλοι οι παρόντες ξέσπασαν σε κλάματα και παραδόθηκαν σε πικρά κλάματα και λυγμούς. Ο βασανιστής Σελινός, κάνοντας σήμα για σιωπή, είπε στον Λυσίμαχο:

- Ρωτήστε αυτή τη γυναίκα και ακούστε τις απαντήσεις της.

Και ο Λυσίμαχος άρχισε να ανακρίνει τη Φεβρωνία. Πρώτα την ρώτησε:

– Πείτε μας, ποιος είναι ο βαθμός σας – είστε δούλος ή ελεύθερος;

«Ναι, είμαι σκλάβα», απάντησε η Φεβρονία.

- Ποιανού είναι;

«Του Χριστού», ομολόγησε με τόλμη η αγία παρθένος.

Ο Λυσίμαχος την ρώτησε ξανά:

- Πώς σε λένε;

Και η Φεβρωνία απάντησε:

– Αποκαλώ τον εαυτό μου ταπεινό Χριστιανό.

Ο Λυσίμαχος ρώτησε ξανά:

- Θέλουμε να μάθουμε το όνομά σας.

«Σου έχω ήδη πει ότι είμαι Χριστιανή», απάντησε η Φεβρονία, «αλλά αν θέλεις να μάθεις το όνομα που μου δόθηκε κατά τη γέννησή μου, τότε θα σου απαντήσω: η μητέρα μου με ονόμασε Φεβρονία».

Τότε ο βασανιστής Σελινός διέταξε τον Λυσίμαχο να σταματήσει την ανάκριση και ο ίδιος απευθύνθηκε στην αγία παρθένο.

«Επικαλούμαι τους θεούς να μαρτυρήσουν, Φεβρωνία, ότι δεν ήθελα να καταδεχτώ να συνομιλήσω μαζί σου· αλλά επειδή η πραότητά σου και η ομορφιά του προσώπου σου έχουν νικήσει τον θυμό μου, δεν θα σε ρωτάω πια ως καταδικασμένη, αλλά ως κόρη μου. Άκουσε, κόρη μου, ας είναι οι θεοί μάρτυρες ότι λέω την αλήθεια. Βλέπεις τον ανιψιό μου τον Λυσίμαχο να κάθεται μαζί μου· ο πατέρας του, ο Άνθιμος, έχει πλέον πεθάνει, και έχω διαλέξει γι' αυτόν μια ευγενή κοπέλα, που κατέχει πολλά πλούτη, την κόρη του γερουσιαστή Πρόσφορου, και τον έχω ήδη αρραβωνιαστεί μαζί της. Τώρα, αν ομολογήσεις την ενοχή σου ενώπιον των θεών, θα ακυρώσουμε το γαμήλιο συμβόλαιο με την κόρη του Πρόσφορου και θα συνάψουμε ένα νέο—μαζί σου. Και θα γίνεις γυναίκα του Λυσίμαχου, και ως γυναίκα του, θα καθίσεις στα δεξιά του, όπως κάνω εγώ τώρα». Βλέπεις ότι είναι τόσο όμορφος όσο εσύ. Άκουσε τη συμβουλή μου, όπως θα έκανες και με τον πατέρα σου· σε αντάλλαγμα, θα σε κάνω ευγενή και πλούσια, και δεν θα γνωρίσεις ποτέ τη φτώχεια. Δεν έχω ούτε γυναίκα ούτε παιδιά, και σου δίνω όλα όσα έχω, κάνοντάς σε κυρίαρχη όλων των κτημάτων μου. Θα δώσω όλα αυτά ως προίκα σου στον κύριό μου Λυσίμαχο, και θα είμαι σαν πατέρας σου. Τότε, βλέποντας πόσο μεγάλη τιμή σου έχει δοθεί, όλες οι γυναίκες θα σε επαινέσουν και θα σε ευλογήσουν, και ο γενναίος βασιλιάς μας θα χαρεί για σένα και, με τη σειρά του, θα σε ανταμείψει πολύ, γιατί έχει υποσχεθεί να διορίσει τον Λυσίμαχο επίσκοπο Ρώμης. Τώρα άκουσες όλα όσα σου είπα. Πες μου ότι δεν απομακρύνεσαι από τους θεούς μας· με αυτό θα φέρεις μεγάλη χαρά στην ψυχή μου. Αν δεν ακούσεις τη νουθεσία μου, ορκίζομαι στους θεούς, δεν θα ζήσεις ούτε τρεις ώρες. Διάλεξε λοιπόν ό,τι θέλεις και πες μας.

Σε αυτό η Αγία Φεβρωνία απάντησε στον Σελινό ως εξής:

«Κριτέ! Έχω μια κατοικία στον παράδεισο, αχειροποίητη, στην οποία τελείται γάμος, αδιάλυτος για πάντα, και η προίκα μου είναι ολόκληρη η ουράνια βασιλεία. Έχοντας έναν αθάνατο Νυμφίο, δεν θέλω να ενωθώ με έναν θνητό και φθαρτό άνθρωπο. Και όσο για αυτά που μου υπόσχεσαι, δεν θέλω καν να ακούσω. Όχι, μην μπαίνεις στον κόπο, Κριτέ! Ούτε θα καταφέρεις τίποτα με κολακεία και πειρασμούς, ούτε θα με εκφοβίσεις με απειλές.»

Ακούγοντας αυτή την απάντηση, ο Σελίνος εξοργίστηκε πολύ και διέταξε τους στρατιώτες να σκίσουν τα ρούχα της, στη συνέχεια να την τυλίξουν με ένα λεπτό, κοντό κουρέλι και να την φέρουν σχεδόν γυμνή μπροστά σε όλους για να την ντροπιάσουν. Ήλπιζε ότι η αγία παρθένος, βλέποντας τον εαυτό της σε τέτοια ντροπή, θα ντρεπόταν για την ντροπή της και θα μετανοούσε για την πείσμα της. Οι στρατιώτες εκτέλεσαν αμέσως τις διαταγές του Σελίνου και έφεραν τη μάρτυρα σχεδόν εντελώς γυμνή μπροστά σε όλους.

Τότε η Σελίν της είπε:

«Τι μου λες τώρα, Φεβρωνία; Βλέπεις τι ατίμωση έχει γίνει η μοίρα σου, ενώ θα μπορούσες να απολαύσεις μεγάλες ευλογίες.»

Σε αυτό η Φεβρονία είπε στον βασανιστή:

«Να ξέρεις, κρίνε, ότι αν με βγάλεις όχι μόνο από αυτά τα ρούχα, αλλά και από αυτό το κουρέλι, και με αφήσεις εντελώς γυμνό, δεν θα θεωρήσω αυτή την ντροπή τίποτα. Διότι Ένας είναι ο Δημιουργός του άνδρα και της γυναίκας· για χάρη Του είμαι έτοιμος όχι μόνο να υπομείνω την ντροπή της γυμνότητας, αλλά επιθυμώ ακόμη και να αποκεφαλιστώ με σπαθί και να καώ στη φωτιά. Ω, μακάρι Αυτός που υπέμεινε οικειοθελώς αμέτρητα βάσανα για μένα να μου επιτρέψει να υποφέρω για τον Εαυτό Του!»

«Ω, αναίσχυντε και άξια κάθε ατιμίας!», φώναξε ο Σελινός, «βλέπω ότι είσαι περήφανος για την ομορφιά σου, και γι' αυτό δεν θεωρείς την ατιμία της γύμνιας ντροπή για τον εαυτό σου, γιατί ελπίζεις να γίνεις διάσημος για την ομορφιά σου, στέκοντας γυμνός ανάμεσα στον λαό».

Ο άγιος του απάντησε:

«Ο Χριστός είναι μάρτυράς μου ότι μέχρι σήμερα δεν έχω δει ποτέ πρόσωπο ανθρώπου, όπως ακριβώς κανένας κοσμικός άνθρωπος δεν έχει δει ποτέ το πρόσωπό μου. Θα είμαι τώρα, στη δύναμή σου, αναίσχυντος; Όχι, εσύ ο ίδιος είσαι αναίσχυντος, αποκαλύπτοντας το παρθενικό σου σώμα μπροστά σε όλους. Αλλά πες μου, ανόητε κριτή: αν ένας παλαιστής μπει στους Ολυμπιακούς Αγώνες , δεν αγωνίζεται γυμνός μέχρι να νικήσει τον αντίπαλό του; Ομοίως, εγώ, που βγαίνω εδώ για να παλέψω με τον εχθρό και περιμένω πληγές και φωτιά για το σώμα μου, πώς μπορώ να τις υπομείνω ενώ παραμένω ντυμένος; Δεν δέχεται πληγές το γυμνό σώμα; Και έτσι βγαίνω γυμνός, περιφρονώντας τα βάσανα, για να νικήσω τον Σατανά - τον πατέρα σου».

Τότε ο Σελίν είπε στους υπηρέτες:

«Εφόσον αυτή η γυναίκα η ίδια επιδιώκει βασανιστήρια και λέει ότι δεν φοβάται τη φωτιά και τις πληγές, τότε βάλτε την στο έδαφος, ανάψτε φωτιά από κάτω της και αφήστε τέσσερις πολεμιστές να την χτυπήσουν στη σπονδυλική στήλη με ξύλα.»

Οι στρατιώτες άρχισαν αμέσως να βασανίζουν την αγία, όπως είχαν διαταχθεί. Την ξυλοκόπησαν για πολλή ώρα, μέχρι που αίμα έτρεχε σαν ρυάκια από το σώμα της. Και για να μην σβήσει η φωτιά που άναβε από κάτω της, οι βασανιστές έριχναν λάδι πάνω της, με αποτέλεσμα οι φλόγες να μεγαλώνουν και να καίνε πιο έντονα τη μάρτυρα. Ενώ βασάνιζαν την αγία, πολλοί από τον κόσμο άρχισαν να φωνάζουν στη Σελίνα:

- Ελέησον, ελέησον την νεαρήν παρθένα, ελεήμονα κριτή!

Αλλά αυτός, αγνοώντας τις προσευχές της, διέταξε να βασανιστεί η αγία παρθένος πιο σκληρά. Στη συνέχεια, κάπως ειρηνεύοντας από τον θυμό του, διέταξε να σταματήσουν τα βασανιστήρια. Οι στρατιώτες εγκατέλειψαν τη Φεβρωνία και, πιστεύοντας ότι ήταν ήδη νεκρή, την πέταξαν έξω από τη φωτιά.

Η Θωμαΐς, βλέποντας το τόσο σκληρό μαρτύριο της Φεβρωνίας, συνήλθε ψυχικά και σωματικά και έπεσε στο έδαφος στα πόδια της Ιερίας. Βλέποντάς το αυτό, η Ιερία φώναξε δυνατά:

«Αλίμονό μου, αλίμονό μου, αδερφή μου Φεβρωνία! Αλίμονό μου, δάσκαλέ μου! Δεν θα ακούω πια τη διδασκαλία σου. Και όχι μόνο θα χάσω εσένα, αλλά και τη Θωμαΐδα, γιατί κι αυτή πεθαίνει από θλίψη για σένα.»

Η Φεβρωνία, ξαπλωμένη στο έδαφος, άκουσε αυτά τα λόγια της Ιερίας και άρχισε να παρακαλεί όσους στέκονταν κοντά να ρίξουν νερό στο εξαντλημένο πρόσωπο της Θωμαΐδας. Αυτοί υπάκουσαν, και η Θωμαΐδα συνήλθε και σηκώθηκε.

Βλέποντας ότι η Φεβρονία ήταν ακόμα ζωντανή, ο Σελίν της απευθύνθηκε με αυτά τα κοροϊδευτικά λόγια:

«Τι λες, Φεβρωνία; Πόσο γλυκιά σου φάνηκε η πρώτη πράξη του πόνου σου;»

«Βλέπεις», απάντησε η Φεβρονία, «ότι παρά τις προσπάθειές σου, παρέμεινα αήττητη, επειδή απεχθάνομαι όλα τα βάσανα».

Τότε ο Σελίν διέταξε τους υπηρέτες:

Κρεμάστε την σε ένα δέντρο και ξύστε τα πλευρά της με σιδερένιες χτένες και κάψτε τις πληγές της με φωτιά, ώστε να καούν ακόμη και τα κόκαλά της.

Οι βασανιστές άρχισαν αμέσως να εκτελούν αυτή την εντολή. Μέσα σε τέτοια βάσανα, η Φεβρωνία σήκωσε τα μάτια της στον ουρανό και άρχισε να προσεύχεται στον Κύριο:

– Έλα σε βοήθειά μου και μην περιφρονείς τον δούλο Σου αυτή την ώρα.

Και μετά από αυτά τα λόγια σώπασε.

Καθώς το σώμα της ξυνόταν και καίγονταν ανελέητα, πολλοί από αυτούς που συγκεντρώθηκαν στο θέαμα δεν άντεχαν να παρακολουθήσουν ένα τέτοιο τρομερό μαρτύριο και υποχώρησαν. Άλλοι άρχισαν να φωνάζουν στον δικαστή να χαρίσει τη ζωή στο νεαρό και αθώο κορίτσι. Τότε ο Σελινός διέταξε τους υπηρέτες να σταματήσουν τα βασανιστήρια. Στη συνέχεια άρχισε να κάνει αρκετές ερωτήσεις στη Φεβρωνία, κρεμασμένη από το δέντρο, αλλά εκείνη παρέμεινε σιωπηλή. Και πάλι, με την οργή του να φουντώνει, ο βασανιστής διέταξε να την κατεβάσουν από το δέντρο και να την δέσουν σε έναν πάσσαλο που είχαν φυτέψει στο έδαφος. Τότε είπε:

«Επειδή αυτή η κακιά γυναίκα δεν θέλει να μου απαντήσει, τότε κόψτε της τη γλώσσα και ρίξτε την στη φωτιά».

Ακούγοντας αυτό, η αγία μάρτυρας έβγαλε αμέσως τη γλώσσα της από το στόμα της και έκανε σήμα στον στρατιώτη να εκτελέσει τις διαταγές του. Αλλά μόλις ο στρατιώτης άγγιξε τη γλώσσα της για να την κόψει, το πλήθος που στεκόταν κοντά άρχισε να φωνάζει δυνατά, ικετεύοντας τον δικαστή με το όνομα των θεών τους και παρακαλώντας τον να ανακαλέσει την διαταγή του. Αναγνωρίζοντας τις εκκλήσεις του λαού, ο Σελινός έδωσε εντολή να μην κοπεί η γλώσσα της, αλλά να αφαιρεθούν τα δόντια της. Αμέσως, ένας από τους βασανιστές πήρε ένα σιδερένιο εργαλείο και άρχισε να αφαιρεί τα δόντια της μάρτυρας ένα προς ένα. Όταν έβγαλε 17 δόντια, ο Σελινός διέταξε να σταματήσουν τα βασανιστήρια. Εν τω μεταξύ, ρυάκια αίματος έτρεχαν από το στόμα της αγίας, και ήταν εντελώς εξαντλημένη από τα σκληρά βάσανα. Κλήθηκε ένας γιατρός, ο οποίος σταμάτησε τη ροή του αίματος.

Τότε η Σελίν άρχισε ξανά να ρωτάει την αγία, απευθυνόμενη σε αυτήν με τα εξής λόγια:

– Τουλάχιστον τώρα, Φεβρωνία, θα υποτασσόσουν στις απαιτήσεις της αυλής και θα ομολογούσες την πίστη σου στους θεούς.

Ο άγιος απάντησε:

Ανάθεμα 4129 σε σένα, καταραμένε και γέρεε δούλε του διαβόλου, που έχεις καταστραφεί από την ανομία! Ως πότε θα με εμποδίζεις στο μονοπάτι μου, εμποδίζοντας την είσοδό μου στον Χριστό, τον Νυμφίο μου; Βιάσου γρήγορα να με ελευθερώσεις από αυτό το θνητό σώμα, γιατί ο Νυμφίος μου ήδη με περιμένει.

Σε αυτό ο Σελίν είπε στη Φεβρονία:

«Θα διατάξω το σώμα σου να γίνει κομμάτια, να παραδοθεί στο σπαθί και στη φωτιά. Γιατί βλέπω ότι υπερηφανεύεσαι αναίσχυντα για τη νεότητά σου. Αλλά αυτό δεν θα σε ωφελήσει. Η υπερηφάνειά σου θα σου φέρει ακόμη μεγαλύτερο κακό και τα πιο οδυνηρά βάσανα.»

Η αγία μάρτυρας, εξαντλημένη από τα ακραία βασανιστήρια, δεν μπορούσε πλέον να μιλήσει, αλλά η σιωπή της φούντωσε περαιτέρω την οργή του βασανιστή: ο σκληρός Σελινός διέταξε να κοπούν τα παρθενικά στήθη της Φεβρωνίας. Ο λαός φώναξε, παρακαλώντας τον δικαστή να χαρίσει την κόρη και να ανακαλέσει την διαταγή του. Αλλά ο Σελινός, εξοργισμένος με τον βασανιστικό υπηρέτη, του είπε:

«Γιατί διστάζεις, άθλιε αντίπαλε των θεών μας; Γιατί δεν εκπληρώνεις την εντολή σου;»

Τότε ο δούλος, παίρνοντας ένα ξυράφι, άρχισε να κόβει το δεξί στήθος της αγίας μάρτυρος. Εκείνη, σηκώνοντας τα μάτια της στον ουρανό, προσευχήθηκε στον Θεό με δυνατή φωνή, λέγοντας:

– Κύριε Θεέ μου, δες τα βάσανα που υπομένω και πάρε την ψυχή μου στα χέρια Σου.

Αφού είπε αυτά, σώπασε και δεν είπε τίποτα άλλο. Όταν και τα δύο στήθη της έκοψαν και ρίχτηκαν στο έδαφος, ο Σελινός διέταξε να φέρουν φωτιά και να τη χρησιμοποιήσουν για να κάψουν τις πληγές που είχαν σχηματιστεί εκεί που είχαν κοπεί οι θηλές. Διέταξε επίσης να καεί η μήτρα της μάρτυρας, ώστε να σαπίσουν όλα τα εντόσθιά της. Πολλοί από τον λαό, ανίκανοι να αντέξουν τέτοια βασανιστήρια, υποχώρησαν από το θέαμα και καταράστηκαν δυνατά τον Διοκλητιανό και τους θεούς του.

Εκείνη την εποχή, ο Θωμαΐς και η Ιερία έστειλαν έναν σκλάβο στο μοναστήρι για να ενημερώσει την Βρυέννη για όλα όσα είχαν συμβεί. Ακούγοντας την ιστορία του αγγελιοφόρου, η Βρυέννη γέμισε πνευματική χαρά και αγαλλίαση και, με δάκρυα στα μάτια, άρχισε να φωνάζει στον Θεό:

– Κύριε Ιησού Χριστέ, ο Θεός μας, έλα σε βοήθεια της δούλης Σου Φεβρωνίας!

Έπειτα, πέφτοντας στο έδαφος, είπε με δάκρυα και λυγμούς:

– Πού είσαι τώρα, Φεβρωνία; Πού είσαι, πράα κόρη μου; Πού είσαι, δούλη του Χριστού; Πού είσαι, στολίδι της μοναστικής τάξης;

Τελικά, σηκώθηκε από το έδαφος και σήκωσε τα χέρια της στον ουρανό και αναφώνησε:

«Κύριε! Επίβλεψε την ταπεινή σου δούλη και βοήθησέ την στον αγώνα της! Κάνε μου να τη δω να πεθαίνει ως μάρτυρας και να συμπεριληφθεί στους αγίους μάρτυρες».

Εκείνη την ώρα, συνέβησαν τα εξής στο θέαμα: ο βασανιστής Σελινός διέταξε να λυθεί η Φεβρωνία από τον πάσσαλο στον οποίο ήταν δεμένη. Η αγία λύθηκε και, μη μπορώντας να σταθεί στα πόδια της, έπεσε αμέσως στο έδαφος. Βλέποντάς το αυτό, ο Κόμης Πρίμος είπε ήσυχα στον Λυσίμαχο:

«Γιατί αυτό το νεαρό κορίτσι υποφέρει τόσο σκληρά βασανιστήρια; Δεν είναι καιρός να σταματήσουν τα βασανιστήρια;»

Ο Λυσίμαχος απάντησε σε αυτό:

«Περίμενε, αδελφέ, γιατί τα βάσανά της θα ωφελήσουν πολλούς που θα την κοιτάξουν. Και πιστεύω ότι αυτά τα βάσανα θα είναι και για τη σωτηρία μου. Έχω ακούσει πολλά από τη μητέρα μου, η οποία μιλούσε για το πώς οι μάρτυρες, με το θάρρος τους, προσηλύτισαν πολλούς στο δρόμο της σωτηρίας. Ας υπομείνει και αυτό το κορίτσι το μαρτύριό της μέχρι τέλους, για να σώσει εμένα και πολλούς άλλους.»

Αυτή τη στιγμή, η Ιερία, βλέποντας τη Φεβρονία πεσμένη στο έδαφος, φώναξε δυνατά, γυρίζοντας προς τον Σελίν:

«Ω, απάνθρωπο βασανιστή! Δεν ήταν αρκετό το πρώτο μαρτύριο που επέβαλες σε αυτό το αθώο κορίτσι για τη σκληρότητά σου; Δεν θυμάσαι τη μητέρα σου, που είχε κι αυτή γυναικεία σάρκα; Δεν έτρεφες εσύ ο ίδιος στήθη παρόμοια με αυτά που διέταξες να σου κόψουν; Μήπως θήλασες πραγματικά γυναικεία στήθη για να μπορείς να δείξεις τέτοια βιαιότητα στις γυναίκες; Θαυμάζω που τίποτα δεν μπορεί να δαμάσει τη σκληρή και απάνθρωπη φύση σου. Αλλά να ξέρεις το εξής: όπως δεν λυπήθηκες αυτό το κορίτσι, έτσι και ο Ουράνιος Βασιλιάς δεν θα λυπηθεί εσένα.»

Έτσι φώναξε η Ιερία. Ο Σελινός, ακούγοντας την ομιλία της, γέμισε ξανά με οργή και διέταξε τους στρατιώτες να αρπάξουν την Ιερία από το πλήθος, σκοπεύοντας να την βασανίσουν αμέσως. Ακούγοντας την εντολή, η Ιερία πήγε με χαρά να συναντήσει τους στρατιώτες, διασχίζοντας το πλήθος, επαναλαμβάνοντας:

– Κύριε Θεέ της δούλης Σου Φεβρωνίας! Δέξου με μαζί της – της ταπεινής σου δούλης.

Αλλά πριν φτάσει στην αυλή, οι φίλοι του Σελινού άρχισαν να τον συμβουλεύουν να μην υποβάλει την Ιερία σε βασανιστήρια μπροστά σε όλο τον λαό - δεδομένης της ευγενικής καταγωγής της.

«Φοβόμαστε», είπαν, «ότι όλο το πλήθος των ανθρώπων που έχουν συγκεντρωθεί, βλέποντάς την να υποφέρει, θα θελήσουν να υποφέρουν μαζί της, και τότε θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε ολόκληρη την πόλη».

Ο Σελίν άκουσε τη συμβουλή τους και δεν διέταξε να βασανιστεί η Ιερία, αλλά μόνο αναφώνησε θυμωμένα, γυρνώντας προς το μέρος της:

«Άκου, Ιερία! Ορκίζομαι στους θεούς ότι με τους αναιδείς και ξεδιάντροπους λόγους σου φέρνεις ακόμη μεγαλύτερο μαρτύριο στη Φεβρωνία.»

Αφού είπε αυτά, έδωσε αμέσως εντολή να κοπούν και τα δύο χέρια της Αγίας Φεβρωνίας. Ο ιπποκόμος, τοποθετώντας ένα κομμάτι ξύλου κάτω από το δεξί χέρι του μάρτυρα, το χτύπησε με ένα τσεκούρι και το έκοψε. Ομοίως έκοψε και το αριστερό χέρι της Φεβρωνίας. Μη ικανοποιημένος με αυτό, ο σκληρός βασανιστής διέταξε να κοπεί το δεξί πόδι του μάρτυρα. Τοποθετώντας ένα κομμάτι ξύλου κάτω από τα πόδια του αγίου και παίρνοντας το τσεκούρι στα χέρια του, ο ιπποκόμος χτύπησε με μεγάλη δύναμη πάνω από το γόνατο, αλλά δεν μπόρεσε να κόψει τα πόδια του μάρτυρα. Στη συνέχεια χτύπησε ξανά, επίσης χωρίς επιτυχία. Βλέποντας αυτό, το πλήθος ξέσπασε σε κατακραυγή και σύγχυση, και όλοι αγανακτούσαν με τη σκληρότητα του βασανιστή. Ο ιπποκόμος χτύπησε το πόδι για τρίτη φορά, και μόνο τότε, με δυσκολία, κατάφερε να το κόψει. Όλο το σώμα της Φεβρωνίας έτρεμε από το έντονο μαρτύριο, και παρόλο που βρισκόταν ήδη στα πρόθυρα του θανάτου, παρόλα αυτά, όσο καλύτερα μπορούσε, άπλωσε το άλλο της πόδι, τοποθετώντας το στο δέντρο για να του το κόψουν κι αυτό. Βλέποντάς το αυτό, η Σελίν είπε:

- Κοίτα πόση δύναμη έχει αυτή η ξεδιάντροπη γυναίκα.

Έπειτα, γυρίζοντας προς τον ιπποκόμο, είπε με μεγάλο θυμό:

- Κόψε της και το άλλο πόδι.

Εκτέλεσε αμέσως αυτή την εντολή.

Τότε ο Λυσίμαχος, σηκώθηκε από τη θέση του και είπε στον Σελινό:

«Θέλεις πραγματικά να βασανίζεις κι άλλο αυτό το καημένο το κορίτσι; Ας φύγουμε από εδώ, γιατί είναι ώρα για δείπνο.»

Αλλά ο πονηρός Σελίν απάντησε:

«Ορκίζομαι στους θεούς ότι δεν θα την αφήσω ζωντανή, αλλά θα είμαι εδώ μέχρι να πεθάνει.»

Αλλά η ψυχή της μάρτυρος δεν άφησε το σώμα της για πολλές ώρες. Τότε ο Σελίν ρώτησε τους ιπποκόμους:

– Ζει ακόμα αυτή η αναίσχυντη γυναίκα;

«Ναι, είναι ακόμα ζωντανή», του απάντησαν, «η ψυχή της μένει ακόμα μέσα της».

Τότε ο Σελινός διέταξε να αποκοπεί η ιερή κεφαλή του μάρτυρα.

Ο στρατιώτης, κρατώντας ένα σπαθί στο ένα χέρι, άρπαξε μια τρίχα από το κεφάλι της μάρτυρας με το άλλο και την έσφαξε στον λαιμό της, όπως σφάζουν ένα πρόβατο, και μετά της έκοψε το κεφάλι. Αμέσως μετά από αυτό, ο Σελινός σηκώθηκε και πήγε να δειπνήσει. Ο Λυσίμαχος τον συνόδευσε, χύνοντας δάκρυα.

Μετά το μαρτύριο της Αγίας Φεβρωνίας, οι πιστοί του λαού ήθελαν να μεταφέρουν τα πολύτιμα λείψανά της. Αλλά ο Λυσίμαχος διόρισε στρατιώτες να τα φυλάνε, διατάζοντας τους να βεβαιωθούν ότι δεν θα κλαπεί ούτε ένα μέρος του σώματος του μάρτυρα. Ο ίδιος, μη θέλοντας να μοιραστεί φαγητό με τον Σελινό λόγω της μεγάλης λύπης και του πένθους του, κλειδώθηκε στην κρεβατοκάμαρά του και έκλαψε πικρά για τη δολοφονία της Φεβρωνίας.

Ο Σελίνος, βλέποντας τον θρήνο του Λυσίμαχου, λυπήθηκε και αρνήθηκε να δεχτεί φαγητό. Αντ' αυτού, σηκώθηκε και άρχισε να περπατάει στα δωμάτια του παλατιού, βιώνοντας μεγάλη σύγχυση. Όταν κατά λάθος σήκωσε τα μάτια του στα ύψη του ουρανού, ξαφνικά τον κατέλαβε μεγάλος φόβος και τρόμος και έμεινε άφωνος. Τότε, με μια δυνατή κραυγή και ένα βρυχηθμό σαν βόδι, χτύπησε το κεφάλι του σε μια μαρμάρινη κολόνα στο δωμάτιο, σπάζοντας το κρανίο του και πέφτοντας στο πάτωμα, νεκρός. Μια κραυγή ξέσπασε ανάμεσα στους υπηρέτες και τους στρατιώτες του Σελίνου και ακολούθησε σύγχυση. Ακούγοντας τις κραυγές τους, ο Λυσίμαχος βγήκε από το υπνοδωμάτιό του και, βλέποντας τον θείο του να κείτεται νεκρός στο έδαφος, έμεινε έκπληκτος και γεμάτος τρόμο. Συνέρχεται, διέταξε τις κραυγές να σταματήσουν και άρχισε να ρωτάει:

- Πώς έγινε αυτό;

Οι παρόντες του είπαν τι είχαν δει.

Κουνώντας καταφατικά το κεφάλι του, ο Λυσίμαχος είπε:

«Μέγας είναι ο Χριστιανικός Θεός! Είναι πραγματικά άξιος σεβασμού, γιατί εκδικήθηκε αθώο αίμα!»

Αφού είπε αυτά, διέταξε να μεταφερθεί το σώμα του Σελίνου έξω από την πόλη και να ταφεί σύμφωνα με το ελληνικό έθιμο. Τότε ο Λυσίμαχος κάλεσε τον Κόμη Πρίμο και του είπε:

«Σε εξορκίζω στον Χριστιανικό Θεό—μην παραβείς την εντολή μου, την οποία σου δίνω. Φρόντισε να ετοιμάσεις γρήγορα μια λειψανοθήκη από άφθαρτο ξύλο για το σώμα της Φεβρονίας και στείλε αγγελιοφόρους, καλώντας τους Χριστιανούς στην ταφή του αγίου μάρτυρα. Ας συγκεντρωθούν χωρίς φόβο, γιατί ο Σελινός έχει ήδη πεθάνει. Αυτή, αγαπητέ Πρίμε, ξέρεις, είναι η επιθυμία μου. Πάρε ένα απόσπασμα στρατιωτών και, αφού μαζέψεις όλα τα κομμένα μέλη του σώματος της Φεβρονίας, πήγαινε τα στο μοναστήρι. Φρόντισε να μην χαθεί ούτε να σπαταληθεί ούτε ένα μέρος του σώματος της αγίας. Και για να μην γλείφουν τα σκυλιά το έδαφος όπου χύθηκε το αίμα του μάρτυρα, διέταξε να καθαριστεί, στη συνέχεια να συλλεχθεί και να μεταφερθεί, μαζί με τα λείψανα, στο μοναστήρι.»

Ο κόμης κάλεσε αμέσως στρατιώτες και, σύμφωνα με τις επιθυμίες του Λυσίμαχου, τους διέταξε να μεταφέρουν το σώμα της μάρτυρος στο μοναστήρι. Ο ίδιος, αφού συγκέντρωσε τα κομμένα μέρη του σώματός της - το κεφάλι, τα χέρια, τα πόδια, το στήθος και τα δόντια της - και τα τύλιξε με τις χλαμύδες του, τους ακολούθησε, συνοδευόμενος από πλήθος κόσμου. Φτάνοντας στο μοναστήρι, ο κόμης δεν επέτρεψε σε κανέναν να μπει μέσα εκτός από τη Θωμαΐδα και την Ιερία.

Η ηγουμένη του μοναστηριού, η σεβάσμια Γερόντισσα Μπριέννα, βλέποντας το άψυχο και ακρωτηριασμένο σώμα της Φεβρωνίας και τα κομμένα άκρα της, κατέρρευσε από μεγάλη θλίψη και οίκτο και έπεσε στο έδαφος σαν νεκρός. Ο κόμης, έχοντας τοποθετήσει στρατιωτική φρουρά στο μοναστήρι, επέστρεψε στον Λυσίμαχο.

Μόνο αφού είχαν περάσει αρκετές ώρες, η Μπριέν συνήλθε. Σηκώθηκε από το έδαφος, έπεσε πάνω στο σώμα του μάρτυρα και, αγκαλιάζοντάς το, φώναξε:

«Αλίμονό μου, κόρη μου Φεβρωνία, τώρα που σε πήραν από τα μάτια της μητέρας σου. Ποιος θα διαβάσει τώρα τις Θείες Γραφές στις αδελφές; Ποιανού τα χέρια θα ανοίξουν τα βιβλία που κρατούσες;»

Αυτή τη στιγμή, όλες οι μοναχές που είχαν φύγει με την Αιθερία επέστρεψαν στο μοναστήρι και με δάκρυα υποκλίθηκαν μέχρι το έδαφος μπροστά στο σώμα της αγίας μάρτυρος Φεβρωνίας.

Η ευλογημένη Ιερία έκλαψε επίσης πικρά για τα λείψανα του αγίου μάρτυρα, φωνάζοντας:

– Θα υποκλιθώ στα ιερά πόδια που πάτησαν το κεφάλι του φιδιού, θα φιλήσω τις ιερές πληγές που εκχύνουν τα χαριστικά ρεύματα της θεραπείας στην ψυχή μου, θα στεφανώσω με στέμμα αίνου το κεφάλι εκείνης που, με το μεγαλείο του κατορθώματός της, έστεψε ολόκληρο το γυναικείο γένος.

Και όλες οι αδελφές έκλαψαν για τα λείψανα της μάρτυρος. Έπειτα, αφού τα έπλυναν, ​​τα τοποθέτησαν πάνω στο σανίδι όπου η αγία είχε αναπαυθεί κατά τη διάρκεια της ζωής της, όταν παρέδωσε τον εαυτό της σε σύντομη ανάπαυση. Αφού τοποθέτησαν το σώμα της μάρτυρος πάνω σε αυτό το σανίδι, τοποθέτησαν όλα τα κομμένα μέλη πίσω εκεί που ανήκαν στις πληγές και, ψάλλοντας ψαλμούς, μετέφεραν τα πολύτιμα λείψανα στην εκκλησία.

Καθώς πλησίαζε το βράδυ, η Βρυέννη διέταξε να ανοίξουν οι πύλες του μοναστηριού, ώστε όλοι όσοι επιθυμούσαν να μπορέσουν να μπουν στην εκκλησία και, βλέποντας τη μάρτυρα, να δοξάσουν τον Θεό που της έδωσε τόσο μεγάλο θάρρος και υπομονή στα βάσανά της. Και πλήθος κόσμου ήρθε. Ο Λυσίμαχος ήρθε επίσης εκεί με τον Κόμη Πρίμο, γιατί είπε στον Κόμη:

«Απαρνιέμαι όλα τα έθιμα και την ειδωλολατρία του πατέρα μου, και αφήνω όλα τα πλούτη μου, και θα πάω να ενωθώ με τον Χριστό». Σε αυτό ο κόμης απάντησε:

«Και θα κάνω το ίδιο και με εσάς. Ας χαθεί ο Διοκλητιανός και η βασιλεία του—δεν θα τον υπηρετώ πλέον, αλλά, αφήνοντας τα πάντα, θα υπηρετώ τον Χριστό».

Έτσι και οι δύο, αφού συμφώνησαν μεταξύ τους, έφυγαν από το πραιτοριανό παλάτι το 4130 και ήρθαν στο μοναστήρι για τα λείψανα της Αγίας Φεβρωνίας.

Ο επίσκοπος εκείνης της πόλης ήρθε επίσης εκεί με ιερείς, κληρικούς και πολλούς μοναχούς, και τέλεσαν ολονύχτια αγρυπνία δοξολογίας προς τον Θεό με δάκρυα και πνευματική χαρά.

Όταν ξημέρωσε, έφεραν μια όμορφα κατασκευασμένη λειψανοθήκη για το σώμα του μάρτυρα και τοποθέτησαν με ευλάβεια μέσα σε αυτήν το τίμιο σώμα. Στη συνέχεια, έδεσαν κάθε κομμένο άκρο σε αυτό και τοποθέτησαν τα δόντια στο στήθος του μάρτυρα. Μετά από αυτό, άλειψαν τα λείψανα με μύρο και αρώματα και τα έθαψαν στην εκκλησία, δοξάζοντας και ευχαριστώντας τον Κύριο. Από τον τάφο του αγίου δόθηκαν θεραπείες στους αρρώστους, έτσι ώστε πολλοί Έλληνες πίστεψαν στον Χριστό και βαπτίστηκαν. Ο Λυσίμαχος και ο Πρίμος έλαβαν επίσης το άγιο βάπτισμα. Ταυτόχρονα, παραιτήθηκαν από το αξίωμά τους και δεν ήθελαν να επιστρέψουν στον ασεβή Διοκλητιανό. Αντ' αυτού, απαρνήθηκαν τον κόσμο, πήγαν στον Αρχιμανδρίτη Μάρκελλο και έγιναν μοναχοί. Έχοντας ζήσει μια θεάρεστη ζωή με κόπους και ασκητικούς αγώνες, και οι δύο τελείωσαν τη ζωή τους ειρηνικά και πέρασαν στον Χριστό.

Κατά τον ίδιο τρόπο, η ευγενής Ιερία, έχοντας δώσει όλη την περιουσία της στο μοναστήρι της Βριένας, απευθύνθηκε στο τελευταίο με το ακόλουθο αίτημα.

«Σε παρακαλώ, μητέρα μου», είπε, «δέξου με ως κόρη σου, αντί για την Αγία Φεβρωνία, και θα σε υπηρετώ, υπακούοντάς σε σε όλα, όπως ακριβώς σε υπηρέτησε η Φεβρωνία».

Αφού είπε αυτά, έβγαλε όλα τα πολύτιμα γυναικεία της ρούχα και τα έδωσε για να στολίσουν την εκκλησία· και η ίδια, αφού απαρνήθηκε τον κόσμο, έγινε μοναχή.

Η εορτή της Αγίας Μάρτυρος Φεβρωνίας γιορταζόταν στο μοναστήρι της Ηγουμένης Βριένας κάθε χρόνο μετά το μαρτύριό της στις 25 Ιουνίου, την ημέρα που η αγία ολοκλήρωσε το γενναίο της κατόρθωμα για τον Χριστό. Και την ημέρα της εορτής, ένα αξιοσημείωτο θαύμα συνέβαινε κάθε χρόνο: κατά τη διάρκεια της ολονύχτιας αγρυπνίας, η αγία μάρτυρας εμφανιζόταν ανάμεσα στις τραγουδίστριες αδελφές στην εκκλησία και έπαιρνε την προηγούμενη θέση της. Την πρώτη φορά που συνέβη αυτό, όλες οι μοναχές, βλέποντας την αγία ανάμεσά τους, τρομοκρατήθηκαν, και η Βριένα φώναξε δυνατά:

- Έρχεται η κόρη μου, η Φεβρωνία!

Τότε, όρμησε χαρούμενα προς το μέρος της, σκοπεύοντας να την αγκαλιάσει με μια μητρική αγκαλιά. Αλλά η αγία έγινε αμέσως αόρατη. Από εκείνη τη στιγμή και μετά, κανείς δεν τολμούσε να αγγίξει αυτόν που είχε εμφανιστεί ή να της πει λέξη. Αντίθετα, την κοιτούσαν κάθε φορά με τρόμο και έκπληξη, και στη θέα της αγίας, ένιωθαν μεγάλη χαρά και συγκινήθηκαν στις καρδιές τους, χύνοντας άθελά τους δάκρυα. ​​Για τρεις ώρες, η αγία στεκόταν ανάμεσα στους ψάλτες, ορατή σε όλους, και μετά έγινε ξανά αόρατη.

Ο επίσκοπος της πόλης έτρεφε μεγάλη ευλάβεια στην Αγία Φεβρωνία: ίδρυσε μια εκκλησία στο όνομά της, την οποία έχτισε σε διάστημα έξι ετών. Αφού ολοκλήρωσε την εκκλησία και την στόλισε, συγκέντρωσε τους γύρω επισκόπους την ημέρα της εορτής της Αγίας Φεβρωνίας για να καθαγιάσουν την εκκλησία και σκόπευε να μεταφέρει τα πολύτιμα λείψανα της μάρτυρος σε αυτήν. Μετά την ολονύκτια αγρυπνία, οι επίσκοποι και ολόκληρη η σύναξη του κλήρου ήρθαν στο μοναστήρι και, αφού προσευχήθηκαν, άνοιξαν το φέρετρο της αγίας και είδαν τα πολύτιμα λείψανά της, να λάμπουν με απόκοσμη ομορφιά, σαν μια ακτίνα ηλιακού φωτός. Όλες οι μοναχές έκλαιγαν και ούρλιαζαν, θρηνώντας που τους αφαιρούσαν έναν τόσο πολύτιμο θησαυρό. Όταν τα χέρια του επισκόπου άγγιξαν τη λειψανοθήκη για να την πάρει, μια βροντή αντήχησε αμέσως στον αέρα, τόσο δυνατή που όλοι έπεσαν στο έδαφος από φόβο. Μετά από μια ώρα, ο επίσκοπος τόλμησε να αγγίξει ξανά τη λειψανοθήκη. Αλλά ξαφνικά έγινε ένας τέτοιος σεισμός που σείστηκε ολόκληρη η πόλη. Τότε όλοι συνειδητοποίησαν ότι η αγία μάρτυρας δεν ήθελε να μετακινηθούν τα λείψανά της από τον τόπο ταφής τους. Ο επίσκοπος γέμισε με μεγάλη θλίψη και δεν τολμούσε πλέον να αγγίξει τη λειψανοθήκη, αλλά άρχισε να παρακαλεί την Μπριέν:

«Άκουσέ με, αδελφή μου. Ξέρεις με τι ζήλο έχτισα μια εκκλησία προς δόξα και τιμήν της αγίας μάρτυρος, κάτι που χρειάστηκε έξι ολόκληρα χρόνια. Και τώρα η αγία μάρτυρας δεν καταδέχτηκε να ακούσει τις προσευχές μου και αρνείται να μετακομίσει στην εκκλησία που χτίστηκε προς τιμήν της. Γι' αυτό, σε παρακαλώ: πάρε με τα ίδια σου τα χέρια τουλάχιστον ένα από τα κομμένα μέλη της και δώσ' το σε εμάς, για να μην μείνει απλήρωτος ο κόπος μου».

Η Βρυένα άπλωσε το χέρι της και άγγιξε ένα από τα χέρια των αγίων, σκοπεύοντας να το δώσει στον επίσκοπο, αλλά το χέρι της ηγουμένης κρατήθηκε από μια αόρατη δύναμη και έγινε σαν νεκρό. Τότε η Βρυένα, χύνοντας δάκρυα, άρχισε να μιλάει, απευθυνόμενη στην αγία σαν να ήταν ζωντανή:

«Σε παρακαλώ, κόρη μου, αγία μάρτυς Φεβρωνία, μην θυμώνεις μαζί μου, τη μητέρα σου, θυμήσου τους κόπους μου για σένα και μην περιφρονείς τα γηρατειά μου».

Όταν το είπε αυτό, το χέρι της λύθηκε.

Μετά από αυτό, η Βρυέννα είπε ξανά στον μάρτυρα με δάκρυα:

– Δώσε μας την ευλογία σου, κυρία μας, και καταδέξου το αίτημά μας προς εσένα.

Αφού είπε αυτά, άπλωσε ξανά το χέρι της, πήρε ένα από τα δόντια του μάρτυρα που βρισκόταν στο στήθος της, το έδωσε στον επίσκοπο και αμέσως έκλεισε την κιβωτό.

Ο επίσκοπος δέχτηκε με χαρά το δόντι, το τοποθέτησε σε ένα χρυσό σκεύος και, μαζί με τους άλλους επισκόπους, τον κλήρο του και όλο τον λαό, επέστρεψε στη νεόκτιστη εκκλησία, φέρνοντας το δώρο που είχε λάβει με ψαλμωδία, συνοδευόμενο από κεριά και θυμιατήρια, εν μέσω γενικής αγαλλίασης του λαού. Αφού έφεραν αυτό το δώρο στην ίδια την εκκλησία, οι επίσκοποι το καθαγίασαν. Εκείνη την ημέρα, πολλές θεραπείες ασθενών έλαβαν χώρα στη νεόκτιστη εκκλησία μέσω των προσευχών του αγίου μάρτυρα: οι κουτσοί δυνάμωσαν τα πόδια τους και περπάτησαν, οι τυφλοί ανέκτησαν την όρασή τους, οι δαιμονισμένοι ελευθερώθηκαν από τα δαιμόνια. Όποιος έπασχε από οποιαδήποτε ασθένεια, απλώς άγγιζε με τα χείλη του το μικρό μέρος που είχε ληφθεί από τα λείψανα του μάρτυρα και το φιλούσε, θεραπευόταν αμέσως και αναχωρούσε υγιής για τα σπίτια του, χαρούμενος και ευλογώντας τον Θεό.

Μετά τα εγκαίνια της νέας εκκλησίας στο όνομα της Αγίας Φεβρωνίας, η σεβάσμια ηγουμένη Μπριέννα έζησε άλλα δύο χρόνια και, πλησιάζοντας στο μακάριο τέλος της, διόρισε τη Θωμαΐδα ως ηγουμένη στη θέση της, μετά την οποία εκοιμήθη στον Κύριο.

«Εγώ», λέει η συγγραφέας αυτής της ζωής, ηγουμένη Θωμαΐδα, «μετά τον θάνατο της μητέρας μας Βριένας, έγραψα τη ζωή και τα πάθη της αγίας μάρτυρος Φεβρωνίας, όπως τα είδα με τα ίδια μου τα μάτια· και για τον Λυσίμαχο, έγραψα ό,τι άκουσα από τα ίδια του τα χείλη. Έγραψα όλα αυτά προς όφελος εκείνων που διαβάζουν και ακούν ό,τι διαβάζεται, προς δόξα του Χριστού του Θεού μας, του δοξασμένου μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων». Αμήν.

Κοντάκιον, Ήχος 6ος:

Γλυκέ μου Νυμφίε, Χριστέ, φώναξε η Φεβρωνία, δεν μου είναι δύσκολο να σε ακολουθήσω· γιατί η γλυκύτητα της αγάπης σου γέμισε την ψυχή μου με ελπίδα· και η ομορφιά του ελέους σου ευφράνησε την καρδιά μου να πιω το ποτήρι του πόνου για σένα: για να με αξιώσεις να χαρώ στο δωμάτιό σου με τις φρόνιμες παρθένες. Γι' αυτό, σεβάσμια παθούσα, τιμώντας τα κατορθώματα των κόπων σου, σε παρακαλούμε: προσευχήσου να μην μας κλείσουν οι πόρτες του δωματίου σου.

* * *

Σημειώσεις

4121

Έπαρχος – κυβερνήτης πόλης, περιφερειακός κυβερνήτης.

4122

Ένας γερουσιαστής είναι μέλος της γερουσίας, δηλαδή του συμβουλίου των πρεσβυτέρων· στη συνέχεια, ο τίτλος «γερουσιαστής» έγινε τιμητικός τίτλος.

4123

Κομίτης - σύντροφος του αυτοκράτορα ή ενός υψηλόβαθμου αξιωματούχου· αυτό το όνομα χρησιμοποιούνταν για να δηλώσει άτομα που βρίσκονταν στη συνοδεία του.

4124

Η Παλμύρα ήταν κάποτε μια πόλη στη Συρία, που βρισκόταν σε μια από τις οάσεις μεταξύ Δαμασκού και Ευφράτη ποταμού. Η πόλη ιδρύθηκε από τον Σολομώντα. Υπό τον Ναβουχοδονόσορα, καταστράφηκε, αλλά σύντομα, χάρη στην πλεονεκτική της θέση ανάμεσα στη Μεσόγειο Θάλασσα και την κοιλάδα του Ευφράτη, ξαναχτίστηκε και έγινε σημαντικός εμπορικός σταθμός. Υπό τους Ρωμαίους, η Παλμύρα και η περιοχή της αποτέλεσαν για λίγο ανεξάρτητο κράτος, αλλά αργότερα κατακτήθηκαν από τους Ρωμαίους. Οι νικητές κατέστρεψαν την πόλη, αλλά ξαναχτίστηκε υπό τον αυτοκράτορα Διοκλητιανό. Υπό τους Άραβες, η πόλη καταστράφηκε ξανά και μετατράπηκε σε ένα άθλιο χωριό.

4125

Δηλαδή, ασπαζόταν την ελληνορωμαϊκή παγανιστική θρησκεία.

4126

Η Ασσυρία βρισκόταν ανατολικά της Συρίας, στο άνω, βόρειο τμήμα της Μεσοποταμιακής πεδιάδας.

4127

Μια διακόνισσα είναι μια γυναίκα υπηρέτρια της εκκλησίας. Η διακονία της διακόνισσας συνίστατο στα εξής: προετοίμαζαν τις γυναίκες για το βάπτισμα, διδάσκοντάς τες πώς και τι να απαντούν στις ερωτήσεις του βαπτιστή και πώς να συμπεριφέρονται μετά το βάπτισμα. Βοηθούσαν τον επίσκοπο κατά τη βάπτιση των γυναικών και, στη θέση του, έχριζαν μέρη του σώματος, με εξαίρεση το μέτωπο. Παρακολουθούσαν την πόρτα της εκκλησίας από την οποία έμπαιναν οι γυναίκες στην εκκλησία, όριζαν τις γυναίκες στις θέσεις τους και εξασφάλιζαν την ορθή συμπεριφορά τους, ήταν παρούσες κατά τη διάρκεια των συζητήσεων μεταξύ επισκόπων και ιερέων και γυναικών και ασχολούνταν με φιλανθρωπικά έργα για τις γυναίκες. Τους πρώτους αιώνες, οι διακόνισσες καταμετρούνταν στους κληρικούς και αργότερα διορίζονταν στις θέσεις τους με ειδική χειροτονία. Στη συνέχεια, η χειροτονία απαγορεύτηκε και στη συνέχεια έπαυσε η ίδια η διακονία των διακόνισσων.

4128

Φυσικά, αυτοί ήταν οι αγώνες πάλης και δρόμου που λάμβαναν χώρα κάθε τέσσερα χρόνια στην Ολυμπία, μια πόλη που βρίσκεται στη νότια Ελλάδα. Αυτοί οι αγώνες είχαν τον χαρακτήρα ελληνικών εθνικών εορτασμών.

4129

Ανάθεμα σημαίνει αφορισμός. Είναι ο αφορισμός του αφορισμένου ατόμου πριν από την κρίση του Θεού.

4130

Το Πραιτωριανό Παλάτι είναι το παλάτι του έπαρχου, του επικεφαλής της επαρχίας.