ΕΑΝ ΘΕΛΕΤΕ ΕΠΙΣΚΕΦΘΕΙΤΕ ΤΙΣ ΠΑΡΑΚΑΤΩ ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΕΣ ΞΕΝΕΣ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΕΣ
|
|
Α Π Ο Δ Ο Σ Ι Σ ΤΗΣ Ε Ο Ρ Τ Η Σ
ΤΟΥ ΓΕΝΕΘΛΙΟΥ
του Τιμίου, Ενδόξου,
Προφήτου, Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου
![]()
Το φρικτό Μαρτύριο της Αγίας Φεβρωνίας
Κατά τους χρόνους του μεγάλου διωγμού που είχε εξαπολύσει ο Διοκλητιανός κατά των Χριστιανών, ζούσε στην Ρώμη ένας νεανίας ονόματι Λυσίμαχος, ο οποίος προοριζόταν για έπαρχος μετά τον θάνατο του πατέρα του. Όμως, επειδή ο Διοκλητιανός είχε ακούσει ότι αυτός ο νεαρός σεβόταν τον Χριστό, απεφάσισε να τον στείλει στην Ανατολή, μαζί με τον κακότροπο θείο του, τον Σελήνο και πλήθος στρατιωτών, για να διώξουν τους Χριστιανούς. Πράγματι κατέφθασαν σε μια χώρα της Μεσοποταμίας, την Παλμύρα, και ο άσπλαχνος Σελήνος θανάτωνε πολλούς Χριστιανούς. Ο Λυσίμαχος λυπόταν πικρά για όλα αυτά, διότι η μητέρα του ήταν Χριστιανή και του είχε διδάξει να πιστεύει στον Χριστό. Γι’ αυτό και ανακοίνωσε κρυφά στον Πρίμο, που ήταν επικεφαλής των στρατιωτών, ότι είχε εντολή από την μητέρα του να μην θανατώσει κανέναν Χριστιανό και επειδή πονούσε η ψυχή του βλέποντας τον θείο του να εγκληματεί κατά των αθώων Χριστιανών, κατέπεισε τον Πρίμο να μην φυλακίζει Χριστιανούς και να ειδοποιούνται τα Μοναστήρια ώστε να κρύβονται οι μοναχοί και οι μοναχές για να μην τους βρίσκουν οι διώκτες.
Όμως, εκείνο τον καιρό ήλθαν στη χώρα αυτή ο Σελήνος και ο Λυσίμαχος με τα στρατεύματά τους, αναγκάζοντας τους Χριστιανούς να κρυφθούν στα όρη και στις σπηλιές. Έτσι και οι μοναχές του Μοναστηριού ζήτησαν ευλογία για να κρυφτούν στους γύρω τόπους. Και η Ηγουμένη Βρυένη, τις επέτρεψε να πράξουν κατά το συμφέρον τους, κάνοντας όπως θέλουν. Μόνο η Φεβρωνία, αν και είχε ασθενήσει βαρύτατα από τον σκληρό αγώνα της, έλεγε: «Ζει Κύριος ο Χριστός μου, τον οποίο ενυμφεύθην και του αφιέρωσα την ψυχή μου. Δεν εξέρχομαι από τον τόπο τούτο, αλλ’ εδώ θα αποθάνω και θα ενταφιασθώ δια τον Δεσπότη μου». Η Ηγουμένη μένοντας μόνη στο Μοναστήρι μαζί με την Φεβρωνία και την αδελφή Θωμαΐδα, μπήκε στην Εκκλησία και προσευχόταν κλαίγοντας, φοβούμενη για την Φεβρωνία, μην την πάρουν οι στρατιώτες στο κριτήριο, επειδή ήταν πανέμορφη νέα και την εξαπατήσουν με κολακείες και την εξαναγκάσουν να προδώσει την ευσέβειά της. Κατόπιν αφού συμβούλεψαν την Φεβρωνία να προσέχει ώστε ότι και αν συμβεί να μην πλανηθεί με πλούτο που θα της τάξουν και να μην προδώσει την τιμή της, υπομένοντας τις πανουργίες για χάρη του Χριστού, ενθυμούμενη τους αγίους Μάρτυρες που έλαβαν δεινά και φρικτά βασανιστήρια και κολαστήρια για χάριν Εκείνου. Τότε η Φεβρωνία ανήγγειλε ότι δεν έφυγε από την Μονή, «επειδή ποθώ να αποθάνω δια τον Δεσπότη μου, εάν με αξιώσει η χάρις Του, δι’ αυτό παρέμεινα».
Το πρωί πληροφόρησαν κάποιοι τον Σελήνο για εκείνο το γυναικείο Μοναστήρι και ευθύς απέστειλε στρατιώτες για να συλλάβουν τις μοναχές. Αφού έσπασαν τις πόρτες και εισήλθαν βρήκαν μόνο τις τρεις και κάποιος στρατιώτης τράβηξε το ξίφος για να φονεύσει την Ηγουμένη. Η Φεβρωνία έπεσε στα πόδια του και του είπε: «Σας εξορκίζω στον Θεό, ο Οποίος κατοικεί στα ουράνια, να φονεύσετε πρώτα εμένα, για να μη δω τον θάνατο της κυρίας μου». Τότε μεσολάβησε ο καλός Πρίμος και παρότρυνε τις μοναχές να κρυφτούν για να μην τις βρουν οι στρατιώτες όταν ξαναέρθουν. Επιστρέφοντας ο Πρίμος στο Πραιτώριο, λέγει προς τον Λυσίμαχο: «Μεταβήκαμε στο Μοναστήρι, και είδα μία νεανίδα, της οποίας εθαύμασα το κάλλος. Μα τους θεούς, δεν είδα γυναίκα ωραιοτέρα, καί είναι πράγματι αξία δια σε». Του λέγει ο Λυσίμαχος: «έχω εντολή από την μητέρα μου, να μη κακοποιήσω Χριστιανό. Πώς λοιπόν να επιβουλευτώ τις δούλες του Χριστού; σε παρακαλώ λοιπόν να τις διαφυλάξεις στην ευσέβεια, ώστε να μη πέσουν στά χέρια του θείου μου».
Ένας όμως από τους κάκιστους εκείνους στρατιώτες ανήγγειλε στον Σελήνο, λέγοντας ότι βρήκαμε στο Μοναστήρι νεανίδα, η οποία όντως είναι ξένο θέαμα. Τότε θυμωθείς ο Σελήνος έστειλε στρατιώτες να φέρουν την νέα στο κριτήριο. Απελθόντες λοιπόν άρπαξαν αυτήν ως άγρια θηρία, την έδεσαν από τον λαιμό, καί την έσυραν. Η δε Ηγουμένη και η Θωμαΐς την προέτρεπαν να μη φοβηθεί τις βασάνους, να μη λυπηθεί το φθειρόμενο σώμα, το οποίο γίνεται στον τάφο άχρηστο καί σε βρώμα των σκωλήκων μετατρέπεται, αλλά είναι προτιμότερο να το παραδώσει σε μάστιγες και κολαστήρια για τον Κύριο, για να ζήσει μαζί του αιωνίως στον Παράδεισο.
Ακούγοντας αυτά ο τύραννος θύμωσε, και προστάζει να εκδύσουν την Αγία και να την παραστήσουν γυμνή μπροστά σε όλους, για να ντραπεί την ασχημοσύνη της, να ταλανίσει την αβουλία αυτής και την απείθεια, όταν συλλογισθεί από ποια λαμπρή δόξα σε πόση ατιμία κατήντησε. Όταν λοιπόν την εξεγύμνωσαν οι στρατιώτες και την παρέστησαν έτσι γυμνή, είπε προς αυτήν ο τύραννος: «Βλέπεις, Φεβρωνία, πόσων αγαθών εξέπεσες, και σε πόση περιέπεσες καταφρόνηση;» Και εκείνη απεκρίθη: «Ένας είναι ο Δημιουργός, ο οποίος μας έκαμε εξ αρχής άρσεν και θήλυ. Γι’ αυτό όχι μόνον υπομένω αυτήν την γύμνωση, αλλά και να κόψουν για τον Χριστό μου ένα έκαστον όλα τα μέλη μου, εάν με αξιώσει η χάρις Του να πάθω για την αγάπη Του δεινά κολαστήρια». Λέγει τότε ο τύραννος: «Αναίσχυντε και πάσης ατιμίας αξία, ξέρω πως κενοδοξείς για το κάλλος σου και το έχεις σε έπαινο να σε βλέπουν». Του λέγει η Αγία: «Ο Χριστός μου ξέρει, ότι έως την σήμερον δεν είδα χαρακτήρα ανδρός ουδέποτε, καί συ με λέγεις αναίσχυντο, αναίσχυντε όντως και άγνωστε. Όποιος θέλει να πολεμήσει σε αγώνα ολύμπιο, δεν παλεύει ενδεδυμένος με ιμάτια, αλλά γυμνός στον αγώνα συμπλέκεται, για να νικήσει τον αντίπαλο. Έτσι και εγώ είναι πρέπον να υπομείνω την γύμνωση, για να πολεμήσω με τον διάβολο τον πατέρα σου».
Όταν συνήλθε η Φεβρωνία την εξέτασε πάλι ο αλιτήριος λέγοντας: «Πώς σου φαίνεται η πρώτη συμπλοκή, Φεβρωνία;» Εκείνη απεκρίθη: «γνώρισες με την πρώτη δοκιμή, ότι με την βοήθεια του Χριστού, έμεινα ανίκητος και καταφρονώ τις βασάνους σου». Τότε πάλιν είπε ο τύραννος: «κρεμάσατέ την στο ξύλο, και ξεσχίσατε δυνατά τα πλευρά της με σιδηρά νύχια, έπειτα καταφλέξετε τα ξεσχισμένα μέλη της έως τα οστά της».
Τότε πάλι την ρωτά ο τύραννος: «τί λέγεις, Φεβρωνία; Προσκυνείς τους θεούς;» Εκείνη απεκρίθη: «γιατί δεν με θανατώνεις το γρηγορότερο, για να απέλθω προς τον αγαπημένο μου Χριστό, αλλά εμποδίζεις τον δρόμο μου;» Της λέγει ο τύραννος: «Εγώ θα αφανίσω δια πυρός και ξίφους το σώμα σου, αναίσχυντο γύναιο, καί θα ταπεινώσω την αλαζονεία σου». Τότε προστάσσει να κόψουν, φευ! τους μαστούς της, έπειτα να κάψουν με φωτιά το στήθος της. Η δε Αγία, παρακαλούσε τον Θεό να πάρει την ψυχή της. Και όταν έκαψαν και τους δύο μαστούς, κατέκαυσαν όλον τον τόπο του στήθους της και πέρνα η λαύρα του πυρός έως μέσα στα εντόσθια. Όσοι έβλεπαν όλα αυτά αναθεμάτιζαν τον τύραννο και τους θεούς του, ο δε παράνομος τύραννος κατέβασε την Αγία από τον πάσσαλο, για να της δώσει καί άλλη κόλαση, αλλά αυτή δεν μπορούσε ούτε καν να ομιλήσει, μόνον έπεσε σχεδόν νεκρή και άφωνος.
Ο τύραννος, δεν τόλμησε να της κάνει τίποτα και μη δυνάμενος να την εκδικηθεί, πρόσταξε να κόψουν τα χέρια της Φεβρωνίας και το ένα πόδι για το πείσμα της Ιερείας. Έκοψαν λοιπόν καί τα δύο χέρια της Μάρτυρος. Όταν έκοπτε το πόδι ο δήμιος από τον αστράγαλο, δεν πέτυχε ο πέλεκυς την άρθρωση και την κτύπησε τρεις φορές, έως ότου να τον κόψει ο άσπλαχνος’ γι’ αυτό όλο το σώμα της μακαρίας συγκλονίσθηκε από τον πόνο. Και επειδή αισθανόταν μεγάλους πόνους καί άρρητη κάκωση, άπλωσε και τον άλλο πόδι, και το έβαλε στο ξύλο να το κόψει και αυτό, για να ξεψυχήσει και να μη βασανίζεται. Τούτο βλέποντας ο άδικος δικαστής, σκλήρυνε περισσότερο, λέγοντας: «Βλέπετε πόση δύναμη έχει αυτή η αναίσχυντη»; Έπειτα είπε προς τον δήμιο: «Κόψε το και αυτό». Όταν έκοψαν και το άλλο πόδι, είπε προς τον Σελήνο ο Λυσίμαχος. «Ας πάμε να γευματίσουμε, καί άφες αυτήν την ταλαίπωρη, επειδή τόσες κολάσεις της έδωκες». Ο δε απεκρίθηκε: «Δεν πηγαίνω, μα τους θεούς, έως να παραδώσει το πνεύμα της». Αφ’ ου λοιπόν έκαμαν ώρα πολλή, καί ψυχορραγούσε πλέον η Αγία, ρώτησε τους δήμιους λέγοντας:
Τότε έγινε στο πραιτώριο σύγχυση, τρέχοντας όλοι να δούνε τον κακό του θάνατο. Πήγε καί ο Λυσίμαχος και έσεισε την κεφαλή του ώρα πολλή, λέγοντας: «Μέγας ο Θεός των Χριστιανών, ο οποίος εξεδίκησε το δίκαιο αίμα της Φεβρωνίας, που εχύθη αδίκως». Κατόπιν προσκάλεσε τον Πρίμο καί του λέγει να κανονίσει τα περί της ταφής της Αγίας: «.στείλε πανταχού κήρυκας να διαλαλήσουν, να συναχθούν Χριστιανοί χωρίς φόβο ή δειλία. Καί όταν ο κόσμος συναχθεί, ας σηκώσουν ευλαβώς οι στρατιώτες το άγιο λείψανο να το μεταφέρουν στο Μοναστήρι της Βρυένης.». Τότε ο Πρίμος τέλεσε όσα πρόσταξε ο Λυσίμαχος, και σήκωσαν οι καλύτεροι στρατιώτες το άγιο λείψανο, αυτός δε ο Πρίμος κράτησε την τιμία κεφαλή, τα χέρια, τα πόδια και τα άλλα μέλη στην χλαμύδα του με ευλάβεια. Και πηγαίνοντας στο Μοναστήρι συνέτρεχε πλήθος του λαού αναρίθμητο.
Φθάσαντες εκεί μετά βίας, απέθεσαν το άγιο λείψανο στην Εκκλησία, η δε Βρυένη όταν είδε έτσι κατακεκομμένο το σώμα της Μάρτυρος, λιγοψύχησε και έπεσε στην γη, και μετά από ώρα πολλή σηκώθηκε και το αγκάλιασε λέγουσα. «Ουαί μοι, θύγατερ ότι σήμερα στερηθήκαμε της γλυκύτατης παρουσίας σου και δεν έχομε άλλον διδάσκαλο να μας αναγινώσκει τις βίβλους τόσο επιμελέστατα». Τότε ήλθαν και οι άλλες Μοναχές κλαίοντας’ αλλά περισσότερο από αυτές θρηνούσε η ευλαβής Ιερεία λέγουσα: «Οίμοι, γλυκύτατη μου Φεβρωνία, ποια αμοιβή να σου δώσω, για την μεγίστη ευεργεσία, οπού μου έκαμες να με εξαγάγεις από το σκότος της αγνωσίας, πάνσοφε; Ας προσκυνήσω τους αγίους πόδας σου, που επάτησαν την κεφαλή του όφεως’ ας φιλήσω τις πληγές των αγίων μελών σου, γιά των οποίων η ψυχή μου ιάθη’ ας στεφανώσω με άνθη εγκωμίων την σεβασμία κορυφή σου, η οποία έστεψε το γένος μας με το κάλλος των αγώνων σου». Αυτά και άλλα πολλά έλεγαν οι αδελφές οι οποίες έκαμαν αγρυπνία ολονυκτία ιστάμενοι έως το πρωί, με υμνωδίες τω Κυρίω ψάλλοντες.
Ο δε Λυσίμαχος είπε προς τον κόμητα. «Εγώ, αγαπημένε μου, Πρίμε, από την σήμερον αποτάσσομαι την πλάνη του πατρός μου, με όλη την περιουσία του, και πιστεύω στον Δεσπότη μου Ιησού Χριστό». Του λέγει ο Πρίμος· «το όμοιον κάμνω και εγώ, κύριέ μου. Αναθεματίζω τον Διοκλητιανό με όλους του τους θεούς, και υποτάσσομαι τω Χριστώ εξ όλης καρδίας μου». Τότε λοιπόν επήγαν μαζί στο Μοναστήρι με πλήθος λαού αναρίθμητο, και φέροντες το γλωσσόκομο έθεσαν σ’ αυτό το τίμιο λείψανο, και έβαλαν όλα τα άγια μέλη καθ’ ένα στον τόπο του, ήτοι την κεφαλή, τα χέρια καί τα πόδια, τους δε οδόντας έθεσαν στο στήθος της, και ευωδιάσαντες αυτό με μύρα και αρώματα, το έβαλαν σε τόπο επίσημο, δοξάζοντες και ευχαριστούντες τον Κύριο. Και πολύ πλήθος Ελλήνων-ειδωλολατρών επίστευσαν τω Χριστώ και εβαπτίσθησαν. Ομοίως ο Πρίμος και ο Λυσίμαχος εβαπτίσθησαν και αρνήθησαν τον κόσμο τελείως, ούτε επέστρεψαν στον δυσσεβή βασιλέα, αλλά επήγαν στον Αρχιμανδρίτη Μαρκελλίνο, και τους έκαμε Μοναχούς, και ετελείωσαν την ζωή των ασκητικώς, με πολιτεία θεάρεστη. Εβαπτίσθησαν δε και πολλοί στρατιώτες, καί τελείωσαν τον βίο θεάρεστα. Ομοίως και η συγκλητική Ιερεία με τους γονείς της απηρνήθησαν τον κόσμο και εκουρεύθησαν στο Μοναστήρι, στο οποίο αφιέρωσαν όλο τον πλούτο τους. Η δε μακαρία Ιερεία παρεκάλεσε την Βρυένη, λέγουσα: «Δέομαί σου, μήτερ και δέσποινα, να με έχεις αντί της Φεβρωνίας υποτακτική για να εκτελώ όλα σου τα προστάγματα». Εξώδευσε δε την προίκα της όλη στο Ναό ιερώς η Ιερεία και τον στόλισε’ και τα χρυσά και αργυρά της κοσμήματα έλυσε καί χρύσωσε της μακαρίας Φεβρωνίας το γλωσσόκομο, στο οποίο εγίνοντο θαυμάσια άπειρα. Και μάλιστα την ημέρα της εορτής αυτής, όταν έψαλλαν οι Μοναχές την αγρυπνία, εφαίνετο και αυτή στο μέσον αυτών περί το μεσονύκτιο, και έστεκε στον τόπο της, έως την τρίτη ευχή και την έβλεπαν όλες οι Μοναχές, αλλά δεν ετόλμα καμία να την αγγίξει ή να την ρωτήσουν ολότελα.
Όταν τον πρώτο χρόνο, οπού την είδαν, εφοβήθησαν όλες οι Μοναχές, και ποσώς δεν την επλησίασαν. Η δε Ηγουμένη φώναξε: «ιδού η Φεβρωνία, το τέκνο μου». Και μόλις εσίμωσε να την αγκαλιάσει έγινε άφαντος. Γι’ αυτό από τότε δεν ετόλμα καμία να την πλησιάσει, μόνο την έβλεπαν και έκλαιαν από την χαρά σ’ αυτήν την θαυμάσια οπτασία.


Ὡς τῆς ἀσκήσεως ῥόδον ἡδύπνευστον, ὀσμὴν ἀθλήσεως τῷ κόσμῳ ἔπνευσας, εἰς ὀσμὴν μύρων τοῦ Χριστοῦ δραμοῦσα ἀσχέτῳ πόθῳ· ὅθεν ὡς παρθένον σὲ καὶ ὁσίαν καὶ μάρτυρα, θαυμαστῶς ἐδόξασε Φεβρωνία ὁ Κύριος, ᾧ πρέσβευε ὑπὲρ τῶν βοώντων· χαῖρε σεμνὴ ὁσιομάρτυς.
ΑΠΟ ΤΟ ΡΩΣΙΚΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ
(μετάφραση Google)
Η ζωή και τα πάθη της Αγίας Μάρτυρος Φεβρωνίας
Εορτάζεται στις 25 Ιουνίου
Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του ασεβούς αυτοκράτορα Διοκλητιανού, ζούσε στη Ρώμη ένας έπαρχος ονόματι Άνθιμος, ο οποίος είχε έναν γιο ονόματι Λυσίμαχο, τον οποίο αρραβώνιασε με μια όμορφη κοπέλα, την κόρη του συγκλητικού Πρόσφορου . Αφού αρρώστησε θανάσιμα, ο Άνθιμος κάλεσε τον αδελφό του Σελινό και του είπε:
«Αδελφέ μου! Αποχωρίζομαι από αυτή τη ζωή και σου εμπιστεύομαι τον γιο μου. Γίνε πατέρας του στη θέση μου και ας είναι αυτός γιος σου. Όταν πεθάνω, σπεύσε να τον ενώσεις σε γάμο με τη νύφη του, την κόρη του Πρόσφορου.»
Αφού άκουσε τον αδελφό του, ο Σελινός υποσχέθηκε να κάνει ό,τι του ζητούσε. Τρεις μέρες αργότερα, ο Άνθιμος πέθανε. Μετά τον θάνατο του Άνθιμου, ο Διοκλητιανός κάλεσε τον Λυσίμαχο και τον θείο του, Σελινό, και, αφού τους δέχτηκε ξεχωριστά, είπε στον Λυσίμαχο:
«Ενθυμούμενος την αγάπη του πατέρα σου για μένα, θα ήθελα να σε διορίσω ιεράρχη στη θέση του, αλλά μου έχουν φτάσει φήμες ότι τρέφεις τάσεις προς τη χριστιανική πίστη. Γι' αυτό, ανέβαλα την πρόθεσή μου μέχρι να ξεκαθαριστεί αν αυτές οι φήμες για εσένα είναι αληθινές. Εν τω μεταξύ, ως δοκιμή, αποφάσισα να σε στείλω στην Ανατολή για να εξαλείψεις τη χριστιανική πίστη εκεί. Και όταν επιστρέψεις σε εμάς, έχοντας εκπληρώσει την αποστολή σου, τότε θα ανταμειφθείς από εμάς με το αξίωμα του ιεράρχη.»
Ο Λυσίμαχος δεν τόλμησε να αντιταχθεί στην ομιλία του βασιλιά, καθώς ήταν πολύ νέος, μόνο περίπου 20 ετών. Αλλά ο Σελινός, ο θείος του, έπεσε στα πόδια του Διοκλητιανού και είπε:
«Σε παρακαλώ, μέγα και αθάνατο βασιλιά, επίτρεψε στον Λυσίμαχο να παραμείνει εδώ για λίγες μέρες για να παντρευτεί την κόρη του Πρόσφορου, και όταν παντρευτεί, θα πάω μαζί του, και μαζί θα κάνουμε όλα όσα μας προστάζει η Θεϊκή σου εξουσία».
Ο βασιλιάς είπε και στους δύο:
«Πήγαινε πρώτα εκεί που σε στέλνω και εξολόθρευσε τους Χριστιανούς, και όταν ολοκληρώσεις το έργο που σου εμπιστεύτηκα, γύρισε εδώ, και τότε θα γιορτάσω τον γάμο του Λυσίμαχου μαζί σου».
Ακούγοντας αυτό, δεν τόλμησαν να αρθρώσουν άλλη λέξη και υπάκουσαν υπάκουα στον βασιλιά, παίρνοντας το διάταγμα και τα στρατεύματα και πήγαν στην Ανατολή.
Ο Λυσίμαχος πήρε μαζί του τον συγγενή του, Κόμη 4123 Πρίμο, ο οποίος ήταν γιος της αδελφής της μητέρας του, και του εμπιστεύτηκε τη διοίκηση του στρατού.
Φτάνοντας στην Ανατολή, σταμάτησαν στην περιοχή της Παλμύρας και όλοι οι Χριστιανοί εκεί υποβλήθηκαν σε διάφορα σκληρά βασανιστήρια: μερικοί κάηκαν στη φωτιά, άλλοι δόθηκαν σε άγρια θηρία για να καταβροχθιστούν, και άλλοι κομματιάστηκαν με σπαθί και τα σώματά τους ρίχτηκαν στα σκυλιά. Ο Σελινός, θείος του Λυσίμαχου, ήταν πολύ σκληρός και απάνθρωπος. Φόβος κατέλαβε πολλούς στη θέα της σκληρότητας του Σελινού. Ο Λυσίμαχος, ωστόσο, ήταν πολύ συμπονετικός προς τους Χριστιανούς, αφού η μητέρα του ήταν Χριστιανή και από αυτήν είχε μάθει τη γνώση του Χριστού. Ένα βράδυ, κάλεσε τον συγγενή του, τον Κόμη Πρίμο, και του είπε:
«Αγαπητέ Πρίμε, ξέρεις ότι ο πατέρας μου ήταν Έλληνας στην πίστη και πέθανε ειδωλολάτρης, αλλά η μητέρα μου πέθανε Χριστιανή και κατά τη διάρκεια της ζωής της προσπάθησε να με κάνει Χριστιανό. Αλλά φοβούμενος τον πατέρα μου και τον βασιλιά, δεν μπορούσα να το κάνω αυτό ανοιχτά και υποσχέθηκα στη μητέρα μου ότι δεν θα κατέστρεφα ούτε έναν Χριστιανό και θα προσπαθούσα να γίνω φίλος του Χριστού. Τώρα βλέπω ότι ο θείος μου ο Σελινός βασανίζει και σκοτώνει σκληρά Χριστιανούς - και η ψυχή μου υποφέρει πολύ από αυτό. Γιατί κρυφά θέλω να γλιτώσω τους Χριστιανούς και να απελευθερώσω όσους είναι αλυσοδεμένοι, ώστε να μπορούν να φύγουν και να κρυφτούν όπου μπορούν.»
Ο κόμης συμφώνησε να τον βοηθήσει και συνήψαν συμφωνία, δεσμεύοντας αμοιβαία να σώσουν τους Χριστιανούς. Μόλις ανακάλυπταν χριστιανικές εκκλησίες ή μοναστήρια οπουδήποτε, έστελναν αμέσως ένα μυστικό μήνυμα προειδοποιώντας τους για την εισβολή των βασανιστών και συμβουλεύοντάς τους να κρυφτούν. Επιπλέον, ο κόμης διέταξε τους ομοϊδεάτες στρατιώτες να μην συλλαμβάνουν Χριστιανούς για βασανιστήρια και διέταξε να απελευθερωθούν όσοι συλλαμβάνονταν.
Έχοντας παραμείνει στην Παλμύρα για αρκετό καιρό, ο Σελινός, έχοντας βασανίσει πολλούς Χριστιανούς, ήθελε να πάει στη Σιβάπολη, μια πόλη που βρισκόταν εντός των ασσυριακών συνόρων της Ρώμης. Σε αυτήν την πόλη υπήρχε ένα μοναστήρι πενήντα μοναχών, της οποίας η ηγουμένη, Βρυέννη, ήταν μαθήτρια της ευλογημένης ηγουμένης, Διακόνισσας Πλατωνίδας , και ακολουθούσε αυστηρά τους κανόνες του μέντορά της. Ο κανόνας της Πλατωνίδας ήταν ο εξής: Τις Παρασκευές, καμία από τις αδελφές δεν έπρεπε να εργάζεται, αλλά όλες συγκεντρώνονταν στην εκκλησία και προσεύχονταν ή διάβαζαν θεία βιβλία από το πρωί μέχρι το βράδυ. Η ίδια η Διακόνισσα Πλατωνίδα διάβαζε στις αδελφές μέχρι τις 3:00 π.μ. και στη συνέχεια έδινε το βιβλίο στη Βρυέννη, διατάζοντάς της να διαβάζει μέχρι το βράδυ. Η Βρυέννη έκανε αργότερα το ίδιο και, αφού ανέλαβε την ηγεσία του μοναστηριού μετά τον θάνατο του μέντορά της, τη μιμήθηκε σε όλα.
Η ηγουμένη Βρυέννα μεγάλωσε και προετοίμασε δύο νεαρές γυναίκες, την Πρόκλα και τη Φεβρονία, για τη μοναστική ζωή. Η Πρόκλα ήταν 25 ετών και η Φεβρονία 20. Η Φεβρονία ήταν ανιψιά της Βρυέννας, κόρη του αδελφού της, και έλαμπε με τόσο θαυμαστή ομορφιά που κανένας καλλιτέχνης δεν μπορούσε να απεικονίσει τέλεια την ανθισμένη ομορφιά του προσώπου της. Αυτή η ομορφιά ενοχλούσε πολύ τη Βρυέννα, και σκεφτόταν πολύ πώς να διατηρήσει τη Φεβρονία αγνή, μακριά από τους πειρασμούς του κόσμου. Όλες οι αδελφές του μοναστηριού έτρωγαν μόνο μία φορά την ημέρα, το βράδυ, και μόνο σε πολύ μικρές ποσότητες. Αλλά η Βρυέννα διέταξε τη Φεβρονία να νηστέψει μέχρι την επόμενη μέρα, ώστε να περάσει όλη την ημέρα χωρίς φαγητό και να φάει μόνο το βράδυ της επόμενης μέρας - ήλπιζε ότι μέσω αυτής της αποχής, η ομορφιά της Φεβρονίας θα ξεθώριαζε. Η Φεβρονία, επιθυμώντας να ταπεινώσει τη σάρκα της, κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια για τόσο μεγάλη εγκράτεια και ποτέ δεν έτρωγε ούτε έπινε μέχρι κορεσμού, αλλά από τη δίψα και την πείνα, μέσα από πολλούς κόπους και κατορθώματα, εξαντλούσε σταθερά τη σάρκα της, απέχοντας, επιπλέον, από τον ύπνο. Το κρεβάτι της αποτελούνταν από μια ενιαία γυμνή σανίδα χωρίς στρωσίδια. Είχε μήκος τρεις πήχεις και πλάτος ενάμιση σπιθαμή. Εξαντλημένη από την υπερβολική νηστεία, η Φεβρονία αποκοιμήθηκε πάνω σε αυτή τη σανίδα ή στο γυμνό έδαφος, και μάλιστα για το συντομότερο δυνατό χρονικό διάστημα. Και όταν ο διάβολος προσπάθησε να την πειράσει με νυσταγμένα οράματα, σηκώθηκε αμέσως, έπεσε στο έδαφος, προσκύνησε σταυροειδώς και προσευχήθηκε στον Θεό με πικρά δάκρυα να την ελευθερώσει από τον διάβολο. Έπειτα, παίρνοντας τα βιβλία της Θείας Γραφής, τα διάβασε επιμελώς και λάμβανε πνευματική ευχαρίστηση από αυτά. Η Φεβρονία ήταν τόσο περίεργη και οξυδερκής από τη φύση της που ακόμη και η ίδια η Βρυέννα έμεινε έκπληκτη από την ευφυΐα της.
Τις Παρασκευές, όταν όλες οι μοναχές συγκεντρώνονταν στην εκκλησία για να διαβάσουν τον Λόγο του Θεού, η Ηγουμένη Βριένα ανέθεσε στη Φεβρονία να διαβάσει τις Άγιες Γραφές. Επειδή οι λαϊκές συχνά έρχονταν στην εκκλησία με τις μοναχές για να ακούσουν πνευματικές διδασκαλίες, η Βριένα διέταξε τη Φεβρονία να διαβάζει πίσω από μια κουρτίνα, ώστε να μην βλέπει την εμφάνιση και το στολισμό αυτών των γυναικών, που δεν είχε ξαναδεί. Και τα καλά νέα για την Οσία Φεβρονία διαδόθηκαν σε όλη την πόλη - παντού επαινούσαν τις γνώσεις και την ευφυΐα της, την ομορφιά και τον καλό χαρακτήρα της, γιατί ήταν πράος, ταπεινός, αγνός και στολισμένος με κάθε αρετή.
Μια γυναίκα συγκλητικής καταγωγής, ονόματι Ιερία, άκουσε για όλα αυτά τα χαρακτηριστικά της αγίας κόρης και γέμισε με έντονη επιθυμία να δει τη Φεβρονία και να συνομιλήσει μαζί της. Αυτή η γυναίκα ανήκε στην ελληνική πίστη, ήταν νέα στην ηλικία και ήδη χήρα, έχοντας ζήσει με τον σύζυγό της μόνο επτά μήνες. Μετά τον θάνατο του συζύγου της, έζησε στο σπίτι των γονιών της, οι οποίοι επίσης ανήκαν στην ελληνική πίστη. Φτάνοντας στο μοναστήρι, ενημέρωσε την ηγουμένη Μπριέννα μέσω της θυρωρού την επιθυμία της να δει τη Φεβρονία. Όταν η Μπριέννα βγήκε έξω προς αυτήν, η Ιερία έπεσε στα πόδια της και, αγκαλιάζοντάς τες, παρακάλεσε την ηγουμένη:
«Σε εξορκίζω στον Θεό, που δημιούργησες τον ουρανό και τη γη, μη με περιφρονήσεις, αυτή την ασεβή γυναίκα, που μέχρι τώρα ήμουν το παιχνίδι των ειδώλων και των δαιμόνων — μη με στερήσεις από τις εποικοδομητικές συζητήσεις με την αδελφή μας Φεβρωνία, για να με οδηγήσει στο δρόμο της σωτηρίας. Τότε ελπίζω να βρω στον Χριστό τον Αληθινό Θεό αυτό που είναι έτοιμο για τους Χριστιανούς. Γι' αυτό, λύτρωσέ με από τη ματαιοδοξία αυτού του αιώνα και από την ειδωλολατρική ασέβεια, γιατί οι γονείς μου με αναγκάζουν σε δεύτερο γάμο, και επιθυμώ να ξεκινήσω μια νέα ζωή, περνώντας χρόνο σε εποικοδομητικές και ψυχοωφέλιμες συζητήσεις με τη Φεβρωνία. Μου είναι αρκετά τα περασμένα χρόνια, που έζησα στην άγνοια και την ασέβεια.»
Λέγοντας αυτά, η Ιερία έκλαψε με δάκρυα στα πόδια της ηγουμένης, προτρέποντάς την σε έλεος.
Η Βριένα, αφού την άκουσε, είπε:
«Ο Κύριος είναι μάρτυράς μου, κυρία Ιερία, ότι η νεαρή Φεβρωνία παραλήφθηκε υπό την φροντίδα μου όταν ήταν δύο ετών, και τώρα ζει στο μοναστήρι δεκαοκτώ χρόνια χωρίς να φύγει, χωρίς να έχει δει ποτέ ούτε άνδρες ούτε λαϊκές, τα ρούχα ή τα στολίδια τους, ούτε οτιδήποτε κοσμικό. Ακόμα και η νοσοκόμα της δεν μπόρεσε να τη δει μέχρι τώρα, και παρόλο που με παρακάλεσε επανειλημμένα να τη δω και να της μιλήσω, δεν το επέτρεψα. Αλλά τώρα, βλέποντας τον ζήλο σας και κατανοώντας την αγάπη σας για τον Θεό, και ελπίζοντας στη σωτηρία σας, θα σας πάω κοντά της· αλλά πρέπει να ανταλλάξετε την κοσμική σας ενδυμασία με μοναστηριακή.»
Η Ιερία εκπλήρωσε αμέσως και με χαρά αυτόν τον όρο, και η Βρυέννη την οδήγησε στη Φεβρονία. Βλέποντας την Ιερία με μοναχικά άμφια, η Φεβρονία νόμιζε ότι ήταν κάποια περιπλανώμενη μοναχή που είχε έρθει να τις επισκεφτεί. Έτσι, υποκλίθηκε στο έδαφος και, αγκαλιάζοντάς την, τη φίλησε ως αδελφή εν Χριστώ. Η Βρυέννη τους διέταξε τότε και τους δύο να καθίσουν και να εξασκηθούν στην εποικοδομητική ανάγνωση των θείων βιβλίων. Τότε η Φεβρονία, παίρνοντας τα βιβλία, άρχισε να διαβάζει στην Ιερία, η οποία συγκινήθηκε τόσο πολύ από όλα όσα διάβασε που έμεινε άυπνη όλη τη νύχτα. Έτσι, και οι δύο, μένοντας άυπνες, εξασκήθηκαν στην ανάγνωση των θείων βιβλίων, και ούτε η Φεβρονία κουράστηκε από την ανάγνωση των βιβλίων, ούτε η Ιερία από την ακρόαση της ανάγνωσης. Τότε η Ιερία έχυσε τόσα πολλά δάκρυα που ακόμη και η γη μούσκεψε από τα δάκρυά της, γιατί, όντας Ελληνίδα στην πίστη, δεν είχε ακούσει ποτέ τέτοιες ψυχοωφέλιμες οδηγίες.
Όταν ξημέρωσε, η Ιερία μόλις που μπορούσε να υπακούσει στην ηγουμένη και να πάει σπίτι. Αφού αποχαιρέτησε τη Φεβρωνία με δάκρυα στα μάτια, πήγε στους γονείς της. Η Φεβρωνία ρώτησε τη βοηθό της ηγουμένης, τη Θωμαΐδα:
«Σας παρακαλώ, κυρία μου, μητέρα μου, πείτε μου ποια ήταν αυτή η περιπλανώμενη μοναχή που δακρύζει τόσο πολύ, σαν να μην είχε ακούσει ποτέ τα Θεία λόγια.»
«Δεν ξέρεις με ποιον μιλούσες;» τη ρώτησε η Φομάιντα.
Η Φεβρωνία απάντησε:
«Πώς μπορώ να γνωρίσω μια περιπλανώμενη μοναχή που δεν έχω ξαναδεί;»
Τότε ο Θωμαΐς της είπε:
«Αυτή η αδελφή δεν είναι άλλη από την Ιερία, μια ευγενή γυναίκα της πόλης μας.»
«Γιατί δεν μου το είπες αυτό νωρίτερα;» σχολίασε η Φεβρωνία. «Της μίλησα σαν αδερφή μου».
Ο Φομάιντα είπε:
- Η κυρία ηγουμένη μας το παρήγγειλε έτσι.
Μετά από αυτά τα λόγια, η Φεβρονία σώπασε και άρχισε να προσεύχεται στον Θεό από τα βάθη της ψυχής της για την Ιερία, ώστε ο Θεός να την στρέψει στον αληθινό δρόμο και να την δεχτεί στο εκλεκτό του ποίμνιο.
Όταν η Ιερία επέστρεψε σπίτι, διηγήθηκε όλα όσα είχε ακούσει από τη Φεβρωνία και άρχισε να πείθει τους γονείς της να εγκαταλείψουν τις ελληνικές τους πλάνες και να γνωρίσουν τον έναν αληθινό Θεό - τον Ιησού Χριστό. Άκουσαν τη συνετή συμβουλή της κόρης τους, πίστεψαν στον Χριστό και έλαβαν το άγιο βάπτισμα μαζί με όλο το σπιτικό τους. Έτσι τους επηρέασαν οι προσευχές και οι οδηγίες της Αγίας Φεβρωνίας.
Λίγο αργότερα, η Φεβρωνία αρρώστησε βαριά. Η Ιερία ήρθε σε αυτήν και την περιέθαλψε κατά τη διάρκεια της ασθένειάς της. Ξαφνικά, διαδόθηκε η είδηση ότι ο Σελινός και ο Λυσίμαχος πλησίαζαν την πόλη για να βασανίσουν Χριστιανούς. Τότε όλοι οι Χριστιανοί, συμπεριλαμβανομένων του κλήρου και των ιερέων, ακόμη και του ίδιου του επισκόπου, εγκατέλειψαν τα πάντα, έφυγαν από την πόλη, οδηγημένοι από φόβο, και κρύφτηκαν όπου μπορούσαν.
Ακούγοντας αυτό, οι μοναχές της μονής Βρυέννας ήρθαν κοντά της και της είπαν:
«Παναγία μας, τι θα κάνουμε; Ιδού, άγρια θηρία—πονηροί βασανιστές—πλησιάζουν την πόλη, και όλοι οι πιστοί Χριστιανοί έχουν τραπεί σε φυγή, φοβούμενοι τα βασανιστήρια.»
Η Βριένα, από την πλευρά της, τους ρώτησε:
- Τι σκέφτεσαι και τι θέλεις να κάνεις;
Απάντησαν:
- Πρόσταξέ μας, μητέρα μας, να καταφύγουμε κι εμείς, για να σώσουμε τις ψυχές μας.
Σε αυτό η Βριένα σχολίασε:
«Δεν έχετε δει ακόμα τον αγώνα και σκέφτεστε να φύγετε. Η ώρα του αγώνα δεν έχει φτάσει ακόμα και θέλετε ήδη να νικηθείτε. Όχι, παιδιά, σας παρακαλώ, μην το κάνετε αυτό. Είναι καλύτερο για εμάς να μείνουμε εδώ, να υπομείνουμε τα βάσανα και να πεθάνουμε για τον Χριστό, που πέθανε για εμάς, για να μπορέσουμε να ζήσουμε μαζί Του για πάντα». Ακούγοντας αυτά τα λόγια, οι αδελφές σώπασαν. Αλλά την επόμενη μέρα, μια αδελφή, που ονομαζόταν Αιθερία, είπε στις άλλες:
«Ξέρω ότι εξαιτίας της Φεβρωνίας η Ηγουμένη δεν θα μας αφήσει να κρυφτούμε - νομίζω ότι θέλει να μας καταστρέψει όλους εξαιτίας της και μόνο· αλλά ας πάμε ξανά σε αυτήν, και θα της πω τι πρέπει να ειπωθεί για όλους μας.»
Ακούγοντας αυτό, μερικές από τις μοναχές συμφώνησαν με την Αιθερία, ενώ άλλες άρχισαν να αντιτίθενται, αλλά τελικά όλες συμφώνησαν και πήγαν στην ηγουμένη. Η Βρυέν, συνειδητοποιώντας γιατί είχαν έρθει, ρώτησε την Αιθερία:
- Τι θέλεις, αδερφή;
Εκείνη απάντησε:
«Σε παρακαλούμε, μητέρα μας, επίτρεψέ μας να ξεφύγουμε από τις επερχόμενες καταστροφές, γιατί και ο επίσκοπος και όλος ο κλήρος έχουν φύγει. Να θυμάσαι, μητέρα μας, ότι ανάμεσά μας υπάρχουν νεαρές παρθένες για τις οποίες πρέπει να φοβόμαστε, μήπως, αρπαχτούν από ασεβείς στρατιώτες, χάσουν την παρθενιά τους και χάσουν την αμοιβή τους από τον Θεό. Πρέπει επίσης να φοβόμαστε ότι δεν θα υπομείνουμε το μαρτύριο και, αφού αρνηθούμε τον Χριστό, θα καταστρέψουμε τις ψυχές μας. Επίσης, πρόσταξε να πάρουμε μαζί μας την αδελφή μας, την άρρωστη Φεβρωνία, για να κρυφτεί κι αυτή από εδώ.»
Ακούγοντας αυτό, η Φεβρονία είπε:
«Όσο ζει ο Χριστός μου, του οποίου νύφη θεωρώ τον εαυτό μου και στον οποίο δίνω την ψυχή μου, δεν θα φύγω από αυτόν τον τόπο, αλλά εδώ θα πεθάνω και θα ταφώ».
Τότε η Βριένα, γυρίζοντας προς την Εφέρια, είπε:
- Κοίτα τι κάνεις, ντροπιάζοντας τις αδερφές σου, βλέπεις, δεν φταίω εγώ για όσα σκέφτεσαι για μένα.
Έπειτα, γυρίζοντας προς τους άλλους, είπε:
– Ας αποφασίσει ο καθένας σας τι του φαίνεται πιο χρήσιμο.
Τότε όλες οι αδελφές, φοβούμενες τα επερχόμενα βάσανα, αποχαιρέτησαν την ηγουμένη και τη Φεβρονία και, κλαίγοντας και λυγμώντας, χτυπώντας τα στήθη τους, έφυγαν από το μοναστήρι. Η Πρόκλα, συνομήλικη και συμμαθήτρια της Φεβρονίας, την αγκάλιασε και την φίλησε, κλαίγοντας και λέγοντας:
– Προσευχηθείτε για μένα, κυρία και αδελφή μου.
Η Φεβρονία, κρατώντας το χέρι της και μη αφήνοντάς την, έπεισε:
«Φοβήσου τον Θεό, αδερφή μου Πρόκλα, μην μας εγκαταλείψεις. Βλέπεις, είμαι άρρωστη και σύντομα θα πεθάνω. Η μητέρα μας η Βρυέννα δεν μπορεί να με θάψει μόνη της — μείνε και βοήθησέ την να με θάψει.»
Τότε η Πρόκλα απάντησε:
- Εντάξει, αδερφή μου, θα μείνω εδώ όσο μου πεις.
Όταν έπεσε το βράδυ, η Πρόκλα αθέτησε τον λόγο της και έφυγε κρυφά από το μοναστήρι. Μόνο η Βρυέννη και η Θωμαΐδα έμειναν με τη Φεβρωνία.
Η ηγουμένη Βρυέννα, βλέποντας το έρημο μοναστήρι, λυπημένη μπήκε στην εκκλησία, έπεσε στο έδαφος και έκλαψε πικρά.
Η Φομάιδα, ηρεμώντας την, είπε:
«Πάψε, κυρία μου και μητέρα μου· διότι ο Θεός δύναται να κάμη ανακούφιση εν θλίψει και εν αντιξοότητα » ( Α΄ Κορινθίους 10:13 ). Θα μας βοηθήσει να υπομείνουμε τις συμφορές που μας συμβαίνουν ( Κύριος 2:10 ). Θυμηθείτε, έχει ντροπιαστεί κάποιος που πίστεψε στον Θεό ή έχει μείνει χωρίς τη βοήθειά Του κάποιος που έζησε με φόβο Θεού;
Η Βριένα απάντησε:
«Ναι, κυρία Θωμαΐδα μου, όλα αυτά είναι αλήθεια· αλλά τι να κάνω με τη Φεβρωνία; Πού να την κρύψω και να την κρατήσω ασφαλή; Με τι μάτια θα κοιτάξω όταν οι βάρβαροι την οδηγήσουν μακριά αιχμάλωτη;»
Τότε η Φομάιδα είπε:
«Ο Κύριος, που ανασταίνει τους νεκρούς, μπορεί επίσης να ενισχύσει τη Φεβρονία και να τη διατηρήσει αλώβητη από τους βαρβάρους. Σας παρακαλώ, κυρία και μητέρα μου, σταματήστε να στενοχωριέστε και να κλαίτε. Ας πάμε στην άρρωστη Φεβρονία, ας την παρηγορήσουμε και ας την ενισχύσουμε».
Όταν έφτασαν στη Φεβρονία, η Βρυέν άρχισε ξανά να κλαίει πικρά. Η Φεβρονία, κοιτάζοντας τη Θωμαΐδα, ρώτησε:
– Τι σημαίνουν τα δάκρυα της μητέρας μας Βριένας;
Στρέφοντας το βλέμμα της, η Φομάιντα απάντησε:
«Αυτά τα μητρικά δάκρυα οφείλονται σε σένα, γιατί είσαι νέα και όμορφη. Τώρα σκληροί βασανιστές θα έρθουν σε εμάς για να μας προκαλέσουν μεγάλες θλίψεις: θα μας σκοτώσουν αμέσως, ηλικιωμένες γυναίκες, αλλά θα φυλάξουν εσένα, μια νεαρή και όμορφη κοπέλα, για να σε βάλουν σε πειρασμό με τους πειρασμούς του κόσμου. Και φοβόμαστε ότι με κολακευτικά λόγια και βία θα καταστρέψουν την παρθενιά σου και θα σε στερήσουν το δωμάτιο που σου έχει ετοιμάσει ο Ουράνιος Νυμφίος σου.»
Τότε η Φεβρονία είπε:
«Σας παρακαλώ να προσεύχεστε για μένα στον Κύριο, για να δει την ταπεινότητά μου, να ενισχύσει την αδυναμία μου και να μου δώσει υπομονή, όπως δίνει σε όλους τους δούλους Του που Τον αγάπησαν με όλη τους την καρδιά.»
Σε αυτό η Φομάιντα απάντησε:
«Παιδί μου, Φεβρωνία! Έρχεται η ώρα του ασκητισμού. Αν ασεβείς βασανιστές σε βάζουν σε πειρασμό με κολακευτικά λόγια, χρυσό, ασήμι και ακριβά ενδύματα ή με οποιαδήποτε από τις μάταιες απολαύσεις αυτού του κόσμου, πρόσεχε και πρόσεχε τον εαυτό σου. Μην ακολουθείς τις νουθεσίες τους, για να μην χάσεις την ανταμοιβή από τον Κύριο για τους περασμένους κόπους σου. Πρόσεχε να μην γίνεις περίγελος του διαβόλου και παιχνίδι των ειδώλων. Να θυμάσαι ότι δεν υπάρχει τίποτα πιο ένδοξο από την παρθενία, και μεγάλη είναι η ανταμοιβή που περιμένει τις παρθένες. Γιατί ο Νυμφίος των παρθένων είναι αθάνατος και χαρίζει αθανασία σε όλους όσους Τον αγαπούν. Γι' αυτό, κυρία μου, αγωνίσου να πετύχεις αυτό στο οποίο έχεις αφιερώσει ολόκληρη τη ζωή σου. Πρόσεχε τον εαυτό σου, κόρη μου, για να μην χάσεις τους όρκους της μακαριότητάς σου, δηλαδή τη χάρη του βαπτίσματος και της μοναστικής κουράς». Γιατί ο Κύριος θα είναι τρομερός όταν καθίσει στον θρόνο της δόξας Του για να κρίνει όλους και να ανταμείψει όλους σύμφωνα με τις πράξεις τους.
Ακούγοντας αυτά τα λόγια, η Φεβρωνία δυνάμωσε το πνεύμα της και ετοιμάστηκε με θάρρος να εμπλακεί σε γενναία μάχη με τον διάβολο. Τότε είπε στη Θωμαΐδα:
«Καλώς έπραξες, κυρία μου, ενισχύοντας τον δούλο σου στην πίστη και προετοιμάζοντας την ψυχή μου για γενναία έργα. Ας γίνει γνωστό σε σένα ότι αν δεν ήθελα να πεθάνω για τον Νυμφίο μου, θα είχα φύγει, μαζί με τις άλλες αδελφές, για να ξεφύγω από τον τρομερό μόχθο των παθημάτων. Αλλά επειδή αγαπώ με όλη μου την καρδιά τον ουράνιο Νυμφίο μου, στον οποίο έχω αρραβωνιαστεί την ψυχή μου και στον οποίο έχω αφιερώσει το σώμα μου, τολμώ να Τον ακολουθήσω στο μονοπάτι του μαρτυρίου, αν με καταδώσει να υποφέρω και να πεθάνω για το όνομά Του».
Η Βριένα, έχοντας ακούσει τέτοιες ομιλίες της Φεβρωνίας, της είπε:
«Κόρη μου, Φεβρωνία! Θυμήσου τους κόπους μου και φρόντισέ σε, θυμήσου ότι σε ηλικία δύο ετών σε πήρα στη φροντίδα μου από τα χέρια της τροφού σου—και ότι μέχρι σήμερα, κανένας λαϊκός δεν έχει δει καν το πρόσωπό σου. Μέχρι τώρα, σε πρόσεχα σαν κόρη οφθαλμού. Αλλά τι να κάνω τώρα μαζί σου και πώς να σε προσέχω, δεν ξέρω πια. Φρόντισε τον εαυτό σου, για να μην μου λυπήσεις τα γηρατειά, για να μην καταστρέψω τους κόπους που εγώ, η πνευματική σου μητέρα, αφιέρωσα στην ανατροφή σου. Θυμήσου τους πάθος που πριν από εσένα υπέφεραν με θάρρος και γενναιότητα για τον Χριστό και τώρα έλαβαν στέμμα από Αυτόν—μεταξύ των οποίων δεν ήταν μόνο άνδρες αλλά και γυναίκες και παιδιά. Θυμήσου τη Λιβία και τη Λεωνίδα—αυτές τις ένδοξες αδελφές που έδωσαν με θάρρος τη ζωή τους για τον Χριστό». Γιατί η Λιβία και ο Λεωνίδας, η μία αποκεφαλισμένη με σπαθί και η άλλη ριγμένη στη φωτιά, πήγαν και οι δύο μαζί στο δωμάτιο του Ουράνιου Νυμφίου τους. Θυμήσου τη δωδεκάχρονη κόρη Ευτροπία, η οποία μαρτύρησε μαζί με τη μητέρα της. Δεν θαύμαζες πάντα την υπακοή και την υπομονή της; Ξέρεις πώς ο δικαστής, αφού την απελευθέρωσε από τα δεσμά, ήθελε να την τρομάξει με βέλη, νομίζοντας ότι θα έφευγε. Αλλά τότε άκουσε τη φωνή της μητέρας της να της λέει: «Παιδί μου, Ευτροπία, στάσου ακίνητη!» Και η κόρη στάθηκε με θάρρος σαν ακίνητος στύλος μέχρι που τραυματίστηκε ολοκληρωτικά από βέλη. Έπειτα έπεσε στο έδαφος, παραδίδοντας το πνεύμα της στον Κύριο. Αυτή η κόρη ήταν απλή και αμόρφωτη· αλλά εσύ η ίδια έχεις μελετήσει καλά τα θεία βιβλία και έχεις υπάρξει καλός δάσκαλος πολλών. Σκέψου, λοιπόν, με πόσο θάρρος πρέπει να σταθείς για τον Κύριό σου.
Αυτά και πολλά άλλα έλεγαν ο ένας στον άλλον μέχρι που πέρασε η νύχτα και ήρθε η μέρα.
Όταν ανέτειλε ο ήλιος, επικράτησε μεγάλη αναστάτωση στην πόλη. Ο Σελινός και ο Λυσίμαχος είχαν εισέλθει στην πόλη, καθώς οι στρατιώτες τους είχαν ήδη συλλάβει πολλούς Χριστιανούς και τους είχαν ρίξει στη φυλακή. Μερικοί Έλληνες είπαν στον Σελινό για ένα μοναστήρι στην πόλη. Ο Σελινός έστειλε αμέσως στρατιώτες να συλλάβουν όλες τις μοναχές. Οι στρατιώτες, φτάνοντας στο μοναστήρι, το περικύκλωσαν από παντού και, κόβοντας τις πόρτες με τσεκούρια, μπήκαν μέσα σαν άγρια θηρία. Πιάνοντας τη Βρυέννη, σκόπευαν να σκοτώσουν την ηλικιωμένη γυναίκα με το σπαθί. Αλλά η Φεβρωνία, βλέποντας τον κίνδυνο, έπεσε στα πόδια των στρατιωτών και άρχισε να φωνάζει δυνατά:
«Σε εξορκίζω, στον Θεό, σκότωσε εμένα πρώτα, για να μην δω τον θάνατο της ερωμένης μου».
Όταν η Φεβρονία φώναζε έτσι, ο κόμης Πρίμους ήρθε εκεί. Έδιωξε θυμωμένα τους στρατιώτες και ρώτησε την Βρυέννα:
– Πού είναι οι άλλες μοναχές που έμειναν σε αυτό το μοναστήρι;
Η Βριένα είπε:
– Όλοι έτρεξαν φοβισμένοι.
Τότε ο κόμης είπε:
«Ω, μακάρι να μπορούσες να φύγεις μαζί τους! Αλλά ακόμα και τώρα είσαι ελεύθερος να το κάνεις και να φύγεις όπου θέλεις—σου δίνω αυτή τη χάρη.»
Αφού είπε αυτά, έφυγε από το μοναστήρι και πήρε μαζί του τους στρατιώτες. Όταν έφτασε στο πραιτώριο για να δει τον Λυσίμαχο, ο τελευταίος τον ρώτησε:
– Ήταν αλήθεια ότι μας είπαν ότι υπάρχει ένα χριστιανικό μοναστήρι κοντά;
«Είναι αλήθεια», είπε ο κόμης.
Τότε, αφού πήρε τον Λυσίμαχο κατά μέρος, του είπε κατ’ ιδίαν:
«Σχεδόν όλες οι μοναχές έφυγαν από εκείνο το μοναστήρι, και δεν βρήκα καμία εκεί εκτός από δύο πρεσβύτερες και μια νεαρή μοναχή. Έχω κάτι θαυμαστό να σας πω για αυτό που είδα σε εκείνο το μοναστήρι: Είδα μια νεαρή μοναχή τόσο μεγάλης ομορφιάς που δεν έχω ξαναδεί τόσο όμορφη γυναίκα. Ο Θεός είναι μάρτυράς μου ότι λέω την αλήθεια. Βλέποντάς την, έμεινα έκπληκτος από την ομορφιά του προσώπου της, και αν δεν ήταν ντυμένη με ταπεινά ρούχα, θα την θεωρούσα άξια να γίνει σύζυγός σας, κύριέ μου.»
Σε αυτό ο Λυσίμαχος απάντησε:
«Αν δεν θέλω να παραβώ τις εντολές της μητέρας μου και να χύσω χριστιανικό αίμα, αλλά θέλω να σώσω τους Χριστιανούς με κάθε τρόπο, τότε πώς μπορώ να αποπλανήσω τις νύφες του Χριστού; Δεν θα κάνω ποτέ κάτι τέτοιο· αλλά απευθύνομαι σε εσάς, κύριέ μου, με μια θερμή παράκληση: φέρτε αυτές τις ηλικιωμένες γυναίκες και τη νεαρή μοναχή από το μοναστήρι και φυλάξτε τες κάπου, για να μην πέσουν στα χέρια του Σελινού, του θείου μου, και βασανιστούν».
Ενώ μιλούσαν έτσι μεταξύ τους, ένας από τους πιο πονηρούς πολεμιστές που βρισκόταν στο μοναστήρι, αφού άκουσε τη συζήτησή τους, πήγε αμέσως στον Σελινούντα και του είπε ότι είχαν βρει μια πολύ όμορφη κοπέλα στο γυναικείο μοναστήρι και ότι ο κόμης συμβούλεψε τον Λυσίμαχο να την πάρει για γυναίκα του.
Ο Σελίνος, γεμάτος οργή, έστειλε αμέσως στρατιώτες για να φυλάξουν τις μοναχές που βρέθηκαν εκεί, εμποδίζοντάς τες να δραπετεύσουν. Στη συνέχεια, έστειλε μερικούς από τους πιο στενούς και έμπιστους υπηρέτες του να δουν την κοπέλα και να μάθουν το όνομά της. Πήγαν και, επιστρέφοντας, είπαν στον Σελίνο ότι πιθανότατα δεν υπήρχε ούτε μία γυναίκα κάτω από τον ουρανό που να μπορούσε να συγκριθεί με την ομορφιά της κοπέλας που είχαν δει. Μετά από αυτά τα λόγια, ο Σελίνος έστειλε αμέσως έναν κήρυκα για να διακηρύξει σε όλη την πόλη ότι το επόμενο πρωί όλοι οι κάτοικοι και των δύο φύλων και όλων των ηλικιών έπρεπε να συγκεντρωθούν για να παρακολουθήσουν την ηρωική πράξη της νεαρής κοπέλας Φεβρωνίας.
Ακούγοντας αυτό, όλοι οι κάτοικοι της πόλης και των γύρω χωριών συγκεντρώθηκαν σε μεγάλους αριθμούς για να παρακολουθήσουν το κατόρθωμα της Αγίας Φεβρωνίας. Την αυγή, ο βασανιστής έστειλε τους πιο άγριους στρατιώτες του στο μοναστήρι και τους διέταξε να φέρουν την αγία παρθένο σε δίκη. Οι στρατιώτες, φτάνοντας στο μοναστήρι, άρπαξαν ανελέητα τη Φεβρωνία και, αλυσοδεμένοι στον λαιμό της, την έσυραν έξω από το μοναστήρι.
Τότε η Βρυέννη και η Θωμαΐδα, αγκαλιάζοντας με δάκρυα στα μάτια τον μαθητή τους, άρχισαν να κλαίνε πικρά και να παρακαλούν τους στρατιώτες να τους επιτρέψουν να συνομιλήσουν για λίγο με τη Φεβρωνία. Οι στρατιώτες συμφώνησαν. Και πάλι η Βρυέννη και η Θωμαΐδα παρακάλεσαν τους στρατιώτες να τους πάρουν μαζί τους στην ίδια αποστολή που επρόκειτο να αναλάβει η Φεβρωνία, γιατί οι πρεσβύτεροι φοβόντουσαν ότι, μόνη και χωρίς την υποστήριξή τους, θα υπέκυπτε στα βασανιστήρια.
Αλλά οι πολεμιστές είπαν:
«Δεν μας έχει δοθεί η εντολή να σας παρουσιάσουμε στο δικαστήριο, παρά μόνο τη Φεβρωνία.»
Έτσι, η Μπριέννα και η Θωμαΐδα άρχισαν να επιβεβαιώνουν την πίστη της Φεβρωνίας.
Η Βριένα της είπε τα εξής:
«Να 'σαι, κόρη μου Φεβρωνία, τώρα που ξεκινάς μια ζωή γεμάτη πόνο. Να ξέρεις ότι ο ουράνιος Νυμφίος θα δει τον πόνο σου, και οι αγγελικές δυνάμεις έχουν ήδη ετοιμάσει ένα στεφάνι νίκης για σένα, αν υποφέρεις με θάρρος μέχρι τέλους. Πρόσεχε να μην φοβηθείς τα βασανιστήρια και γίνεις εμπαιγμός για τους δαίμονες. Μην λυπηθείς το σώμα σου όταν αρχίσουν να το κατακεραυνώνουν με πληγές, γιατί ακόμα κι αν δεν το θέλαμε, μετά από λίγο καιρό θα μπει στον τάφο και θα επιστρέψει στη σκόνη. Έτσι, με πικρό κλάμα θα περιμένω νέα για σένα, καλά ή κακά. Έτσι, κόρη μου, σε παρακαλώ θερμά να ακούσω καλά νέα για σένα. Ω, ποιος θα μου φέρει τα καλά νέα ότι η Φεβρωνία υπέφερε ως μάρτυρας για τον Χριστό και εντάχθηκε στις τάξεις των μαρτύρων!»
Σε αυτό, η ευλογημένη Φεβρωνία απάντησε στην Μπριέννα:
«Ελπίζω, μητέρα μου, ότι όπως δεν έχω παραβεί τις εντολές σου πριν, έτσι και τώρα θα τηρώ αλάνθαστα τις οδηγίες και τις εντολές σου. Και οι άνθρωποι θα δουν, θα θαυμάσουν και θα επαινέσουν το έργο της Βριένας, λέγοντας: «Ιδού αληθινά η φύτευση και η βλάστηση της Βριένας—αυτής της μεγάλης ηλικιωμένης γυναίκας!» Γιατί σε ένα γυναικείο σώμα θα επιδείξω ανδρική δύναμη πνεύματος. Προσευχήσου για μένα και μην με εμποδίσεις να αναλάβω το έργο που έχω μπροστά μου.»
Τότε ο Θωμαΐς της είπε:
«Ζει Κύριος, αδελφή μου Φεβρωνία, κι εγώ θα σε ακολουθήσω. Θα ντυθώ με κοσμικά ρούχα και, στέκοντας ανάμεσα στον λαό, θα παρακολουθώ τον αγώνα σου».
Όταν οι στρατιώτες άρχισαν να βιάζουν τη Φεβρονία και ετοιμάζονταν να την σύρουν μακριά, είπε στους αγίους πρεσβύτερους:
– Σας παρακαλώ, μητέρες μου, ευλογήστε με στο ταξίδι μου και προσευχηθείτε για μένα.
Και η Βριένα, σηκώνοντας τα χέρια της προς τον ουρανό, άρχισε να προσεύχεται με δυνατή φωνή:
– Κύριε Ιησού Χριστέ, που κάποτε εμφανίστηκες κατ’ εικόνα Παύλου στη δούλη Σου Θέκλα κατά τη διάρκεια των παθημάτων της, φανήκα τώρα στην ταπεινή δούλη Σου Φεβρωνία την ώρα του αγώνα της και ενίσχυσέ την αόρατα από ψηλά, ώστε μέσω αυτής να δοξαστεί το άγιο όνομά Σου.
Αφού προσευχήθηκε έτσι, η Βρυέννη αγκάλιασε με δάκρυα την Φεβρωνία και, φιλώντας την, την έδιωξε. Οι στρατιώτες, άρπαξαν την αγία παρθένο και την οδήγησαν στον βασανιστή της, τον Σελινό.
Αφού αποχαιρέτησε για λίγο την αγαπημένη της πνευματική κόρη, η Μπριέν επέστρεψε στο μοναστήρι κλαίγοντας και θρηνώντας. Πέφτοντας στο έδαφος στην εκκλησία, φώναξε, προσευχόμενη στον Θεό για τη Φεβρονία. Η Θωμαΐδα, αφήνοντας την Μπριέν να κλαίει στην εκκλησία, φόρεσε τα ρούχα των λαϊκών και ακολούθησε τη Φεβρονία στο θέαμα. Ακολούθησαν και οι γυναίκες που έρχονταν στο μοναστήρι κάθε Παρασκευή για να ακούσουν τις διδασκαλίες της Φεβρονίας, οι οποίες ήταν βασισμένες σε βιβλία. Χτυπώντας τα στήθη τους, έσπευσαν στο θέαμα με δάκρυα, κατακλυσμένες από θλίψη για την απώλεια της δασκάλας τους. Τα νέα ότι η Φεβρονία οδηγήθηκε στο θέαμα έφτασαν και στην Ιερία, και έκλαψε τόσο δυνατά που οι γονείς της και όλοι οι άλλοι στο σπίτι τρομοκρατήθηκαν και άρχισαν να ρωτούν:
- Τι σου συμβαίνει, Ιέρια;
«Πήραν την αδερφή μου τη Φεβρωνία για να την ντροπιάσουν και έστειλαν τη δάσκαλό μου να βασανιστεί για τον Χριστό», απάντησε η Ιερία κλαίγοντας.
Οι γονείς της Ιερίας προσπάθησαν να την ηρεμήσουν, αλλά εκείνη έκλαιγε ακόμα περισσότερο και τους είπε:
«Άφησέ με ήσυχη», δεν θα σταματήσω να κλαίω για την αδερφή και δασκάλα μου Φεβρονία.
Καθώς μιλούσε, άρχισαν και οι γονείς της να κλαίνε, και όλο το σπίτι αντηχούσε από θρήνο για την Αγία Φεβρωνία. Η Ιερία άρχισε τότε να παρακαλεί τους γονείς της να την αφήσουν να πάει στο θέαμα, και αυτοί δεν την εμπόδισαν. Παίρνοντας πολλούς σκλάβους και γυναίκες, πήγε στο θέαμα κλαίγοντας και πρόλαβε πλήθος γυναικών που έσπευδαν εκεί με δάκρυα. Ανάμεσά τους ήταν και η Θωμαΐδα, η οποία περπατούσε με κοσμική ενδυμασία. Αναγνωρίζοντάς την, η Ιερία πήγε μαζί της, και οι δύο, χύνοντας πολλά δάκρυα, έφτασαν στον καθορισμένο τόπο. Αμέτρητο πλήθος ανθρώπων είχε συγκεντρωθεί εκεί, και οι κριτές είχαν ήδη καθίσει. Όταν όλα ήταν έτοιμα, ο Σελινός και ο Λυσίμαχος διέταξαν να φέρουν την Αγία Φεβρωνία σε αυτούς. Η αγία στάθηκε μπροστά τους με τα χέρια δεμένα πίσω από την πλάτη της και τον λαιμό της δεμένο με αλυσίδες. Βλέποντας αυτό, σχεδόν όλοι οι παρόντες ξέσπασαν σε κλάματα και παραδόθηκαν σε πικρά κλάματα και λυγμούς. Ο βασανιστής Σελινός, κάνοντας σήμα για σιωπή, είπε στον Λυσίμαχο:
- Ρωτήστε αυτή τη γυναίκα και ακούστε τις απαντήσεις της.
Και ο Λυσίμαχος άρχισε να ανακρίνει τη Φεβρωνία. Πρώτα την ρώτησε:
– Πείτε μας, ποιος είναι ο βαθμός σας – είστε δούλος ή ελεύθερος;
«Ναι, είμαι σκλάβα», απάντησε η Φεβρονία.
- Ποιανού είναι;
«Του Χριστού», ομολόγησε με τόλμη η αγία παρθένος.
Ο Λυσίμαχος την ρώτησε ξανά:
- Πώς σε λένε;
Και η Φεβρωνία απάντησε:
– Αποκαλώ τον εαυτό μου ταπεινό Χριστιανό.
Ο Λυσίμαχος ρώτησε ξανά:
- Θέλουμε να μάθουμε το όνομά σας.
«Σου έχω ήδη πει ότι είμαι Χριστιανή», απάντησε η Φεβρονία, «αλλά αν θέλεις να μάθεις το όνομα που μου δόθηκε κατά τη γέννησή μου, τότε θα σου απαντήσω: η μητέρα μου με ονόμασε Φεβρονία».
Τότε ο βασανιστής Σελινός διέταξε τον Λυσίμαχο να σταματήσει την ανάκριση και ο ίδιος απευθύνθηκε στην αγία παρθένο.
«Επικαλούμαι τους θεούς να μαρτυρήσουν, Φεβρωνία, ότι δεν ήθελα να καταδεχτώ να συνομιλήσω μαζί σου· αλλά επειδή η πραότητά σου και η ομορφιά του προσώπου σου έχουν νικήσει τον θυμό μου, δεν θα σε ρωτάω πια ως καταδικασμένη, αλλά ως κόρη μου. Άκουσε, κόρη μου, ας είναι οι θεοί μάρτυρες ότι λέω την αλήθεια. Βλέπεις τον ανιψιό μου τον Λυσίμαχο να κάθεται μαζί μου· ο πατέρας του, ο Άνθιμος, έχει πλέον πεθάνει, και έχω διαλέξει γι' αυτόν μια ευγενή κοπέλα, που κατέχει πολλά πλούτη, την κόρη του γερουσιαστή Πρόσφορου, και τον έχω ήδη αρραβωνιαστεί μαζί της. Τώρα, αν ομολογήσεις την ενοχή σου ενώπιον των θεών, θα ακυρώσουμε το γαμήλιο συμβόλαιο με την κόρη του Πρόσφορου και θα συνάψουμε ένα νέο—μαζί σου. Και θα γίνεις γυναίκα του Λυσίμαχου, και ως γυναίκα του, θα καθίσεις στα δεξιά του, όπως κάνω εγώ τώρα». Βλέπεις ότι είναι τόσο όμορφος όσο εσύ. Άκουσε τη συμβουλή μου, όπως θα έκανες και με τον πατέρα σου· σε αντάλλαγμα, θα σε κάνω ευγενή και πλούσια, και δεν θα γνωρίσεις ποτέ τη φτώχεια. Δεν έχω ούτε γυναίκα ούτε παιδιά, και σου δίνω όλα όσα έχω, κάνοντάς σε κυρίαρχη όλων των κτημάτων μου. Θα δώσω όλα αυτά ως προίκα σου στον κύριό μου Λυσίμαχο, και θα είμαι σαν πατέρας σου. Τότε, βλέποντας πόσο μεγάλη τιμή σου έχει δοθεί, όλες οι γυναίκες θα σε επαινέσουν και θα σε ευλογήσουν, και ο γενναίος βασιλιάς μας θα χαρεί για σένα και, με τη σειρά του, θα σε ανταμείψει πολύ, γιατί έχει υποσχεθεί να διορίσει τον Λυσίμαχο επίσκοπο Ρώμης. Τώρα άκουσες όλα όσα σου είπα. Πες μου ότι δεν απομακρύνεσαι από τους θεούς μας· με αυτό θα φέρεις μεγάλη χαρά στην ψυχή μου. Αν δεν ακούσεις τη νουθεσία μου, ορκίζομαι στους θεούς, δεν θα ζήσεις ούτε τρεις ώρες. Διάλεξε λοιπόν ό,τι θέλεις και πες μας.
Σε αυτό η Αγία Φεβρωνία απάντησε στον Σελινό ως εξής:
«Κριτέ! Έχω μια κατοικία στον παράδεισο, αχειροποίητη, στην οποία τελείται γάμος, αδιάλυτος για πάντα, και η προίκα μου είναι ολόκληρη η ουράνια βασιλεία. Έχοντας έναν αθάνατο Νυμφίο, δεν θέλω να ενωθώ με έναν θνητό και φθαρτό άνθρωπο. Και όσο για αυτά που μου υπόσχεσαι, δεν θέλω καν να ακούσω. Όχι, μην μπαίνεις στον κόπο, Κριτέ! Ούτε θα καταφέρεις τίποτα με κολακεία και πειρασμούς, ούτε θα με εκφοβίσεις με απειλές.»
Ακούγοντας αυτή την απάντηση, ο Σελίνος εξοργίστηκε πολύ και διέταξε τους στρατιώτες να σκίσουν τα ρούχα της, στη συνέχεια να την τυλίξουν με ένα λεπτό, κοντό κουρέλι και να την φέρουν σχεδόν γυμνή μπροστά σε όλους για να την ντροπιάσουν. Ήλπιζε ότι η αγία παρθένος, βλέποντας τον εαυτό της σε τέτοια ντροπή, θα ντρεπόταν για την ντροπή της και θα μετανοούσε για την πείσμα της. Οι στρατιώτες εκτέλεσαν αμέσως τις διαταγές του Σελίνου και έφεραν τη μάρτυρα σχεδόν εντελώς γυμνή μπροστά σε όλους.
Τότε η Σελίν της είπε:
«Τι μου λες τώρα, Φεβρωνία; Βλέπεις τι ατίμωση έχει γίνει η μοίρα σου, ενώ θα μπορούσες να απολαύσεις μεγάλες ευλογίες.»
Σε αυτό η Φεβρονία είπε στον βασανιστή:
«Να ξέρεις, κρίνε, ότι αν με βγάλεις όχι μόνο από αυτά τα ρούχα, αλλά και από αυτό το κουρέλι, και με αφήσεις εντελώς γυμνό, δεν θα θεωρήσω αυτή την ντροπή τίποτα. Διότι Ένας είναι ο Δημιουργός του άνδρα και της γυναίκας· για χάρη Του είμαι έτοιμος όχι μόνο να υπομείνω την ντροπή της γυμνότητας, αλλά επιθυμώ ακόμη και να αποκεφαλιστώ με σπαθί και να καώ στη φωτιά. Ω, μακάρι Αυτός που υπέμεινε οικειοθελώς αμέτρητα βάσανα για μένα να μου επιτρέψει να υποφέρω για τον Εαυτό Του!»
«Ω, αναίσχυντε και άξια κάθε ατιμίας!», φώναξε ο Σελινός, «βλέπω ότι είσαι περήφανος για την ομορφιά σου, και γι' αυτό δεν θεωρείς την ατιμία της γύμνιας ντροπή για τον εαυτό σου, γιατί ελπίζεις να γίνεις διάσημος για την ομορφιά σου, στέκοντας γυμνός ανάμεσα στον λαό».
Ο άγιος του απάντησε:
«Ο Χριστός είναι μάρτυράς μου ότι μέχρι σήμερα δεν έχω δει ποτέ πρόσωπο ανθρώπου, όπως ακριβώς κανένας κοσμικός άνθρωπος δεν έχει δει ποτέ το πρόσωπό μου. Θα είμαι τώρα, στη δύναμή σου, αναίσχυντος; Όχι, εσύ ο ίδιος είσαι αναίσχυντος, αποκαλύπτοντας το παρθενικό σου σώμα μπροστά σε όλους. Αλλά πες μου, ανόητε κριτή: αν ένας παλαιστής μπει στους Ολυμπιακούς Αγώνες , δεν αγωνίζεται γυμνός μέχρι να νικήσει τον αντίπαλό του; Ομοίως, εγώ, που βγαίνω εδώ για να παλέψω με τον εχθρό και περιμένω πληγές και φωτιά για το σώμα μου, πώς μπορώ να τις υπομείνω ενώ παραμένω ντυμένος; Δεν δέχεται πληγές το γυμνό σώμα; Και έτσι βγαίνω γυμνός, περιφρονώντας τα βάσανα, για να νικήσω τον Σατανά - τον πατέρα σου».
Τότε ο Σελίν είπε στους υπηρέτες:
«Εφόσον αυτή η γυναίκα η ίδια επιδιώκει βασανιστήρια και λέει ότι δεν φοβάται τη φωτιά και τις πληγές, τότε βάλτε την στο έδαφος, ανάψτε φωτιά από κάτω της και αφήστε τέσσερις πολεμιστές να την χτυπήσουν στη σπονδυλική στήλη με ξύλα.»
Οι στρατιώτες άρχισαν αμέσως να βασανίζουν την αγία, όπως είχαν διαταχθεί. Την ξυλοκόπησαν για πολλή ώρα, μέχρι που αίμα έτρεχε σαν ρυάκια από το σώμα της. Και για να μην σβήσει η φωτιά που άναβε από κάτω της, οι βασανιστές έριχναν λάδι πάνω της, με αποτέλεσμα οι φλόγες να μεγαλώνουν και να καίνε πιο έντονα τη μάρτυρα. Ενώ βασάνιζαν την αγία, πολλοί από τον κόσμο άρχισαν να φωνάζουν στη Σελίνα:
- Ελέησον, ελέησον την νεαρήν παρθένα, ελεήμονα κριτή!
Αλλά αυτός, αγνοώντας τις προσευχές της, διέταξε να βασανιστεί η αγία παρθένος πιο σκληρά. Στη συνέχεια, κάπως ειρηνεύοντας από τον θυμό του, διέταξε να σταματήσουν τα βασανιστήρια. Οι στρατιώτες εγκατέλειψαν τη Φεβρωνία και, πιστεύοντας ότι ήταν ήδη νεκρή, την πέταξαν έξω από τη φωτιά.
Η Θωμαΐς, βλέποντας το τόσο σκληρό μαρτύριο της Φεβρωνίας, συνήλθε ψυχικά και σωματικά και έπεσε στο έδαφος στα πόδια της Ιερίας. Βλέποντάς το αυτό, η Ιερία φώναξε δυνατά:
«Αλίμονό μου, αλίμονό μου, αδερφή μου Φεβρωνία! Αλίμονό μου, δάσκαλέ μου! Δεν θα ακούω πια τη διδασκαλία σου. Και όχι μόνο θα χάσω εσένα, αλλά και τη Θωμαΐδα, γιατί κι αυτή πεθαίνει από θλίψη για σένα.»
Η Φεβρωνία, ξαπλωμένη στο έδαφος, άκουσε αυτά τα λόγια της Ιερίας και άρχισε να παρακαλεί όσους στέκονταν κοντά να ρίξουν νερό στο εξαντλημένο πρόσωπο της Θωμαΐδας. Αυτοί υπάκουσαν, και η Θωμαΐδα συνήλθε και σηκώθηκε.
Βλέποντας ότι η Φεβρονία ήταν ακόμα ζωντανή, ο Σελίν της απευθύνθηκε με αυτά τα κοροϊδευτικά λόγια:
«Τι λες, Φεβρωνία; Πόσο γλυκιά σου φάνηκε η πρώτη πράξη του πόνου σου;»
«Βλέπεις», απάντησε η Φεβρονία, «ότι παρά τις προσπάθειές σου, παρέμεινα αήττητη, επειδή απεχθάνομαι όλα τα βάσανα».
Τότε ο Σελίν διέταξε τους υπηρέτες:
Κρεμάστε την σε ένα δέντρο και ξύστε τα πλευρά της με σιδερένιες χτένες και κάψτε τις πληγές της με φωτιά, ώστε να καούν ακόμη και τα κόκαλά της.
Οι βασανιστές άρχισαν αμέσως να εκτελούν αυτή την εντολή. Μέσα σε τέτοια βάσανα, η Φεβρωνία σήκωσε τα μάτια της στον ουρανό και άρχισε να προσεύχεται στον Κύριο:
– Έλα σε βοήθειά μου και μην περιφρονείς τον δούλο Σου αυτή την ώρα.
Και μετά από αυτά τα λόγια σώπασε.
Καθώς το σώμα της ξυνόταν και καίγονταν ανελέητα, πολλοί από αυτούς που συγκεντρώθηκαν στο θέαμα δεν άντεχαν να παρακολουθήσουν ένα τέτοιο τρομερό μαρτύριο και υποχώρησαν. Άλλοι άρχισαν να φωνάζουν στον δικαστή να χαρίσει τη ζωή στο νεαρό και αθώο κορίτσι. Τότε ο Σελινός διέταξε τους υπηρέτες να σταματήσουν τα βασανιστήρια. Στη συνέχεια άρχισε να κάνει αρκετές ερωτήσεις στη Φεβρωνία, κρεμασμένη από το δέντρο, αλλά εκείνη παρέμεινε σιωπηλή. Και πάλι, με την οργή του να φουντώνει, ο βασανιστής διέταξε να την κατεβάσουν από το δέντρο και να την δέσουν σε έναν πάσσαλο που είχαν φυτέψει στο έδαφος. Τότε είπε:
«Επειδή αυτή η κακιά γυναίκα δεν θέλει να μου απαντήσει, τότε κόψτε της τη γλώσσα και ρίξτε την στη φωτιά».
Ακούγοντας αυτό, η αγία μάρτυρας έβγαλε αμέσως τη γλώσσα της από το στόμα της και έκανε σήμα στον στρατιώτη να εκτελέσει τις διαταγές του. Αλλά μόλις ο στρατιώτης άγγιξε τη γλώσσα της για να την κόψει, το πλήθος που στεκόταν κοντά άρχισε να φωνάζει δυνατά, ικετεύοντας τον δικαστή με το όνομα των θεών τους και παρακαλώντας τον να ανακαλέσει την διαταγή του. Αναγνωρίζοντας τις εκκλήσεις του λαού, ο Σελινός έδωσε εντολή να μην κοπεί η γλώσσα της, αλλά να αφαιρεθούν τα δόντια της. Αμέσως, ένας από τους βασανιστές πήρε ένα σιδερένιο εργαλείο και άρχισε να αφαιρεί τα δόντια της μάρτυρας ένα προς ένα. Όταν έβγαλε 17 δόντια, ο Σελινός διέταξε να σταματήσουν τα βασανιστήρια. Εν τω μεταξύ, ρυάκια αίματος έτρεχαν από το στόμα της αγίας, και ήταν εντελώς εξαντλημένη από τα σκληρά βάσανα. Κλήθηκε ένας γιατρός, ο οποίος σταμάτησε τη ροή του αίματος.
Τότε η Σελίν άρχισε ξανά να ρωτάει την αγία, απευθυνόμενη σε αυτήν με τα εξής λόγια:
– Τουλάχιστον τώρα, Φεβρωνία, θα υποτασσόσουν στις απαιτήσεις της αυλής και θα ομολογούσες την πίστη σου στους θεούς.
Ο άγιος απάντησε:
Ανάθεμα 4129 σε σένα, καταραμένε και γέρεε δούλε του διαβόλου, που έχεις καταστραφεί από την ανομία! Ως πότε θα με εμποδίζεις στο μονοπάτι μου, εμποδίζοντας την είσοδό μου στον Χριστό, τον Νυμφίο μου; Βιάσου γρήγορα να με ελευθερώσεις από αυτό το θνητό σώμα, γιατί ο Νυμφίος μου ήδη με περιμένει.
Σε αυτό ο Σελίν είπε στη Φεβρονία:
«Θα διατάξω το σώμα σου να γίνει κομμάτια, να παραδοθεί στο σπαθί και στη φωτιά. Γιατί βλέπω ότι υπερηφανεύεσαι αναίσχυντα για τη νεότητά σου. Αλλά αυτό δεν θα σε ωφελήσει. Η υπερηφάνειά σου θα σου φέρει ακόμη μεγαλύτερο κακό και τα πιο οδυνηρά βάσανα.»
Η αγία μάρτυρας, εξαντλημένη από τα ακραία βασανιστήρια, δεν μπορούσε πλέον να μιλήσει, αλλά η σιωπή της φούντωσε περαιτέρω την οργή του βασανιστή: ο σκληρός Σελινός διέταξε να κοπούν τα παρθενικά στήθη της Φεβρωνίας. Ο λαός φώναξε, παρακαλώντας τον δικαστή να χαρίσει την κόρη και να ανακαλέσει την διαταγή του. Αλλά ο Σελινός, εξοργισμένος με τον βασανιστικό υπηρέτη, του είπε:
«Γιατί διστάζεις, άθλιε αντίπαλε των θεών μας; Γιατί δεν εκπληρώνεις την εντολή σου;»
Τότε ο δούλος, παίρνοντας ένα ξυράφι, άρχισε να κόβει το δεξί στήθος της αγίας μάρτυρος. Εκείνη, σηκώνοντας τα μάτια της στον ουρανό, προσευχήθηκε στον Θεό με δυνατή φωνή, λέγοντας:
– Κύριε Θεέ μου, δες τα βάσανα που υπομένω και πάρε την ψυχή μου στα χέρια Σου.
Αφού είπε αυτά, σώπασε και δεν είπε τίποτα άλλο. Όταν και τα δύο στήθη της έκοψαν και ρίχτηκαν στο έδαφος, ο Σελινός διέταξε να φέρουν φωτιά και να τη χρησιμοποιήσουν για να κάψουν τις πληγές που είχαν σχηματιστεί εκεί που είχαν κοπεί οι θηλές. Διέταξε επίσης να καεί η μήτρα της μάρτυρας, ώστε να σαπίσουν όλα τα εντόσθιά της. Πολλοί από τον λαό, ανίκανοι να αντέξουν τέτοια βασανιστήρια, υποχώρησαν από το θέαμα και καταράστηκαν δυνατά τον Διοκλητιανό και τους θεούς του.
Εκείνη την εποχή, ο Θωμαΐς και η Ιερία έστειλαν έναν σκλάβο στο μοναστήρι για να ενημερώσει την Βρυέννη για όλα όσα είχαν συμβεί. Ακούγοντας την ιστορία του αγγελιοφόρου, η Βρυέννη γέμισε πνευματική χαρά και αγαλλίαση και, με δάκρυα στα μάτια, άρχισε να φωνάζει στον Θεό:
– Κύριε Ιησού Χριστέ, ο Θεός μας, έλα σε βοήθεια της δούλης Σου Φεβρωνίας!
Έπειτα, πέφτοντας στο έδαφος, είπε με δάκρυα και λυγμούς:
– Πού είσαι τώρα, Φεβρωνία; Πού είσαι, πράα κόρη μου; Πού είσαι, δούλη του Χριστού; Πού είσαι, στολίδι της μοναστικής τάξης;
Τελικά, σηκώθηκε από το έδαφος και σήκωσε τα χέρια της στον ουρανό και αναφώνησε:
«Κύριε! Επίβλεψε την ταπεινή σου δούλη και βοήθησέ την στον αγώνα της! Κάνε μου να τη δω να πεθαίνει ως μάρτυρας και να συμπεριληφθεί στους αγίους μάρτυρες».
Εκείνη την ώρα, συνέβησαν τα εξής στο θέαμα: ο βασανιστής Σελινός διέταξε να λυθεί η Φεβρωνία από τον πάσσαλο στον οποίο ήταν δεμένη. Η αγία λύθηκε και, μη μπορώντας να σταθεί στα πόδια της, έπεσε αμέσως στο έδαφος. Βλέποντάς το αυτό, ο Κόμης Πρίμος είπε ήσυχα στον Λυσίμαχο:
«Γιατί αυτό το νεαρό κορίτσι υποφέρει τόσο σκληρά βασανιστήρια; Δεν είναι καιρός να σταματήσουν τα βασανιστήρια;»
Ο Λυσίμαχος απάντησε σε αυτό:
«Περίμενε, αδελφέ, γιατί τα βάσανά της θα ωφελήσουν πολλούς που θα την κοιτάξουν. Και πιστεύω ότι αυτά τα βάσανα θα είναι και για τη σωτηρία μου. Έχω ακούσει πολλά από τη μητέρα μου, η οποία μιλούσε για το πώς οι μάρτυρες, με το θάρρος τους, προσηλύτισαν πολλούς στο δρόμο της σωτηρίας. Ας υπομείνει και αυτό το κορίτσι το μαρτύριό της μέχρι τέλους, για να σώσει εμένα και πολλούς άλλους.»
Αυτή τη στιγμή, η Ιερία, βλέποντας τη Φεβρονία πεσμένη στο έδαφος, φώναξε δυνατά, γυρίζοντας προς τον Σελίν:
«Ω, απάνθρωπο βασανιστή! Δεν ήταν αρκετό το πρώτο μαρτύριο που επέβαλες σε αυτό το αθώο κορίτσι για τη σκληρότητά σου; Δεν θυμάσαι τη μητέρα σου, που είχε κι αυτή γυναικεία σάρκα; Δεν έτρεφες εσύ ο ίδιος στήθη παρόμοια με αυτά που διέταξες να σου κόψουν; Μήπως θήλασες πραγματικά γυναικεία στήθη για να μπορείς να δείξεις τέτοια βιαιότητα στις γυναίκες; Θαυμάζω που τίποτα δεν μπορεί να δαμάσει τη σκληρή και απάνθρωπη φύση σου. Αλλά να ξέρεις το εξής: όπως δεν λυπήθηκες αυτό το κορίτσι, έτσι και ο Ουράνιος Βασιλιάς δεν θα λυπηθεί εσένα.»
Έτσι φώναξε η Ιερία. Ο Σελινός, ακούγοντας την ομιλία της, γέμισε ξανά με οργή και διέταξε τους στρατιώτες να αρπάξουν την Ιερία από το πλήθος, σκοπεύοντας να την βασανίσουν αμέσως. Ακούγοντας την εντολή, η Ιερία πήγε με χαρά να συναντήσει τους στρατιώτες, διασχίζοντας το πλήθος, επαναλαμβάνοντας:
– Κύριε Θεέ της δούλης Σου Φεβρωνίας! Δέξου με μαζί της – της ταπεινής σου δούλης.
Αλλά πριν φτάσει στην αυλή, οι φίλοι του Σελινού άρχισαν να τον συμβουλεύουν να μην υποβάλει την Ιερία σε βασανιστήρια μπροστά σε όλο τον λαό - δεδομένης της ευγενικής καταγωγής της.
«Φοβόμαστε», είπαν, «ότι όλο το πλήθος των ανθρώπων που έχουν συγκεντρωθεί, βλέποντάς την να υποφέρει, θα θελήσουν να υποφέρουν μαζί της, και τότε θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε ολόκληρη την πόλη».
Ο Σελίν άκουσε τη συμβουλή τους και δεν διέταξε να βασανιστεί η Ιερία, αλλά μόνο αναφώνησε θυμωμένα, γυρνώντας προς το μέρος της:
«Άκου, Ιερία! Ορκίζομαι στους θεούς ότι με τους αναιδείς και ξεδιάντροπους λόγους σου φέρνεις ακόμη μεγαλύτερο μαρτύριο στη Φεβρωνία.»
Αφού είπε αυτά, έδωσε αμέσως εντολή να κοπούν και τα δύο χέρια της Αγίας Φεβρωνίας. Ο ιπποκόμος, τοποθετώντας ένα κομμάτι ξύλου κάτω από το δεξί χέρι του μάρτυρα, το χτύπησε με ένα τσεκούρι και το έκοψε. Ομοίως έκοψε και το αριστερό χέρι της Φεβρωνίας. Μη ικανοποιημένος με αυτό, ο σκληρός βασανιστής διέταξε να κοπεί το δεξί πόδι του μάρτυρα. Τοποθετώντας ένα κομμάτι ξύλου κάτω από τα πόδια του αγίου και παίρνοντας το τσεκούρι στα χέρια του, ο ιπποκόμος χτύπησε με μεγάλη δύναμη πάνω από το γόνατο, αλλά δεν μπόρεσε να κόψει τα πόδια του μάρτυρα. Στη συνέχεια χτύπησε ξανά, επίσης χωρίς επιτυχία. Βλέποντας αυτό, το πλήθος ξέσπασε σε κατακραυγή και σύγχυση, και όλοι αγανακτούσαν με τη σκληρότητα του βασανιστή. Ο ιπποκόμος χτύπησε το πόδι για τρίτη φορά, και μόνο τότε, με δυσκολία, κατάφερε να το κόψει. Όλο το σώμα της Φεβρωνίας έτρεμε από το έντονο μαρτύριο, και παρόλο που βρισκόταν ήδη στα πρόθυρα του θανάτου, παρόλα αυτά, όσο καλύτερα μπορούσε, άπλωσε το άλλο της πόδι, τοποθετώντας το στο δέντρο για να του το κόψουν κι αυτό. Βλέποντάς το αυτό, η Σελίν είπε:
- Κοίτα πόση δύναμη έχει αυτή η ξεδιάντροπη γυναίκα.
Έπειτα, γυρίζοντας προς τον ιπποκόμο, είπε με μεγάλο θυμό:
- Κόψε της και το άλλο πόδι.
Εκτέλεσε αμέσως αυτή την εντολή.
Τότε ο Λυσίμαχος, σηκώθηκε από τη θέση του και είπε στον Σελινό:
«Θέλεις πραγματικά να βασανίζεις κι άλλο αυτό το καημένο το κορίτσι; Ας φύγουμε από εδώ, γιατί είναι ώρα για δείπνο.»
Αλλά ο πονηρός Σελίν απάντησε:
«Ορκίζομαι στους θεούς ότι δεν θα την αφήσω ζωντανή, αλλά θα είμαι εδώ μέχρι να πεθάνει.»
Αλλά η ψυχή της μάρτυρος δεν άφησε το σώμα της για πολλές ώρες. Τότε ο Σελίν ρώτησε τους ιπποκόμους:
– Ζει ακόμα αυτή η αναίσχυντη γυναίκα;
«Ναι, είναι ακόμα ζωντανή», του απάντησαν, «η ψυχή της μένει ακόμα μέσα της».
Τότε ο Σελινός διέταξε να αποκοπεί η ιερή κεφαλή του μάρτυρα.
Ο στρατιώτης, κρατώντας ένα σπαθί στο ένα χέρι, άρπαξε μια τρίχα από το κεφάλι της μάρτυρας με το άλλο και την έσφαξε στον λαιμό της, όπως σφάζουν ένα πρόβατο, και μετά της έκοψε το κεφάλι. Αμέσως μετά από αυτό, ο Σελινός σηκώθηκε και πήγε να δειπνήσει. Ο Λυσίμαχος τον συνόδευσε, χύνοντας δάκρυα.
Μετά το μαρτύριο της Αγίας Φεβρωνίας, οι πιστοί του λαού ήθελαν να μεταφέρουν τα πολύτιμα λείψανά της. Αλλά ο Λυσίμαχος διόρισε στρατιώτες να τα φυλάνε, διατάζοντας τους να βεβαιωθούν ότι δεν θα κλαπεί ούτε ένα μέρος του σώματος του μάρτυρα. Ο ίδιος, μη θέλοντας να μοιραστεί φαγητό με τον Σελινό λόγω της μεγάλης λύπης και του πένθους του, κλειδώθηκε στην κρεβατοκάμαρά του και έκλαψε πικρά για τη δολοφονία της Φεβρωνίας.
Ο Σελίνος, βλέποντας τον θρήνο του Λυσίμαχου, λυπήθηκε και αρνήθηκε να δεχτεί φαγητό. Αντ' αυτού, σηκώθηκε και άρχισε να περπατάει στα δωμάτια του παλατιού, βιώνοντας μεγάλη σύγχυση. Όταν κατά λάθος σήκωσε τα μάτια του στα ύψη του ουρανού, ξαφνικά τον κατέλαβε μεγάλος φόβος και τρόμος και έμεινε άφωνος. Τότε, με μια δυνατή κραυγή και ένα βρυχηθμό σαν βόδι, χτύπησε το κεφάλι του σε μια μαρμάρινη κολόνα στο δωμάτιο, σπάζοντας το κρανίο του και πέφτοντας στο πάτωμα, νεκρός. Μια κραυγή ξέσπασε ανάμεσα στους υπηρέτες και τους στρατιώτες του Σελίνου και ακολούθησε σύγχυση. Ακούγοντας τις κραυγές τους, ο Λυσίμαχος βγήκε από το υπνοδωμάτιό του και, βλέποντας τον θείο του να κείτεται νεκρός στο έδαφος, έμεινε έκπληκτος και γεμάτος τρόμο. Συνέρχεται, διέταξε τις κραυγές να σταματήσουν και άρχισε να ρωτάει:
- Πώς έγινε αυτό;
Οι παρόντες του είπαν τι είχαν δει.
Κουνώντας καταφατικά το κεφάλι του, ο Λυσίμαχος είπε:
«Μέγας είναι ο Χριστιανικός Θεός! Είναι πραγματικά άξιος σεβασμού, γιατί εκδικήθηκε αθώο αίμα!»
Αφού είπε αυτά, διέταξε να μεταφερθεί το σώμα του Σελίνου έξω από την πόλη και να ταφεί σύμφωνα με το ελληνικό έθιμο. Τότε ο Λυσίμαχος κάλεσε τον Κόμη Πρίμο και του είπε:
«Σε εξορκίζω στον Χριστιανικό Θεό—μην παραβείς την εντολή μου, την οποία σου δίνω. Φρόντισε να ετοιμάσεις γρήγορα μια λειψανοθήκη από άφθαρτο ξύλο για το σώμα της Φεβρονίας και στείλε αγγελιοφόρους, καλώντας τους Χριστιανούς στην ταφή του αγίου μάρτυρα. Ας συγκεντρωθούν χωρίς φόβο, γιατί ο Σελινός έχει ήδη πεθάνει. Αυτή, αγαπητέ Πρίμε, ξέρεις, είναι η επιθυμία μου. Πάρε ένα απόσπασμα στρατιωτών και, αφού μαζέψεις όλα τα κομμένα μέλη του σώματος της Φεβρονίας, πήγαινε τα στο μοναστήρι. Φρόντισε να μην χαθεί ούτε να σπαταληθεί ούτε ένα μέρος του σώματος της αγίας. Και για να μην γλείφουν τα σκυλιά το έδαφος όπου χύθηκε το αίμα του μάρτυρα, διέταξε να καθαριστεί, στη συνέχεια να συλλεχθεί και να μεταφερθεί, μαζί με τα λείψανα, στο μοναστήρι.»
Ο κόμης κάλεσε αμέσως στρατιώτες και, σύμφωνα με τις επιθυμίες του Λυσίμαχου, τους διέταξε να μεταφέρουν το σώμα της μάρτυρος στο μοναστήρι. Ο ίδιος, αφού συγκέντρωσε τα κομμένα μέρη του σώματός της - το κεφάλι, τα χέρια, τα πόδια, το στήθος και τα δόντια της - και τα τύλιξε με τις χλαμύδες του, τους ακολούθησε, συνοδευόμενος από πλήθος κόσμου. Φτάνοντας στο μοναστήρι, ο κόμης δεν επέτρεψε σε κανέναν να μπει μέσα εκτός από τη Θωμαΐδα και την Ιερία.
Η ηγουμένη του μοναστηριού, η σεβάσμια Γερόντισσα Μπριέννα, βλέποντας το άψυχο και ακρωτηριασμένο σώμα της Φεβρωνίας και τα κομμένα άκρα της, κατέρρευσε από μεγάλη θλίψη και οίκτο και έπεσε στο έδαφος σαν νεκρός. Ο κόμης, έχοντας τοποθετήσει στρατιωτική φρουρά στο μοναστήρι, επέστρεψε στον Λυσίμαχο.
Μόνο αφού είχαν περάσει αρκετές ώρες, η Μπριέν συνήλθε. Σηκώθηκε από το έδαφος, έπεσε πάνω στο σώμα του μάρτυρα και, αγκαλιάζοντάς το, φώναξε:
«Αλίμονό μου, κόρη μου Φεβρωνία, τώρα που σε πήραν από τα μάτια της μητέρας σου. Ποιος θα διαβάσει τώρα τις Θείες Γραφές στις αδελφές; Ποιανού τα χέρια θα ανοίξουν τα βιβλία που κρατούσες;»
Αυτή τη στιγμή, όλες οι μοναχές που είχαν φύγει με την Αιθερία επέστρεψαν στο μοναστήρι και με δάκρυα υποκλίθηκαν μέχρι το έδαφος μπροστά στο σώμα της αγίας μάρτυρος Φεβρωνίας.
Η ευλογημένη Ιερία έκλαψε επίσης πικρά για τα λείψανα του αγίου μάρτυρα, φωνάζοντας:
– Θα υποκλιθώ στα ιερά πόδια που πάτησαν το κεφάλι του φιδιού, θα φιλήσω τις ιερές πληγές που εκχύνουν τα χαριστικά ρεύματα της θεραπείας στην ψυχή μου, θα στεφανώσω με στέμμα αίνου το κεφάλι εκείνης που, με το μεγαλείο του κατορθώματός της, έστεψε ολόκληρο το γυναικείο γένος.
Και όλες οι αδελφές έκλαψαν για τα λείψανα της μάρτυρος. Έπειτα, αφού τα έπλυναν, τα τοποθέτησαν πάνω στο σανίδι όπου η αγία είχε αναπαυθεί κατά τη διάρκεια της ζωής της, όταν παρέδωσε τον εαυτό της σε σύντομη ανάπαυση. Αφού τοποθέτησαν το σώμα της μάρτυρος πάνω σε αυτό το σανίδι, τοποθέτησαν όλα τα κομμένα μέλη πίσω εκεί που ανήκαν στις πληγές και, ψάλλοντας ψαλμούς, μετέφεραν τα πολύτιμα λείψανα στην εκκλησία.
Καθώς πλησίαζε το βράδυ, η Βρυέννη διέταξε να ανοίξουν οι πύλες του μοναστηριού, ώστε όλοι όσοι επιθυμούσαν να μπορέσουν να μπουν στην εκκλησία και, βλέποντας τη μάρτυρα, να δοξάσουν τον Θεό που της έδωσε τόσο μεγάλο θάρρος και υπομονή στα βάσανά της. Και πλήθος κόσμου ήρθε. Ο Λυσίμαχος ήρθε επίσης εκεί με τον Κόμη Πρίμο, γιατί είπε στον Κόμη:
«Απαρνιέμαι όλα τα έθιμα και την ειδωλολατρία του πατέρα μου, και αφήνω όλα τα πλούτη μου, και θα πάω να ενωθώ με τον Χριστό». Σε αυτό ο κόμης απάντησε:
«Και θα κάνω το ίδιο και με εσάς. Ας χαθεί ο Διοκλητιανός και η βασιλεία του—δεν θα τον υπηρετώ πλέον, αλλά, αφήνοντας τα πάντα, θα υπηρετώ τον Χριστό».
Έτσι και οι δύο, αφού συμφώνησαν μεταξύ τους, έφυγαν από το πραιτοριανό παλάτι το 4130 και ήρθαν στο μοναστήρι για τα λείψανα της Αγίας Φεβρωνίας.
Ο επίσκοπος εκείνης της πόλης ήρθε επίσης εκεί με ιερείς, κληρικούς και πολλούς μοναχούς, και τέλεσαν ολονύχτια αγρυπνία δοξολογίας προς τον Θεό με δάκρυα και πνευματική χαρά.
Όταν ξημέρωσε, έφεραν μια όμορφα κατασκευασμένη λειψανοθήκη για το σώμα του μάρτυρα και τοποθέτησαν με ευλάβεια μέσα σε αυτήν το τίμιο σώμα. Στη συνέχεια, έδεσαν κάθε κομμένο άκρο σε αυτό και τοποθέτησαν τα δόντια στο στήθος του μάρτυρα. Μετά από αυτό, άλειψαν τα λείψανα με μύρο και αρώματα και τα έθαψαν στην εκκλησία, δοξάζοντας και ευχαριστώντας τον Κύριο. Από τον τάφο του αγίου δόθηκαν θεραπείες στους αρρώστους, έτσι ώστε πολλοί Έλληνες πίστεψαν στον Χριστό και βαπτίστηκαν. Ο Λυσίμαχος και ο Πρίμος έλαβαν επίσης το άγιο βάπτισμα. Ταυτόχρονα, παραιτήθηκαν από το αξίωμά τους και δεν ήθελαν να επιστρέψουν στον ασεβή Διοκλητιανό. Αντ' αυτού, απαρνήθηκαν τον κόσμο, πήγαν στον Αρχιμανδρίτη Μάρκελλο και έγιναν μοναχοί. Έχοντας ζήσει μια θεάρεστη ζωή με κόπους και ασκητικούς αγώνες, και οι δύο τελείωσαν τη ζωή τους ειρηνικά και πέρασαν στον Χριστό.
Κατά τον ίδιο τρόπο, η ευγενής Ιερία, έχοντας δώσει όλη την περιουσία της στο μοναστήρι της Βριένας, απευθύνθηκε στο τελευταίο με το ακόλουθο αίτημα.
«Σε παρακαλώ, μητέρα μου», είπε, «δέξου με ως κόρη σου, αντί για την Αγία Φεβρωνία, και θα σε υπηρετώ, υπακούοντάς σε σε όλα, όπως ακριβώς σε υπηρέτησε η Φεβρωνία».
Αφού είπε αυτά, έβγαλε όλα τα πολύτιμα γυναικεία της ρούχα και τα έδωσε για να στολίσουν την εκκλησία· και η ίδια, αφού απαρνήθηκε τον κόσμο, έγινε μοναχή.
Η εορτή της Αγίας Μάρτυρος Φεβρωνίας γιορταζόταν στο μοναστήρι της Ηγουμένης Βριένας κάθε χρόνο μετά το μαρτύριό της στις 25 Ιουνίου, την ημέρα που η αγία ολοκλήρωσε το γενναίο της κατόρθωμα για τον Χριστό. Και την ημέρα της εορτής, ένα αξιοσημείωτο θαύμα συνέβαινε κάθε χρόνο: κατά τη διάρκεια της ολονύχτιας αγρυπνίας, η αγία μάρτυρας εμφανιζόταν ανάμεσα στις τραγουδίστριες αδελφές στην εκκλησία και έπαιρνε την προηγούμενη θέση της. Την πρώτη φορά που συνέβη αυτό, όλες οι μοναχές, βλέποντας την αγία ανάμεσά τους, τρομοκρατήθηκαν, και η Βριένα φώναξε δυνατά:
- Έρχεται η κόρη μου, η Φεβρωνία!
Τότε, όρμησε χαρούμενα προς το μέρος της, σκοπεύοντας να την αγκαλιάσει με μια μητρική αγκαλιά. Αλλά η αγία έγινε αμέσως αόρατη. Από εκείνη τη στιγμή και μετά, κανείς δεν τολμούσε να αγγίξει αυτόν που είχε εμφανιστεί ή να της πει λέξη. Αντίθετα, την κοιτούσαν κάθε φορά με τρόμο και έκπληξη, και στη θέα της αγίας, ένιωθαν μεγάλη χαρά και συγκινήθηκαν στις καρδιές τους, χύνοντας άθελά τους δάκρυα. Για τρεις ώρες, η αγία στεκόταν ανάμεσα στους ψάλτες, ορατή σε όλους, και μετά έγινε ξανά αόρατη.
Ο επίσκοπος της πόλης έτρεφε μεγάλη ευλάβεια στην Αγία Φεβρωνία: ίδρυσε μια εκκλησία στο όνομά της, την οποία έχτισε σε διάστημα έξι ετών. Αφού ολοκλήρωσε την εκκλησία και την στόλισε, συγκέντρωσε τους γύρω επισκόπους την ημέρα της εορτής της Αγίας Φεβρωνίας για να καθαγιάσουν την εκκλησία και σκόπευε να μεταφέρει τα πολύτιμα λείψανα της μάρτυρος σε αυτήν. Μετά την ολονύκτια αγρυπνία, οι επίσκοποι και ολόκληρη η σύναξη του κλήρου ήρθαν στο μοναστήρι και, αφού προσευχήθηκαν, άνοιξαν το φέρετρο της αγίας και είδαν τα πολύτιμα λείψανά της, να λάμπουν με απόκοσμη ομορφιά, σαν μια ακτίνα ηλιακού φωτός. Όλες οι μοναχές έκλαιγαν και ούρλιαζαν, θρηνώντας που τους αφαιρούσαν έναν τόσο πολύτιμο θησαυρό. Όταν τα χέρια του επισκόπου άγγιξαν τη λειψανοθήκη για να την πάρει, μια βροντή αντήχησε αμέσως στον αέρα, τόσο δυνατή που όλοι έπεσαν στο έδαφος από φόβο. Μετά από μια ώρα, ο επίσκοπος τόλμησε να αγγίξει ξανά τη λειψανοθήκη. Αλλά ξαφνικά έγινε ένας τέτοιος σεισμός που σείστηκε ολόκληρη η πόλη. Τότε όλοι συνειδητοποίησαν ότι η αγία μάρτυρας δεν ήθελε να μετακινηθούν τα λείψανά της από τον τόπο ταφής τους. Ο επίσκοπος γέμισε με μεγάλη θλίψη και δεν τολμούσε πλέον να αγγίξει τη λειψανοθήκη, αλλά άρχισε να παρακαλεί την Μπριέν:
«Άκουσέ με, αδελφή μου. Ξέρεις με τι ζήλο έχτισα μια εκκλησία προς δόξα και τιμήν της αγίας μάρτυρος, κάτι που χρειάστηκε έξι ολόκληρα χρόνια. Και τώρα η αγία μάρτυρας δεν καταδέχτηκε να ακούσει τις προσευχές μου και αρνείται να μετακομίσει στην εκκλησία που χτίστηκε προς τιμήν της. Γι' αυτό, σε παρακαλώ: πάρε με τα ίδια σου τα χέρια τουλάχιστον ένα από τα κομμένα μέλη της και δώσ' το σε εμάς, για να μην μείνει απλήρωτος ο κόπος μου».
Η Βρυένα άπλωσε το χέρι της και άγγιξε ένα από τα χέρια των αγίων, σκοπεύοντας να το δώσει στον επίσκοπο, αλλά το χέρι της ηγουμένης κρατήθηκε από μια αόρατη δύναμη και έγινε σαν νεκρό. Τότε η Βρυένα, χύνοντας δάκρυα, άρχισε να μιλάει, απευθυνόμενη στην αγία σαν να ήταν ζωντανή:
«Σε παρακαλώ, κόρη μου, αγία μάρτυς Φεβρωνία, μην θυμώνεις μαζί μου, τη μητέρα σου, θυμήσου τους κόπους μου για σένα και μην περιφρονείς τα γηρατειά μου».
Όταν το είπε αυτό, το χέρι της λύθηκε.
Μετά από αυτό, η Βρυέννα είπε ξανά στον μάρτυρα με δάκρυα:
– Δώσε μας την ευλογία σου, κυρία μας, και καταδέξου το αίτημά μας προς εσένα.
Αφού είπε αυτά, άπλωσε ξανά το χέρι της, πήρε ένα από τα δόντια του μάρτυρα που βρισκόταν στο στήθος της, το έδωσε στον επίσκοπο και αμέσως έκλεισε την κιβωτό.
Ο επίσκοπος δέχτηκε με χαρά το δόντι, το τοποθέτησε σε ένα χρυσό σκεύος και, μαζί με τους άλλους επισκόπους, τον κλήρο του και όλο τον λαό, επέστρεψε στη νεόκτιστη εκκλησία, φέρνοντας το δώρο που είχε λάβει με ψαλμωδία, συνοδευόμενο από κεριά και θυμιατήρια, εν μέσω γενικής αγαλλίασης του λαού. Αφού έφεραν αυτό το δώρο στην ίδια την εκκλησία, οι επίσκοποι το καθαγίασαν. Εκείνη την ημέρα, πολλές θεραπείες ασθενών έλαβαν χώρα στη νεόκτιστη εκκλησία μέσω των προσευχών του αγίου μάρτυρα: οι κουτσοί δυνάμωσαν τα πόδια τους και περπάτησαν, οι τυφλοί ανέκτησαν την όρασή τους, οι δαιμονισμένοι ελευθερώθηκαν από τα δαιμόνια. Όποιος έπασχε από οποιαδήποτε ασθένεια, απλώς άγγιζε με τα χείλη του το μικρό μέρος που είχε ληφθεί από τα λείψανα του μάρτυρα και το φιλούσε, θεραπευόταν αμέσως και αναχωρούσε υγιής για τα σπίτια του, χαρούμενος και ευλογώντας τον Θεό.
Μετά τα εγκαίνια της νέας εκκλησίας στο όνομα της Αγίας Φεβρωνίας, η σεβάσμια ηγουμένη Μπριέννα έζησε άλλα δύο χρόνια και, πλησιάζοντας στο μακάριο τέλος της, διόρισε τη Θωμαΐδα ως ηγουμένη στη θέση της, μετά την οποία εκοιμήθη στον Κύριο.
«Εγώ», λέει η συγγραφέας αυτής της ζωής, ηγουμένη Θωμαΐδα, «μετά τον θάνατο της μητέρας μας Βριένας, έγραψα τη ζωή και τα πάθη της αγίας μάρτυρος Φεβρωνίας, όπως τα είδα με τα ίδια μου τα μάτια· και για τον Λυσίμαχο, έγραψα ό,τι άκουσα από τα ίδια του τα χείλη. Έγραψα όλα αυτά προς όφελος εκείνων που διαβάζουν και ακούν ό,τι διαβάζεται, προς δόξα του Χριστού του Θεού μας, του δοξασμένου μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων». Αμήν.
Κοντάκιον, Ήχος 6ος:
Γλυκέ μου Νυμφίε, Χριστέ, φώναξε η Φεβρωνία, δεν μου είναι δύσκολο να σε ακολουθήσω· γιατί η γλυκύτητα της αγάπης σου γέμισε την ψυχή μου με ελπίδα· και η ομορφιά του ελέους σου ευφράνησε την καρδιά μου να πιω το ποτήρι του πόνου για σένα: για να με αξιώσεις να χαρώ στο δωμάτιό σου με τις φρόνιμες παρθένες. Γι' αυτό, σεβάσμια παθούσα, τιμώντας τα κατορθώματα των κόπων σου, σε παρακαλούμε: προσευχήσου να μην μας κλείσουν οι πόρτες του δωματίου σου.
* * *
Σημειώσεις
Έπαρχος – κυβερνήτης πόλης, περιφερειακός κυβερνήτης.
Ένας γερουσιαστής είναι μέλος της γερουσίας, δηλαδή του συμβουλίου των πρεσβυτέρων· στη συνέχεια, ο τίτλος «γερουσιαστής» έγινε τιμητικός τίτλος.
Κομίτης - σύντροφος του αυτοκράτορα ή ενός υψηλόβαθμου αξιωματούχου· αυτό το όνομα χρησιμοποιούνταν για να δηλώσει άτομα που βρίσκονταν στη συνοδεία του.
Η Παλμύρα ήταν κάποτε μια πόλη στη Συρία, που βρισκόταν σε μια από τις οάσεις μεταξύ Δαμασκού και Ευφράτη ποταμού. Η πόλη ιδρύθηκε από τον Σολομώντα. Υπό τον Ναβουχοδονόσορα, καταστράφηκε, αλλά σύντομα, χάρη στην πλεονεκτική της θέση ανάμεσα στη Μεσόγειο Θάλασσα και την κοιλάδα του Ευφράτη, ξαναχτίστηκε και έγινε σημαντικός εμπορικός σταθμός. Υπό τους Ρωμαίους, η Παλμύρα και η περιοχή της αποτέλεσαν για λίγο ανεξάρτητο κράτος, αλλά αργότερα κατακτήθηκαν από τους Ρωμαίους. Οι νικητές κατέστρεψαν την πόλη, αλλά ξαναχτίστηκε υπό τον αυτοκράτορα Διοκλητιανό. Υπό τους Άραβες, η πόλη καταστράφηκε ξανά και μετατράπηκε σε ένα άθλιο χωριό.
Δηλαδή, ασπαζόταν την ελληνορωμαϊκή παγανιστική θρησκεία.
Η Ασσυρία βρισκόταν ανατολικά της Συρίας, στο άνω, βόρειο τμήμα της Μεσοποταμιακής πεδιάδας.
Μια διακόνισσα είναι μια γυναίκα υπηρέτρια της εκκλησίας. Η διακονία της διακόνισσας συνίστατο στα εξής: προετοίμαζαν τις γυναίκες για το βάπτισμα, διδάσκοντάς τες πώς και τι να απαντούν στις ερωτήσεις του βαπτιστή και πώς να συμπεριφέρονται μετά το βάπτισμα. Βοηθούσαν τον επίσκοπο κατά τη βάπτιση των γυναικών και, στη θέση του, έχριζαν μέρη του σώματος, με εξαίρεση το μέτωπο. Παρακολουθούσαν την πόρτα της εκκλησίας από την οποία έμπαιναν οι γυναίκες στην εκκλησία, όριζαν τις γυναίκες στις θέσεις τους και εξασφάλιζαν την ορθή συμπεριφορά τους, ήταν παρούσες κατά τη διάρκεια των συζητήσεων μεταξύ επισκόπων και ιερέων και γυναικών και ασχολούνταν με φιλανθρωπικά έργα για τις γυναίκες. Τους πρώτους αιώνες, οι διακόνισσες καταμετρούνταν στους κληρικούς και αργότερα διορίζονταν στις θέσεις τους με ειδική χειροτονία. Στη συνέχεια, η χειροτονία απαγορεύτηκε και στη συνέχεια έπαυσε η ίδια η διακονία των διακόνισσων.
Φυσικά, αυτοί ήταν οι αγώνες πάλης και δρόμου που λάμβαναν χώρα κάθε τέσσερα χρόνια στην Ολυμπία, μια πόλη που βρίσκεται στη νότια Ελλάδα. Αυτοί οι αγώνες είχαν τον χαρακτήρα ελληνικών εθνικών εορτασμών.
Ανάθεμα σημαίνει αφορισμός. Είναι ο αφορισμός του αφορισμένου ατόμου πριν από την κρίση του Θεού.
Το Πραιτωριανό Παλάτι είναι το παλάτι του έπαρχου, του επικεφαλής της επαρχίας.
















































