Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2026

 

ΕΑΝ   ΘΕΛΕΤΕ

ΕΠΙΣΚΕΦΘΕΙΤΕ

ΤΙΣ ΠΑΡΑΚΑΤΩ 
ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΕΣ ΞΕΝΕΣ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΕΣ











Απόδοση τής Εορτής 
τών Αγίων Θεοφανείων 
τού Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού





























Τους ουρανούς βάπτισμα του Χριστού σχίσαν,
Τους αυτό μη χραίνοντας ένδον εισάγει.
Βάπτισεν εν ποταμώ Χριστόν Πρόδρομος κατά έκτην.





Τα Αγία Θεοφάνεια είναι μία από τις αρχαιότερες εορτές της εκκλησίας μας η οποία θεσπίσθηκε το 2ο αιώνα μ.Χ. και αναφέρεται στη φανέρωση της Αγίας Τριάδας κατά τη βάπτιση του Ιησού Χριστού. Η ιστορία της βάπτισης έχει ως εξής: Μετά από θεία εντολή ο Ιωάννης ο Πρόδρομος εγκατέλειψε την ερημική ζωή και ήλθε στον Ιορδάνη ποταμό όπου κήρυττε και βάπτιζε. Εκεί παρουσιάσθηκε κάποια ημέρα ο Ιησούς και ζήτησε να βαπτισθεί. Ο Ιωάννης, αν και το Άγιο Πνεύμα τον είχε πληροφορήσει ποιος ήταν εκείνος που του ζητούσε να βαπτισθεί, στην αρχή αρνείται να τον βαπτίσει ισχυριζόμενος ότι ο ίδιος έχει ανάγκη να βαπτισθεί από Εκείνον. Ο Ιησούς όμως του εξήγησε ότι αυτό ήταν το θέλημα του Θεού και τον έπεισε να τον βαπτίσει. Και τότε μπροστά στα έκπληκτα μάτια των θεατών διαδραματίσθηκε μία μοναδική και μεγαλειώδης σκηνή, όταν με την μορφή ενός περιστεριού κατήλθε το Άγιο Πνεύμα και κάθισε επάνω στο βαπτιζόμενο Ιησού, ενώ συγχρόνως ακούσθηκε από τον ουρανό η φωνή του Θεού η οποία έλεγε: «Ούτος εστίν ο Υιός μου ο αγαπητός, εν ω ευδόκησα» («Αυτός είναι ο αγαπημένος μου Υιός, αυτός είναι ο εκλεκτός μου»).

Από τότε και το Βάπτισμα των χριστιανών, δεν είναι «εν ύδατι», όπως το βάπτισμα «μετανοίας» του Ιωάννη, αλλά «εν Πνεύματι Αγίω». Ο Κύριος με το να βαπτιστεί αγίασε το νερό, το έκανε νερό αγιασμού και συμφιλίωσης με το Θεό. Έτσι η Βάπτιση του Κυρίου άνοιξε τη θύρα του Μυστηρίου του Βαπτίσματος. Με την καθαρτική χάρη του αγίου Βαπτίσματος ο παλαιός αμαρτωλός άνθρωπος ανακαινίζεται και με την τήρηση των θείων εντολών γίνεται κληρονόμος της βασιλείας των ουρανών.

Миниатюра 985 г.  Минология Василия II. Константинополь.  
Ватиканская библиотека. Рим.
Μικρογραφία (Μινιατούρα) τού έτους 985 μ.Χ.  
στό Μηνολόγιο τοῦ Βασίλειος Β '. Κωνσταντινούπολη. 
Τώρα εὑρίσκεται στήν Βιβλιοθήκη τοῦ Βατικανοῦ. Ρώμη






Святое Богоявление. Крещение Господа Бога и Спаса нашего Иисуса Христа
Византия; XI в.; памятник: Императорский менологий cod. Walters 521 на январь; местонахождение: США. Балтимор. WAM (Walters Art Museum)
Βάπτισις τού Κυρίου ημών Ιησού Χριστού
Αυτοκρατορικό Μηνολόγιο ( μηνός Ιανουαρίου) τού 11ου αιώνα μ.Χ.
 το οποίο είναι μια βυζαντινή συλλογή βιογραφιών αγίων. 
 Imperial Cod. Walters 521  WAM (Μουσείο Τέχνης Walters) ΗΠΑ. Βαλτιμόρη.



Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος α’.
Ἐν Ἰορδάνῃ βαπτιζομένου σου Κύριε, ἡ τῆς Τριάδος ἐφανερώθη προσκύνησις· τοῦ γάρ Γεννήτορος ἡ φωνή προσεμαρτύρει σοι, ἀγαπητόν σε Υἱόν ὀνομάζουσα· καί τό Πνεῦμα ἐν εἴδει περιστερᾶς, ἐβεβαίου τοῦ λόγου τό ἀσφαλές. Ὁ ἐπιφανείς Χριστέ ὁ Θεός, καί τόν κόσμον φωτίσας δόξα σοι.

 

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος β’.
Ὅτε τῇ ἐπιφανείᾳ σου ἐφώτισας τὰ σύμπαντα, τότε ἡ ἀλμυρὰ τῆς ἀπιστίας θάλασσα ἔφυγε, καὶ Ἰορδάνης κάτω ῥέων ἐστράφη, πρὸς οὐρανὸν ἀνυψῶν ἡμᾶς. Ἀλλὰ τῷ ὕψει τῶν θείων ἐντολῶν σου, συντήρησον Χριστὲ ὁ Θεός, πρεσβείες τῆς Θεοτόκου, καὶ σῶσον ἡμᾶς.

 

Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Αὐτόμελον.
Ἐπεφάνης σήμερον τῇ οἰκουμένῃ, καί τὸ φῶς σου Κύριε, ἐσημειώθη ἐφ᾽ ἡμᾶς, ἐν ἐπιγνώσει ὑμνούντάς σε· Ἦλθες, ἐφάνης, τό Φῶς τὸ ἀπρόσιτον.

 

Ὁ Οἶκος
Τῇ Γαλιλαίᾳ τῶν Ἐθνῶν, τῇ τοῦ Ζαβουλὼν χώρᾳ, καὶ τοῦ Νεφθαλεὶμ γαίᾳ, ὡς εἶπεν ὁ Προφήτης, φῶς μέγα ἔλαμψε Χριστός· τοῖς ἐσκοτισμένοις φαεινὴ ὤφθη αὐγή, ἐκ Βηθλεὲμ ἀστράπτουσα• μᾶλλον δὲ ἐκ Μαρίας ὁ Κύριος πάσῃ τῇ οἰκουμένῃ ἀνατέλλει τάς ἀκτῖνας, ὁ Ἥλιος τῆς Δικαιοσύνης. Διὸ οἱ ἐξ Ἀδὰμ γυμνοί, δεῦτε πάντες ὑποδύωμεν αὐτόν, ἵνα θαλφθῶμεν· σκέπη γὰρ γυμνῶν, καὶ αἴγλη ἐσκοτισμένων, ἦλθες ἐφάνης τὸ Φῶς τὸ ἀπρόσιτον.

 

Ἐξαποστειλάριον τῆς Ἐορτῆς
Ἦχος γ'
Ἐπεσκέψατο ἡμᾶ, Ἐκ τρίτου
Ἐπεφάνη ὁ Σωτήρ, ἡ χάρις ἡ ἀλήθεια, ἐν ῥείθροις τοῦ Ἰορδάνου, καὶ τοὺς ἐν σκότει καὶ σκιᾷ, καθεύδοντας ἐφώτισε• καὶ γὰρ ἦλθεν ἐφάνη, τὸ φῶς τὸ ἀπρόσιτον.

 

Μεγαλυνάριον
Ἄφεσιν πηγάζων τοῖς ἐξ Ἀδάμ, ὁ τῆς ἀφθαρσίας, ἀνεξάντλητος ποταμὸς, ἐν τῷ Ἰορδάνῃ, βαπτίζεται θελήσει· ἀντλήσωμεν οὖν πάντες, ὕδωρ σωτήριον.

 














 Η Αγία Νίνα η Ισαπόστολος



Св. Нина. 
Икона. Грузия. XVII век. Государственный музей искусств 
Грузии им. Ш. Амиранашвили. Тбилиси.
Αγία Νίνα. 
Εικόνα Γεωργιανή τού 17ου αιώνα μ.Χ. στό Γεωργιανό  
Μουσείο Καλών Τεχνών. Shalva Amiranashvili . Τιφλίδα.






Η Γεωργία γνώρισε πολύ νωρίς το χριστιανισμό. Σύμφωνα με αρχαιότατη παράδοση, το σπόρο του Ευαγγελίου σ’ εκείνη την περιοχή έριξαν πρώτοι οι άγιοι απόστολοι Ανδρέας ο Πρωτόκλητος και Σίμων ο Κανανίτης. Η μεταστροφή, πάντως, ολόκληρου σχεδόν του λαού της Γεωργίας στη χριστιανική πίστη έγινε τον 4ο αιώνα από την αγία Ισαπόστολο Νίνα.Η αγία Νίνα γεννήθηκε στα τέλη του 3ου αιώνα στην Καππαδοκία, όπου τότε κατοικούσαν πολλοί Γεωργιανοί. Ήταν στενή συγγενής του αγίου μεγαλομάρτυρος Γεωργίου του Τροπαιοφόρου, σύμφωνα μάλιστα μ’ ένα παλαιό χειρόγραφο ήταν ξαδέλφη του.

Ο πατέρας της Ζαβουλών, φημισμένος στρατιωτικός στην υπηρεσία του αυτοκράτορα Μαξιμιανού, και η μητέρα της Σωσάννα, αδελφή του επισκόπου Ιεροσολύμων Ιουβενάλιου, διακρίνονταν για τη βαθιά τους ευσέβεια. Έτσι, από το ευλογημένο αυτό ζεύγος προήλθε ένας εξίσου ευλογημένος καρπός, η μακάρια Νίνα.

Όταν έγινε δώδεκα χρόνων, πήγε με τους γονείς της στα Ιεροσόλυμα. Εκεί ο Ζαβουλών, με τη συγκατάθεση της συζύγου του και την ευλογία του επισκόπου, αναχώρησε για ν’ ασκητέψει στην έρημο του Ιορδάνη. Ο ακριβής τόπος και ο χρόνος του θανάτου του παρέμειναν άγνωστοι. Η Σωσάννα, πάλι, τοποθετήθηκε από τον επίσκοπο αδελφό της ως διακόνισσα στον ιερό ναό της Αναστάσεως, για να φροντίζει τις φτωχές και άρρωστες γυναίκες. Τέλος, την αγία Νίνα την παρέδωσαν στην ευλαβέστατη γερόντισσα Σάρα-Νιοφόρα, τη Βηθλεεμίτισσα, διακόνισσα κι εκείνη στον Πανάγιο Τάφο, για να την αναθρέψει «εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου» (Εφ. 6,4).

Η Σάρα-Νιοφόρα γνώριζε σε βάθος τις χριστιανικές αλήθειες και μιλούσε ακατάπαυστα στη μικρή Νίνα για το σωτηριώδες έργο του Θεανθρώπου στη γη, για τα Πάθη και την Ανάσταση Του. Και η αγία την άκουγε με πολύ ζήλο, «διετήρει πάντα τα ρήματα ταύτα εν τη καρδία αυτής» (Λουκ. 2,51), μελετούσε καθημερινά την Αγία Γραφή και φλεγόταν από αγάπη για το Χριστό και πόθο για τη σωτηρία των ανθρώπων.



Св. Нина. 
Миниатюра. Грузия. 1681 год. Акафист Пресвятой Богородице. Институт рукописей им. К. Кекелидзе Академии наук Грузии. Тбилиси.
Αγία Νίνα. 
Μικρογραφία (Μινιατούρα) Γεωργιανή τού ἐτους 1681 μ.Χ.  από τον Ακάθιστο Ύμνο στη Μητέρα του Θεού. Γεωργιανό Εθνικό Κέντρο ( Ινστιτούτο)  Χειρογράφων Κορνήλιος Kekelidze  τής Γεωργιανής Ἐθνικής Ἀκαδημίας Ἐπιστημῶν. Τιφλίδα.





Менологий на 14-17 января
Византия. Греция; XIV в.; памятник: 
Византийский менологий (Byzantine illumination Menologion); 
10 x 13 см.;  местонахождение: Англия. Оксфорд. 
Бодлеанская Библиотека 
Μηνολόγιο 14 - 17 Ἰανουαρίου
Βυζαντινή Μηνολόγιο  τού 14ου αιώνα μ.Χ. 
Τώρα ευρίσκεται στην  Αγγλία. Οξφόρδη. 
Bodleian Βιβλιοθήκη (Bodleian Library)



Κάποτε, καθώς διάβαζε στο Ευαγγέλιο για τη Σταύρωση του Κυρίου, η σκέψη της στάθηκε στον άρραφο χιτώνα Του (Ιω. 19, 23-24).
— Τι απέγινε άραγε αυτή η πορφύρα; ρώτησε η αγία τη Σάρα-Νιοφόρα.
— Γνωρίζουμε από την παράδοση, αποκρίθηκε η γερόντισσα, ότι βρίσκεται στην πόλη Μτσχέτα, πρωτεύουσα της Γεωργίας. Μεταφέρθηκε εκεί από έναν Εβραίο, το ραββίνο της Μτσχέτα Ελιόζ, στον οποίο παραδόθηκε από το στρατιώτη πού την κέρδισε στην κλήρωση, κάτω από το Σταυρό. Οι κάτοικοι όμως της χώρας αυτής παραμένουν μέχρι σήμερα βυθισμένοι στο σκοτάδι της ειδωλολατρίας.
Τα λόγια εκείνα χαράχθηκαν βαθιά στην καρδιά της αγίας. Από τότε προσευχόταν νύχτα-μέρα στην Παναγία:
— Αξίωσέ με, Δέσποινα, να πάω στη Γεωργία, για να προσκυνήσω το χιτώνα του Υιού σου και να κηρύξω εκεί το όνομά Του!
Και μια νύχτα η Θεοτόκος εμφανίσθηκε στον ύπνο της και της είπε:
— Πήγαινε στη Γεωργία, κήρυξε το Ευαγγέλιο του Χριστού, και μη φοβάσαι! Εγώ θα είμαι η σκέπη σου!




Σχετική εικόνα

Ο Σταυρός που έλαβε η Αγία Νίνα από την Παναγία



Για να την ενθαρρύνει, μάλιστα, της έβαλε στο χέρι ένα σταυρό από κληματόβεργες και πρόσθεσε:
— Πάρε τούτον το σταυρό. Θα σε προστατεύει απ’ όλους τους ορατούς και αόρατους εχθρούς. Με τη δύναμή του θα οδηγήσεις τη χώρα της Γεωργίας στην πίστη του Υιού μου,«ός πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (Α΄ Τιμ. 2,4).
Η αγία ξύπνησε, και είδε στα χέρια της τον θαυμαστό εκείνο σταυρό! Αφού τον ασπάσθηκε με δάκρυα, έκοψε μια τούφα από τα μαλλιά της και την τύλιξε ολόγυρά του. 
Ύστερα έτρεξε να βρει το θείο της επίσκοπο Ιουβενάλιο, πού, ακούγοντας για την εμφάνιση και την εντολή της Θεοτόκου, έδωσε στην ανηψιά του την ευλογία να κηρύξει το Ευαγγέλιο στη μακρινή Γεωργία.

Μετά από πολλές περιπέτειες και αφού διέσχισε την Αρμενία, στην πρωτεύουσα της οποίας Βαγαρσαπάτ παρακολούθησε το φρικτό μαρτύριο της αγίας Ριψιμίας και άλλων τριανταπέντε παρθένων (η μνήμη τους εορτάζεται στις 30 Σεπτεμβρίου), η αγία Νίνα έφτασε, το 315, στις όχθες του ποταμού Κούρ. Κατάκοπη και ολομόναχη, καθώς ήταν, σε μια ξένη χώρα, ένιωσε να δειλιάζει. Ένα θεϊκό όραμα, όμως, της αναπτέρωσε το ηθικό. Με νέο ενθουσιασμό συνέχισε την πορεία της. Τράβηξε για τη Μτσχέτα, ακολουθώντας το δρόμο πού της έδειξαν κάποιοι βοσκοί.

Στην πρωτεύουσα της χώρας η αγία βρέθηκε την ημέρα πού ολόκληρος ο λαός, με επικεφαλής το βασιλιά Μιριάν (265-342), είχε συγκεντρωθεί σ’ ένα βουνό, απέναντι από την πόλη, για να προσφέρει θυσίες στο ανθρωπόμορφο είδωλο Αρμάζ. Κατευθύνθηκε και εκείνη προς το βουνό. Κρυμμένη στο κοίλωμα ενός βράχου, παρακολουθούσε τις ειδωλολατρικές τελετές. Και κάποια στιγμή, καθώς ήχησαν οι σάλπιγγες και τα πλήθη έπεσαν στη γη για να προσκυνήσουν το Αρμάζ, η καρδιά της αγίας άναψε από θειο ζήλο. 

Σήκωσε τα μάτια της στον ουρανό και προσευχήθηκε θερμά:
— Παντοδύναμε Θεέ! Οδήγησε το λαό αυτό στη γνώση Σου! Σύντριψε τα είδωλα! Ελευθέρωσε τούτες τις ψυχές από την εξουσία του διαβόλου!...
Την ίδια στιγμή ο ολοκάθαρος ουρανός σκοτείνιασε. Μαύρα σύννεφα πλησίασαν με τρομερή ταχύτητα από τη δύση και στάθηκαν ακριβώς πάνω από τον ειδωλολατρικό ναό.
Ξέσπασαν τότε βροντές, αστραπές και δυνατή ανεμοθύελλα. Μέσα σε ελάχιστη ώρα ο ναός γκρεμίστηκε και το είδωλο Αρμάζ έγινε συντρίμμια. Μετά απ’ αυτή τη θεομηνία ο
ήλιος έλαμψε πάλι λαμπρότερος από πριν! Ήταν 6 Αυγούστου, η ημέρα της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, και το θαβώρειο φως, αστράφτοντας για πρώτη φορά στη Γεωργία, σκόρπισε το ειδωλολατρικό σκοτάδι. Από τότε ο βασιλιάς Μιριάν και ο λαός του έχασαν την πίστη τους στη δύναμη του Αρμάζ και άρχισαν να αναρωτιούνται τί σημείο ήταν εκείνο πού έγινε και τί προμηνούσε για το μέλλον.Στη Μτσχέτα τώρα η αγία, καθώς περνούσε μπροστά από τον βασιλικό κήπο, είδε τη γυναίκα του κηπουρού, πού την έλεγαν Αναστασία, να τρέχει κοντά της και να την καλεί στο σπίτι της. Σαν να τη γνώριζε από παλιά, σαν να την περίμενε. Ο Θεός την είχε φωτίσει, για να βοηθήσει την αγία στο ξεκίνημα του έργου της.
Η αγία ακολούθησε την Αναστασία ως το σπίτι της, όπου τόσο η ίδια όσο και ο άνδρας της όχι μόνο τη φιλοξένησαν με πολλή αγάπη, αλλά και την παρακάλεσαν να μείνει μαζί τους σαν αδελφή, γιατί ήταν άτεκνοι και τους έθλιβε η μοναξιά. Εκείνη δέχτηκε, και ο κηπουρός, σύμφωνα με την επιθυμία της, της έχτισε ένα κελάκι σε μια άκρη του κήπου. 
Στη θέση αυτή -μέσα στον περίβολο τώρα της γυναικείας μονής Σαμτάβρ- είναι κτισμένο σήμερα ένα παρεκκλήσι προς τιμήν της αγίας Νίνας.
Η αγία τοποθέτησε στο κελί της το σταυρό πού της είχε δώσει η Θεοτόκος, και περνούσε τις ημέρες και τις νύχτες της με προσευχές και δεήσεις, με πνευματικές ασκήσεις και θαύματα. Το πρώτο θαύμα πού επιτελέσθηκε με την προσευχή της μακαρίας Νίνας ήταν η θεραπεία της Αναστασίας, πού από στείρα έγινε πολύτεκνη και καλλίτεκνη μητέρα. 
Και οι πρώτοι Γεωργιανοί πού πίστεψαν στο Χριστό ήταν το τίμιο εκείνο ζεύγος πού περιέθαλψε την αγία.
Κάποια μέρα μια γυναίκα, κρατώντας στα χέρια το ετοιμοθάνατο παιδί της, τριγυρνούσε με γοερό θρήνο στους δρόμους της πόλης και ζητούσε απ’ όλους βοήθεια. 
Η αγία Νίνα πήρε το παιδί, το έβαλε στο αχυρόστρωμά της, προσευχήθηκε, το σταύρωσε με το σταυρό της Θεοτόκου και το παρέδωσε στη μητέρα του θεραπευμένο.


Το θαύμα διαδόθηκε από στόμα σε στόμα. Από τότε η αγία άρχισε να κηρύσσει δημόσια το Ευαγγέλιο και να καλεί τους Γεωργιανούς σε μετάνοια. Η ευσέβεια, η δικαιοσύνη και η ακεραιότητα της ζωής της έγιναν σε όλους γνωστές. Πολλοί, και προπαντός γυναίκες, την πλησίαζαν, άκουγαν από τα μελίρρυτα χείλη της τη νέα διδασκαλία για τη βασιλεία του Θεού και ασπάζονταν τη χριστιανική πίστη.
Ανάμεσα σ’ αυτές τις γυναίκες ήταν και η Σιδωνία, θυγατέρα του αρχισυνάγωγου των Εβραίων της Καρτάλης Αβιάθαρ, καθώς και άλλες έξι Εβραίες. Σύντομα πίστεψε και ο ίδιοςο Αβιάθαρ, όταν άκουσε πώς ερμήνευε η αγία τις αρχαίες προφητείες για το Μεσσία και πώς εκπληρώθηκαν οι προφητείες αυτές στο πρόσωπο του Ιησού.
Από τον Αβιάθαρ έμαθε η αγία Νίνα ότι, σύμφωνα με παλαιά εβραϊκή παράδοση, ο χιτώνας του Κυρίου ήταν θαμμένος μαζί με την αδελφή του ραββίνου Ελιόζ, Σιδωνία, κάτω από τον βαθύσκιο κέδρο, πού υψωνόταν στο κέντρο του βασιλικού κήπου. Από τότε άρχισε να πηγαίνει τις νύχτες και να προσεύχεται κάτω απ’ τα κλαδιά του μεγάλου δέντρου. 
Υπερφυσικά οράματα, πού είδε εκεί, την έπεισαν για την ιερότητα του τόπου.

Στο μεταξύ η δούλη του Θεού κήρυσσε ακατάπαυστα την αληθινή πίστη. Καθοριστικές, όμως, για τη μεταστροφή του γεωργιανού λαού ήταν οι θεραπείες των βασιλέων Μιριάν και Νάνας.


Πρώτη η βασίλισσα Νάνα, γυναίκα σκληρή και ειδωλολάτρισσα φανατική, αρρώστησε βαριά και κινδύνευε να πεθάνει. Οι γιατροί δεν μπορούσαν να της προσφέρουν τίποτα. 
Τότε κάποιες φίλες της τη συμβούλεψαν να ζητήσει τη βοήθεια της ξένης Νίνας, πού με την επίκληση του Θεού της θεραπεύει κάθε ασθένεια. Πράγματι, η απελπισμένη βασίλισσα κατέφυγε στη Νίνα, πού με τη χάρη του Κυρίου της χάρισε την υγεία της. Επιστρέφοντας στο παλάτι η βασίλισσα, ομολόγησε με παρρησία, μπροστά στο βασιλιά Μιριάν, ότι ο Χριστός είναι ο αληθινός Θεός. Αργότερα, αφού διδάχθηκε τις χριστιανικές αλήθειες από την αγία Νίνα, βαπτίσθηκε και έγινε θερμή χριστιανή. Μετά το θάνατο της, μάλιστα, ο λαός την ανακήρυξε αγία. Η μνήμη της εορτάζεται την 1η Οκτωβρίου.

Ο βασιλιάς, ωστόσο, όχι μόνο αρνιόταν πεισματικά να πιστέψει στο Χριστό, μα και απειλούσε ότι θα θανάτωνε τη Νίνα και θα εξολόθρευε όλους τους χριστιανούς του βασιλείου του. Ώσπου μια μέρα, καθώς κυνηγούσε στα δάση του Μουρχάν, είκοσι χιλιόμετρα περίπου βορειοδυτικά της Μτσχέτα, ξαφνικά και αναπάντεχα τυφλώθηκε! Έντρομος, άρχισε να επικαλείται τους θεούς του, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Πάνω στην απελπισία του, θυμήθηκε το Θεό της Νίνας και ζήτησε τη βοήθειά Του. Αμέσως ξαναβρήκε το φως του! 
Συγκλονισμένος και ολόχαρος, ύψωσε τα χέρια του στον ουρανό και κραύγασε με δάκρυα:
— Θεέ της Νίνας! Εσύ είσαι ο μόνος αληθινός Θεός. Ομολογώ και δοξάζω το όνομά Σου!
Το θαυμαστό εκείνο γεγονός συνέβη στις 6 Μαΐου του 319.
Μόλις επέστρεψε στην πόλη ο βασιλιάς, έτρεξε κι έπεσε στα πόδια της αγίας:
— Ώ μητέρα μου! της είπε. Δίδαξέ με και αξίωσέ με να επικαλούμαι το όνομα του μεγάλου Θεού σου και Σωτήρα μου!
Έτσι ο Μιριάν έγινε ο Μέγας Κωνσταντίνος της Γεωργίας. Ο Κύριος τον είχε διαλέξει για χειραγωγό των Γεωργιανών προς τη μοναδική αλήθεια.
Αμέσως έστειλε πρεσβεία στο Βυζάντιο και ζήτησε έναν επίσκοπο και ιερείς, για να κατηχήσουν και να βαπτίσουν το λαό του. Στο μεταξύ η αγία Νίνα τους προετοίμαζε για το άγιο βάπτισμα με τις ιερές διδαχές της.

Ώσπου να έρθουν οι κληρικοί, ο Μιριάν σκέφτηκε να οικοδομήσει έναν χριστιανικό ναό. Η αγία του υπέδειξε να τον κατασκευάσει μέσα στον βασιλικό του κήπο, και μάλιστα στο σημείο όπου υψωνόταν ο γνωστός κέδρος.
Ο κέδρος κόπηκε και από τα έξι κλαδιά του έγιναν ισάριθμοι στύλοι, πού τοποθετήθηκαν σε κατάλληλα σημεία του οικοδομήματος. Με θεία οικονομία, όμως, ο έβδομος στύλος, πού ήταν καμωμένος από τον κορμό του δέντρου και προοριζόταν για τη βάση του ναού, δεν μπορούσε με κανένα τρόπο να μετακινηθεί. Από το κάτω μέρος του, μάλιστα, άρχισε να τρέχει ευωδιαστό και ιαματικό μύρο, πού θεράπευε όσους άρρωστους πρόστρεχαν εκεί και χρίονταν με πίστη.

Πλήθη λαού συνέρρεαν στον θαυματουργό στύλο, και ο βασιλιάς έδωσε εντολή να κατασκευασθεί ολόγυρά του μια περίφραξη. Στο μεταξύ ολοκληρώθηκε και η ανέγερση του πρώτου ναού στη Γεωργία, πού ήταν ξύλινος -σήμερα, μετά από ανακατασκευή του, είναι πέτρινος- και αφιερώθηκε στους αγίους Αποστόλους. Ο λαός όμως τον ονόμασε κοινά «Σβετιτσχόβελι» (= άγιος Στύλος).

Ήδη οι απεσταλμένοι του Μιριάν είχαν γίνει δεκτοί με μεγάλες τιμές από τον Μέγα Κωνσταντίνο, πού τους έστειλε πίσω στην πατρίδα τους με πλούσια δώρα και με τον αρχιεπίσκοπο Αντιοχείας Ευστάθιο (+337), δύο ιερείς, τρείς διακόνους και τα απαραίτητα για τη θεία λατρεία σκεύη και είδη.
Με διαταγή του Μιριάν ήρθαν στην πρωτεύουσα όλοι οι διοικητές των επαρχιών, οι στρατηγοί και οι αξιωματούχοι του κράτους. Σ’ ένα βαπτιστήριο, κοντά στη γέφυρα του ποταμού Κούρ, ο αρχιεπίσκοπος Ευστάθιος βάπτισε πρώτα το βασιλικό ζεύγος και στη συνέχεια τους άρχοντες. Γι αυτό το μέρος εκείνο ονομάζεται από τότε «Μταβάρτα Σανατλάβι», δηλαδή «Κολυμβήθρα Μεγιστάνων».
Λίγο πιο κάτω οι δύο ιερείς βάπτιζαν το λαό, πού είχε προετοιμασθεί και πιστέψει από το κήρυγμα και τα θαύματα της αγίας Νίνας. Από τους Εβραίους της Μτσχέτα βαπτίσθηκαν ο Αβιάθαρ με όλους τους οικείους του και πενήντα ακόμη εβραϊκές οικογένειες.
Με τη βοήθεια του Θεού, ο αρχιεπίσκοπος Ευστάθιος και η αγία Νίνα φώτισαν μέσα σε μερικά χρόνια ολόκληρη σχεδόν τη χώρα της Γεωργίας. Ύστερα ο αρχιεπίσκοπος, αφού 
χειροτόνησε ως επίσκοπο της χώρας τον πρεσβύτερο Ιωάννη, επέστρεψε στην Αντιόχεια.

Η αγία Νίνα, αποφεύγοντας τη δόξα και τις τιμές του βασιλιά και του λαού, κατέφυγε σε μια ορεινή περιοχή, στις πηγές του ποταμού Άραγβι, όπου ετοιμαζόταν με προσευχές και νηστείες για νέους αποστολικούς αγώνες. Πράγματι, αφού κήρυξε το Χριστό στους σκληροτράχηλους ορεσίβιους κατοίκους του Καυκάσου, τους οποίους βάπτισε ο συνεργάτης 
της πρεσβύτερος Ιάκωβος, κατευθύνθηκε στα νότια της Καχέτης και εγκαταστάθηκε στην κωμόπολη Μπόντμπε, τον τελευταίο σταθμό της επίγειας ζωής και των αγίων κόπων της. Σε σύντομο χρονικό διάστημα η βασίλισσα της Καχέτης Σόντζε (= Σοφία), ακούγοντας το θεόπνευστο κήρυγμα της αγίας, πίστεψε και βαπτίσθηκε μαζί με πλήθη λαού.

Τώρα πια ο Θεός αποκάλυψε στην πιστή απόστολό Του ότι πλησίαζε το τέλος της. Ειδοποίησε αμέσως με γράμμα τον βασιλιά Μιριάν, πού κατέφθασε ταχύτατα με τους αυλικούς του και τον επίσκοπο Ιωάννη. Η αγία κοινώνησε από τα χέρια του επισκόπου και ζήτησε να ταφεί στο φτωχικό καλύβι της. Ύστερα παρέδωσε ειρηνικά το πνεύμα της στον Κύριο. Ήταν τότε 67 ετών.



Ιερά Λείψανα

 

Αποτμήματα του Ιερού Λειψάνου της Αγίας

βρίσκονται στον Ιερό Ναό Αγίας Μαρίνης Θεσσαλονίκης

και στη Μονή Κύκκου Κύπρου.







Bodbe Monastery.JPG
Η Μονή Μποντί  είναι μοναστήρι  της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Γεωργίας , που βρίσκεται σε απόσταση δύο χιλιομέτρων από το Sighnaghi στο Kakheti της Γεωργίας [1] .




Αποτέλεσμα εικόνας για мощи Св. Нина.

Σχετική εικόνα


Ο τάφος της Αγίας Νίνας



Ἀπολυτίκιον 
Ήχος πλ α' . Τον συνάναρχον λόγον
Ως ωραίοι οι πόδες σου οι ζηλώσαντες ακολουθήσαι ταίς τρίβοις των αποστόλων Χριστού, Νίνα σκεύος Παρακλήτου παμφαέστατον’ όθεν τιμώντες σε πιστώς, Γεωργίας φρυκτωρέ φωτόλαμπρε, σε αιτούμεν’ ημών τα σκότη λιταίς σου της αγνωσίας πόρρω σκέδασον.


Ἕτερον Ἀπολυτίκιον 

Ηχος πλ.α΄. Τὸν συνάναρχον Λόγον.

Τοῦ Χριστοῦ δεξαμένη τὴν θείαν δύναμιν, τῶν ἀποστόλων τὸν ζῆλον Νίνα ἐκτήσω λαμπρῶς, καὶ ἐκήρυξας Χριστοῦ τὸ Εὐαγγέλιον· ὅθεν ὡς θεῖον ὁδηγόν, μακαρίζει σε πιστῶς, ἡ χώρα τῆς Γεωργίας, ἐν ᾗ καλῶς ἠγωνίσω, καὶ τὸν Σωτῆρα ἐμεγάλυνας.

 

Κοντάκιον.
Ἦχος β΄ Τοῖς τῶν αἱμάτων σου.

Ὡς ἀποστόλων τῶν θετων ὁμόζηλος, ἐν Γεωργίᾳ ἐπιφάνας πάνσεμνε, καὶ πᾶσι Χριστοῦ τὴν ἐπίγνωσιν, λόγοις καὶ θαύμασιν ἐκαλλιέργησας, ὦ ἰσαπόστολε Νίνα θεόπνευστε.

Ὁ Οἶκος.

Ἀνατεθεῖσα τῷ Χριστῷ, ἐν ὁλοτρόπῳ σπουδῇ καὶ προθύμῳ καρδίᾳ, τῆς φυσικῆς ἀσθενείας οὐδόλως ἐφρόντισας, ἀλλ᾽ ἀνδρειοτάτῃ ψυχῇ, πρὸς ἀνδρικοὺς ἀγῶνας καὶ ἐνεργείας ἐχώρησας ἔνδοξε· τὸν γὰρ θεῖον Σταυρὸν παρὰ τῆς ἁγνῆς Θεοτόκου δεξαμένη, παντὶ τῷ κόσμῳ ἐσταύρωσαι, καὶ ἀποστολικὴν χάριν εἰσδέδεξαι καὶ ἐν Γεωργίᾳ παραγενομένη, τοῦ Χριστοῦ τὴν Ἀνάστασιν πᾶσιν ἐκήρυξας, καὶ πρὸςγνῶσιν αὐτοῦ, τοὺς ἐν σκότει καὶ σκιᾷ τῆς πλάνης καθεύδοντας ἐξήγειρας, διδαχαῖς ἱεραῖς καὶ θαύμασι παραδόξοις ἐκλάμπουσα, ὦ ἰσαπόστολε Νίνα θεόπνευστε.

 

Εξαποστειλάριον.

Τῆς ἁγίας

Ἐπεφάνης οἷα φῶς, ἐν Γεωργίᾳ πάνσεμνε, καὶ ἔλαμψας τοῖς ἐν σκότει, τῆς ἀγνωσίας τῆς Χριστοῦ, ἁγίας ἐπιγνώσεως, Νίνα τὸ θεῖον φέγγος, σημείοις καὶ θαύμασι.









Ιερά Μονή Αγίας Ισαποστόλου Νίνας 
στο Bodbe της Γεωργίας














Το μοναστήρι, στο οποίο διαφυλάσσονται τα Άγια λείψανα της Αγίας Ισαποστόλου Νίνας και διαφωτίστριας της Γεωργίας, βρίσκεται στα ανατολικά της χώρας , δύο χιλιόμετρα νότια της πόλης Sighnaghi, σε μια ειδυλλιακή τοποθεσία στους πρόποδες της Μεγάλης οροσειράς του Καυκάσου. Από το μοναστήρι μπορεί κανείς να θαυμάσει την υπέροχη θέα της κοιλάδας Alazani και των χιονισμένων κορυφών του Καυκάσου.Σύμφωνα με αρχαίες πηγές το μοναστήρι ιδρύθηκε μετά την εκδημία της Αγίας Νίνας, αρχές του τετάρτου αιώνος.
Οι πρόγονοι της Αγίας κατάγονταν από την Καππαδοκία. Ο πατέρας της, Ζαβουλών, ήταν στρατηγός του Ρωμαίου Αυτοκράτορα Μαξιμιανού, και μετέδωσε τον Χριστιανισμό σε δέκα περιοχές της Γαλλίας. Είχε νυμφευτεί την Σωσσάννα, αδελφή του Πατριάρχη Ιεροσολύμων. Απέκτησαν μια μοναχοκόρη, τη Νίνα.
Η Αγία Νίνα ήταν μόλις δώδεκα ετών όταν η οικογένειά της εγκατέλειψε την γενέτειρά της για τα Ιεροσόλυμα. Ο Ζαβουλών χάρισε όλα τα υπάρχοντά του στους φτωχούς και επέλεξε να ζήσει ασκητικά  στην έρημο της Ιορδανίας. Η Σωσσάννα  έμεινε να φροντίζει τους αδύναμους και τους δυστυχισμένους. Ο Πατριάρχης θείος της ανέθεσε την ανατροφή της στη Σάρρα  από την Βηθλεέμ που διακονούσε  στον Πανάγιο Τάφο.
Η Παρθένος Μαρία εμφανίστηκε στην Αγία Νίνα όταν ήταν δεκατεσσάρων χρονών. Σε θείο όραμα της ανακοίνωσε τη σπουδαία αποστολή  σύμφωνα με την οποία επρόκειτο να κηρύξει την αληθινή πίστη στην Αγία Γεωργία, γιατί αυτή ήταν η επιθυμία της Θεοτόκου. Αφού ευλογήθηκε να χρισθεί απόστολος με Θεϊκό σημάδι, η Θεοτόκος της παρέδωσε ένα σταυρό από κληματόβεργες, με το οποίο η Αγία Νίνα έπλεξε τα μαλλιά της.  Ο σταυρός αυτός βρίσκεται τώρα στην Τυφλίδα, στον καθεδρικό ναό των Αγίων Αποστόλων, ο οποίος ονομάζεται Sioni.
Στη Γεωργία, την οποία η Αγία Νίνα μύησε στην Ορθοδοξία γύρω στο 327-333 μΧ, επιτέλεσε την αποστολή της με πολλή προσευχή και κόπο. Με τις προσευχές της κατόρθωσε να γιατρέψει την Βασίλισσα Νάνα από μια σοβαρή ασθένεια και την έπεισε να λατρεύει τον αληθινό Θεό, ενώ και ο βασιλιάς Μίριαν, σύντομα ακολούθησε τη γυναίκα του στην πίστη. Λίγο αργότερα ολόκληρος ο πληθυσμός της χώρας βαπτίστηκε στα νερά του ποταμού Aragvi στην Mtskheta, την αρχαία πρωτεύουσα της Γεωργίας.
Μετά το πέρας της αποστολής της, η Αγία Νίνα κοιμήθηκε στο χωριό Bodbe, όπου σύμφωνα με την πρόνοια του Θεού βρίσκεται και ο τάφος της.

Ο βασιλιάς θέλοντας να τιμήσει την διαφωτίστρια της Γεωργίας, προσπάθησε να  μετακινήσει τα λείψανά της στον καθεδρικό ναό Svetitskhoveli, όπου βρίσκεται ο χιτώνας του Κυρίου (που είχε δοθεί στους Γεωργιανούς Εβραίους μετά τη Σταύρωση). Ωστόσο ούτε και διακόσιοι άνθρωποι δεν μπορούσαν να σηκώσουν το σκήνωμα από τη θέση του. Ύστερα από λίγο καιρό ο βασιλιάς έκτισε εκκλησία στο χώρο της ταφής της. Πριν κοιμηθεί και αυτός, είπε στη γυναίκα του: «Αν ο Θεός, σου χαρίσει αρκετό καιρό, Νάνα, να μοιράσεις το βασιλικό θησαυρό στα δύο και να το θυσιάσεις στον τάφο. Ας τιμάται αυτός ο χώρος στους αιώνες».
Από τότε το μοναστήρι έζησε πολλά ενδιαφέροντα ιστορικά γεγονότα. Τον πέμπτο αιώνα, ο πιστός βασιλιάς Vakhtang Gorgasali, που είχε διακριθεί για την αγάπη  του και την προστασία του τάφου της Αγίας, επέκτεινε και εξωράισε την εκκλησία και τον τάφο. Τον 8ο και 9ο αιώνα η εκκλησία μετατράπηκε σε τρίκλητη Βασιλική. Τον 12ο αιώνα ένας άλλος βασιλιάς, ο Δημήτριος Α΄, γιός του πιστού βασιλιά Δαυΐδ του Οικοδόμου, ανακαίνισε ολόκληρη την περιοχή.
Ο χώρος όπου έχει ταφεί η Αγία Νίνα έγινε τόσο αξιόλογο λατρευτικό προσκύνημα που ούτε οι ΤάταροιΜογγόλοι, που κατέστρεψαν ολόκληρη τη χώρα δεν τόλμησαν να τον  βεβηλώσουν, παρόλο που προξένησαν ζημιές στην εκκλησία.
Τον μεσαίωνα, η εκκλησία κατέστη ο χώρος όπου στέφονταν οι Βασιλείς της δυναστείας των Καχετών. Είναι πασίγνωστο ότι ο Πέρσης Βασιλιάς Abbas, παρέστη στην στέψη του Teimuraz I (Τεϊμουράζ Α΄) [1589-1663], αλλά αυτό δεν τον σταμάτησε από του να καταστρέψει σχεδόν ολοσχερώς το μοναστήρι λίγα χρόνια αργότερα. Ο  ίδιος ο βασιλιάς Τεϊμουράζ Α΄ εργάστηκε πολύ σκληρά αργότερα για να ξαναχτίσει την εκκλησία.
Από αμνημονεύτων χρόνων το μοναστήρι έχει εγκαθιδρυθεί όχι μόνο ως εκκλησιαστικό αλλά και ως πολιτιστικό κέντρο. Μία θεολογική σχολή άρχισε να λειτουργεί τον 17ο αιώνα, όπου διδάσκονταν όχι μόνο θεολογία αλλά και άλλες επιστήμες. Εδώ βρισκόταν και μια από τις πιο πλούσιες βιβλιοθήκες της Γεωργίας, ενώ  από το 18ο αιώνα ιδρύθηκε μοναστήρι με πολυάριθμούς μοναχούς.
Ο 19ος αιώνας έφερε πολλά προβλήματα στη Γεωργία και την Εκκλησία της. Το 1801, ο Ρώσος Αυτοκράτορας Αλέξανδρος Α΄, προσάρτησε το βασίλειο των Kartli και Kakheti  και το μετέτρεψε σε Ρωσική επαρχία, σε μια κατάφορη παραβίαση της συμφωνίας ειρήνης Georgievsky Traktat, που είχε υπογραφεί το 1783 μεταξύ Ρωσίας και Γεωργίας. Η συμφωνία είχε εγκαθιδρυθεί μεταξύ των ομόθρησκων χωρών, υπό το Γεωργιανό Βασιλιά Erekle II (Ηράκλειος Β΄), ώστε να προστατευθεί η Γεωργία από την εισβολή των μουσουλμάνων.
Σύντομα η Εκκλησία της Γεωργίας υπέστη την τύχη ολόκληρης της χώρας, και το αυτοκέφαλο, που είχε δοθεί στη Γεωργία από τον ε΄αιώνα από την Αντιόχεια, ανετράπη από την Ιερά Σύνοδο της Ρωσίας το 1811.  Από τότε, Ρώσοι επίσκοποι άρχισαν να διοικούν την Εκκλησία της Γεωργίας. Αυτήν την εποχή πολλές ενορίες επίσης διαλύθηκαν, μαζί με τη ενορία του μοναστηριού του Bodbe το 1837.
Ο τελευταίος Επίσκοπος του Bodbe, πριν τη διάλυση ήταν ο εφευρετικότατος Ivane Maqashvili (Bodbeli). Υπό την καθοδήγησή του, το μοναστήρι ξανακτίστηκε ακόμα μια φορά, ο καθεδρικός ναός τοιχογραφήθηκε και ένα καινούργιο εικονοστάσι τοποθετήθηκε. (Οι τοιχογραφίες και το εικονοστάσι διασώζονται ακόμα).
Η επισκοπική κατοικία βρίσκεται μέσα στην αυλή της Εκκλησίας. Η διάλυση της επαρχίας Bodbe και της θεολογικής σχολής συνέπεσε με τον θάνατο του Επισκόπου Ivane Maqashvili. Παρόλα αυτά το μοναστήρι εξακολουθούσε να λειτουργεί, διοικούμενο από διάφορους αρχιμανδρίτες. Υπό τον Αρχιμαδρίτη Nikoloz Mikeladze οικοδομήθηκε ένας τριώροφος πύργος κωδωνοστασίου  που διασώζεται μέχρι σήμερα στην αυλή του μοναστηριού. Λίγο αργότερα διαλύθηκε και το μοναστήρι, αλλά σύντομα ξαναλειτούργησε χάρη στις μεγάλες προσπάθειες που κατέβαλε ο φημισμένος εικονογράφος Michael Sabinin. Αυτός ανέλαβε και την συντήρηση του μοναστηριού αφού αυτό είχε μείνει χωρίς προστασία. Οι άοκνες προσπάθειές του άνοιξαν το δρόμο για τη σημερινή ανοικοδόμησή του.
Οι πρώτες μοναχές του μοναστηριού ήταν δώδεκα κοπέλες που έστειλε ο Ρώσος Τσάρος Alexander III (Αλέξανδρος Γ΄), μετά από επίσκεψή του στη Γεωργία. Μια από αυτές, η ηγουμένη Juvenalia (Ιουβεναλία), διετέλεσε πρώτη ηγουμένη του ησυχαστηρίου.
Η μητέρα Tamar (κατά κόσμον Πριγκίπισσα Tamar Marjanishvili, αδελφή του φημισμένου θεατράνθρωπου Kote Marjanishvili την διαδέχθηκε, και έγινε και η ίδια γνωστή για τα έργα της στη Ρωσία.
Στην αρχή του 20ου αιώνα, ησύχαζαν στο μοναστήρι τριακόσιες αδελφές, ενώ υπήρχε και σχολείο στο οποίο διδάσκονταν κορίτσια από ευγενείς οικογένειες.
Στο μοναστήρι Bodbe, δόθηκε ο τίτλος του πρωτοκλασσάτου μοναστηριού από το Ρώσο Τσάρο Nikolai II (Νικόλαο Β΄) το 1906.
Το 1917, κάποιοι ιεράρχες της Εκκλησίας της Γεωργίας, εκμεταλλευόμενοι την κατάσταση στη Ρωσία, κατάφεραν να επαναφέρουν το αυτοκέφαλο της Αποστολικής Εκκλησίας της Γεωργίας. Αργότερα επετεύχθητε και η πολιτική ανεξαρτησία της χώρας.
Ο Σερ Oliver Wardrope, ο οποίος επισκέφτηκε το ησυχαστήριο, σε μια επιστολή στη γυναίκα του περιγράφει το μοναστήρι λέγοντας:
«Φτάσαμε στο μοναστήρι και βρήκαμε μια αψίδα θριάμβου καμωμένη από φυλλωσιά. Μας υποδέχθηκε η ηγουμένη (Πριγκίπισσα Vachnadze). Οι μοναχές, ντυμένες με τις μαύρες ενδυμασίες τους και τα περίεργα ψηλά καλύμματα της κεφαλής με τα πέπλα, τα κορίτσια του σχολείου, και χωρικοί από τις γύρω περιοχές, όλοι μαζεύονται στην αυλή του μοναστηριού. Ο ιερέας με οδήγησε στη μικρή εκκλησία, που κτίστηκε τον 4ο αιώνα, και τέλεσε μια μικρή ακολουθία προσευχόμενος για μένα ενώ οι αδελφές έψαλλαν ένα ύμνο… Ύστερα η ηγουμένη με ξενάγησε στο σχολείο, στο οικοτροφείο, στις τάξεις, στο κυλικείο, στην κουζίνα και στις αίθουσες όπου κατασκευάζονται χαλιά, κεντήματα, εκκλησιαστικά ενδύματα και εικονίσματα… Είδαμε επίσης και τον μεγάλο κήπο που άπτεται του μοναστηριού. Φορτωμένοι λουλούδια που μας προσέφεραν τα κορίτσια και ανάμεσα σε επευφημίες του πλήθους καλπάσαμε (ή μάλλον ακολουθώντας τους καλπάζοντας συνοδούς μας,) κατευθυνθήκαμε προς το Signakh». Αξίζει να σημειώσουμε ότι η επιστολή αυτή δόθηκε στην σημερινή ηγουμένη, Θεοδώρα, από την θυγατέρα του Oliver Wardrope, Nino, λίγο πριν το θάνατό της το 2004.

Δυστυχώς η ανεξαρτησία της Γεωργίας ήταν σύντομη και το 1921 ακυρώθηκε ύστερα από μια δεύτερη προσάρτηση στη Ρωσία που αυτή τη φορά έγινε από το κομμουνιστικό Ρωσικό καθεστώς. Αυτήν ακολούθησε το 1924 ο διωγμός κατά της Εκκλησίας της Γεωργίας και το κλείσιμο μοναστηριών, μεταξύ αυτών και του Bodbe. Η τελευταία ηγουμένη ήταν η Nino (πριγκίπισσα Elene Vachnadze). Πολύ εργατική, διετέλεσε και υπεύθυνη του σχολείου. Βοήθησε τις νέες κοπέλες να γνωρίσουν τη μοναχική ζωή και μέχρι την τελευταία στιγμή προστάτευε το αγαπημένο της συγκρότημα. Οι μπολσεβίκοι απείλησαν πολλές φορές ότι θα την σκοτώσουν αλλά αυτή με τη βοήθεια του Θεού έβρισκε προστασία στην πίστη της. Παρόλα αυτά στο τέλος εξαναγκάστηκε να εγκαταλείψει το μοναστήρι. Έζησε την υπόλοιπη ζωή της στην Τυφλίδα και διακόνησε στην εκκλησία Anchiskhati. Μετά τον θάνατό της, τα οστά της μεταφέρθηκαν και θάφτηκαν στον κήπο του μοναστηριού όπως ήταν και η τελευταία της επιθυμία.

Το κατεστραμμένο μοναστήρι ξαναζωντάνεψε πρόσφατα το 1991. Σ΄ αυτό διαμένουν σήμερα τριάντα μοναχές. Οι κληρονόμοι της μοναχικής βιωτής του μοναστηριού του Bodbe, είναι ως επί το πλείστον νεαρές κοπέλες. Υπό την καθοδήγηση της ηγουμένης Θεοδώρας, οι αδελφές συνεχίζουν ακούραστα να ξαναζωντανεύουν και να ενδυναμώνουν τις ρίζες του ησυχαστηριού τους.
Το μοναστήρι με τη βοήθεια των ενοριτών αλλά και άλλων, αργά και σταθερά αρχίζει να επανακτά την πρώτη του αίγλη. Ξανακτίζεται και αναδομείται. Ο τάφος της Αγίας Νίνας εικονογραφήθηκε ξανά. Μισογκρεμισμένα κτίρια και το σιντριβάνι της έχουν αποκατασταθεί. Ένα μικρό παρεκκλήσι έχει οικοδομηθεί στη μνήμη των γονέων της Ζαβουλών και Σωσάννα. Άνοιξε επίσης και ένα αρχονταρίκι. Υπάρχουν σχέδια και για την οικοδόμηση ενός σύγχρονου ξενοδοχείου στην περιοχή. Στο μοναστήρι καλλιεργούνται διάφορα τρόφιμα ενώ υπάρχουν και εργαστήρια εικονογραφίας και κεντήματος. Σύμφωνα με την παράδοση των Γεωργιανών μοναστηριών, οι αδελφές επιδίδονται και στην έρευνα της Γεωργιανής φιλολογίας. Η Γεωργιανή γλώσσα είναι μοναδική και η αρχαιότερη στον κόσμο με τη δική της κομψή γραφή. Με βάση αρχαία Γεωργιανά κείμενα ετοιμάζουν και δημοσιεύουν βιβλία της Θείας Λειτουργίας. Αλλά το πιο σημαντικό είναι ότι καθημερινά τελούνται ακολουθίες στον τάφο της Ισαποστόλου Νίνας αφιερωμένες στην ειρήνη, στην ευημερία της Γεωργίας και ολόκληρης της Ορθοδοξίας.
Στον τάφο της πραγματοποιούνται πνευματικές και σωματικές θεραπείες ενώ οι αδελφές βοηθούν τους προσκυνητές να προσεγγίσουν περισσότερο αυτή τη συνεχιζόμενη πηγή που αναβλύζει αγιότητα.

Πηγή: Bodbe Convent Of St. Nino, 4200 Signagi Region, Georgia, 2009
Μετάφραση Από Τα Αγγλικά Από: Όλγα Κονναρή-Κόκκινου





 

ΑΠΟ ΤΟ ΡΩΣΙΚΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ
(μετάφραση GOOGLE)

Άγιος Δημήτριος του Ροστόφ
Βίοι των Αγίων



Ο βίος της Αγίας Νίνας, Ισαποστόλου, Φωτίστριας της Ιβηρίας

Εορτάζεται στις 14 Ιανουαρίου

Σύμφωνα με μια ευσεβή παράδοση, που διατηρείται μέχρι σήμερα στην Ιβηρική, καθώς και σε ολόκληρη την Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία, η Ιβηρία, η οποία ονομάζεται επίσης Γεωργία 553 , είναι η μοίρα της Άμωμης Θεοτόκου: με το ιδιαίτερο θέλημα του Θεού, έπεσε στην μοίρα της να κηρύξει εκεί το Ευαγγέλιο του Υιού της και Κυρίου Ιησού Χριστού για τη σωτηρία των ανθρώπων.

Ο Άγιος Στέφανος ο Αγιορείτης αφηγείται ότι, μετά την ανάληψη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού στους ουρανούς, οι μαθητές Του, μαζί με τη Μητέρα του Ιησού Μαρία, βρίσκονταν στο υπερώο της Σιών περιμένοντας τον Παράκλητο, σύμφωνα με την εντολή του Χριστού να μην εγκαταλείψουν την Ιερουσαλήμ αλλά να περιμένουν την υπόσχεση του Κυρίου ( Λουκάς 24:49 · Πράξεις 1:4 ). Οι απόστολοι άρχισαν να ρίχνουν κλήρο για να καθορίσουν ποιος από αυτούς θα διοριζόταν από τον Θεό να κηρύξει το Ευαγγέλιο σε ποια χώρα. Ο Πανάγαθος είπε:

– Θέλω κι εγώ να ρίξω τον κλήρο μου μαζί σας, για να μην μείνω κι εγώ χωρίς μερίδιο, αλλά για να έχω μια χώρα που ο Θεός θα ευαρεστηθεί να μου δείξει.

Με τον λόγο της Θεοτόκου, έριξαν κλήρο με ευλάβεια και φόβο, και με αυτόν τον κλήρο η Ιβηρική γη δόθηκε σε Αυτήν.

Αφού έλαβε με χαρά αυτόν τον κλήρο, η Υπεραγία Μητέρα του Θεού ήθελε να αναχωρήσει αμέσως, με την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος με τη μορφή πύρινων γλωσσών, για τη γη της Ιβηρίας. Αλλά ο Άγγελος του Θεού της είπε:

- Μην εγκαταλείψεις τώρα την Ιερουσαλήμ, αλλά μείνε εδώ προς το παρόν· η κληρονομιά που σου έχει περιέλθει με κλήρο θα φωτιστεί αργότερα από το φως του Χριστού, και η κυριαρχία σου θα παραμείνει εκεί.

Έτσι αφηγείται ο Στέφανος ο Αθωνίτης. Αυτό το θείο διάταγμα για τον φωτισμό της Ιβηρίας εκπληρώθηκε τρεις αιώνες μετά την Ανάληψη του Χριστού, και η Υπεραγία Θεοτόκος το εκπλήρωσε σαφώς και κατηγορηματικά. Μετά τον ορισμένο χρόνο, έστειλε την αγία παρθένο Νίνα, με την ευλογία και τη βοήθειά Της, να κηρύξει στην Ιβηρία.

Η Αγία Νίνα γεννήθηκε στην Καππαδοκία, μοναχοκόρη ευγενών και ευσεβών γονέων: του Ρωμαίου διοικητή Ζαβουλώνα, συγγενή του αγίου Μεγαλομάρτυρα Γεωργίου , και της Σωσάννας, αδελφής του Πατριάρχη Ιεροσολύμων. Σε ηλικία δώδεκα ετών, η Αγία Νίνα ήρθε με τους γονείς της στην αγία πόλη των Ιεροσολύμων. Εκεί, ο πατέρας της Ζαβουλών, φλογερός από αγάπη για τον Θεό και επιθυμώντας να Τον υπηρετήσει μέσω μοναστικών αγώνων, δέχτηκε, σε συμφωνία με τη σύζυγό του, μια ευλογία από τον ευλογημένο Πατριάρχη Ιεροσολύμων. Στη συνέχεια, αποχαιρετώντας με δάκρυα τη νεαρή κόρη του Νίνα και εμπιστευόμενη την στον Θεό, τον Πατέρα των ορφανών και Προστάτη των χηρών, αναχώρησε και κρύφτηκε στην έρημο του Ιορδάνη. Ο τόπος των κόπων αυτής της αγίας, καθώς και ο τόπος του θανάτου του, παρέμειναν άγνωστοι σε όλους. Η μητέρα της Αγίας Νίνας, Σωσάννα, διορίστηκε διακόνισσα στην αγία εκκλησία από τον αδελφό της, τον πατριάρχη, για να υπηρετεί τις φτωχές και άρρωστες γυναίκες. Η Νίνα παραδόθηκε στη φροντίδα μιας ευσεβούς πρεσβύτερης, της Νιανφόρας. Η αγία νεανίδα διέθετε τόσο αξιοσημείωτες ικανότητες που μετά από μόλις δύο χρόνια, με τη βοήθεια της χάρης του Θεού, κατάλαβε και κατέκτησε σταθερά τους κανόνες της πίστης και της ευσέβειας. Καθημερινά, με επιμέλεια και προσευχή, διάβαζε τις Θείες Γραφές και η καρδιά της έκαιγε από αγάπη για τον Χριστό, τον Υιό του Θεού, που υπέμεινε τα βάσανα και τον θάνατο στο σταυρό για τη σωτηρία της ανθρωπότητας. Καθώς διάβαζε με δάκρυα στα μάτια τις ευαγγελικές αφηγήσεις για τη σταύρωση του Χριστού Σωτήρα και όλα όσα συνέβησαν στο Σταυρό Του, οι σκέψεις της έπεφταν στην τύχη του χιτώνα του Κυρίου.

«Πού είναι τώρα αυτή η γήινη πορφυρή ρόμπα του Υιού του Θεού;» ρώτησε τον μέντορά της. «Δεν είναι δυνατόν ένα τόσο μεγάλο ιερό λείψανο να έχει χαθεί στη γη».

Τότε η Νιανφόρα ενημέρωσε την Αγία Νίνα — κάτι που η ίδια γνώριζε από την παράδοση — ότι βορειοανατολικά της Ιερουσαλήμ βρίσκεται η γη των Ιβήρων και μέσα σε αυτήν η πόλη Μτσχέτα , και ότι εκεί μετέφερε τον χιτώνα του Χριστού ο στρατιώτης στον οποίο τον κληρώθηκε κατά τη σταύρωση του Χριστού ( Ιωάννης 19:24 ). Η Νιανφόρα πρόσθεσε ότι οι κάτοικοι αυτής της γης, που ονομάζονται Καρτβελιανοί , καθώς και οι γειτονικοί Αρμένιοι και πολλές ορεινές φυλές, παραμένουν μέχρι σήμερα βυθισμένοι στο σκοτάδι της παγανιστικής πλάνης και της ασέβειας.

Αυτές οι ιστορίες της γέρουσας βυθίστηκαν βαθιά στην καρδιά της Αγίας Νίνας. Περνούσε μέρες και νύχτες σε θερμή προσευχή στην Υπεραγία Θεοτόκο, για να της δώσει το προνόμιο να δει τη γη της Ιβηρίας, να βρει και να φιλήσει το χιτώνα του αγαπημένου της Υιού, του Κυρίου Ιησού Χριστού, υφασμένο από τα δάχτυλά της, της Μητέρας του Θεού, και να κηρύξει το άγιο όνομα του Χριστού στους λαούς που δεν Τον γνώριζαν εκεί. Και η Υπεραγία Θεοτόκος άκουσε την προσευχή της δούλης της. Της εμφανίστηκε σε ένα όνειρο και είπε:

- Πήγαινε στην Ιβηρική γη, κήρυξε εκεί το Ευαγγέλιο του Κυρίου Ιησού Χριστού, και θα βρεις εύνοια ενώπιόν Του· εγώ θα είμαι η Προστάτιδά σου.

«Μα πώς», ρώτησε η ταπεινή κοπέλα, «θα μπορέσω εγώ, μια αδύναμη γυναίκα, να προσφέρω μια τόσο σπουδαία υπηρεσία;»

Απαντώντας σε αυτό, η Παναγία, δίνοντας στη Νίνα έναν σταυρό υφασμένο από αμπέλια, είπε:

Σηκώστε αυτόν τον σταυρό. Θα είναι η ασπίδα και το προπύργιό σας ενάντια σε όλους τους εχθρούς, ορατούς και αόρατους. Με τη δύναμη αυτού του σταυρού, θα φυτέψετε σε εκείνη τη γη τη σωτήρια σημαία της πίστης στον αγαπημένο μου Υιό και Κύριό μου, «ο οποίος θέλει να σωθούν όλοι οι άνθρωποι και να έρθουν στην επίγνωση της αλήθειας» ( Α΄ Τιμ. 2:4 ).

Ξυπνώντας και βλέποντας τον θαυμαστό σταυρό στα χέρια της, η Αγία Νίνα άρχισε να τον φιλάει με δάκρυα χαράς και αγαλλίασης. Έπειτα τον έδεσε με τα μαλλιά της και πήγε στον θείο της, τον πατριάρχη. Όταν ο ευλογημένος πατριάρχης άκουσε από αυτήν για την εμφάνιση της Θεοτόκου σε αυτήν και την εντολή να πάει στη γη της Ιβηρίας για να κηρύξει το Ευαγγέλιο της αιώνιας σωτηρίας, βλέποντας σε αυτό μια σαφή έκφραση του θελήματος του Θεού, δεν δίστασε να ευλογήσει τη νεαρή κόρη να αναλάβει το έργο του ευαγγελισμού. Και όταν ήρθε η ώρα για την αναχώρησή της για το μακρύ ταξίδι, ο πατριάρχης έφερε τη Νίνα στον ναό του Κυρίου μπροστά στο ιερό βήμα και, τοποθετώντας το αρχιερατικό του χέρι στο κεφάλι της, προσευχήθηκε με τα εξής λόγια:

«Κύριε Θεέ, Σωτήρα μας! Στέλνοντας αυτό το ορφανό κορίτσι να κηρύξει τη Θεότητά Σου, το παραδίδω στα χέρια Σου. Καταδέξου, Χριστέ Θεέ μας, να είσαι σύντροφος και οδηγός της όπου κι αν κηρύττει τα καλά Σου νέα, και δώσε της στα λόγια της τέτοια δύναμη και σοφία που κανείς δεν μπορεί να αντισταθεί ή να αντικρούσει. Και Εσύ, Υπεραγία Παρθένε Θεοτόκε, Βοηθός και Μεσίτρια όλων των Χριστιανών, ένδυσε αυτό το κορίτσι με τη δύναμή Σου από ψηλά, ενάντια στους ορατούς και αόρατους εχθρούς, τους οποίους Εσύ ο Ίδιος εξέλεξες για να κηρύξουν το Ευαγγέλιο του Υιού Σου, Χριστού του Θεού μας, ανάμεσα στα ειδωλολατρικά έθνη. Να είσαι πάντα η προστασία της και η αήττητη υπεράσπισή της, και μην την εγκαταλείπεις στο έλεός Σου μέχρι να εκπληρώσει το άγιο θέλημά Σου!»

Εκείνη την εποχή, πενήντα τρεις παρθένες—φίλες—έφευγαν από την Αγία Πόλη για την Αρμενία, μαζί με μια πριγκίπισσα, τη Χριψίμη, και τον μέντορά τους, τη Γαιανία. Έφυγαν από την αρχαία Ρώμη για τον διωγμό του ασεβούς αυτοκράτορα Διοκλητιανού, ο οποίος ήθελε να παντρευτεί την πριγκίπισσα Χριψίμη, παρά τον όρκο της παρθενίας της και τον αρραβώνα της με τον Ουράνιο Νυμφίο, τον Χριστό. Η Αγία Νίνα, μαζί με αυτές τις αγίες παρθένες, έφτασαν στα σύνορα της Αρμενίας το 556 και στην πρωτεύουσα Βαγκαρσαπάτ το 557. Οι αγίες παρθένες εγκαταστάθηκαν έξω από την πόλη, κάτω από ένα στέγαστρο χτισμένο πάνω από ένα πατητήρι, και κέρδιζαν τα προς το ζην με την εργασία των ίδιων των χεριών τους.

Σύντομα ο σκληρός Διοκλητιανός έμαθε ότι η Χριψίμα κρυβόταν στην Αρμενία. Έστειλε μια επιστολή στον Αρμένιο βασιλιά Τιριδάτη —που ήταν ακόμα ειδωλολάτρης εκείνη την εποχή (558 )— ζητώντας του να βρει τη Χριψίμα και να την στείλει στη Ρώμη ή, αν ήθελε, να την πάρει για σύζυγό του, γιατί, έγραψε, ήταν πολύ όμορφη. Οι υπηρέτες του Τιριδάτη σύντομα βρήκαν τη Χριψίμα και όταν ο βασιλιάς την είδε, δήλωσε την επιθυμία του να την έχει για σύζυγό του. Ο άγιος του είπε με τόλμη:

«Είμαι αρραβωνιασμένος με τον Ουράνιο Νυμφίο, τον Χριστό· πώς μπορείς εσύ, ασεβής, να τολμήσεις να αγγίξεις τη νύφη του Χριστού;»

Ο ασεβής Τιριδάτης, διεγείρεται από κτηνώδες πάθος, θυμό και ντροπή, και διέταξε να υποβληθεί η αγία σε βασανιστήρια. Μετά από πολλά σκληρά βασανιστήρια, η γλώσσα της Ριψίμης έκοψαν, τα μάτια της έβγαλαν και ολόκληρο το σώμα της διαμελίστηκε. Ακριβώς την ίδια μοίρα είχαν όλοι οι άγιοι σύντροφοι της Ριψίμης και η μέντοράς τους, η Γαιανία .

Μόνο η Αγία Νίνα σώθηκε θαυματουργικά από τον θάνατο: καθοδηγούμενη από ένα αόρατο χέρι, κρύφτηκε στους θάμνους ενός άγριου, άνθινου τριαντάφυλλου. Συγκλονισμένη από φόβο για την τύχη των συντρόφων της, η αγία σήκωσε τα μάτια της στον ουρανό σε προσευχή γι' αυτούς και είδε από πάνω έναν φωτεινό άγγελο, περιζωμένο με ένα λαμπερό όραρο. Κρατώντας ένα ευωδιαστό θυμιατήρι στα χέρια του, συνοδευόμενος από ένα πλήθος ουράνιων όντων, κατέβηκε από τα ουράνια ύψη. Από τη γη, σαν να ήθελαν να τον συναντήσουν, οι ψυχές των αγίων μαρτύρων ανήλθαν, ενώθηκαν με το πλήθος των λαμπερών ουράνιων όντων και ανήλθαν μαζί τους στα ουράνια ύψη.

Βλέποντας αυτό, η Αγία Νίνα φώναξε με δάκρυα:

- Κύριε, Κύριε! Γιατί με αφήνεις μόνο ανάμεσα σε αυτές τις έχιδνες και τις ασπίδες;

Απαντώντας σε αυτό, ο Άγγελος της είπε:

«Μη λυπάστε, αλλά περιμένετε λίγο, γιατί κι εσείς θα παραληφθείτε στη Βασιλεία του Κυρίου της δόξας. Αυτό θα συμβεί όταν το αγκαθωτό και άγριο τριαντάφυλλο που σας περιβάλλει θα σκεπαστεί με ευώδη άνθη, σαν τριαντάφυλλο φυτεμένο και καλλιεργημένο σε κήπο. Τώρα σηκώστε και πηγαίνετε προς τον βορρά, όπου ωριμάζει η μεγάλη σοδειά, αλλά όπου δεν υπάρχουν θεριστές» ( Λουκάς 10:2 ).

Σύμφωνα με αυτή την εντολή, η Αγία Νίνα ξεκίνησε μόνη της το ταξίδι της και, μετά από ένα μακρύ ταξίδι, έφτασε στις όχθες ενός άγνωστου ποταμού, κοντά στο χωριό Χερτβίσι. Αυτός ο ποταμός ήταν ο Κούρα, ο οποίος, ρέοντας από τα δυτικά προς τα νοτιοανατολικά, προς την Κασπία Θάλασσα, ποτίζει όλη την κεντρική Ιβηρία . 560 Στην όχθη του ποταμού, συνάντησε μερικούς βοσκούς που έδωσαν στον ταξιδιώτη, κουρασμένο από το μακρύ ταξίδι, λίγο φαγητό. Αυτοί οι άνθρωποι μιλούσαν αρμενικά· η Νίνα καταλάβαινε αρμενικά: η πρεσβύτερη Νιανφόρα την είχε μυήσει σε αυτό. Ρώτησε έναν από τους βοσκούς:

– Πού βρίσκεται η πόλη Μτσχέτα και πόσο μακριά είναι από εδώ;

Απάντησε:

«Βλέπεις αυτό το ποτάμι; Κατά μήκος των όχθων του, πολύ κατάντη, βρίσκεται η μεγάλη πόλη Μτσχέτα, όπου οι θεοί μας κυβερνούν και οι βασιλιάδες μας βασιλεύουν.»

Συνεχίζοντας από εκεί, η αγία προσκυνήτρια κάθισε μια μέρα, κουρασμένη, σε έναν βράχο και άρχισε να συλλογίζεται: Πού την οδηγούσε ο Κύριος; Ποιοι θα ήταν οι καρποί των κόπων της; Και θα ήταν μάταιο ένα τόσο μακρύ και δύσκολο ταξίδι της; Μέσα σε τέτοιες σκέψεις, αποκοιμήθηκε σε εκείνο το μέρος και είδε ένα όνειρο: της εμφανίστηκε ένας άνδρας μεγαλοπρεπούς εμφάνισης. Τα μαλλιά του έπεφταν στους ώμους του, και στα χέρια του κρατούσε έναν κύλινδρο ενός βιβλίου γραμμένου στα ελληνικά. Ξετυλίγοντας τον κύλινδρο, τον έδωσε στη Νίνα και της πρόσταξε να διαβάσει, αλλά ξαφνικά έγινε αόρατη. Ξυπνώντας από τον ύπνο και βλέποντας τον θαυματουργό κύλινδρο στο χέρι της, η Αγία Νίνα διάβασε τα ακόλουθα αποσπάσματα του Ευαγγελίου: «Αληθώς σας λέω, όπου κι αν κηρυχθεί αυτό το ευαγγέλιο σε όλο τον κόσμο, θα ειπωθεί και αυτό που έκανε αυτή η γυναίκα σε ανάμνηση αυτής» ( Ματθ. 26:13 ). «Δεν υπάρχει άνδρας ούτε γυναίκα· όλοι σας είστε ένας εν Χριστώ Ιησού» ( Γαλάτες 3:28 ). «Λέγει ο Ιησούς προς αυτούς (τις γυναίκες): Μη φοβάστε· πηγαίνετε και πείτε στους αδελφούς μου» ( Ματθαίος 28:10 ). «Όποιος σας δέχεται, δέχεται εμένα· και όποιος δέχεται εμένα, δέχεται αυτόν που με πέμψε» ( Ματθαίος 10:40 ). «Θα σας δώσω στόμα και σοφία, στην οποία δεν θα μπορέσουν να αντικρούσουν ούτε να αντισταθούν όλοι οι αντίπαλοί σας» ( Λουκάς 21:15 ). «Όταν όμως σας φέρουν στις συναγωγές και στους άρχοντες και στις αρχές, μη μεριμνάτε πώς ή τι θα απαντήσετε ή τι θα πείτε· επειδή, το Άγιο Πνεύμα θα σας διδάξει εκείνη την ώρα τι πρέπει να πείτε» ( Λουκάς 12:11-12 ). «Και μη φοβάστε από εκείνους που θανατώνουν το σώμα, αλλά δεν μπορούν να θανατώσουν την ψυχή» ( Ματθαίος 10:28 ). «Πορευθέντες λοιπόν μαθητεύσατε πάντα τα έθνη, βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Και ιδού, εγώ είμαι μετ’ υμών πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του αιώνος. Αμήν» ( Ματθαίος 28:19-20 ).

Ενδυναμωμένη από αυτό το θείο όραμα και παρηγοριά, η Αγία Νίνα συνέχισε το ταξίδι της με έμπνευση και ανανεωμένο ζήλο. Έχοντας ξεπεράσει δύσκολους κόπους, πείνα, δίψα και φόβο για τα άγρια ​​ζώα στην πορεία, έφτασε στην αρχαία πόλη Ούρμπνις του Καρτλί , όπου παρέμεινε για περίπου ένα μήνα, ζώντας σε εβραϊκά σπίτια και μελετώντας τα έθιμα, τις παραδόσεις και τη γλώσσα αυτού του νέου λαού.

Έχοντας μάθει μια μέρα ότι όλοι οι άνδρες της πόλης, καθώς και εκείνοι από τη γύρω περιοχή, σχεδίαζαν να πάνε στην πρωτεύουσα, Μτσχέτα, για να λατρέψουν τους ψεύτικους θεούς τους, η Αγία Νίνα ξεκίνησε μαζί τους. Καθώς πλησίαζαν την πόλη, συνάντησαν την ακολουθία του βασιλιά Μιριανού και της βασίλισσας Νανάς κοντά στη Γέφυρα του Πομπήιου. Συνοδευόμενοι από ένα μεγάλο πλήθος, κατευθύνονταν προς μια βουνοκορφή απέναντι από την πόλη για να λατρέψουν ένα άψυχο είδωλο που ονομαζόταν Αρμάζ.

Μέχρι το μεσημέρι, ο καιρός παρέμεινε αίθριος. Αλλά αυτή η μέρα, η πρώτη από την άφιξη της Αγίας Νίνας στον προορισμό της αποστολής της να σώσει τη γη της Ιβηρίας, ήταν η τελευταία μέρα της βασιλείας του προαναφερθέντος ειδωλολατρικού ειδώλου εκεί. Παρασυρμένη από το πλήθος, η Αγία Νίνα κατευθύνθηκε προς το βουνό, στον τόπο του βωμού του ειδώλου. Βρήκε ένα βολικό σημείο και είδε από εκεί το κύριο είδωλο, τον Αρμάζ. Έμοιαζε με άνδρα ασυνήθιστα ψηλού αναστήματος. Σφυρηλατημένο από επιχρυσωμένο χαλκό, ήταν ντυμένο με χρυσή πανοπλία και φορούσε χρυσό κράνος. Το ένα μάτι ήταν από υάκινθο, το άλλο από σμαραγδί, και τα δύο εξαιρετικά μεγάλου μεγέθους και λαμπρότητας. Δεξιά του Αρμάζ βρισκόταν ένα άλλο μικρό χρυσό είδωλο, που ονομαζόταν Κάτσι, και αριστερά, ένα ασημένιο είδωλο, που ονομαζόταν Γκάιμ.

Όλο το πλήθος, μαζί με τον βασιλιά τους, στεκόταν με δέος και ευλάβεια μπροστά στους θεούς τους, ενώ οι ιερείς ετοιμάζονταν για τις αιματηρές θυσίες . Και όταν, στο τέλος των θυσιών, έκαιγε το θυμίαμα, έρεε το αίμα της θυσίας, βροντούσαν οι σάλπιγγες και τα τύμπανα, ο βασιλιάς και ο λαός έπεσαν με το πρόσωπο κάτω μπροστά στα άψυχα είδωλα. Τότε η καρδιά της αγίας παρθένας φούντωσε από τον ζήλο του προφήτη Ηλία. Αναστενάζοντας από τα βάθη της ψυχής της και σηκώνοντας τα δακρυσμένα μάτια της στον ουρανό, άρχισε να προσεύχεται με αυτά τα λόγια:

«Παντοδύναμε Θεέ! Με την αφθονία του ελέους Σου, οδήγησέ τον λαό αυτό στη γνώση Σου, του ενός αληθινού Θεού. Σκόρπισε αυτά τα είδωλα, όπως ο άνεμος φυσάει σκόνη και στάχτη από προσώπου γης. Κοίτα με έλεος αυτόν τον λαό που δημιούργησες με την παντοδύναμη δεξιά Σου και τίμησες με τη Θεϊκή Σου Εικόνα! Εσύ, Κύριε και Δέσποτα, που τόσο αγάπησες τη δημιουργία Σου που έδωσες ακόμη και τον μονογενή Σου Υιό για τη σωτηρία της πεσμένης ανθρωπότητας, λύτρωσε τις ψυχές αυτού του λαού Σου από την καταστροφική δύναμη του άρχοντα του σκότους, που έχει τυφλώσει την κατανόησή τους, ώστε να μην μπορούν να δουν την αληθινή οδό προς τη σωτηρία. Δώσε, Κύριε, τα μάτια μου να δουν την τελική καταστροφή των ειδώλων που στέκονται περήφανα εδώ». Δώσε σε αυτόν τον λαό και σε όλα τα πέρατα της γης να κατανοήσουν τη σωτηρία που δίνεις, ώστε τόσο ο βορράς όσο και ο νότος να αγαλλιάσουν μαζί σε Σένα, και όλα τα έθνη να σε λατρέψουν, τον Έναν Αιώνιο Θεό, στον μονογενή Σου Υιό, τον Κύριό μας Ιησού Χριστό, στον οποίο ανήκει η δόξα στους αιώνες.

Πριν ο άγιος τελειώσει αυτή την προσευχή, ξαφνικά εμφανίστηκαν καταιγιδοφόρα σύννεφα από τη δύση και όρμησαν γρήγορα κατά μήκος του ποταμού Κούρα. Διαισθανόμενος τον κίνδυνο, ο βασιλιάς και ο λαός τράπηκαν σε φυγή, ενώ η Νίνα κατέφυγε σε μια χαράδρα στον γκρεμό. Ένα σύννεφο ξέσπασε με βροντές και αστραπές πάνω από το σημείο όπου βρισκόταν ο βωμός του ειδώλου. Τα είδωλα, που κάποτε στέκονταν περήφανα, θρυμματίστηκαν, τα τείχη του ναού ισοπεδώθηκαν και οι χείμαρροι της βροχής τα έριξαν στην άβυσσο, ενώ τα νερά του ποταμού τα παρέσυραν κατάντη. Έτσι, δεν έμεινε ούτε ίχνος από τα είδωλα ή τον ναό που ήταν αφιερωμένος σε αυτά. Η Αγία Νίνα, προστατευμένη από τον Θεό, στάθηκε άθικτη στη χαράδρα και παρακολουθούσε ήρεμα καθώς τα στοιχεία της φύσης ξαφνικά μαίνονταν γύρω της, και τότε ο λαμπερός ήλιος έλαμψε ξανά από τον ουρανό. Και όλα αυτά συνέβησαν την ημέρα της ένδοξης Μεταμόρφωσης του Κυρίου, όταν το αληθινό φως που έλαμψε στο Θαβώρ για πρώτη φορά μετέτρεψε το σκοτάδι της ειδωλολατρίας στα βουνά της Ιβηρίας σε φως του Χριστού.

Την επόμενη μέρα, ο βασιλιάς και ο λαός έψαξαν μάταια για τους θεούς τους. Μη βρίσκοντας τους, τρομοκρατήθηκαν και είπαν:

«Ο θεός Αρμάζ είναι μεγάλος, αλλά υπάρχει ένας άλλος θεός, μεγαλύτερος από αυτόν, που τον κατέκτησε. Δεν θα μπορούσε αυτός να είναι ο χριστιανικός Θεός, που ντρόπιασε τους αρχαίους αρμενικούς θεούς και έκανε τον βασιλιά Τιριδάτη Χριστιανό;» «Αλλά στην Ιβηρία, κανείς δεν είχε ακούσει για τον Χριστό και κανείς δεν κήρυξε ότι ήταν ο Θεός πάνω από όλους τους θεούς. Τι συνέβη, λοιπόν, και τι θα συμβεί στη συνέχεια;»

Πολύ καιρό αργότερα, η Αγία Νίνα μπήκε στην πόλη Μτσχέτα, μεταμφιεσμένη σε περιπλανώμενη, ισχυριζόμενη ότι ήταν αιχμάλωτη. Καθώς κατευθυνόταν προς τον βασιλικό κήπο, η σύζυγος του κηπουρού, η Αναστασία, βγήκε γρήγορα να την υποδεχτεί, σαν να ήταν μια οικεία και πολυαναμενόμενη επισκέπτρια. Αφού υποκλίθηκε στην αγία, την οδήγησε στο σπίτι της και στη συνέχεια, πλένοντας τα πόδια της και αλείφοντας το κεφάλι της με λάδι, της πρόσφερε ψωμί και κρασί. Η Αναστασία και ο σύζυγός της παρακάλεσαν τη Νίνα να παραμείνει στο σπίτι τους ως αδελφή, γιατί ήταν άτεκνες και θρηνούσαν για τη μοναξιά τους. Στη συνέχεια, κατόπιν αιτήματος της Αγίας Νίνας, ο σύζυγος της Αναστασίας έστησε μια μικρή σκηνή γι' αυτήν σε μια γωνιά του κήπου, όπου στέκει σήμερα μια μικρή εκκλησία αφιερωμένη στην Αγία Νίνα, μέσα στο χώρο της Μονής Σαμτάβρο . Η Αγία Νίνα, αφού τοποθέτησε τον σταυρό που της έδωσε η Μητέρα του Θεού σε αυτή τη σκηνή, περνούσε μέρες και νύχτες εκεί προσευχόμενη και ψάλλοντας ψαλμούς.

Από αυτή τη σκηνή, ξεδιπλώθηκε ένα φωτεινό αρχείο των κατορθωμάτων της Αγίας Νίνας και των θαυμάτων που έκανε για τη δόξα του ονόματος του Χριστού. Το πρώτο απόκτημα της Εκκλησίας του Χριστού στην Ιβηρία ήταν ένα σεβάσμιο παντρεμένο ζευγάρι που προστάτευσε τον δούλο του Χριστού. Χάρη στην προσευχή της Αγίας Νίνας, η Αναστασία ελευθερώθηκε από την άτεκνη ζωή της και στη συνέχεια έγινε μητέρα μιας μεγάλης και ευτυχισμένης οικογένειας, καθώς και η πρώτη γυναίκα στην Ιβηρία που πίστεψε στον Χριστό πριν από οποιονδήποτε άνδρα.

Μια γυναίκα μετέφερε το ετοιμοθάνατο παιδί της στους δρόμους της πόλης, κλαίγοντας δυνατά, καλώντας όλους σε βοήθεια. Παίρνοντας το άρρωστο παιδί, η Αγία Νίνα το έβαλε στο κρεβάτι της από φύλλα. Αφού προσευχήθηκε, τοποθέτησε τον σταυρό της από αμπέλι πάνω στο μωρό και στη συνέχεια το επέστρεψε στη μητέρα του που έκλαιγε, ζωντανό και καλά στην υγεία του.

Από εκείνη την εποχή και μετά, η Αγία Νίνα άρχισε να κηρύττει ανοιχτά και δημόσια το Ευαγγέλιο και να καλεί τους Ιβηριανούς ειδωλολάτρες και Εβραίους σε μετάνοια και πίστη στον Χριστό. Η ευσεβής, δίκαιη και αγνή ζωή της ήταν γνωστή σε όλους και προσέλκυε τα μάτια, τα αυτιά και τις καρδιές του λαού. Πολλές -ιδιαίτερα Εβραίες γυναίκες- άρχισαν να έρχονται συχνά στη Νίνα για να ακούσουν από τα μελωμένα χείλη της τις νέες διδασκαλίες για τη Βασιλεία του Θεού και την αιώνια σωτηρία, και άρχισαν να ασπάζονται κρυφά την πίστη στον Χριστό. Σε αυτές περιλαμβανόταν η Σιδωνία, κόρη του Αβιάθαρ, του αρχιερέα των Εβραίων Κάρτλι, και έξι άλλες Εβραίες γυναίκες. Σύντομα, ο ίδιος ο Αβιάθαρ πίστεψε στον Χριστό αφού άκουσε τις ερμηνείες της Αγίας Νίνας για τις αρχαίες προφητείες για τον Ιησού Χριστό και πώς αυτές εκπληρώθηκαν σε Αυτόν ως Μεσσία. Ο ίδιος ο Αβιάθαρ αργότερα αφηγήθηκε τα εξής:

«Ο Νόμος του Μωυσή και οι προφήτες οδήγησαν στον Χριστό, τον οποίο κηρύττω», μου είπε η Αγία Νίνα. «Αυτός είναι το τέλος και η ολοκλήρωση του Νόμου. Ξεκινώντας από τη δημιουργία του κόσμου, όπως λέγεται στα βιβλία μας, αυτή η θαυματουργή γυναίκα μου είπε για όλα όσα ο Θεός έχει κανονίσει για τη σωτηρία των ανθρώπων μέσω του υποσχεμένου Μεσσία. Ο Ιησούς είναι πραγματικά ο Μεσσίας, ο γιος της Παρθένου, όπως προείπαν οι προφήτες. Οι πατέρες μας, οδηγημένοι από φθόνο, τον κάρφωσαν στον σταυρό και τον σκότωσαν, αλλά Αυτός αναστήθηκε, αναλήφθηκε στον ουρανό και θα επιστρέψει με δόξα στη γη. Αυτός είναι που περιμένουν τα έθνη και που αποτελεί τη δόξα του Ισραήλ. Στο όνομά Του, η Αγία Νίνα έκανε πολλά σημεία και τέρατα μπροστά στα μάτια μου, τέρατα που μόνο η δύναμη του Θεού μπορεί να πραγματοποιήσει.

Συζητώντας συχνά με αυτόν τον Αβιάθαρ, η Αγία Νίνα άκουσε από αυτόν την ακόλουθη ιστορία για τον χιτώνα του Κυρίου:

– Άκουσα από τους γονείς μου, και αυτοί άκουσαν από τους πατέρες και τους παππούδες τους, ότι όταν ο Ηρώδης βασίλευε στην Ιερουσαλήμ, οι Ιουδαίοι που ζούσαν στη Μτσχέτα και σε όλη τη γη του Κάρτλι 564 έλαβαν είδηση ​​ότι οι Πέρσες βασιλιάδες είχαν έρθει στην Ιερουσαλήμ, ότι έψαχναν ένα νεογέννητο αρσενικό παιδί, από τους απογόνους του Δαβίδ, γεννημένο από μητέρα, χωρίς πατέρα, και τον ονόμασαν Βασιλιά των Ιουδαίων. Τον βρήκαν στην πόλη του Δαβίδ, τη Βηθλεέμ, σε μια φτωχή σπηλιά, και του έφεραν δώρα βασιλικού χρυσού, θεραπευτικού μύρου και ευώδους θυμιάματος· αφού τον προσκύνησαν, επέστρεψαν στη χώρα τους ( Ματθ. 2:11-12 ).

Πέρασαν τριάντα χρόνια από τότε, και τότε ο προπάππους μου ο Ελιόζ έλαβε μια επιστολή από την αρχιερέα Άννα από την Ιερουσαλήμ με το ακόλουθο περιεχόμενο:

«Αυτός, τον οποίο οι Πέρσες βασιλιάδες προσκυνούσαν με τα δώρα τους, ενηλικιώθηκε και άρχισε να κηρύττει ότι ήταν ο Χριστός, ο Μεσσίας και ο Υιός του Θεού».

Ελάτε στην Ιερουσαλήμ για να δείτε τον θάνατό Του, τον οποίο θα θανατωθεί σύμφωνα με τον νόμο του Μωυσή».

Όταν ο Ελιόζ επρόκειτο να πάει στην Ιερουσαλήμ μαζί με πολλούς άλλους, η μητέρα του, μια ευσεβής ηλικιωμένη γυναίκα από την οικογένεια του αρχιερέα Ηλία, του είπε:

- Πήγαινε, γιε μου, στο κάλεσμα του βασιλιά· αλλά σε παρακαλώ, μην ενωθείς με τους ασεβείς ενάντια σε Εκείνον που σκοπεύουν να σκοτώσουν· Αυτός είναι που οι προφήτες προείπαν, ο οποίος είναι αίνιγμα για τους σοφούς, μυστήριο κρυμμένο από την αρχή του χρόνου, φως για τα έθνη και αιώνια ζωή.

Ο Ελιόζ, μαζί με τον Λογγίνο της Καρένιας, ήρθαν στην Ιερουσαλήμ και ήταν παρών στη σταύρωση του Χριστού. Η μητέρα του, ωστόσο, παρέμεινε στη Μτσχέτα. Την παραμονή του Πάσχα, ξαφνικά ένιωσε στην καρδιά της τα χτυπήματα ενός σφυριού που καρφώνει καρφιά και φώναξε δυνατά:

«Το βασίλειο του Ισραήλ έχει τώρα καταστραφεί, γιατί ο Σωτήρας και Λυτρωτής του έχει θανατωθεί. Αυτός ο λαός θα είναι πλέον ένοχος για το αίμα του Δημιουργού και Κυρίου του. Αλίμονό μου που δεν πέθανα νωρίτερα: μακάρι να μην είχα ακούσει αυτά τα τρομερά χτυπήματα! Δεν θα ξαναδώ ποτέ τη δόξα του Ισραήλ στη γη!»

Αφού είπε αυτά, πέθανε. Ο Ελιόζ, ο οποίος ήταν παρών στη σταύρωση του Χριστού, απέκτησε τον χιτώνα Του από έναν Ρωμαίο στρατιώτη που τον είχε κερδίσει με κλήρο και τον έφερε στη Μτσχέτα. Η αδελφή του Ελιόζ, η Σιδωνία, χαιρετώντας τον αδελφό της για την ασφαλή επιστροφή του, του είπε για τον θαυματουργό και ξαφνικό θάνατο της μητέρας τους και τα τελευταία της λόγια. Όταν ο Ελιόζ, επιβεβαιώνοντας την προαίσθηση της μητέρας του σχετικά με τη σταύρωση του Χριστού, έδειξε στην αδελφή του τον χιτώνα του Κυρίου, η Σιδωνία τον πήρε, τον φίλησε με δάκρυα, μετά τον πίεσε στο στήθος της και αμέσως έπεσε νεκρή. Καμία ανθρώπινη δύναμη δεν μπορούσε να αποσπάσει αυτό το ιερό ένδυμα από τα χέρια της νεκρής - ούτε καν ο ίδιος ο βασιλιάς Αδέρκιος, ο οποίος είχε έρθει με τους ευγενείς του για να παρακολουθήσει τον ασυνήθιστο θάνατο της κόρης και ο οποίος επίσης επιθυμούσε να αρπάξει το ένδυμα του Χριστού από τα χέρια της. Λίγο καιρό αργότερα, ο Ελιόζ παρέδωσε το σώμα της αδελφής του στη γη, θάβοντας τον χιτώνα του Χριστού μαζί της. Το έκανε αυτό τόσο κρυφά που μέχρι σήμερα κανείς δεν γνωρίζει τον τόπο ταφής της Σιδωνίας. Κάποιοι έχουν υποστηρίξει ότι το σημείο βρίσκεται στη μέση του βασιλικού κήπου, όπου ένας σκιερός κέδρος έχει φυτρώσει από μόνος του και εξακολουθεί να στέκεται εκεί. Οι πιστοί συρρέουν σε αυτό από παντού, λατρεύοντάς το ως κάποια μεγάλη δύναμη. Εκεί, κάτω από τις ρίζες του κέδρου, ο τάφος της Σιδωνίας βρίσκεται πιστά τοποθετημένος.

Έχοντας ακούσει για αυτόν τον θρύλο, η Αγία Νίνα άρχισε να έρχεται τη νύχτα για να προσευχηθεί κάτω από αυτόν τον κέδρο. Ωστόσο, αμφέβαλλε αν ο χιτώνας του Κυρίου ήταν πραγματικά κρυμμένος κάτω από τις ρίζες του. Αλλά μυστηριώδη οράματα που είχε σε αυτό το σημείο τη διαβεβαίωσαν ότι αυτός ο τόπος ήταν ιερός και μια μέρα θα δοξαζόταν. Έτσι, μια μέρα, αφού ολοκλήρωσε τις προσευχές της τα μεσάνυχτα, η Αγία Νίνα είδε σμήνη μαύρων πουλιών από όλες τις γύρω χώρες να συρρέουν στον βασιλικό κήπο. Από εκεί, πέταξαν στον ποταμό Αράγκβι και λούζονταν στα νερά του. Λίγο αργότερα, σηκώθηκαν, τώρα λευκά σαν το χιόνι, και στη συνέχεια, προσγειώνοντας στα κλαδιά του κέδρου, γέμισαν τον κήπο με ουράνια τραγούδια. Αυτό ήταν ένα σαφές σημάδι ότι οι γύρω λαοί θα φωτίζονταν από τα νερά του ιερού βαπτίσματος, και στη θέση του κέδρου θα υπήρχε ένας ναός προς τιμήν του αληθινού Θεού, και σε αυτόν τον ναό το όνομα του Κυρίου θα δοξαζόταν για πάντα. Η Αγία Νίνα είδε επίσης τα βουνά Αρμάζ και Ζάντεν, που στέκονταν το ένα απέναντι από το άλλο, να σείονται και να πέφτουν. Άκουσε επίσης τους ήχους της μάχης και τις κραυγές δαιμονικών ορδών, που φαινομενικά εισέβαλαν στην πρωτεύουσα μεταμφιεσμένες σε Πέρσες πολεμιστές, και μια τρομακτική φωνή, σαν του βασιλιά Χοζρόη, που διέταζε να καταστραφούν τα πάντα. Αλλά όλο αυτό το τρομακτικό όραμα εξαφανίστηκε μόλις η Αγία Νίνα, υψώνοντας έναν σταυρό, σχεδίασε το σημείο του σταυρού στον αέρα και είπε:

– Σιωπήστε, δαίμονες! Το τέλος της δύναμής σας έφτασε: γιατί ιδού ο Νικητής!

Βεβαιωμένη από αυτά τα σημάδια ότι η Βασιλεία του Θεού και η σωτηρία του Ιβηρικού λαού ήταν κοντά, η Αγία Νίνα κήρυξε αδιάκοπα τον λόγο του Θεού στον λαό. Οι μαθητές της εργάστηκαν μαζί της για το ευαγγέλιο του Χριστού - ιδιαίτερα η Σιδωνία και ο πατέρας της, Αβιάθαρ. Ο τελευταίος διαφώνησε με τόσο ζήλο και επίμονα με τους πρώην Εβραίους ομόθρησκούς του για τον Ιησού Χριστό, που υπέστη διωγμό και καταδικάστηκε σε λιθοβολισμό. Μόνο ο βασιλιάς Μιριανός τον έσωσε από τον θάνατο. Ο ίδιος ο βασιλιάς άρχισε να συλλογίζεται την χριστιανική πίστη στην καρδιά του, γιατί γνώριζε ότι αυτή η πίστη δεν είχε εξαπλωθεί μόνο στο γειτονικό Αρμενικό Βασίλειο, αλλά ότι στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος είχε νικήσει όλους τους εχθρούς του στο όνομα του Χριστού και με τη δύναμη του Σταυρού Του, γινόμενος Χριστιανός και προστάτης των Χριστιανών . Η Ιβηρία βρισκόταν τότε υπό ρωμαϊκή κυριαρχία και ο γιος της Μιριανής, Βάκαρος, κρατούνταν όμηρος στη Ρώμη. Επομένως, η Μιριανός δεν εμπόδισε την Αγία Νίνα να κηρύξει τον Χριστό στην πόλη της. Μόνο η σύζυγος του Μίριαν, ​​η βασίλισσα Νανά, μια σκληρή γυναίκα και ζηλώτρια λάτρης των άψυχων ειδώλων, έτρεφε κακία εναντίον των Χριστιανών, έχοντας στήσει ένα άγαλμα της θεάς Αφροδίτης στην Ιβηρία . 568 Ωστόσο, η χάρη του Θεού, «θεραπεύοντας τους ασθενείς και αναπληρώνοντας τους άπορους», 569 σύντομα θεράπευσε αυτή την πνευματικά ασθενή γυναίκα. Η βασίλισσα αρρώστησε. Και όσο περισσότερο προσπαθούσαν οι γιατροί, τόσο πιο σοβαρή γινόταν η ασθένεια. Ήταν στα πρόθυρα του θανάτου. Τότε οι γυναίκες που ήταν κοντά της, βλέποντας τον μεγάλο κίνδυνο, άρχισαν να την παρακαλούν να καλέσει την περιπλανώμενη Νίνα, η οποία, μόνο με την προσευχή της στον Θεό που κηρύττει, θεραπεύει όλες τις ασθένειες και τις ασθένειες. Η βασίλισσα διέταξε να φέρουν αυτήν την περιπλανώμενη σε αυτήν: Η Αγία Νίνα, δοκιμάζοντας την πίστη και την ταπεινότητα της βασίλισσας, είπε στους αγγελιοφόρους:

«Αν η βασίλισσα θέλει να είναι υγιής, ας έρθει σε μένα εδώ σε αυτή τη σκηνή, και πιστεύω ότι θα λάβει θεραπεία εδώ με τη δύναμη του Χριστού, του Θεού μου».

Η βασίλισσα υπάκουσε και διέταξε να μεταφερθεί σε φορείο στη σκηνή του αγίου. Ο γιος της Ρεβ και πλήθος λαού την ακολούθησαν. Η Αγία Νίνα, αφού διέταξε την άρρωστη βασίλισσα να ξαπλωθεί στο φυλλώδες κρεβάτι της, γονάτισε και προσευχήθηκε θερμά στον Κύριο, τον Θεραπευτή των ψυχών και των σωμάτων. Στη συνέχεια, παίρνοντας τον σταυρό της, τον τοποθέτησε στο κεφάλι, τα πόδια και τους δύο ώμους της άρρωστης γυναίκας, κάνοντας έτσι το σημείο του σταυρού. Μόλις το έκανε αυτό, η βασίλισσα σηκώθηκε αμέσως από το κρεβάτι της, υγιής. Αφού ευχαρίστησε τον Κύριο Ιησού Χριστό, η βασίλισσα εκεί, ενώπιον της Αγίας Νίνας και του λαού - και αργότερα στο σπίτι, ενώπιον του συζύγου της, του βασιλιά Μιριανού - ομολόγησε δυνατά ότι ο Χριστός είναι ο αληθινός Θεός. Έκανε την Αγία Νίνα στενή φίλη και συνεχή σύντροφό της, τρέφοντας την ψυχή της με τις άγιες διδασκαλίες της. Η βασίλισσα στη συνέχεια τράβηξε στην τροχιά της τον σοφό γέροντα Αβιάθαρ και την κόρη του Σιδωνία και έμαθε πολλά από αυτούς για την πίστη και την ευσέβεια. Ο ίδιος ο βασιλιάς Μιριανός (γιος του Πέρση βασιλιά Χοσρόη και ιδρυτής της δυναστείας των Σασσανιδών στη Γεωργία) δίσταζε ακόμα να ομολογήσει ανοιχτά τον Χριστό ως Θεό, αντίθετα προσπαθώντας να γίνει ένας ζηλωτής ειδωλολάτρης. Κάποτε σκόπευε ακόμη και να εξοντώσει τους ομολογητές του Χριστού, και την Αγία Νίνα μαζί τους, για τον ακόλουθο λόγο: Ένας στενός συγγενής του Πέρση βασιλιά, ένας μορφωμένος άνθρωπος και ζηλωτής οπαδός των διδασκαλιών του Ζωροάστρη, ήρθε να επισκεφτεί τη Μιριανή και, μετά από λίγο καιρό, έπεσε σε σοβαρή τρέλα. Φοβούμενος την οργή του Πέρση βασιλιά, η Μιριανή παρακάλεσε την Αγία Νίνα μέσω πρεσβευτών να έρθει και να θεραπεύσει τον πρίγκιπα. Διέταξε να φέρουν τον άρρωστο στον κέδρο, που βρισκόταν στη μέση του βασιλικού κήπου, τον έβαλε στραμμένο προς την ανατολή με τα χέρια του υψωμένα και τον διέταξε να επαναλάβει τρεις φορές:

– Σε απαρνούμαι, Σατανά, και παραδίδομαι στον Χριστό, τον Υιό του Θεού!

Όταν ο δαιμονισμένος είπε αυτά, το πνεύμα τον τράνταξε αμέσως και τον έριξε στο έδαφος σαν νεκρό. Ωστόσο, ανίκανος να αντισταθεί στις προσευχές της αγίας παρθένου, άφησε τον άρρωστο. Ο πρίγκιπας, όταν ανάρρωσε, πίστεψε στον Χριστό και επέστρεψε στη χώρα του ως Χριστιανός. Ο Μιριανός το φοβόταν αυτό περισσότερο από ό,τι αν ο πρίγκιπας είχε πεθάνει, γιατί φοβόταν την οργή του Πέρση βασιλιά, ενός πυρολάτρη, για τη μεταστροφή του συγγενή του από το σπίτι της Μιριανής στον Χριστό. Απείλησε να θανατώσει την Αγία Νίνα γι' αυτό και να εξοντώσει όλους τους Χριστιανούς στην πόλη.

Καταβεβλημένος από τέτοιες εχθρικές σκέψεις εναντίον των Χριστιανών, ο βασιλιάς Μιριάν πήγε στα δάση Μουχράν για να επιδοθεί στο κυνήγι. Συζητώντας εκεί με τους συντρόφους του, είπε:

«Έχουμε υποστεί την τρομερή οργή των θεών μας επειδή επιτρέψαμε σε Χριστιανούς μάγους να κηρύττουν την πίστη τους στη γη μας. Ωστόσο, σύντομα θα εξοντώσω με το σπαθί όλους όσους λατρεύουν τον Σταυρό και τον Εσταυρωμένο. Θα διατάξω τη βασίλισσα να απαρνηθεί και τον Χριστό. Αν αρνηθεί, θα την καταστρέψω μαζί με τους άλλους Χριστιανούς».

Με αυτά τα λόγια, ο βασιλιάς ανέβηκε στην κορυφή του απόκρημνου όρους Τκότι. Ξαφνικά, η φωτεινή μέρα μετατράπηκε σε αδιαπέραστο σκοτάδι και ξέσπασε μια καταιγίδα, παρόμοια με αυτήν που είχε ανατρέψει το είδωλο του Αρμάζ. Μια αστραπή τύφλωσε τα μάτια του βασιλιά και οι βροντές σκόρπισαν όλους τους συντρόφους του. Απελπισμένος, ο βασιλιάς φώναξε στους θεούς του για βοήθεια, αλλά ήταν σιωπηλοί και δεν άκουγαν. Νιώθοντας το τιμωρητικό χέρι του Ζωντανού Θεού πάνω του, ο βασιλιάς φώναξε:

– Θεέ της Νίνας! Διώξε το σκοτάδι μπροστά στα μάτια μου, και θα ομολογήσω και θα δοξάσω το όνομά Σου!

Και αμέσως έγινε φως παντού, και η καταιγίδα κόπασε. Έκπληκτος από τη δύναμη και μόνο του ονόματος του Χριστού, ο βασιλιάς έστρεψε το πρόσωπό του προς την ανατολή, σήκωσε τα χέρια του προς τον ουρανό και φώναξε με δάκρυα:

«Ω Θεέ, τον οποίο κηρύττει η δούλη Σου Νίνα! Εσύ είσαι ο μόνος αληθινός Θεός πάνω από όλους τους θεούς. Και τώρα βλέπω τη μεγάλη Σου καλοσύνη προς εμένα, και η καρδιά μου νιώθει χαρά, παρηγοριά και την εγγύτητά Σου προς εμένα, ω Θεέ μου ευλογημένος! Σε αυτό το σημείο θα στήσω το δέντρο του σταυρού , ώστε το σημάδι που μου αποκάλυψες σήμερα να μείνει αξέχαστο!»

Όταν ο βασιλιάς επέστρεψε στην πρωτεύουσα και περπάτησε στους δρόμους της πόλης, αναφώνησε δυνατά:

– Δοξάστε, όλοι οι άνθρωποι, τον Θεό της Νίνας, τον Χριστό, γιατί Αυτός είναι ο αιώνιος Θεός, και μόνο σε Αυτόν ανήκει κάθε δόξα στους αιώνες!

Ο Τσάρος αναζήτησε την Αγία Νίνα και ρώτησε:

– Πού είναι αυτός ο περιπλανώμενος του οποίου ο Θεός είναι ο Σωτήρας μου;

Εκείνη την ώρα, η αγία τελούσε τις βραδινές της προσευχές στη σκηνή της. Ο βασιλιάς και η βασίλισσα, που είχαν βγει να τον προϋπαντήσουν, συνοδευόμενοι από πλήθος λαού, πλησίασαν τη σκηνή και, βλέποντας την αγία, έπεσαν στα πόδια της, με τον βασιλιά να αναφωνεί:

– Ω μητέρα μου! Δίδαξέ με και κάνε με άξιο να επικαλεστώ το όνομα του Μεγάλου Θεού σου, του Σωτήρα μου!

Σε απάντηση, ανεξέλεγκτα δάκρυα χαράς έτρεξαν από τα μάτια της Αγίας Νίνας. Βλέποντας τα δάκρυά της, ο βασιλιάς και η βασίλισσα έκλαψαν, και όλο το πλήθος που συγκεντρώθηκε εκεί τους ακολούθησε με δυνατούς λυγμούς. Η Σιδωνία, μάρτυρας και αργότερα συγγραφέας αυτού του γεγονότος, λέει:

– Κάθε φορά που θυμάμαι αυτά τα ιερά λεπτά, δάκρυα πνευματικής χαράς τρέχουν ακούσια από τα μάτια μου.

Η μεταστροφή του βασιλιά Μιριανού στον Χριστό το 572 ήταν αποφασιστική και ακλόνητη. Ο Μιριανός ήταν για τη Γεωργία ό,τι ήταν ο αυτοκράτορας Μέγας Κωνσταντίνος για την Ελλάδα και τη Ρώμη εκείνη την εποχή. Ο Κύριος επέλεξε τον Μιριανό για να καθοδηγήσει τη σωτηρία όλων των Ιβηρικών λαών. Ο Μιριανός έστειλε αμέσως πρεσβευτές στον βασιλιά Κωνσταντίνο στην Ελλάδα, ζητώντας του να του στείλει έναν επίσκοπο και ιερείς για να βαπτίσουν τον λαό, να τους διδάξουν τη χριστιανική πίστη και να ιδρύσουν και να εγκαθιδρύσουν την Αγία Εκκλησία του Θεού στην Ιβηρία. Μέχρι την επιστροφή των πρεσβευτών και των ιερέων, η Αγία Νίνα δίδασκε συνεχώς στον λαό το Ευαγγέλιο του Χριστού, δείχνοντάς τους έτσι την αληθινή οδό προς τη σωτηρία των ψυχών και την κληρονομιά της Ουράνιας Βασιλείας. Τους δίδασκε επίσης προσευχές στον Χριστό Θεό, προετοιμάζοντάς τους έτσι για το άγιο βάπτισμα.

Ο Τσάρος επιθυμούσε να χτίσει έναν ναό του Θεού πριν καν φτάσουν οι ιερείς και επέλεξε ένα μέρος για αυτό, σύμφωνα με τις οδηγίες της Αγίας Νίνας, στον κήπο του, δηλαδή εκεί που βρισκόταν ο προαναφερθείς μεγάλος κέδρος, λέγοντας:

– Ας μεταμορφωθεί αυτός ο φθαρτός και φευγαλέος κήπος σε άφθαρτο και πνευματικό κήπο, που θα καρποφορεί για την αιώνια ζωή!

Ο κέδρος έκοψαν και από τα έξι κλαδιά του λάξευσαν έξι κολόνες, τις οποίες τοποθέτησαν χωρίς δυσκολία στις καθορισμένες θέσεις τους στο κτίριο. Όταν οι ξυλουργοί προσπάθησαν να ανυψώσουν τον έβδομο κολόνα, λαξευμένο από τον ίδιο τον κορμό του κέδρου, για να χρησιμεύσει ως θεμέλιο του ναού, όλοι έμειναν έκπληκτοι, γιατί καμία δύναμη δεν μπορούσε να τον μετακινήσει. Καθώς πλησίαζε το βράδυ, ο λυπημένος βασιλιάς επέστρεψε στο σπίτι του, αναρωτώμενος τι σήμαινε αυτό. Ο λαός διασκορπίστηκε επίσης. Μόνο η Αγία Νίνα έμεινε όλη τη νύχτα στο εργοτάξιο, με τους μαθητές της, προσευχόμενοι και κλαίγοντας πάνω από τον κορμό του κομμένου δέντρου. Νωρίς το πρωί, ένας θαυμαστός νέος, περιζωμένος με μια πύρινη ζώνη, εμφανίστηκε στην Αγία Νίνα και της είπε τρία μυστηριώδη λόγια στο αυτί. Μόλις τα άκουσε, έπεσε στο έδαφος και υποκλίθηκε μπροστά του. Τότε ο νέος πλησίασε τον κολόνα και, αγκαλιάζοντάς τον, τον σήκωσε ψηλά στον αέρα. Ο κολόνας έλαμπε σαν αστραπή, φωτίζοντας ολόκληρη την πόλη. Ο βασιλιάς και ο λαός συγκεντρώθηκαν σε αυτό το σημείο. Ατενίζοντας με φόβο και χαρά το θαυμαστό όραμα, όλοι θαύμασαν πώς αυτός ο βαρύς στύλος, που δεν στηριζόταν σε κανέναν, άλλοτε υψωνόταν είκοσι πήχεις από το έδαφος, άλλοτε κατέβαινε και άγγιζε το κούτσουρο πάνω στο οποίο φύτρωνε. Τελικά, σταμάτησε και στάθηκε ακίνητος στη θέση του. Ένα ευωδιαστό και θεραπευτικό μύρο άρχισε να ρέει από τη βάση του στύλου, και όλοι όσοι έπασχαν από διάφορες ασθένειες και πληγές και άλειφαν τον εαυτό τους με αυτό το μύρο με πίστη θεραπεύτηκαν. Έτσι, ένας Ιουδαίος, τυφλός εκ γενετής, απλώς άγγιξε αυτόν τον φωτεινό στύλο, αμέσως ανέκτησε την όρασή του και, πιστεύοντας στον Χριστό, δόξασε τον Θεό. Η μητέρα ενός αγοριού που ήταν σοβαρά άρρωστος για επτά χρόνια τον έφερε στον ζωογόνο στύλο και παρακάλεσε την Αγία Νίνα να τον θεραπεύσει, ομολογώντας ότι ο Χριστός Ιησούς που κήρυττε ήταν πραγματικά ο Υιός του Θεού. Μόλις η Αγία Νίνα άγγιξε τον στύλο με το χέρι της και στη συνέχεια το έβαλε πάνω στο άρρωστο αγόρι, το αγόρι ανάρρωσε αμέσως. Τα εξαιρετικά πλήθη που συνέρρεαν στον ζωογόνο στύλο ώθησαν τον βασιλιά να διατάξει τους οικοδόμους να ανεγείρουν έναν φράχτη γύρω του. Από τότε και στο εξής, αυτό το μέρος έγινε σεβαστό όχι μόνο από τους Χριστιανούς αλλά και από τους ειδωλολάτρες. Σύντομα, ολοκληρώθηκε η πρώτη ξύλινη εκκλησία στην Ιβηρική γη.

Όσοι στάλθηκαν από τον Μιριανό στον Αυτοκράτορα Κωνσταντίνο έγιναν δεκτοί με μεγάλη τιμή και χαρά και επέστρεψαν στην Ιβηρία φέρνοντας πολλά δώρα από αυτόν. Μαζί τους ήρθε ο Αρχιεπίσκοπος Αντιόχειας Ευστάθιος, σταλμένος από τον Αυτοκράτορα, με δύο ιερείς, τρεις διακόνους και όλα τα απαραίτητα για τη θεία λειτουργία. Τότε ο Αυτοκράτορας Μιριανός έδωσε εντολή σε όλους τους περιφερειακούς κυβερνήτες, τους στρατιωτικούς διοικητές και τους αυλικούς να εμφανιστούν ενώπιόν του στην πρωτεύουσα. Όταν συγκεντρώθηκαν, ο Αυτοκράτορας Μιριανός , η Αυτοκράτειρα και όλα τα παιδιά τους έλαβαν αμέσως το άγιο βάπτισμα παρουσία όλων. Η κολυμβήθρα χτίστηκε κοντά στη γέφυρα του ποταμού Κούρα, όπου βρισκόταν προηγουμένως το σπίτι του Εβραίου Ελιόζ, και αργότερα έγινε ναός ειδωλολατρών ιερέων. Εκεί ο επίσκοπος βάπτιζε τους στρατιωτικούς διοικητές και τους ευγενείς του Αυτοκράτορα, γι' αυτό και το μέρος αυτό ονομαζόταν "Μταβάρτα Σανατλάβι" ή "Κολυμβήθρα των Ευγενών". Λίγο πιο κάτω από αυτό το σημείο, δύο ιερείς βάφτιζαν τον λαό. Ήρθαν να βαπτιστούν με μεγάλο ζήλο και χαρά, θυμούμενοι τα λόγια της Αγίας Νίνας ότι αν κάποιος δεν αναγεννηθεί από το νερό και το Άγιο Πνεύμα, δεν θα δει ζωή και αιώνιο φως, αλλά η ψυχή του θα χαθεί στο σκοτάδι της κόλασης. Οι ιερείς πήγαν σε όλες τις γύρω πόλεις και χωριά, βαπτίζοντας τον λαό. Έτσι, σύντομα ολόκληρη η περιοχή του Κάρτλι βαπτίστηκε ειρηνικά, με εξαίρεση τους Καυκάσιους ορειβάτες, οι οποίοι παρέμειναν για πολύ καιρό στο σκοτάδι της ειδωλολατρίας. Οι Εβραίοι της Μτσχέτα αρνήθηκαν επίσης το βάπτισμα, με εξαίρεση τον αρχιερέα τους, Αβιάθαρ, ο οποίος βαπτίστηκε με ολόκληρο το σπιτικό του. Πενήντα εβραϊκές οικογένειες, που λέγεται ότι ήταν απόγονοι του ληστή Βαραββά ( Ματθαίος 27:17 ), βαπτίστηκαν μαζί του. Ο βασιλιάς Μιριανός, ως ένδειξη της εύνοιάς του για την αποδοχή του αγίου βαπτίσματος, τους έδωσε μια θέση πάνω από τη Μτσχέτα, που ονομαζόταν «Τσιχέ-ντιντι».

Έτσι, με τη βοήθεια του Θεού και την επιβεβαίωση του Κυρίου για τον λόγο του Ευαγγελίου, ο Αρχιεπίσκοπος Αντιόχειας Ευστάθιος , μαζί με την Αγία Νίνα, φώτισαν τη γη της Ιβηρίας σε λίγα χρόνια. Αφού καθιέρωσε μια ιεροτελεστία στην ελληνική γλώσσα, καθαγίασε την πρώτη εκκλησία στη Μτσχέτα αφιερωμένη στους Δώδεκα Αποστόλους, χτισμένη κατά το πρότυπο της Κωνσταντινούπολης, και έδωσε εντολή για ειρήνη στη νεαρή Εκκλησία του Χριστού, ο Αρχιεπίσκοπος Ευστάθιος επέστρεψε στην Αντιόχεια το 575. Διόρισε τον Πρεσβύτερο Ιωάννη, ο οποίος εξαρτιόταν από την Έδρα Αντιόχειας, ως Επίσκοπο Ιβηρίας.

Μετά από αρκετά χρόνια, ο ευσεβής βασιλιάς Μιριανός έστειλε νέα πρεσβεία στον βασιλιά Κωνσταντίνο, παρακαλώντας τον να στείλει όσο το δυνατόν περισσότερους ιερείς στην Ιβηρία, ώστε κανείς στο βασίλειό του να μην στερηθεί την ευκαιρία να ακούσει τον λόγο της σωτηρίας και η είσοδος στην ευλογημένη και αιώνια Βασιλεία του Χριστού να είναι ανοιχτή σε όλους . 576 Ζήτησε επίσης να σταλούν έμπειροι αρχιτέκτονες στη Γεωργία για να χτίσουν πέτρινες εκκλησίες. Ο Μέγας Κωνσταντίνος, με αγία αγάπη και χαρά, εκπλήρωσε το αίτημα του Μιριανού. Δώρισε στους απεσταλμένους του Μιριανού, εκτός από μια μεγάλη ποσότητα χρυσού και ασημιού, ένα κομμάτι (το πόδι) από το ζωογόνο ξύλο του Σταυρού του Κυρίου, το οποίο εκείνη την εποχή είχε ήδη ανακαλυφθεί (το 326 μ.Χ.) από την Αγία Ελένη, τη μητέρα του Μεγάλου Κωνσταντίνου . Τους δώρισε επίσης ένα από τα καρφιά με τα οποία είχαν καρφωθεί τα αγνά χέρια του Κυρίου στον Σταυρό. Τους δόθηκαν επίσης σταυροί , εικόνες του Χριστού Σωτήρα και της Υπεραγίας Θεοτόκου, καθώς και λείψανα αγίων μαρτύρων για την ίδρυση εκκλησιών. Ταυτόχρονα, ο γιος και κληρονόμος του Μιριανού, Βακούριος, ο οποίος ζούσε ως όμηρος στη Ρώμη, αφέθηκε ελεύθερος στον πατέρα του.

Οι πρέσβεις της Μιριανής, επιστρέφοντας στην Ιβηρία με πολλούς ιερείς και αρχιτέκτονες, έθεσαν τα θεμέλια της πρώτης εκκλησίας στο χωριό Ιερουσέτι, στα σύνορα των εδαφών Κάρτλι , και άφησαν ένα καρφί από τον Σταυρό του Κυρίου για αυτήν την εκκλησία . Ίδρυσαν μια δεύτερη εκκλησία στο χωριό Μάνγκλις, σαράντα μίλια νότια της Τιφλίδας, και εδώ άφησαν το προαναφερθέν κομμάτι του ζωογόνου δέντρου . Στην Μτσχέτα, ίδρυσαν επίσης μια πέτρινη εκκλησία αφιερωμένη στη Μεταμόρφωση του Κυρίου. Κατόπιν αιτήματος του βασιλιά και υπό την καθοδήγηση της Αγίας Νίνας, τοποθετήθηκε στον βασιλικό κήπο, κοντά στη σκηνή της Αγίας Νίνας. Δεν είδε την ολοκλήρωση αυτής της μεγαλοπρεπούς εκκλησίας. Αποφεύγοντας τη δόξα και την τιμή που της απέδωσαν τόσο ο βασιλιάς όσο και ο λαός, και φλεγόμενη από την επιθυμία να υπηρετήσει τη μεγαλύτερη δόξα του Χριστού, αποσύρθηκε από την πυκνοκατοικημένη πόλη στα βουνά, στα άνυδρα ύψη του Αραγβίου, και εκεί, μέσω προσευχής και νηστείας, άρχισε να προετοιμάζεται για νέα ευαγγελιστικά έργα στις περιοχές που γειτνιάζουν με την Καρτάλια. Βρήκε μια μικρή σπηλιά κρυμμένη πίσω από κλαδιά δέντρων και άρχισε να ζει σε αυτήν. Εδώ, μέσα από δακρυσμένες προσευχές, έβγαλε νερό από έναν βράχο. Σταγόνες νερού κυλούν από αυτήν την πηγή μέχρι σήμερα, σαν δάκρυα, γι' αυτό και ονομάζεται ευρέως «πηγή δακρύων». Ονομάζεται επίσης και «γαλακτώδης» πηγή, επειδή παρέχει γάλα στα ξεραμένα στήθη των μητέρων.

Εκείνη την εποχή, οι κάτοικοι της Μτσχέτα είδαν ένα θαυμαστό όραμα: για αρκετές νύχτες, η νεόκτιστη εκκλησία ήταν στολισμένη με έναν λαμπερό σταυρό στεφανωμένο με αστέρια, που έλαμπε από πάνω της στον ουρανό. Την αυγή, τέσσερα από τα πιο λαμπρά αστέρια χωρίστηκαν από αυτόν τον σταυρό και μετακινήθηκαν - ένα προς τα ανατολικά, ένα προς τα δυτικά. Το τρίτο φώτισε την εκκλησία, το σπίτι του επισκόπου και ολόκληρη την πόλη. Το τέταρτο, φωτίζοντας το καταφύγιο της Αγίας Νίνας, ανέβηκε στην κορυφή ενός βράχου στον οποίο φύτρωνε ένα μεγαλοπρεπές δέντρο. Ούτε ο επίσκοπος Ιωάννης ούτε ο βασιλιάς μπορούσαν να καταλάβουν το νόημα αυτού του οράματος. Αλλά η Αγία Νίνα διέταξε να κοπεί το δέντρο, να κατασκευαστούν τέσσερις σταυροί από αυτό και να στηθεί ένας στον προαναφερθέντα βράχο και ο άλλος δυτικά της Μτσχέτα, στο όρος Τχότι - το μέρος όπου ο βασιλιάς Μιριάν τυφλώθηκε αρχικά, στη συνέχεια ανέκτησε την όρασή του και μεταστράφηκε στον αληθινό Θεό. Διέταξε να δοθεί ο τρίτος σταυρός στη νύφη του Τσάρου, τη σύζυγο του Ρεβ, Σαλώμη, ώστε να μπορέσει να τον στήσει στην πόλη της, την Ουτζάρμα. και το τέταρτο σκόπευε για το χωριό Μπόντμπι (Μπούντι), την επικράτεια της βασίλισσας Σότζι (Σοφίας) του Καχέτι, στην οποία σύντομα πήγε για να την προσηλυτίσει στη χριστιανική πίστη.

Παίρνοντας μαζί της τον Πρεσβύτερο Ιάκωβο και έναν διάκονο, η Αγία Νίνα ταξίδεψε στις ορεινές περιοχές βόρεια της Μτσχέτα, στις πηγές των ποταμών Αράγκβι και Ιόρα , και κήρυξε το Ευαγγέλιο στα ορεινά χωριά του Καυκάσου. Οι άγριοι ορεσίβιοι που κατοικούσαν στο Χαλέτι, το Γιέρτσο, το Τιόνετι και πολλά άλλα χωριά, υπό τη θεϊκή επιρροή του λόγου του Ευαγγελίου και των θαυματουργών σημείων που επιτελέστηκαν μέσω των προσευχών του αγίου ιεροκήρυκα του Χριστού, δέχτηκαν το Ευαγγέλιο της Βασιλείας του Χριστού, κατέστρεψαν τα είδωλά τους και βαπτίστηκαν από τον Πρεσβύτερο Ιάκωβο. Αφού πέρασε από το Κοκαμπέτι και προσηλύτισε όλους τους κατοίκους στη χριστιανική πίστη, η αγία ιεροκήρυκας κατευθύνθηκε νότια προς το Καχέτι και, αφού έφτασε στο χωριό Μπόντμπι (Μπούντι), το όριο των ιερών κόπων και του επίγειου προσκυνήματος της, εγκαταστάθηκε εκεί. Αφού έστησε μια σκηνή στην πλαγιά του βουνού και περνώντας μέρες και νύχτες προσευχόμενη μπροστά στον ιερό σταυρό, η Αγία Νίνα σύντομα προσέλκυσε την προσοχή των γύρω κατοίκων. Άρχισαν να συρρέουν σε αυτήν τακτικά για να ακούσουν τις συγκινητικές διδασκαλίες της για τη χριστιανική πίστη και την οδό προς την αιώνια ζωή. Η βασίλισσα Σόγια (Σοφία) του Καχέτι ζούσε εκείνη την εποχή στο Μπόντμπε. Αυτή, μαζί με άλλους, ήρθε να ακούσει τον θαυμαστό ιεροκήρυκα. Αφού έφτασε μια φορά και άκουσε με χαρά, δεν ήθελε πλέον να την αφήσει: ήταν γεμάτη με ειλικρινή πίστη στο σωτήριο μήνυμα της Αγίας Νίνας. Σύντομα, η Σοφία, μαζί με τους αυλικούς της και πλήθος λαού, έλαβε το άγιο βάπτισμα από τον Πρεσβύτερο Ιακώβ.

Έχοντας έτσι ολοκληρώσει το τελικό έργο της αποστολικής της διακονίας στην Ιβηρική γη στο Καχέτι, η Αγία Νίνα έλαβε μια αποκάλυψη από τον Θεό για τον επερχόμενο θάνατό της. Σε μια επιστολή προς τον βασιλιά Μιριαν, ​​η αγία επικαλέστηκε σε αυτόν και στο βασίλειό του την αιώνια ευλογία του Θεού και της Υπεραγίας Παρθένου Μητέρας του Θεού, και την προστασία της ακαταμάχητης δύναμης του Σταυρού του Κυρίου. Συνέχισε:

«Όσο για μένα, ως περιπλανώμενος και νεοφερμένος, τώρα φεύγω από αυτόν τον κόσμο και θα ακολουθήσω το μονοπάτι των πατέρων μου. Σε παρακαλώ, Τσάρε, να μου στείλεις τον Επίσκοπο Ιωάννη για να με προετοιμάσει για το αιώνιο ταξίδι μου, γιατί η ημέρα του θανάτου μου είναι ήδη κοντά».

Η επιστολή στάλθηκε από την ίδια τη Βασίλισσα Σοφία. Αφού την διάβασε, ο βασιλιάς Μιριανός, όλοι οι αυλικοί του και ολόκληρος ο αφιερωμένος κλήρος, με επικεφαλής τον επίσκοπο, έσπευσαν στην ετοιμοθάνατη γυναίκα και τη βρήκαν ακόμα ζωντανή. Ένα μεγάλο πλήθος ανθρώπων περικύκλωσε την επιθανάτια κλίνη της αγίας, ποτίζοντάς την με τα δάκρυά τους. Πολλοί από τους άρρωστους θεραπεύτηκαν αγγίζοντάς την. Προς το τέλος της ζωής της, η Αγία Νίνα, κατόπιν επίμονου αιτήματος των μαθητών της που έκλαιγαν δίπλα της, τους μίλησε για την καταγωγή και τη ζωή της. Η Σαλώμη της Ουτζάρμα κατέγραψε όσα είπε, τα οποία συνοψίζονται εδώ (όλες οι επόμενες αφηγήσεις για την Αγία Νίνα συγκεντρώθηκαν από τις σημειώσεις της Σαλώμης). Η Αγία Νίνα είπε:

«Ας περιγραφεί η φτωχή και νωθρή ζωή μου, ώστε να γίνει γνωστή στα παιδιά σας, καθώς και η πίστη σας και η αγάπη με την οποία με αγαπήσατε. Ας γνωρίσουν ακόμη και οι μακρινοί σας απόγονοι τα σημάδια του Θεού που είχατε το προνόμιο να δείτε με τα ίδια σας τα μάτια και των οποίων είστε μάρτυρες.»

Στη συνέχεια έδωσε αρκετές οδηγίες για την αιώνια ζωή, δέχθηκε με ευλάβεια τα σωτήρια Μυστήρια του Σώματος και του Αίματος του Χριστού από τα χέρια του επισκόπου, κληροδότησε να ταφεί το σώμα της στην ίδια φτωχική σκηνή όπου βρισκόταν τώρα, ώστε η νεοσύστατη Εκκλησία του Καχέτι να μην μείνει ορφανή, και εν ειρήνη παρέδωσε το πνεύμα της στα χέρια του Κυρίου 584 .

Ο βασιλιάς και ο επίσκοπος, μαζί με ολόκληρο τον λαό, ένιωσαν βαθιά θλίψη για τον θάνατο αυτού του μεγάλου ασκητή της πίστης και της ευσέβειας. Σκόπευαν να μεταφέρουν τα πολύτιμα λείψανα της αγίας στον Καθεδρικό Ναό της Μτσχέτα και να τα θάψουν στη Ζωοδόχο Στήλη, αλλά παρά τις προσπάθειές τους, δεν μπόρεσαν να μετακινήσουν το φέρετρο της Αγίας Νίνας από τον τόπο ανάπαυσής της. Το σώμα της ευαγγελίστριας του Χριστού θάφτηκε στη θέση της ταπεινής σκηνής της στο χωριό Μπούντι (Μπόντμπι). Ο βασιλιάς Μιριαν σύντομα έθεσε τα θεμέλια στον τάφο της και ο γιος του, ο βασιλιάς Μπακούρ, ολοκλήρωσε την κατασκευή το 585 και καθαγίασε την εκκλησία στο όνομα του συγγενή της Αγίας Νίνας, του Αγίου Μεγαλομάρτυρα Γεωργίου. Αυτή η εκκλησία έχει ανακαινιστεί πολλές φορές, αλλά ποτέ δεν έχει καταστραφεί. Σώζεται μέχρι σήμερα. Σε αυτήν την εκκλησία ιδρύθηκε η Μητρόπολη Μπόντμπε, η αρχαιότερη σε όλο το Καχέτι, από την οποία άρχισε να εξαπλώνεται το κήρυγμα του Ευαγγελίου στα βάθη των βουνών του ανατολικού Καυκάσου.

Ο πανάγαθος Θεός δόξασε το άφθαρτο σώμα της Αγίας Νίνας, κρυμμένο με την εντολή της κάτω από ένα μόδι (και μετά από αυτήν, δεν ήταν συνηθισμένο στη Γεωργία να αποκαλύπτονται τα λείψανα των αγίων). Πολυάριθμα και συνεχή σημεία και θαύματα συνέβησαν στον τάφο της. Αυτά τα χαρισματικά σημεία, η αγία και αγγελική ζωή της Αγίας Νίνας και τα αποστολικά έργα που ανέλαβε και ολοκλήρωσε ένδοξα ώθησαν τη νεαρή Εκκλησία της Ιβηρίας, με την ευλογία της Εκκλησίας της Αντιόχειας, να αναγνωρίσει την Αγία Νίνα ως Ισαποστόλους Φωτίστρια της Ιβηρίας, να την προσθέσει στις τάξεις των αγίων και να καθιερώσει μια ετήσια εορτή προς τιμήν της στις 14 Ιανουαρίου, την ημέρα της μακαρίας κοίμησής της. Αν και το ακριβές έτος καθιέρωσης αυτής της εορτής είναι άγνωστο, προφανώς καθιερώθηκε λίγο μετά τον θάνατο της Αγίας Νίνας, καθώς λίγο αργότερα, άρχισαν να χτίζονται στην Ιβηρία εκκλησίες αφιερωμένες στην Αγία Νίνα, Ισαποστόλους. Μέχρι σήμερα, μια μικρή πέτρινη εκκλησία απέναντι από το Μτσχέτα προς τιμήν της Αγίας Νίνας, χτισμένη από τον βασιλιά Βαχτάνγκ Γκουργκ-Ασλάν το 586 στο βουνό όπου η Αγία Νίνα κατέστρεψε για πρώτη φορά το είδωλο Αρμάζ με την προσευχή της, παραμένει άθικτη.

Και η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία, η οποία καλωσόρισε την Ιβηρική Εκκλησία, ταραγμένη από πολυάριθμες επιθέσεις από τους άπιστους γείτονές της, σαν σε ασφαλές καταφύγιο, ποτέ δεν αμφέβαλε για την τιμή που τιμάει την Αγία Νίνα ως Ισαποστόλου. Ως εκ τούτου, οι ιεράρχες της, διορισμένοι επικεφαλής της Ιβηρικής Εκκλησίας με τον τίτλο του Εξάρχου της Γεωργίας , καθαγίασαν πολυάριθμες εκκλησίες στο όνομα της Αγίας Νίνας, ειδικά στα κτίρια των σχολείων θηλέων. Ένας από τους πρώην Εξάρχους της Γεωργίας, ο Μητροπολίτης Ισίδωρος, αργότερα προκαθήμενος της Πανρωσικής Εκκλησίας, μετέφρασε ακόμη και τη λειτουργία προς τιμήν της Αγίας Νίνας από τα γεωργιανά στα σλαβονικά και την δημοσίευσε το 1860, με την ευλογία της Ιεράς Συνόδου, για εκκλησιαστική χρήση.

Η Ορθόδοξη Ιβηρική Εκκλησία, η μεγαλύτερη αδελφή της Ρωσικής Εκκλησίας, δικαίως δοξάζει την ιδρύτριά της, την Αγία Νίνα, ως ισαποστόλους, η οποία φώτισε ολόκληρη την Ιβηρική γη με το άγιο βάπτισμα και μετέτρεψε πολλές χιλιάδες ψυχές στον Χριστό. Διότι αν αυτός που επιστρέφει έναν αμαρτωλό από την πλάνη της οδού του ( Ιάκωβος 5:20 ) και βγάζει το πολύτιμο από το αχρείο ( Ιερεμίας 15:19 ) είναι σαν στόμα Θεού, τότε πόσο περισσότερο αληθινά ήταν αυτή το στόμα του Θεού που μετέτρεψε τόσους πολλούς λαούς, που προηγουμένως αγνοούσαν τον αληθινό Θεό, από την καταστροφική πλάνη της ειδωλολατρίας! Ενώθηκε με το πλήθος των αγίων στη Βασιλεία του Χριστού του Θεού μας, στον οποίο, μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, αξίζει τιμή, δόξα, ευχαριστία και προσκύνηση, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

Δεν θα ήταν περιττό να αναφέρουμε εδώ τα εξής. Εντός των ορίων της σημερινής Γεωργίας (η οποία περιλαμβάνει το Καχέτι, το Κάρτλι, το Ιμερέτι, την Γκούρια, τη Μινγκρέλια, την Αμπχαζία, το Σβανέτι, μέρος της Οσετίας, καθώς και το Νταγκεστάν), ειδικά κατά μήκος της δυτικής ακτής της Κασπίας Θάλασσας, υπήρχαν, αν και σε μικρούς αριθμούς, Χριστιανοί ακόμη και πριν από την Αγία Νίνα, και ο ίδιος ο πρώτος ονομαζόμενος Απόστολος Ανδρέας , με τον ευαγγελικό λόγο του οποίου, σύμφωνα με την παράδοση, γέμισαν και τα βουνά του Κιέβου, κήρυξε πρώτος τον Χριστό Σωτήρα στα βουνά του Καυκάσου. Μια αρχαία παράδοση, που καταγράφεται στα γεωργιανά χρονικά, η οποία συμφωνεί με την αφήγηση στο Χετιί Μηναίο (κάτω από τις 30 Νοεμβρίου 588 ), λέει ότι ο Απόστολος Ανδρέας κήρυξε τον Χριστό στα ακόλουθα μέρη: στο Κλάρζετ, το οποίο βρίσκεται όχι μακριά από την Αχαλτσίχε, στα νοτιοδυτικά του 589. Στο Αντχβέρε, το σημερινό χωριό Ατσκούρ, κοντά στην είσοδο του φαραγγιού Μποργιόμι. στο Τσχούμ, το σημερινό Σουχούμ-Καλέ, στην Αμπχαζία, τη Μινγκρέλια και τη Βόρεια Οσετία. Στο Ατσκούρ, ο απόστολος ίδρυσε μια εκκλησία και άφησε εκεί μια θαυματουργή εικόνα της Μητέρας του Θεού, η οποία στη συνέχεια έχαιρε μεγάλης λατρείας όχι μόνο μεταξύ των Χριστιανών αλλά και μεταξύ των άπιστων ορεσίβιων. Υπάρχει μέχρι σήμερα στη Μονή Γαενάτ 590 , η οποία βρίσκεται κοντά στην πόλη Κουτάισι και ονομάζεται Ατσκούρ. Ο σύντροφος του Αποστόλου Ανδρέα, Σίμων ο Χαναναίτης , κήρυξε το Άγιο Ευαγγέλιο στους άγριους Σουανούς (Σβανετιανούς 591 ), οι οποίοι τον λιθοβόλησαν. Σύμφωνα με την τοπική παράδοση, ο τάφος του βρίσκεται στην αρχαία πόλη Νικοψία ή Ανακοπία.

Σχετικά με τον ιερό σταυρό από αμπέλια, τον οποίο η Μητέρα του Θεού έδωσε στην Αγία Νίνα, είναι γνωστά τα εξής: μέχρι το έτος 458 μ.Χ., ο σταυρός της Νίνας φυλασσόταν στον Καθεδρικό Ναό της Μτσχέτα. Στη συνέχεια, όταν οι πυρολάτρες άρχισαν διωγμό των Χριστιανών, ο ιερός σταυρός αφαιρέθηκε από τη Μτσχέτα από έναν μοναχό, τον Ανδρέα, και μεταφέρθηκε στην περιοχή του Ταρόν, στην Αρμενία, τότε ακόμη ομόθρησκος της Γεωργίας, και αρχικά φυλασσόταν στην Εκκλησία των Αγίων Αποστόλων, που οι Αρμένιοι ονομάζονταν Γκαζάρ-Βανκ (Καθεδρικός Ναός του Λαζάρου). Όταν άρχισαν και εδώ διωγμοί από τους Πέρσες Μάγους, οι οποίοι κατέστρεφαν παντού οτιδήποτε τιμούσαν οι Χριστιανοί, ο ιερός σταυρός της Νίνας μεταφέρθηκε και κρύφτηκε στα αρμενικά φρούρια Καπόφτι, Βανάκ, Καρς και στην πόλη Άνι. Αυτό συνεχίστηκε μέχρι το 1239 μ.Χ. Εκείνη την εποχή, η Γεωργιανή Βασίλισσα Ρουσουντάν, μαζί με τους επισκόπους της, ζήτησαν από τον Μογγόλο διοικητή Τσαρμαγκάν, ο οποίος είχε τότε καταλάβει την πόλη Άνι, να επιστρέψει τον Τίμιο Σταυρό της Νίνας στη Γεωργία, όπου ανήκε αρχικά. Και αυτός ο ιερός σταυρός τοποθετήθηκε ξανά στον Καθεδρικό Ναό της Μτσχέτα. Αλλά ακόμη και εδώ, βρήκε μόνο σύντομη ηρεμία: πολλές φορές, για να αποφευχθεί η βεβήλωση από τους εχθρούς, ο σταυρός της Νίνας κρυβόταν στα βουνά, άλλοτε στην Εκκλησία της Αγίας Τριάδας, η οποία εξακολουθεί να στέκεται στο Μικρό Όρος Καζμπέκ, άλλοτε στο φρούριο της Ανάνουρ, στην αρχαία Εκκλησία της Μητέρας του Θεού. Ο Γεωργιανός Μητροπολίτης Ρωμαίος, φεύγοντας από τη Γεωργία για τη Ρωσία το 1749, πήρε κρυφά τον σταυρό της Νίνας μαζί του και τον έδωσε στον Τσαρέβιτς Μπακάρ Βαχτάνγκοβιτς, ο οποίος τότε διέμενε στη Μόσχα. Για περίπου πενήντα χρόνια μετά, αυτός ο σταυρός παρέμεινε στο χωριό Λύσκοβο, στο Κυβερνείο Νίζνι Νόβγκοροντ, στην ιδιοκτησία Γεωργιανών πριγκίπων, απογόνων του βασιλιά Βαχτάνγκ, οι οποίοι είχαν μεταναστεύσει στη Ρωσία το 1724. Ο προαναφερθείς εγγονός του Μπακάρ, πρίγκιπας Γεώργιος Αλεξάντροβιτς, δώρισε τον σταυρό της Αγίας Νίνας στον αυτοκράτορα Αλέξανδρο Παύλοβιτς το 1801, ο οποίος χάρηκε που επέστρεψε αυτό το μεγάλο λείψανο στη Γεωργία. Από τότε μέχρι σήμερα, αυτό το σύμβολο των αποστολικών έργων της Αγίας Νίνας φυλάσσεται στον Καθεδρικό Ναό Σιόνι στην Τιφλίδα, κοντά στη βόρεια πύλη του βωμού, σε μια ασημένια λειψανοθήκη. Στο πάνω μέρος αυτής της λειψανοθήκης υπάρχει μια ανάγλυφη εικόνα της Αγίας Νίνας και των θαυμάτων που έγιναν μέσω αυτής με τη δύναμη του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού.

Όσον αφορά την τήβεννο του Κυρίου, την οποία η Αγία Νίνα ήρθε από την Ιερουσαλήμ στην Ιβηρία για να αναζητήσει, τα γεωργιανά χρονικά αναφέρονται συνοπτικά σε αυτήν. Από τη μαρτυρία τους, είναι σαφές ότι η Νίνα αναμφίβολα βρήκε μόνο το μέρος όπου ήταν κρυμμένη η τήβεννο του Κυρίου - δηλαδή, τον τάφο στον οποίο, μαζί με την αποθανούσα κόρη Σιδωνία, ήταν θαμμένη και η πολύτιμη τήβεννο του Κυρίου. Αν και ο κέδρος που φύτρωνε σε αυτόν τον τάφο κόπηκε με εντολή της Αγίας Νίνας, ο κορμός του, κάτω από τον οποίο ήταν κρυμμένο το φέρετρο της Σιδωνίας και μέσα σε αυτό, η τήβεννος του Κυρίου, έμεινε άθικτος, πιστεύεται ότι έγινε με εντολή του φωτεινού άνδρα που εμφανίστηκε στη Νίνα και της είπε τρία μυστηριώδη λόγια στο αυτί καθώς προσευχόταν δακρυσμένη σε αυτή τη ρίζα εκείνο το βράδυ. Αυτό πιστεύεται ότι επειδή από τότε και στο εξής η Νίνα δεν σκέφτηκε ποτέ ξανά να αφαιρέσει τη ρίζα του κέδρου και να ανοίξει τον τάφο της Σιδωνίας, ούτε αναζήτησε τον χιτώνα του Κυρίου, που της ήταν τόσο αγαπητός, σε κανένα άλλο μέρος.

Κάποτε παρηγόρησε τον βασιλιά Μιριανό όταν ήταν λυπημένος από το γεγονός ότι οι πρέσβεις του, έχοντας λάβει από τον βασιλιά Κωνσταντίνο ένα κομμάτι από το ζωογόνο ξύλο του Σταυρού του Κυρίου και ένα καρφί, δεν τα έφεραν στην Μτσχέτα, αλλά άφησαν το πρώτο στη Μαίγλις και το δεύτερο στην Ιερουσαλήμ. Ο άγιος του είπε:

«Μην λυπάσαι, Τσάρε! Αυτό ήταν απαραίτητο—για να προστατευθούν τα σύνορα του βασιλείου σου από τη θεϊκή δύναμη του Σταυρού του Χριστού και για να εξαπλωθεί η χριστιανική πίστη. Για σένα και την πρωτεύουσά σου, η χάρη που κατοικεί εδώ το πιο έντιμο ένδυμα του Κυρίου είναι αρκετή».

Η παρουσία του χιτώνα του Κυρίου κάτω από τη ρίζα του κέδρου, τόσο κατά τη διάρκεια της ζωής της Αγίας Νίνας όσο και μετά, εκδηλώθηκε με τη ροή θεραπευτικού και ευωδιαστού μύρου από τον στύλο και τη ρίζα του. Αυτό το μύρο σταμάτησε να ρέει μόνο τον 13ο αιώνα, όταν ο χιτώνας ανασύρθηκε από το έδαφος. Η παρουσία του ιερού χιτώνα αποκαλύφθηκε επίσης μέσω της τιμωρίας εκείνων των απίστων που, από περιέργεια, τόλμησαν να αγγίξουν το μέρος. Ο Καθόλικος Νικόλαος Α' , ο οποίος κυβέρνησε την Γεωργιανή Εκκλησία στα μέσα του δωδέκατου αιώνα (1150-1160), γνωστός για την αγιότητα και τη σοφία του, σημειώνοντας ότι πολλοί στην εποχή του αμφέβαλλαν για το αν ο χιτώνας του Κυρίου βρισκόταν πραγματικά κάτω από τον ζωογόνο στύλο, λέει ότι αν και τέτοιες αμφιβολίες είναι φυσικές, γιατί ο χιτώνας του Κυρίου δεν έχει αποκαλυφθεί ποτέ και κανείς δεν τον έχει δει ποτέ, αυτά τα σημεία και τα θαύματα - τόσο τα προηγούμενα όσο και αυτά που τώρα εκτελούνται μπροστά στα μάτια όλων - προέρχονται από τον χιτώνα του Κυρίου και μόνο μέσω του στύλου που ρέει μύρο. Απαριθμώντας τα θαύματα που πραγματοποίησε ο χιτώνας του Κυρίου, ο Καθολικός Νικόλαος θυμάται πώς η σύζυγος ενός Τούρκου σουλτάνου κάηκε από φωτιά που έβγαινε από τη γη όταν, από περιέργεια, ήθελε να ανοίξει τον τάφο της Σιδωνίας και να δει τον χιτώνα του Κυρίου. Οι Τάταροι νεκροθάφτες που έστειλε χτυπήθηκαν από μια αόρατη δύναμη.

«Αυτό το θαύμα», λέει, «πολλοί το έχουν δει και είναι γνωστό σε όλους».

Περίπου 40 χρόνια πριν από τον θάνατο του Καθολικού Νικολάου, η Τιφλίδα και η Μτσχέτα καταλήφθηκαν πράγματι από τους Σελτζούκους Τούρκους, οι οποίοι αργότερα εκδιώχθηκαν από τη Γεωργία από τον βασιλιά Δαβίδ τον Αποκαταστάτη, ο οποίος βασίλευσε από το 1089 έως το 1125. Ο Καθολικός Νικόλαος επεσήμανε το ρέον μύρο ως ένα διαρκές θαύμα, πάντα ορατό σε όλους.

«Όλοι βλέπουν», λέει, «την υγρασία στην ανατολική πλευρά του στύλου· στην άγνοιά τους, κάποιοι προσπάθησαν να καλύψουν την περιοχή με ασβέστη, αλλά δεν μπόρεσαν να σταματήσουν τη ροή του μύρου. Και πόσες θεραπείες έχουν επιτευχθεί μέσω αυτού — είμαστε όλοι μάρτυρες αυτού».

Αυτός ο Καθολικός Νικόλαος συνέθεσε μια λειτουργία προς τιμήν της ανακάλυψης του χιτώνα του Κυρίου κάτω από τον ζωογόνο στύλο (αυτή η λειτουργία διορθώθηκε και συμπληρώθηκε αργότερα από τους Καθολικούς Βησσαρίωνα και Αντώνιο) και είπε:

– Είναι απαραίτητο να στολίσουμε με μια λαμπρή γιορτή τον στύλο που ανέστησε ο ίδιος ο Θεός και τον χιτώνα του Σωτήρα μας Ιησού Χριστού που βρίσκεται από κάτω του.

(Εδώ τελειώνουν οι πληροφορίες που δανείστηκαν από τον Καθολικό Νικόλαο.)

Η ροή του μύρου από τον προαναφερθέντα ζωογόνο στύλο σταμάτησε όταν, με το θέλημα του Θεού, ο χιτώνας του Κυρίου αφαιρέθηκε από το έδαφος.

«Αυτό συνέβη», λέει ένας ανώνυμος Γεωργιανός συγγραφέας, «κατά τη διάρκεια των δύσκολων χρόνων για όλη τη Γεωργία, της εισβολής των βαρβαρικών ορδών του Ταμερλάνου, ή μάλλον του Τζένγκις Χαν, το 593, όταν κατέλαβαν την Τιφλίδα, έσφαξαν τους κατοίκους της, που αριθμούσαν περίπου εκατό χιλιάδες, κατέστρεψαν όλες τις εκκλησίες της Τιφλίδας και την Εκκλησία της Σιών, βεβήλωσαν όλα τα χριστιανικά ιερά, καθώς και τη θαυματουργή εικόνα της Μητέρας του Θεού της Σιών, την οποία ανάγκασαν τους ίδιους τους Χριστιανούς να πατήσουν. Μετά από αυτό, όρμησαν στην πόλη Μτσχέτα, της οποίας οι κάτοικοι κατέφυγαν, μαζί με τους επισκόπους τους, στα δάση και στα δυσπρόσιτα ορεινά φαράγγια. Τότε, ένας ευσεβής άνθρωπος, προβλέποντας την καταστροφή της Μτσχέτα και μη θέλοντας να αφήσει την ιερότητα του ναού της να βεβηλωθεί από βαρβάρους, άνοιξε το φέρετρο της Σιδωνίας μετά από μια προκαταρκτική προσευχή στον Θεό, αφαίρεσε το πιο πολύτιμο χιτώνα του Κυρίου από αυτό και στη συνέχεια το παρέδωσε στον αρχιερέα. Η εκκλησία της Μτσχέτα, ένα μεγαλοπρεπές οικοδόμημα του βασιλιά Βαχτάνγκ Γκουργκ-Ασλάν, καταστράφηκε ολοσχερώς. Από τότε και στο εξής, το χιτώνα του Κυρίου φυλασσόταν στο σκευοφυλάκιο των Καθολικών μέχρι την αποκατάσταση της εκκλησίας της Μτσχέτα στην προηγούμενη δόξα της (στην οποία παραμένει μέχρι σήμερα) από τον Τσάρο Αλέξανδρο Α΄, ο οποίος βασίλευσε στη Γεωργία από το 1414 έως το 1442. Η τήβεννος του Κυρίου μεταφέρθηκε στη συνέχεια σε αυτόν τον καθεδρικό ναό και, για καλύτερη διατήρηση, κρύφτηκε μέσα στον σταυρό της εκκλησίας, όπου παρέμεινε μέχρι τον 17ο αιώνα. Το 1625, ο Πέρσης Σάχης Αμπάς, έχοντας κατακτήσει την Ιβηρική γη και την έλεγξε, προκειμένου να εξασφαλίσει την εύνοια της ρωσικής βασιλικής αυλής, η οποία ήδη προστάτευε τη Γεωργία εκείνη την εποχή, πήρε τον χιτώνα του Κυρίου από την εκκλησία της Μτσχέτα, τον τοποθέτησε σε ένα χρυσό κιβώτιο στολισμένο με πολύτιμους λίθους και, με ειδική επιστολή, τον έστειλε ως ανεκτίμητο δώρο στον Αγιότερο Πατριάρχη Πασών των Ρωσιών Φιλάρετο, πατέρα του τότε βασιλεύοντος Τσάρου Μιχαήλ Φεοντόροβιτς. Ο ευσεβής Τσάρος Μιχαήλ και η Αγιότητά του Πατριάρχης Φιλάρετο, αποδεχόμενοι με χαρά αυτό το μεγάλο δώρο, που ξεπερνούσε απείρως όλα τα πιο πολύτιμα γήινα δώρα, συνέλεξαν από τους Έλληνες επισκόπους και τους σοφούς πρεσβύτερους τότε στη Μόσχα τις παραδόσεις που τους ήταν γνωστές σχετικά με το Ένδυμα Κυρίου—ο χιτώνας του Κυρίου Θεού και Σωτήρα μας Ιησού Χριστού ( Ιωάννης 19:23-24 ). Αυτές οι παραδόσεις συμφωνούν με όσα αναφέρονται επίσης εδώ. Αφού έλαβε, μετά από προσευχή και νηστεία, επιβεβαίωση—μέσω πολυάριθμων θαυματουργών θεραπειών που έλαβαν μετά την τοποθέτηση αυτού του ενδύματος στους ασθενείς—ότι ήταν πράγματι το ένδυμα του Χριστού, ο Τσάρος και ο Πατριάρχης διέταξαν να κατασκευαστεί ένα ειδικό δωμάτιο, στολισμένο με πολύτιμα στολίδια, στη δεξιά γωνία της δυτικής πλευράς του Καθεδρικού Ναού της Κοιμήσεως της Θεοτόκου της Μόσχας και τοποθέτησαν εκεί το ένδυμα του Χριστού. Παραμένει εκεί μέχρι σήμερα. Όλοι το συλλογίζονται και το λατρεύουν με την πρέπουσα ευλάβεια. Από αυτό, εξακολουθούν να χορηγούνται θεραπείες στους ασθενείς και βοήθεια σε όλους όσους έρχονται με πίστη. Στη Ρωσική Εκκλησία, από την εποχή του Αγιωτάτου Πατριάρχη Φιλαρέτου, καθιερώθηκε στις 10 Ιουλίου 594.Η Γιορτή της Αποκαθήλωσης του Χιτώνα, δηλαδή του Χιτώνα του Κυρίου. Αν και στην Ιβηρική Εκκλησία η Γιορτή του Χιτώνα του Κυρίου, την 1η Οκτωβρίου, καθιερώθηκε μόλις τον δωδέκατο αιώνα, μπορεί να υποτεθεί ότι στην Ιβηρία, ειδικά στη Μτσχέτα, αυτή η ημέρα γιορταζόταν - όπως γιορτάζεται σήμερα - αν όχι από την εποχή του πρώτου Χριστιανού βασιλιά, Μιριανού, τουλάχιστον από τον πέμπτο αιώνα, δηλαδή, από την ένδοξη βασιλεία του Βαχτάνγκ Γκουργκ-Ασλάν. Γιορταζόταν ως η σημαντική ημέρα των καθαγιασμάτων της μεγαλοπρεπούς νέας εκκλησίας της Μτσχέτα, την οποία έχτισε στη θέση της αρχαίας Εκκλησίας της Μιριανού.


* * *


Σημειώσεις

553 

Η Ιβηρία, ή Γεωργία, είναι μια χώρα στην Υπερκαυκασία που, πριν από την προσάρτησή της από τη Ρωσία (18 Ιανουαρίου 1801), ήταν ανεξάρτητο βασίλειο και είχε διάφορα σύνορα σε διάφορες χρονικές περιόδους. Με τη στενή έννοια, το όνομα Γεωργία χρησιμοποιείται σήμερα συχνότερα για το Κυβερνείο της Τιφλίδας, όπου οι Γεωργιανοί αποτελούν την πλειοψηφία του πληθυσμού.

554 

Η Μτσχέτα, η αρχαία πρωτεύουσα της Γεωργίας, είναι τώρα ένα μικρό χωριό στην περιοχή Ντουσέτι του Κυβερνείου Τιφλίδας, στη συμβολή των ποταμών Αράγκβα και Κούρα, 20 μίλια βορειοδυτικά της Τιφλίδας. Είναι ένας σταθμός στον Υπερκαυκάσιο Σιδηρόδρομο και την Γεωργιανή Στρατιωτική Οδό. Η Μτσχέτα υπήρχε ήδη από τις αρχές του 4ου αιώνα και παρέμεινε η κατοικία των ηγεμόνων της Γεωργίας μέχρι τα τέλη του 5ου αιώνα, όταν ο βασιλιάς Βαχτάνγκ Γκουργκ-Ασλάν μετέφερε την πρωτεύουσα στην Τιφλίδα. Τον ίδιο αιώνα, η Μτσχέτα έγινε η κατοικία του πατριάρχη, ο οποίος έφερε τον τίτλο του Καθολικού της Μτσχέτα. Η Μτσχέτα δέχθηκε επανειλημμένα εχθρικές εισβολές, οι οποίες την ισοπέδωσαν και, ως αποτέλεσμα, περιήλθε σε πλήρη ερείπωση. Μνημεία της παλιάς δόξας της Μτσχέτα περιλαμβάνουν τον αρχαίο Καθεδρικό Ναό των Δώδεκα Αποστόλων και την Εκκλησία Σαμτάβρο.

555 

Οι Καρτβελιανοί είναι στην πραγματικότητα Γεωργιανοί και συγγενείς λαοί της καυκάσιας φυλής.

556 

Η Αρμενία είναι μια ορεινή χώρα ανάμεσα στον ποταμό Κούρα και τις πηγές των ποταμών Τίγρη και Ευφράτη. Κατοικούνταν από τους Αρμένιους, οι οποίοι πήραν το όνομά τους από τον βασιλιά Αράμ. Σήμερα, η Αρμενία είναι διαιρεμένη μεταξύ Ρωσίας, Περσίας και Τουρκίας.

557 

Το Βαγαρσαπάτ ήταν κάποτε η πρωτεύουσα του αρμενικού βασιλείου (που ιδρύθηκε από τον βασιλιά Βαγαρσάκ), τώρα χωριό στην επαρχία Εριβάν, στην περιοχή Ετσμιάτζιν, 18 μίλια από την πόλη του Εριβάν.

558 

Ο Τιριδάτης ανέβηκε στον θρόνο το 286 και αρχικά ήταν ένας σκληρός διώκτης των Χριστιανών. Στη συνέχεια, ασπάστηκε τον Χριστιανισμό από τον άγιο μάρτυρα Γρηγόριο της Αρμενίας (τιμάται στις 30 Σεπτεμβρίου) και από τότε έγινε ένας ζηλωτής Χριστιανός. Το 302, υπό την κυριαρχία του, ολόκληρη η Αρμενία ασπάστηκε τον Χριστιανισμό.

559 

Η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά τη μνήμη αυτών των αγίων μαρτύρων, των οποίων ο θάνατος χρησίμευσε ως αιτία για τη μεταστροφή του βασιλιά Τιριδάτη και ολόκληρης της Αρμενίας στον Χριστό, στις 30 Σεπτεμβρίου.

560 

Ο Κούρα είναι ο μεγαλύτερος ποταμός στην περιοχή του Καυκάσου· από τις πηγές του μέχρι τις εκβολές του στην Κασπία Θάλασσα μαζί με τον ποταμό Άρακ, έχει μήκος 1.244 μίλια.

561 

Σύμφωνα με τον μύθο, η πόλη Ουρμπνήσι χτίστηκε από τον Ούπλη, γιο του Μουχέτου, του δισέγγονου του Ιάφεθ, 2340 χρόνια π.Χ.

562 

Υπάρχει ένας θρύλος ότι τόσο βρέφη όσο και νέοι άνδρες θυσιάζονταν σε είδωλα.

563 

Μονή Σαμτάβρο, κοινοτικό γυναικείο μοναστήρι, στην επαρχία Τιφλίδας, 51 μίλια από την πόλη Ντουσέτα, στη συμβολή των ποταμών Αράγκβα και Κούρα.

564 

Καρταλίνια είναι το όνομα της χώρας κατά μήκος της κοιλάδας του ποταμού Κούρα. Η Καρταλίνια, μαζί με την Καχέτι, ήταν κάποτε μέρος του Ιβηρικού Βασιλείου. Οι Εβραίοι ζούσαν στην Ιβηρία από την αρχαιότητα, εγκαταστάθηκαν εκεί μετά τη βαβυλωνιακή αιχμαλωσία. Πιστοί στα έθιμά τους, επισκέπτονταν την Ιερουσαλήμ κατά τους εορτασμούς του Πάσχα. Εκεί άκουσαν ιστορίες για τη ζωή του Χριστού, τις διδασκαλίες του και τα θαύματά του.

565 

Ακολουθία για την τοποθέτηση του χιτώνα του Κυρίου, δηλαδή του χιτώνα, στα γεωργιανά.

566 

Ο Αράγκβα είναι ένας αριστερός παραπόταμος του Κούρα, που εκβάλλει σε αυτόν κοντά στο Μτσχέτα· το μήκος του είναι 100 μίλια.

567 

Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ο Μέγας βασίλευσε από το 306 έως το 337.

568 

Η Αφροδίτη είναι η ελληνορωμαϊκή θεά της ομορφιάς και του έρωτα. Οι εορτασμοί προς τιμήν της χαρακτηρίζονταν από ακραία ακολασία και εξαχρείωση.

569 

Από την ευχή της ολοκλήρωσης του μυστηρίου της ιεροσύνης.

570 

20 μίλια βορειοδυτικά της πόλης Μτσχέτα.

571 

Στην κορυφή του όρους Θότι στέκει μέχρι σήμερα μια εκκλησία που χτίστηκε από τον Μίριαν.

572 

Δεν ήταν νωρίτερα από το 323 μ.Χ. Πολλά χρονικά υποδεικνύουν διαφορετικά έτη, από το 276 έως το 338. Ο Μιριανός βασίλευσε από το 263 έως το 342. Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ο Μέγας, στον οποίο ο Μιριανός έστειλε πρεσβεία σχετικά με τον επίσκοπο, έγινε ο μοναδικός ηγεμόνας τόσο του δυτικού όσο και του ανατολικού μισού της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας το 323, μετά την εκθρόνιση του Λικίνιου, του ηγεμόνα των ανατολικών περιοχών και διώκτη των Χριστιανών.

573 

Ένας πήχης, ή κύμπιτ, είναι ένα μέτρο μήκους ίσο με 10 1/2 βερσόκ.

574 

Από την ιστορία της Γεωργίας είναι σαφές ότι οι Γεωργιανοί, ειδικά εκείνοι των ανώτερων τάξεων, δεν άλλαξαν τα εθνικά τους ονόματα ούτε καν κατά τη διάρκεια του Χριστιανισμού.

575 

Εδώ, φυσικά, η Αντιόχεια της Συρίας είναι μια από τις παλαιότερες και πλουσιότερες πόλεις της Συρίας, η πρωτεύουσά της. Σήμερα, η Αντιόχεια είναι μια μικρή τουρκική πόλη.

576 

Άλλοι ισχυρίζονται ότι ο Μιριανός είχε προσωπική συνάντηση με τον Μέγα Κωνσταντίνο, ότι ο ίδιος ταξίδεψε στα Ιεροσόλυμα και ζήτησε το μέρος όπου ο Λωτ είχε δει την πινακίδα για να χτίσει ένα μοναστήρι προς τιμήν του Σταυρού του Κυρίου.

577 

Η παραλαβή αυτών των ανεκτίμητων δώρων υποδεικνύει μια εποχή που δεν αναφέρεται στα γεωργιανά χρονικά - ότι οι πρεσβευτές του Μιριανού βρίσκονταν στην Κωνσταντινούπολη μεταξύ 326 και 330, εκ των οποίων ο Σταυρός του Κυρίου βρέθηκε τον πρώτο χρόνο, και η καθαγίαση της Κωνσταντινούπολης και η μεταφορά της πρωτεύουσας εδώ από την αρχαία Ρώμη έλαβαν χώρα τον τελευταίο χρόνο.

578 

Τώρα στην περιοχή Αχαλτσίχε.

579 

Βρίσκεται σε ερείπια για πολύ καιρό.

580 

Στα μέσα του 13ου αιώνα, αυτό το καρφί τοποθετήθηκε στο στέμμα της μίτρας ενός επισκόπου από τον βασιλιά Δαβίδ Θ΄, γιο του Ρουσουντάνι. Στη συνέχεια, το 1681, αυτή η μίτρα μεταφέρθηκε στη Μόσχα από τον Τσάρο Αρχίλ, όπου παραμένει μέχρι σήμερα στον Καθεδρικό Ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου.

581 

Αυτό το ιερό κειμήλιο θεωρείται χαμένο. Είναι πιο πιθανό ότι κατά τη διάρκεια των ταραγμένων χρόνων της Γεωργίας, το δέντρο χωρίστηκε σε πολλά κομμάτια και, με αυτή τη μορφή, βρήκε τον δρόμο του σε ιδιωτικές κατοικίες. Και τώρα, σημαντικά τμήματα του ζωογόνου δέντρου μπορούν να φανούν στις οικογενειακές εικόνες των Γεωργιανών πριγκίπων.

582 

Στη συνέχεια, σε αυτό το σημείο χτίστηκαν μια εκκλησία προς τιμήν του Τιμίου Σταυρού και ένα μοναστήρι. Η εκκλησία υπάρχει μέχρι σήμερα. Το μοναστήρι καταστράφηκε τον 14ο αιώνα από τον Ταμερλάνο. Ο σταυρός μεταφέρθηκε στον Καθεδρικό Ναό της Μτσχέτα. Το 1725, ασημώθηκε από τον βασιλιά Τεϊμουράζ Β΄ και παραμένει πίσω από την Αγία Τράπεζα μέχρι σήμερα.

583 

Ο Ιόρα είναι δεξιός παραπόταμος του ποταμού Αλαζάνι (αριστερός παραπόταμος του ποταμού Κούρα). Το μεγαλύτερο μέρος του ποταμού Ιόρα βρίσκεται στο Κυβερνείο Τιφλίδας. Η περιφερειακή πόλη Τιόνστι, που αναφέρεται στον Βίο της Αγίας Νίνας, βρίσκεται στις όχθες του ποταμού Ιόρα.

584 

Η Αγία Νίνα πέθανε το 335 μ.Χ.

585 

Το 342 μ.Χ.

586 

Βασίλεψε στη Γεωργία από το 446 έως το 459 μ.Χ.

587 

Ένας έξαρχος είναι ένας αρχιεπίσκοπος που διοικεί τις εκκλησίες μιας συγκεκριμένης περιοχής. Σήμερα, στη Ρωσία, τον τίτλο του έξαρχου κατέχει ο Αρχιεπίσκοπος Γεωργίας.

588 

Η μνήμη του Αγίου Αποστόλου Ανδρέα του Πρωτοκλήτου εορτάζεται στις 30 Νοεμβρίου.

589 

Το Ασάλτσιχ είναι μια επαρχιακή πόλη της επαρχίας Τιφλίδας, στην περιοχή Αχαλτσίχε.

590 

Μονή Γαενάτσκι της Γεννήσεως της Θεοτόκου, μέρος της Επισκοπής Ιμερέτι, οκτώ μίλια από το Κουτάισι. Ιδρύθηκε στις αρχές του 12ου αιώνα. Γνωστή και τοπικά ως Μονή Γκελάτι.

591 

Οι Σβανέτι είναι μια μικρή ορεινή φυλή του Καυκάσου, γνωστή από την αρχαιότητα ως Σβάνοι ή Σουάν, και κατοικούσε στις άνω περιοχές του ποταμού Ινγκούρ, στους νότιους πρόποδες του όρους Ελμπρούς και κατά μήκος του δεξιού παραποτάμου του ποταμού Κόνα, του Τσκενίς-Τσκάλι. Στην αρχαιότητα, οι Σβανέτι ασχολούνταν κυρίως με λεηλασίες και δεν υποτάσσονταν σε κανέναν από τους γειτονικούς ηγεμόνες της Μινγκρέλια, του Ιμερέτι ή της Γεωργίας. Μόνο στα τέλη του 15ου αιώνα οι Γεωργιανοί πρίγκιπες κατάφεραν να εδραιώσουν την εξουσία τους στο κάτω Σβανέτι, οδηγώντας στην απελευθέρωση των αγροτών στην Υπερκαυκασία. Το ελεύθερο Σβανέτι υποτάχθηκε για πρώτη φορά στους Ρώσους μόλις το 1853.

592 

Καθολικός (ελληνικά: οικουμενικός) είναι ο τίτλος του ανώτατου ιεράρχη της αυτοκέφαλης Γεωργιανής Εκκλησίας, ο οποίος υιοθετήθηκε μετά την ανεξαρτησία της εκκλησίας από το Πατριαρχείο Αντιόχειας, υπό τον βασιλιά Βαχτάνγκ Γκουργκ-Ασλάν (446–459). Όταν η Γεωργιανή Εκκλησία έγινε μέρος της Ρωσικής Εκκλησίας, ο ανώτατος ιεράρχης της έγινε γνωστός ως έξαρχος το 1811. Από τα μέσα του έκτου αιώνα, ο τίτλος του Καθολικού έχει επίσης εφαρμοστεί στον ανώτατο ιεράρχη της Αρμενικής Εκκλησίας.

593 

Γύρω στο 1228, η εκκλησία της Μτσχέτα καταστράφηκε επίσης. Ο Ταμερλάνος εισέβαλε στη Γεωργία το 1387, όταν η εκκλησία της Μτσχέτα δεν υπήρχε πλέον. Η εκκλησία αναστηλώθηκε από τον Τσάρο Αλέξανδρο Α΄ τον 15ο αιώνα.

594 

Δεδομένου ότι η Χιτώνα του Κυρίου μεταφέρθηκε στη Ρωσία κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Σαρακοστής, ο εορτασμός της μεταφέρθηκε στις 10 Ιουλίου (την ημέρα πριν από τη στέψη του Τσάρου Μιχαήλ Φεοντόροβιτς).