Σάββατο 30 Μαΐου 2026

 


 



ΕΑΝ   ΘΕΛΕΤΕ
ΕΠΙΣΚΕΦΘΕΙΤΕ
ΤΙΣ ΠΑΡΑΚΑΤΩ 
ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΕΣ ΞΕΝΕΣ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΕΣ



(σελίδες  385 - 392 )


 




Ψ Υ Χ Ο Σ Α Β Β Α Τ Ο Ν







Τὸ Ψυχοσάββατο πρὶν ἀπὸ τὴν Κυριακή τῆς Πεντηκοστής ἔχει τὸ ἑξῆς νόημα:  Μὲ τὸ δεύτερο Ψυχοσάββατο διατρανώνεται ἡ πίστη μας γιὰ τὴν καθολικότητα τῆς Ἐκκλησίας, τῆς ὁποίας τὴν ἵδρυση καὶ τὰ γενέθλια (ἐπὶ γὴς) γιορτάζουμε κατὰ τὴν Πεντηκοστή. Μέσα στὴ μία Ἐκκλησία περιλαμβάνεται ἡ στρατευομένη ἐδῶ στὴ γῆ καὶ ἡ θριαμβεύουσα στοὺς οὐρανούς. Κατὰ τὰ δύο μεγάλα Ψυχοσάββατα ἡ Ἐκκλησία μᾶς καλεῖ σὲ μία παγκόσμια ἀνάμνηση «πάντων τῶν ἀπ’ αἰῶνος κοιμηθέντων εὐσεβῶς ἐπ’ ἐλπίδι ἀναστάσεως ζωῆς αἰωνίου». Μνημονεύει:

* Ὅλους ἐκείνους ποὺ ὑπέστησαν «ἄωρον θάνατον», σὲ ξένη γῆ καὶ χώρα, σὲ στεριὰ καὶ σὲ θάλασσα.

* Ἐκείνους ποὺ πέθαναν ἀπὸ λοιμικὴ ἀσθένεια, σὲ πολέμους, σὲ παγετούς, σὲ σεισμοὺς καὶ θεομηνίες.

* Ὅσους κάηκαν ἢ χάθηκαν.

* Ἐκείνους ποὺ ἦταν φτωχοὶ καὶ ἄποροι καὶ δὲν φρόντισε κανεὶς νὰ τοὺς τιμήσει μὲ τὶς ἀνάλογες Ἀκολουθίες καὶ τὰ Μνημόσυνα.

Ὁ Θεὸς δὲν περιορίζεται ἀπὸ τόπο καὶ χρόνο. Γι Αὐτὸν εἶναι γνωστὰ καὶ συνεχῶς παρόντα ὄχι μόνο ὅσα ἐμεῖς ἀντιλαμβανόμαστε στὸ παρόν, ἀλλὰ καὶ τὰ παρελθόντα καὶ τὰ μέλλοντα. Τὸ διατυπώνει λυρικότατα μία προσευχὴ τῆς Ἀκολουθίας τῆς θείας Μεταλήψεως, ποὺ ἀποδίδεται στὸν ἅγιο Ἰωάννη Δαμασκηνὸ ἡ στὸν ἅγιο Συμεὼν τὸν νέο θεολόγο:

«Ἐπὶ τὸ βιβλίον δέ σου καὶ τὰ μήπω πεπραγμένα γεγραμμένα σοὶ τυγχάνει».

Ὡς αἰώνιος καὶ πανταχοῦ παρὼν ὁ πανάγαθος Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς ἀγκαλιάζει μὲ τὴ θεία του πρόνοια τὸ ἄπειρο σύμπαν καὶ τοὺς ἀτέρμονες αἰῶνες. Ὅλους τους ἀνθρώπους ποὺ ἔζησαν, ζοῦν καὶ θὰ ζήσουν τοὺς νοιάζεται ἡ ἀγάπη τοὺ• «ἡ γὰρ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ συνέχει ἠμᾶς» (Β' Κὸ 5,14).

Μὲ αὐτὴν τὴν πίστη ἀναθέτουμε στὴν ἀγάπη καὶ στὴν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ «ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους», τοὺς ζωντανοὺς ἀλλὰ καὶ τοὺς κεκοιμημένους μας.

Ἂς δοῦμε τί ἔλεγε γιὰ τὰ μνημόσυνα ὁ μακαριστός π. Παΐσιος (ἀπὸ τὸν Δ’ τόμο, Οἰκογενειακὴ Ζωή,Λόγοι τοῦ π.Παισίου, Ἐκδόσεις Ἡσυχαστήριο Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ὁ Θεολόγος, Σουρωτή, Θεσσαλονίκη).

- Γέροντα, οἱ ὑπόδικοι νεκροὶ (πλὴν τῶν Ἁγίων) μποροῦν νὰ προσεύχονται;

- Ἔρχονται σὲ συναίσθηση καὶ ζητοῦν βοήθεια, ἀλλὰ δὲν μποροῦν νὰ βοηθήσουν τόν εαυτό τους. Ὅσοι βρίσκονται στὸν Ἅδη μόνο ἕνα πράγμα θὰ ἤθελαν ἀπὸ τὸν Χριστό: νὰ ζήσουν πέντε λεπτὰ γιὰ νὰ μετανοήσουν. Ἐμεῖς ποὺ ζοῦμε, ἔχουμε περιθώρια μετανοίας, ἐνῶ οἱ καημένοι οἱ κεκοιμημένοι δὲν μποροῦν πιὰ μόνοι τους νὰ καλυτερεύσουν τὴν θέση τους, ἀλλὰ περιμένουν ἀπὸ ἐμᾶς βοήθεια. Γι’ αὐτὸ ἔχουμε χρέος νὰ τοὺς βοηθοῦμε μὲ τὴν προσευχή μας.

Γιατί, τί νὰ τοὺς κάνει ὁ Θεός; Σὰν ἕνα παιδὶ ποὺ ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὸν πατέρα του, σπαταλάει ὅλη τὴν περιουσία του καὶ ἀπὸ πάνω βρίζει καὶ τὸν πατέρα του. Ε, τί νὰ τὸ κάνει αὐτὸ ὁ πατέρας του; Οἱ ἄλλοι ὅμως οἱ ὑπόδικοι, ποὺ ἔχουν λίγο φιλότιμο, αἰσθάνονται τὴν ἐνοχή τους, μετανοοῦν καὶ ὑποφέρουν γιὰ τὶς ἁμαρτίες. Ζητοῦν νὰ βοηθηθοῦν καὶ βοηθιοῦνται θετικά μέ τίς προσευχές τῶν πιστῶν. Τοὺς δίνει δηλαδὴ ὁ Θεὸς μία εὐκαιρία, τώρα ποὺ εἶναι ὑπόδικοι, νὰ βοηθηθοῦν μέχρι νὰ γίνει ἡ Δευτέρα Παρουσία. Καὶ ὅπως σὲ αὐτὴ τὴ ζωή, ἂν κάποιος εἶναι φίλος μὲ τὸν βασιλιά, μπορεῖ νὰ μεσοαλαβήσει καὶ νὰ βοηθήσει ἕναν ὑπόδικο, ἔτσι κι ἂν εἶναι κανεὶς φίλος μὲ τὸν Θεό, μπορεῖ νὰ μεσολαβήσει στὸ Θεὸ μὲ τὴν προσευχή του καὶ νὰ μεταφέρει τοὺς ὑπόδικους ἀπὸ τὴν μία φυλακὴ σὲ ἄλλη καλύτερη, ἀπὸ τὸ ἕνα κρατητήριο σὲ ἕνα ἄλλο καλύτερο. Ἢ ἀκόμα μπορεῖ νὰ τοὺς μεταφέρει καὶ σὲ ἕνα δωμάτιο ἢ σὲ διαμέρισμα.

Ὅπως ἀνακουφίζουμε τοὺς φυλακισμένους μὲ ἀναψυκτικὰ κλπ ποὺ τοὺς πηγαίνουμε, ἔτσι καὶ τοὺς νεκρούς τους ἀνακουφίζουμε μὲ τὶς προσευχές καί τίς ἐλεημοσύνες ποὺ κάνουμε γιὰ τὴ ψυχή τους.Οἱ προσευχὲς τῶν ζώντων γιὰ τοὺς κεκοιμημένους καὶ τὰ μνημόσυνα εἶναι ἡ τελευταία εὐκαιρία ποὺ δίνει ὁ Θεὸς στοὺς κεκοιμημένους νὰ βοηθηθοῦν,μέχρι νὰ γίνει ἡ τελικὴ Κρίση.Μετὰ τὴν δίκη δὲν θὰ ὑπάρχει δυνατότητα νὰ βοηθηθοῦν….


Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ Ἐκκλησία μᾶς ἔχει τὰ κόλλυβα, τὰ μνημόσυνα. Τὰ μνημόσυνα εἶναι ὁ καλύτερος δικηγόρος γιὰ τὶς ψυχὲς τῶν κεκοιμημένων. Έχουν τὴ δυνατότητα καὶ ἀπὸ τὴν κόλαση νὰ βγάλουν τὴ ψυχή. Κι ἐσεῖς σὲ κάθε Θεία Λειτουργία νὰ διαβάζετε κόλλυβα γιὰ τοὺς κεκοιμημένους. Έχει νόημα τὸ σιτάρι: Σπείρετε ἐν φθορά, ἐγείρεται ἐν ἀφθαρσία (Ἃ' Κορινθ, κὲφ 15, ἒδ 42) (δηλαδὴ συμβολίζει τὸ θάνατο καὶ τὴν ἀνάσταση τοῦ ἀνθρώπου), λέει ἡ Γραφή…





 


(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ιερό ναό του Αγίου Γεωργίου πόλεως Φλωρίνης, Ψυχοσάββατον 12-2-1977)

H EKKΛHΣIΑ   MΑΣ, αγαπητοί μου, προσεύχεται πάντοτε, προσεύχεται κι αυτή την ώρα. Προσεύχεται εντόνως.  στην αγία Γραφή υπάρχει προτροπή του Kυρίου ημών Iησού Xριστού, που μας συνιστά την έντονο προσευχή· «Aγρυπνείτε», λέει, «εν παντί καιρώ δεόμενοι ίνα καταξιωθείτε εκφυγείν πάντα τα μέλλοντα γίνεσθαι  και σταθείναι έμπροσθεν του υιού του ανθρώπου» (Λουκ. 21,36). «Γρηγορείτε και προσεύχεσθε», λέει επίσης ο Kύριος (Mατθ. 26,41). Kαι ο απόστολος Παύλος συμβουλεύει· «Aδιαλείπτως προσεύχεσθε» (Α΄ Θεσ. 5,17). Προσεύχεται η Eκκλησία μας διαρκώς, ανα πάσαν ώρα. Δεν υπάρχει μόνο το κοσμικό ωρολόγιο, Δεν υπάρχει μόνο το ωράριο εργασίας του κόσμου· υπάρχει και το ωράριο προσευχής στο Θεό, η ώρα του Θεού. Προσεύχεται η Eκκλησία το πρωί στον όρθρο, προσεύχεται το μεσημέρι στις ώρες, προσεύχεται το απόγευμα στον εσπερινό, προσεύχεται το βράδυ στο  απόδειπνο, προσεύχεται τα μεσάνυχτα στο μεσονυκτικό. Προσεύχεται όλες τις ημέρες. Kάθε ημέρα της εβδομάδος είναι  αφιερωμένη σε κάποια μνήμη. H Δευτέρα λόγου χάριν είναι αφιερωμένη στη μνήμη των αγίων αγγέλων και αρχαγγέλων. H Tρίτη στη μνήμη του τιμίου Προδρόμου. H Tετάρτη στην ανάμνηση της   προδοσίας. H Πέμπτη στη μνήμη των αγίων Aποστόλων. H Παρασκευή στην ανάμνηση της σταυρώσεως του Xριστού μας. Tο Σάββατο; Kάθε Σάββατο, που χτυπάει η καμπάνα, ο ιερεύς προσεύχεται υπέρ των νεκρών· το Σάββατο είναι ημέρα των νεκρών. Kαι τέλος η Kυριακή, η επίσημος και μεγαλοπρεπής ημέρα, είναι αφιερωμένη στην ανάσταση του Kυρίου ημών Iησού Xριστού, ο οποίος την ημέρα αυτή ανέστη εκ νεκρών και ζει εις τους αιώνας των αιώνων. Tην Kυριακή πρέπει να την τιμούμε όλοι. Kαι όμως δεν την τιμούμε. Eάν κρίνουμε από τα έργα μας, από την αισχρά συμπεριφορά που δείχνουμε την ημέρα αυτή, δεν υπάρχει Kυριακή. Ήταν κάποτε η Kυριακή. Tώρα θα έπρεπε να  μην την ονομάζουμε Kυριακή, αλλά…διαβολική! Γιατί στον διάβολο την αφιερώνουν οι άνθρωποι. Tα μεγαλύτερα εγκλήματα, όπως βεβαιώνουν στατιστικές της αστυνομίας και των δικαστηρίων, γίνονται την ημέρα αυτή. Έπαυσε στον αιώνα αυτόν να τιμάται η ημέρα του Kυρίου.

* * *

Σήμερα όμως είναι Σάββατο, ημέρα των νεκρών. Aλλά το σημερινό Σάββατο διαφέρει  από όλα τα Σάββατα του έτους. Γι αυτό  ονομάζεται Ψυχοσάββατο. Tι σημαίνει ψυχοσάββατο; H Eκκλησία μας στρέφεται με ιερά συγκίνηση στους τάφους  και  ενθυμείται τους νεκρούς. Ποιούς νεκρούς; Oι νεκροί είναι πολλοί. Oι νεκροί, που είναι θαμμένοι εδώ στα κοιμητήρια είναι πιο πολλοί από τους ζωντανούς που βρίσκονται στην πόλη Έχουμε δύο πόλεις· η μία αποτελείται από τους ζώντας, και η άλλη από τους κεκοιμημένους. H μικρα πόλης που αποτελείται  από τους ζώντας πόσοι είμεθα; Mερικές χιλιάδες; Eίμεθα μειοψηφία. H μεγάλη πόλης, η απέραντος πόλις, είναι το νεκροταφείο. Πάνω από ένα εκατομμύριο είναι θαμμένοι εκεί μέσα. Eμείς είμεθα η μειοψηφία, αυτοί είναι πλειοψηφία. Aυτούς λοιπόν τους νεκρούς, που καθένας κατά διαφορετικό τρόπο απήλθαν από τον κόσμο τούτο, μνημονεύει σήμερα η Eκκλησία. Άλλοι από αυτούς πέθαναν νήπια ― και αυτά είναι τα μακάρια πνεύματα―, άλλοι πέθαναν γέροντες ασπρομάλληδες. Άλλοι πέθαναν μέσα στο σπίτι, και άλλοι έξω στους δρόμους ή στα βουνά. Άλλοι πέθαναν στην ξηρά, άλλοι στη θάλασσα. Άλλοι πέθαναν με φυσικό θάνατο, άλλοι από διάφορα δυστυχήματα ή τους έφαγαν τα   θηρία της ερήμου. Όλους αυτούς ενθυμείται σήμερα η Eκκλησία. Eνθυμείται όμως και  κάποιους άλλους. Ποιούς; Σύμφωνα με την παράδοση, πρέπει ο πιστός Xριστιανός, όταν περάσουν τρεις μέρες από το θάνατο, να  τελεί μνημόσυνο, τα τριήμερα· όταν περάσουν εννέα ημέρες, τα εννιάμερα· όταν περάσουν σαράντα ημέρες, τα σαράντα κ.λπ.. Έχουν σημασία αυτά. δεν είναι τώρα η ώρα να σας εξηγήσω, γιατί κάνουμε τότε μνημόσυνο, ή στο χρόνο, ή στα τρία χρόνια κ.λπ.. Tώρα δυστυχώς πάνε κι αυτά, λησμονήθηκαν. Tώρα λησμονούν  και  τους νεκρούς! Αν πάτε στην Iαπωνία, θα δείτε ότι τιμούν πολύ τους νεκρούς. Tα   νεκροταφεία τους είναι περιβόλια, άλση ωραιότατα. Kαι όταν βαπτίζονται ή όταν στεφανώνονται, τις σπουδαιότερες δηλαδή στιγμές της ζωής των, οι Γιαπωνέζοι πηγαίνουν στα νεκροταφεία και προσεύχονται στους τάφους των νεκρών. Eμείς…· θα έλεγα σκληρά λέξη, αλλά δεν την λέω. Kτηνώδης είναι η κατάστασης. Γινήκαμε αγριώτεροι των πάντων. Λησμονήσαμε τους νεκρούς. Xορτάριασαν τα μνήματα. Aπαισία είναι η όψις των νεκροταφείων μας ―πλήν ελαχίστων―, ούτε ένα μπουκέτο λουλούδια δεν τους πάμε. Παίρνει το παιδί ή το εγγόνι την περιουσία εκείνων, που κοπίασαν για να ζει αυτός τώρα ευτυχής, και δεν τους ανάβει ένα κερί. Yπάρχουν πολλοί κεκοιμημένοι που τους έχουν λησμονήσει οι πάντες. Aλλ’ εδώ είναι το μεγαλείο της Eκκλησίας. Eάν όλος ο κόσμος τους λησμονεί, δεν τους λησμονεί όμως η μάνα· ναί, η μάνα. Ποιά είναι η μάνα, ειδικώς σ’ εμάς τους ΄Eλληνες; Eάν για αλλους λαούς των Bαλκανίων, τους Σέρβους και τους Pουμάνους και τους Bουλγάρους  και τους Pώσους που είναι κι αυτοί ορθόδοξοι, εαν γι’ αυτούς η Eκκλησία είναι μια φορά μάνα, για εμάς τους Έλληνες είναι χίλιες φορές μάνα, η «γλυκειά μάνα» μας, όπως έλεγε ο Kρυστάλλης. Αυτή η μάνα λοιπόν δεν λησμονει τα παιδιά της. Αν σε λησμονήσει      ο άντρας, σε λησμονήσει η γυναίκα, σε λησμονήσει το παιδί σου, η Eκκλησία δεν σε λησμονεί. Tέτοια αγία ημέρα αναπέμπει δέηση υπέρ όλων των νεκρών, και ιδίως των νεκρών εκείνων τους οποίους λησμόνησαν οι συγγενείς των και δεν τελούν μνημόσυνα. Yπέρ όλων αυτών τελεί σήμερα το μνημόσυνο.

* * *

Aλλα   κ’ εμείς οι ζώντες ας προετοιμαζώμεθα για την ημέρα εκείνη, την ημέρα του θανάτου. Mή φανούμε αμελέστεροι από τους ειδωλολάτρες προγόνους μας. Γιατί υπήρχαν προ  Xριστού      Xριστιανοί, όπως υπάρχουν  και μετά Xριστόν ειδωλολάτρες. Προ Xριστού Xριστιανοί; Περίεργο πράγμα! Mάλιστα. Προ Xριστού Xριστιανός ήταν λ.χ. ο Φίλιππος ο Mακεδών, ο ένδοξος βασιλεύς, ο    πατέρας του Mεγάλου Aλεξάνδρου. δεν ήτο Xριστιανός βαπτισμένος, αλλ’ όμως τι έκανε; Eίχε ορίσει ένα στρατιώτη του πρωί – πρωί να παρουσιάζεται ενώπιόν του και να του δίνει αναφορά, πριν από ο,τιδήποτε άλλο, και να του λέει· «Φίλιππε, μέμνησο ότι θνητός ει»· Φίλιππε, θυμήσου ότι θα πεθάνεις. Tώρα εμείς σβήσαμε ακόμα και τις ταμπέλες των καταστημάτων που κατασκευάζουν φέρετρα, για να μη μας ενοχλεί ο θάνατος. Kαι τις κηδείες τις ονομάσαμε τελετές· «γραφεία τελετών» γράφουν, όχι «γραφεία κηδειών». Kαι όμως ο θάνατος έρχεται. Έρχεται ως αστραπή και κεραυνός, ως τρομακτική βροντή και αιφνίδιος σεισμός. «Όρος φιλοσοφίας», έλεγε ο Aριστοτέλης, έλεγαν οι αρχαίοι πρόγονοί μας, είναι η «μνήμη θανάτου»· για να εμβαθύνει δηλαδή    κανείς στη σοφία, πρέπει να θυμάται το θάνατο. H μνήμη του θανάτου επαναφέρει σε τάξη τον άνθρωπο και δημιουργεί μέσα του κατάνυξη και σωτηρία.

* * *

Tη μνήμη λοιπόν του θανάτου υπενθυμίζει σήμερα η Eκκλησία μας σ’ εκείνους που έρχονται για το Ψυχοσάββατο στην εκκλησία. Ω Ψυχοσάββατο στη Pούμελη, στο Mοριά, στη Mακεδονία, στα νησια τα ευλογημένα, σε κάθε γωνία της Eλληνικής γής! Oλοι την  ημέρα αυτή τρέχανε με τα κόλλυβα από νωρίς στην εκκλησία. Tελειώνοντας ευχόμεθα σε όλους· N’ αναπαύσει ο Θεός «εν σκηναίς δικαίων» όλους τους νεκρούς, κ’ εμάς να μας αξιώσει τέλους χριστιανικού, σύμφωνα με την ωραία ευχή της Eκκλησίας μας «Xριστιανά τα τέλη της ζωής ημών, ανώδυνα, ανεπαίσχυντα, ειρηνικά και καλήν απολογίαν την επί του φοβερού βήματος του Xριστού». Aμήν.
† επίσκοπος Αυγουστίνος






 


ΤΑ ΜΝΗΜΟΣΥΝΑ


Ποιὰ εἶναι, πότε καὶ γιατί τελοῦνται

Μέσα στὴν ἰδιαίτερη μέριμνά της γιὰ τοὺς κεκοιμημένους, ἡ ἁγία Ὀρθόδoξη Ἐκκλησία μας ἔχει καθορίσει ξεχωριστὴ ἡμέρα τῆς ἑβδομάδος γι᾿ αὐτούς. Κάθε Σάββατο δηλαδή.

Ὅπως ἡ Κυριακὴ εἶναι ἡ ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου, ἔτσι καὶ τὸ Σάββατο εἶναι ἡ ἡμέρα τῶν κεκοιμημένων, γιὰ νὰ τοὺς μνημονεύουμε καὶ νὰ ἔχουμε (ἐπι)κοινωνία μαζί τους. Σὲ κάθε προσευχὴ καὶ ἰδιαίτερα στὶς προσευχὲς τοῦ Σαββάτου ὁ πιστὸς μνημονεύει τοὺς οἰκείους, συγγενεῖς καὶ προσφιλεῖς, ἀλλὰ ζητᾶ καὶ τὶς προσευχὲς τῆς Ἐκκλησίας γι᾿ αὐτούς.

Στὸ δίπτυχο (χαρτάκι), ποὺ φέρνουμε μαζὶ μὲ τὸ πρόσφορο γιὰ τὴ θεία Λειτουργία, ἀναγράφονται τὰ ὀνόματα τῶν ζώντων καὶ τῶν κεκοιμημένων, τὰ ὁποῖα μνημονεύονται.

Σὲ ἐτήσια βάση ἡ Ἐκκλησία ἔχει καθορίσει δύο Σάββατα, τὰ ὁποῖα ἀφιερώνει στοὺς κεκοιμημένους της. Εἶναι τὰ Ψυχοσάββατα. Τὸ ἕνα πρὶν ἀπὸ τὴν Κυριακὴ τῆς Ἀπόκρεω καὶ τὸ ἄλλο πρὶν ἀπὸ τὴν Κυριακὴ τῆς Πεντηκοστῆς.

Τὸ Ψυχοσάββατο πρὶν ἀπὸ τὴν Κυριακὴ τῆς Ἀπόκρεω ἔχει τὸ ἑξῆς νόημα: Ἡ ἑπομένη ἡμέρα εἶναι ἀφιερωμένη στὴ Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου. Ἐκείνη τὴ φοβερὴ ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποία ὅλοι θὰ σταθοῦμε μπροστὰ στὸ θρόνο τοῦ μεγάλου Κριτοῦ. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ μὲ τὸ μνημόσυνο τῶν κεκοιμημένων ζητοῦμε ἀπὸ τὸν Κύριο νὰ γίνει ἵλεως καὶ νὰ δείξει τὴν συμπάθεια καὶ τὴν μακροθυμία του, ὄχι μόνο σὲ μᾶς ἀλλὰ καὶ στοὺς προαπελθόντας ἀδελφούς, καὶ ὅλους μαζὶ νὰ μᾶς κατατάξει στὴν Ἐπουράνια Βασιλεία Του.

Μὲ τὸ δεύτερο Ψυχοσάββατο διατρανώνεται ἡ πίστη μας γιὰ τὴν καθολικότητα τῆς Ἐκκλησίας, τῆς ὁποίας τὴν ἵδρυση καὶ τὰ γενέθλια (ἐπὶ γῆς) γιορτάζουμε κατὰ τὴν Πεντηκοστή. Μέσα στὴ μία Ἐκκλησία περιλαμβάνεται ἡ στρατευομένη ἐδῶ στὴ γῆ καὶ ἡ θριαμβεύουσα στοὺς οὐρανούς.

Ὁ λόγος ποὺ τὰ καθιέρωσε ἡ Ἐκκλησία μας, παρ᾿ ὅτι κάθε Σάββατο εἶναι ἀφιερωμένο στοὺς κεκοιμημένους, εἶναι ὁ ἑξῆς: Ἐπειδὴ πολλοὶ κατὰ καιροὺς ἀπέθαναν μικροὶ σὲ ἡλικία ἢ στην ξενιτιὰ ἢ στὴν θάλασσα ἢ στὰ ὄρη καὶ τοὺς κρημνοὺς ἢ καὶ μερικοί, λόγῳ πτωχείας, δὲν ἀξιώθηκαν τῶν διατεταγμένων μνημοσύνων, «οἱ θεῖοι Πατέρες φιλανθρώπως κινούμενοι ἐθέσπισαν τὸ μνημόσυνον αὐτὸ ὑπὲρ πάντων τῶν ἀπ᾿ αἰῶνος εὐσεβῶς τελευτησάντων Χριστιανῶν». Συγχρόνως δέ, ἐνθυμούμενοι καὶ ἐμεῖς τὸν θάνατο, «διεγειρόμεθα πρὸς μετάνοιαν».

Γιὰ τὴν ἱστορία καὶ μόνο ἂς γνωρίζουμε ὅτι: «Ἡ καθιέρωσις τοῦ Σαββάτου πρὸ τῶν Ἀπόκρεω ὡς Ψυχοσαββάτου ἐγένετο μᾶλλον κατ᾿ ἀπομίμησιν τοῦ Σαββάτου πρὸ τῆς Πεντηκοστῆς, ὡς μόνου προϋπάρχοντος».

Ἡ ὠφέλεια ἀπὸ τὰ μνημόσυνα

Σύμφωνα μὲ ὁμόφωνη ἁγιοπατερικὴ μαρτυρία τὴν ὁποία ἐπιβεβαιώνει ἡ ἀδιάκοπη ἐκκλησιαστικὴ παράδοση αἰώνων, οἱ εὐχὲς γιὰ τοὺς νεκροὺς θεσπίστηκαν ἀπὸ τοὺς ἁγίους Ἀποστόλους. Ἡ θέσπιση αὐτὴ ἔχει δύο βασικὰ θεμέλια: α) τὴν ἔννοια τῆς Ἐκκλησίας ὡς κοινωνίας ἁγίων, ποὺ ἀποτελεῖται ὄχι μόνο ἀπὸ τοὺς ζωντανούς, ἀλλὰ καὶ τοὺς «κεκοιμημένους» χριστιανοὺς καὶ β) τὴν πίστη στὴν μεταθανάτια ζωή, τὴν ἀνάσταση καὶ τὴν τελικὴ κρίση.

Ἤδη στὶς Ἀποστολικὲς Διδαχὲς βρίσκεται ἡ διάκριση τῶν μνημοσύνων σὲ «τρίτα», «ἔνατα», «τεσσαρακοστὰ» καὶ ἐνιαύσια» (ἐτήσια), ἀνάλογα μὲ τὸ χρόνο τελέσεώς τους ἀπὸ τὴν ἡμέρα τοῦ θανάτου.

Πολλοὶ συμβολισμοὶ τῶν ἐπιμέρους μνημοσύνων ἀναφέρονται ἀπὸ τοὺς πατέρες. Οἱ κυριότεροι εἶναι οἱ ἑξῆς: Τὰ «τριήμερα» συμβολίζουν τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου μετὰ τὴν τριήμερη παραμονή Του στὸν τάφο καὶ τελοῦνται μὲ τὴν εὐχὴ ν᾿ ἀναστηθεῖ καὶ ὁ νεκρὸς στὴν οὐράνια βασιλεία. Τὰ «ἐννιάμερα» τελοῦνται γιὰ τὰ ἐννέα τάγματα τῶν αΰλων ἀγγέλων, μὲ τὴν εὐχὴ νὰ βρεθεῖ κοντά τους ἡ ἄϋλη ψυχὴ τοῦ νεκροῦ. Τὰ «τεσσαρακονθήμερα» τελοῦνται γιὰ τὴν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου, ποὺ ἔγινε σαράντα μέρες μετὰ τὴν Ἀνάστασή Του, μὲ τὴν εὐχὴ νὰ «ἀναληφθεῖ» καὶ ὁ νεκρός, νὰ συναντήσει τὸ Χριστὸ στοὺς οὐρανοὺς καὶ νὰ ζήσει γιὰ πάντα μαζί Του. Τὰ «ἐτήσια», τέλος, τελοῦνται τὴν ἐπέτειο ἡμέρα τοῦ θανάτου, σὲ ἀνάμνηση τῶν γενεθλίων τοῦ νεκροῦ, καθώς, γιὰ τοὺς πιστοὺς χριστιανούς, ἡμέρα τῆς ἀληθινῆς γεννήσεως εἶναι ἡ ἡμέρα τοῦ σωματικοῦ θανάτου καὶ τῆς μεταστάσεως στὴν αἰώνια ζωή.

Τὴν μεγαλύτερη ὠφέλεια στοὺς νεκροὺς τὴν προξενεῖ ἡ τέλεση τῆς Θείας Εὐχαριστίας στὴ μνήμη τους, διότι τότε, μὲ τὶς μερίδες τους στὸ ἅγιο δισκάριο, «ἑνώνονται ἀόρατα μὲ τὸ Θεὸ καὶ ἐπικοινωνοῦν μαζί Του καὶ παρηγοροῦνται καὶ σώζονται καὶ εὐφραίνονται ἐν Χριστῷ» (ἅγιος Συμεὼν Θεσσαλονίκης).

Ἐκτὸς ἀπὸ τὰ εἰδικὰ γιὰ κάθε κεκοιμημένο μνημόσυνα, ἡ Ἐκκλησία ἔχει στὶς καθημερινὲς ἀκολουθίες της, γενικὲς δεήσεις γιὰ τοὺς κεκοιμημένους, ὅπως εἶναι λ.χ. τὸ νεκρώσιμο μέρος τῆς Ἀκολουθίας τοῦ Μεσονυκτικοῦ καὶ οἱ σχετικὲς ἀναφορὲς στὶς «ἐκτενεῖς δεήσεις» τοῦ Ἑσπερινοῦ, τοῦ Ὄρθρου καὶ τῆς θείας Λειτουργίας.

Πρέπει νὰ σημειωθεῖ, ἂν καὶ αὐτονόητο, ὅτι ἡ Ἐκκλησία τελεῖ μνημόσυνα μόνο γιὰ τοὺς ὀρθοδόξους χριστιανοὺς

 ποὺ κοιμήθηκαν μέσα στοὺς κόλπους της.

Ἐξηγήσεις παρερμηνειῶν

Θὰ πρέπει, τέλος, νὰ ἐξηγήσουμε ὅτι πολλὰ λάθη ἀπὸ τὴν ἄγνοια τοῦ παρελθόντος ἔχουν φτάσει ὡς τὶς μέρες μας, καὶ θὰ πρέπει ἄμεσα νὰ διορθωθοῦν.

α) Τὰ μνημόσυνα θὰ πρέπει νὰ γίνονται ἀκριβῶς τὴν ἡμέρα ποὺ συμπληρώνονται τρείς ή εννέα ή σαράντα ημέρες, απο την κοίμηση καὶ ὄχι νωρίτερα ἢ ἀργότερα.

β) Τὸ σπάσιμο γυάλινων ἀντικειμένων ἢ ἄλλων τοιούτων, εἶναι ἄκρως εἰδωλολατρικὴ συνήθεια καὶ ἁμαρτάνουν ὅσοι τὸ πράττουν.

γ) Στὰ μνημόσυνα παραθέτουμε καὶ εὐλογοῦνται μόνο καλῶς βρασμένα κόλλυβα (σιτάρι) ὡς ἐνδεικτικὰ τῆς Ἀναστάσεως καὶ ὄχι ἀλλα ὑποκατάστατα (κουλουράκια-ψωμάκια-γλυκά κλπ.)

δ) Τὸ πρῶτο Σάββατο τῆς Τεσσαρακοστῆς δὲν εἶναι «Ψυχοσάββατο», ἀλλὰ ἑορτάζουμε τὸ «διὰ κολλύβων» θαῦμα τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Τήρωνος.

ε) Στὰ Ψυχοσάββατα μποροῦμε νὰ παραθέτουμε κόλλυβα εἴτε στὸν Ἑσπερινὸ τῆς Παρασκευῆς, εἴτε στὴν Θεία Λειτουργία τοῦ Σαββάτου, εἴτε καὶ στὰ δύο. Πρόκειται περὶ τῆς ἰδίας ἀξίας, ἀφοῦ ἡ ἴδια ἀκολουθία διαβάζεται.

στ) Τὰ εὐλογηθέντα κόλλυβα δὲν τὰ σκορπίζουμε στὸν τάφο, οὔτε τὰ ἀπορρίπτουμε στὰ σκουπίδια, πράξεις ἐκκλησιαστικὰ ἀπαράδεκτες.

Σὲ κάθε περίπτωση, ὑπεύθυνος γιὰ τὴν λύση τυχὸν ἀποριῶν σας, εἶναι μόνον ὁ Εφημέριος Ιερεὺς τοῦ Ναοῦ


 

 

ΕΑΝ   ΘΕΛΕΤΕ

ΕΠΙΣΚΕΦΘΕΙΤΕ

ΤΙΣ ΠΑΡΑΚΑΤΩ 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΕΣ ΞΕΝΕΣ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΕΣ


DE S. ISAACIO CONFESSORE ABBATE CONSTANTINOPOLI

( σελίδες 243 -255 ελληνικό κείμενο)







Όσιος Ισαάκιος ο Ομολογητής

ηγούμενος Μονής Δαλμάτων




Ψήφῳ Θεοῦ πρὸς θεῖον ἤρθη χωρίον,
Γῆς, Ἰσαάκιος ἐκλιπὼν τὸ χωρίον.
Θεῖον Ἰσαάκιον μόρος εἷλεν ἑνὶ τριακοστῇ.

Ψήφω Θεού προς θείον ήρθη χωρίον,
Γης Iσάκιος εκλιπών το χωρίον.
Γην λίπεν Iσακίου τριακοστή κυδάλιμον κηρ.



Βιογραφία

Ο Όσιος Ισαάκιος καταγόταν από την Συρία και έζησε στα χρόνια του βασιλιά Ουάλη (364 μ. Χ.), που ήταν υποστηρικτής των Αρειανών. Κάποτε οι Οστρογότθοι, παρά την απαγόρευση της κυβέρνησης, κατασκήνωσαν στη Θράκη και απειλούσαν την Κωνσταντινούπολη. Τότε ο Ουάλης αναγκάσθηκε να βαδίσει εναντίον τους. Ο Ισαάκιος, που ήταν ηγούμενος στη Μονή Δαλμάτων, βγήκε και συνάντησε τον πολέμιο των ορθοδόξων Ουάλη, και αφού έπιασε από τα χαλινάρια το άλογο του, του είπε: «Άπόδος ταις ποίμναις τους αρίστους νομέας και λήψη την νίκην άπονητί ει δε τούτων μηδέν δεδρακώς παρατάξαιο, μαθήσει τη πείρα ότι σκληρόν το προς κέντρα λακτίζειν ούτε γαρ έπανήξεις και προσαπολέσεις την στρατιάν» (Πράξεις των Αποστόλων, κστ' 14). Δηλαδή, δώσε στά ποίμνια τους άριστους ποιμένες και χωρίς κόπους θα πάρεις τη νίκη. Αν, όμως, δεν αποδεχθείς αυτά που σου λέω και δε συμφωνήσεις μαζί τους, θα μάθεις από την πείρα ότι είναι σκληρό πράγμα να κλωτσάς στα καρφιά. Διότι ούτε εσύ πρόκειται να γυρίσεις από τον πόλεμο, και σύντομα θα χάσεις και το στράτευμα. Ο Ουάλης όχι μόνο δεν πείσθηκε από τα λόγια του ηγουμένου, αλλά αφού τον ειρωνεύθηκε, τον έριξε μέσα σε ένα κρημνώδες φαράγγι. Ο Ισαάκιος από θαύμα δεν έπαθε απολύτως τίποτα. Ο δε Ουάλης έπαθε αυτά που προφήτευσε ο Άγιος ηγούμενος.

Στις 9 Αυγούστου του 378 μ.Χ., διεξήχθη γύρω από την Αδριανούπολη σφοδρή μάχη, κατά την οποία ο αυτοκρατορικός στρατός κατατροπώθηκε, αφού φονεύθηκαν πολλοί από τους άριστους στρατηγούς του. Ο Ουάλης, καταφεύγοντας εντός αχυρώνος, για να σωθεί, κάηκε ζωντανός, μαζί με τον αρχιστράτηγό του.

Ως ηγούμενος παρευρέθηκε στη Β' Οικουμενική Σύνοδο, που συνήλθε στην Κωνσταντινούπολη το 381 μ.Χ., συντελώντας τα μέγιστα στην επιτυχία αυτής.

Προαισθανόμενος το τέλος του, αφού διόρισε διάδοχό του τον Όσιο Δαλμάτιο (τιμάται 3 Αυγούστου), κοιμήθηκε με ειρήνη σε βαθύ γήρας το 396 μ.Χ.


Η μνήμη του Οσίου Ισαάκιου επαναλαμβάνεται και στις 3 Αυγούστου.



Ιερά Λείψανα

Απότμημα του Ιερού Λειψάνου του Αγίου Ισαάκιου

ευρίσκεται στη Μονή Κύκκου Κύπρου.
















Μωσαικό  (1850 μ.Χ) του Καθεδρικού Ιερού Ναού του Αγίου Ισαάκ
στην Αγία Πετρούπολη








Βόρεια Πόρτα του Καθεδρικού Ιερού Ναού του Αγίου Ισαάκ
στην Αγία Πετρούπολη




















Ἀπολυτίκιον 

Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.

Τύπος πέφηνας, τῆς ἐγκρατείας, καὶ ἑδραίωμα, τῆς Ἐκκλησίας, Ἰσαάκιε Πατέρων ἀγλάϊσμα· ἐν ἀρεταῖς γὰρ φαιδρύνας τὸν βίον σου, Ὀρθοδοξίας τὸν λόγον ἐτράνωσας. Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαο ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.



 Άγιος Ισαάκιος με τη ζωή. Εικονίδιο. Ρωσία (επιστολή Ρομανώφ). 1883


Κοντάκιον

Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.

Ὡς τῶν Ὁσίων ἀκριβέστατον ὑπόδειγμα· καὶ εὐσεβείας πρακτικώτατον ἐκφάντορα· ἀνυμνοῦμέν σε οἱ δούλοι σου θεοφόρε. Ἀλλ’ ὡς χάριτος τῆς θείας καταγώγιον, ναοὺς ἔργασθαι ἡμᾶς φωτὸς τοῦ Πνεύματος, τοὺς βοῶντάς σοι, χαίροις Πάτερ Ἰσαάκιε.



Ο  Απόστολος Πέτρος και ο Αγιος Ισαάκ της Δαλματίας


Μεγαλυνάριον

Χαίροις Μοναζόντων ὑπογραμμός, καὶ Μονῆς Δαλμάτων, κυβερνήτης ὁ ἀπλανής· χαίροις χαρισμάτων, ταμεῖον θεοβρύτων, Ἰσαάκιε παμμάκαρ, Ἀγγέλων σύσκηνε.





ДНИ ПАМЯТИ:

4 апреля

12 июня

16 августа

ЖИТИЕ









Пре­по­доб­ный Иса­а­кий про­ис­хо­дил «с во­сто­ка», по всей ве­ро­ят­но­сти из Си­рии. Он под­ви­зал­ся в пу­стыне, по­ка не услы­шал го­лос с небес, по­велев­ший ему от­пра­вить­ся в Кон­стан­ти­но­поль. При­быв ту­да, свя­той за­стал сто­ли­цу охва­чен­ной ере­сью ари­ан­ства, при­вер­жен­цем ко­то­рой был им­пе­ра­тор Ва­лент (364–378). Ко­гда им­пе­ра­тор со­би­рал­ся на вой­ну с вар­ва­ра­ми[1], прп. Иса­а­кий несколь­ко раз под­хо­дил к нему с уве­ще­ва­ни­я­ми, про­ся от­крыть церк­ви и пре­кра­тить го­не­ния на пра­во­слав­ных. За это при­бли­жен­ные им­пе­ра­то­ра из­би­ли свя­то­го, а Ва­лент при­ка­зал бро­сить его в зло­вон­ное бо­ло­то, из ко­то­ро­го жи­вым не вы­би­ра­лось ни од­но су­ще­ство. Но 2 ан­ге­ла чу­дес­ным об­ра­зом из­ба­ви­ли прп. Иса­а­кия от ги­бе­ли. При­дя к им­пе­ра­то­ру в по­след­ний раз, он пред­ска­зал ему по­ра­же­ние в войне и ги­бель в огне. Раз­гне­ван­ный им­пе­ра­тор по­ве­лел бро­сить по­движ­ни­ка в тем­ни­цу до сво­е­го воз­вра­ще­ния. По про­ро­че­ству свя­то­го ар­мия Ва­лен­та бы­ла раз­би­та вар­ва­ра­ми, а им­пе­ра­тор, спа­са­ясь бег­ством, сго­рел в де­ре­вян­ном ам­ба­ре, по­до­жжен­ном пре­сле­до­ва­те­ля­ми.

О встре­че прп. Иса­а­кия с Ва­лен­том и пред­ска­за­нии по­ра­же­ния и ги­бе­ли им­пе­ра­то­ра со­об­ща­ют так­же цер­ков­ные ис­то­ри­ки блж. Фе­о­до­рит Кир­ский[2], Со­зо­мен[3] и неко­то­рые дру­гие. В си­нак­сар­ном Жи­тии прп. Исаакия[4] в свя­зи с эти­ми со­бы­ти­я­ми при­ве­де­на ис­то­рия, не встре­ча­ю­ща­я­ся в дру­гих ре­дак­ци­ях: святой узнал о ги­бе­ли им­пе­ра­то­ра еще до то­го, как ве­сти до­шли до Кон­стан­ти­но­по­ля, ибо он чу­дес­ным об­ра­зом чув­ство­вал за­пах со­жжен­но­го те­ла, до­но­сив­ший­ся с ме­ста сра­же­ния[5]. Эта ис­то­рия бы­ла впо­след­ствии пе­ре­ска­за­на ис­то­ри­ком Иоан­ном Зо­на­рой[6].

По­сле смер­ти им­пе­ра­то­ра Ва­лен­та на пре­стол взо­шел им­пе­ра­тор Фе­о­до­сий I Ве­ли­кий (379–395). Услы­шав о про­ро­че­стве свя­то­го, им­пе­ра­тор при­ка­зал от­пу­стить его из тем­ни­цы и с по­че­стя­ми при­нял во двор­це. По­сле это­го прп. Иса­а­кий, со­глас­но Жи­тию, участ­во­вал во II Все­лен­ском Со­бо­ре (381) (од­на­ко в спис­ках участ­ни­ков Со­бо­ра он не от­ме­чен). За­тем свя­той хо­тел вер­нуть­ся в пу­сты­ню, но бла­го­че­сти­вые вель­мо­жи Са­тур­нин и Вик­тор про­си­ли его не по­ки­дать Кон­стан­ти­но­поль и не остав­лять сво­их ду­хов­ных чад. Вняв их уго­во­рам, прп. Иса­а­кий по­про­сил по­стро­ить ему ке­лью. Каж­дый из вель­мож воз­вел в сво­ем име­нии жи­ли­ще для него, и свя­той вы­брал скром­ную ке­лью, со­ору­жен­ную Са­тур­ни­ном. Она на­хо­ди­лась в при­го­ро­де Кон­стан­ти­но­по­ля, за го­род­ски­ми сте­на­ми. К свя­то­му при­хо­ди­ло мно­го лю­дей из го­ро­да, он по­се­щал жи­те­лей по их прось­бам, чтобы по­мо­лить­ся с ни­ми и бла­го­сло­вить их до­ма. Им­пе­ра­тор Фе­о­до­сий так­же неод­но­крат­но при­гла­шал его во дво­рец. Прп. Иса­а­кий все­гда стре­мил­ся по­мо­гать бед­ным, и ес­ли кто-то, встре­тив его на до­ро­ге, про­сил ми­ло­сты­ни, то он сни­мал с се­бя плащ и от­да­вал ни­ще­му. Ес­ли он воз­вра­щал­ся из го­ро­да и во­ро­та уже бы­ли за­кры­ты, то по­сле мо­лит­вы и крест­но­го зна­ме­ния свя­то­го они все­гда чу­дес­ным об­ра­зом от­кры­ва­лись. Через неко­то­рое вре­мя во­круг ке­льи Иса­а­кия был ос­но­ван мо­на­стырь, впо­след­ствии на­зван­ный Дал­ма­та мо­на­стырь, ко­то­рый счи­тал­ся древ­ней­шим в Кон­стан­ти­но­по­ле[7]; там свя­той про­жил до кон­ца сво­их дней.

По­чув­ство­вав при­бли­же­ние смер­ти, прп. Иса­а­кий со­звал уче­ни­ков, на­став­лял их в пра­вой ве­ре и вы­брал сре­ди них од­но­го, по име­ни Дал­мат, ко­то­ро­го на­зна­чил сво­им пре­ем­ни­ком.

По­сле кон­чи­ны свя­то­го им­пе­ра­тор при­ка­зал со­вер­шить тор­же­ствен­ное по­гре­бе­ние с про­цес­си­ей к церк­ви св. Ири­ны (ко­то­рая то­гда бы­ла ка­фед­раль­ным со­бо­ром Кон­стан­ти­но­по­ля). Бра­тия мо­на­сты­ря и уче­ни­ки свя­то­го ис­про­си­ли раз­ре­ше­ние по­ло­жить остан­ки Иса­а­кия в церк­ви св. Сте­фа­на, по­стро­ен­ной непо­да­ле­ку от Дал­мат­ско­го мо­на­сты­ря. Св. Иса­а­кий был по­гре­бен в ал­та­ре это­го хра­ма, спра­ва от свя­то­го пре­сто­ла.

Ис­хо­дя из тек­ста Жи­тия Иса­а­кия, го­дом его смер­ти сле­ду­ет счи­тать 383-й[8]. Од­на­ко дру­гие ис­точ­ни­ки та­кую да­ту не под­твер­жда­ют. Со­глас­но Жи­тию Дал­ма­та, Иса­а­кий жил еще при ар­хи­епи­ско­пе Ат­ти­ке (406–425). Кал­ли­ник, ав­тор Жи­тия прп. Ипа­тия Ру­фи­ни­ан­ско­го, так­же со­об­ща­ет, что св. Иса­а­кий был жив еще в 406 г., ко­гда по­се­щал прп. Ипа­тия в его мо­на­сты­ре. При этом дру­гая вер­сия Жи­тия Дал­ма­та, из­дан­ная М. Ге­део­ном, под­твер­жда­ет 383 г. как да­ту кон­чи­ны свя­то­го, од­на­ко сам из­да­тель кри­ти­че­ски от­но­сит­ся к да­ти­ров­кам это­го со­чи­не­ния, ука­зы­вая на раз­но­об­раз­ные несо­от­вет­ствия, встре­ча­ю­щи­е­ся в тек­сте[9].

Ис­сле­до­ва­те­ли неод­но­крат­но за­тра­ги­ва­ли этот во­прос, и, по об­ще­му мне­нию, 383 г. нель­зя счи­тать го­дом смер­ти пре­по­доб­но­го. В на­сто­я­щее вре­мя об­ще­при­знан­ной яв­ля­ет­ся да­ти­ров­ка его кон­чи­ны пе­ри­о­дом по­сле 406 г.[10] Неко­то­рые ис­сле­до­ва­те­ли бо­лее кон­крет­но опре­де­ля­ют год смер­ти св. Иса­а­кия. Так, А. Ка­ме­рон от­но­сит его кон­чи­ну к 416 г. на ос­но­ва­нии дан­ных о церк­ви пер­во­мч. Сте­фа­на, в ко­то­рой бы­ли по­ло­же­ны мо­щи Иса­а­кия[11]. Су­ще­ству­ет мне­ние, что свя­той скон­чал­ся в 424 или 425 г.[12]

Со­глас­но О. Мей­нар­ду­су, ча­сти­цы мо­щей прпп. Иса­а­кия и Дал­ма­та хра­нят­ся в ски­ту Но­вая Фива­и­да на Афоне[13].

По­чи­та­ние прп. Иса­а­кия в Рос­сии свя­за­но с лич­но­стью им­пе­ра­то­ра Пет­ра I, день рож­де­ния ко­то­ро­го (30 мая) сов­пал с днем па­мя­ти свя­то­го. Им­пе­ра­тор счи­тал его сво­им небес­ным по­кро­ви­те­лем, и в честь свя­то­го был воз­двиг­нут Иса­а­ки­ев­ский со­бор в С.-Пе­тер­бур­ге.


См. так­же: «Жи­тие пре­по­доб­но­го от­ца на­ше­го Иса­а­кия Ис­по­вед­ни­ка» в из­ло­же­нии свт. Ди­мит­рия Ро­стов­ско­го.


При­ме­ча­ния

[1] Речь идет о по­хо­де про­тив ве­ст­го­тов 378 г.

[2] Theodoret. Hist. eccl. IV 34

[3] Sozom. Hist. eccl. V 40

[4] Су­ще­ству­ет две вер­сии Жи­тия прп. Иса­а­кия. Бо­лее пол­ная (BHG, N 956) со­хра­ни­лась в ру­ко­пи­си Vat. gr. 1671 (X в.) и из­да­на бол­лан­ди­ста­ми (ActaSS. Mai. T. 7. P. 247–258). Ее пе­ре­вод на сла­вян­ский язык со­дер­жит­ся в Су­п­расль­ском сбор­ни­ке (XI в.), а так­же вклю­чен под 21 мар­та в ВМЧ митр. Ма­ка­рия (Иосиф, ар­хим. Оглав­ле­ние ВМЧ. С. 37; Ива­но­ва К. Bibliotheca Hagiographica Balcano-Slavica. Со­фия, 2008. С. 493). Ав­тор, по всей ве­ро­ят­но­сти, был ино­ком Дал­ма­та мо­на­сты­ря. Ис­сле­до­ва­те­ли обыч­но да­ти­ру­ют это Жи­тие VI–VIII вв. (Dagron. 1970. P. 231; Lenski. 2004. P. 108). Крат­кая вер­сия (BHG, N 955) оста­ет­ся неиз­дан­ной, лат. пе­ре­вод был осу­ществ­лен А. Лип­по­ма­ном и из­дан вме­сте с пол­ной вер­си­ей Жи­тия (ActaSS. Mai. T. 7. P. 258-260). Крат­кое си­нак­сар­ное Жи­тие прп. Исаакия (BHG, N 956b), со­дер­жа­щее неко­то­рые све­де­ния, не встре­ча­ю­щи­е­ся в др. вер­си­ях, бы­ло из­да­но Ф. Аль­ке­ном в 1948 г. Н. Лен­ски вы­ска­зал пред­по­ло­же­ние, что обе ре­дак­ции Жи­тия, а так­же крат­кое си­нак­сар­ное Жи­тие вос­хо­дят к од­но­му ар­хе­ти­пу (Lenski. 2004. P. 108). Ис­сле­до­ва­тель Ф. Но упо­ми­на­ет о су­ще­ство­ва­нии еще од­ной вер­сии Жи­тия Иса­а­кия – в ру­ко­пи­си Paris. gr. 1453 (XII в.). Fol. 225v – 226 и при­во­дит из нее неболь­шой от­ры­вок, од­на­ко пол­ный текст до сих пор оста­ет­ся неиз­дан­ным (Nau F. Sur les mots ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ et ΠΟΛΙΤΕΥΟΜΕΝΟΣ et sur plusieurs texts grecs relatifs à Saint Étienne // ROC. 1906. Vol. 11. P. 198-216).
До­пол­ни­тель­ные све­де­ния об Иса­а­кии и о Дал­ма­те мож­но по­черп­нуть из Жи­тия прп. Ипа­тия Ру­фи­ни­ан­ско­го (Callinicos. Vie d'Hypatios / Introd., texte crit., trad. et not. G. J. M. Bartelink. P., 1971. (SC; 177)), ко­то­рое, по мне­нию ис­сле­до­ва­те­лей, яв­ля­ет­ся бо­лее до­сто­вер­ным с ис­то­ри­че­ской точ­ки зре­ния со­чи­не­ни­ем, т. к. оно бы­ло со­зда­но вско­ре по­сле опи­сы­ва­е­мых со­бы­тий; имен­но к это­му Жи­тию сле­ду­ет об­ра­щать­ся в слу­чае со­мни­тель­ных да­ти­ро­вок.

[5] Halkin F. Le synaxaire grec de Christ Church, à Oxford // AnBoll. 1948. Vol. 66. P. 77

[6] Zonara. Epit. hist. XIII 16

[7] Theoph. Chron. P. 443

[8] Это слу­чи­лось при им­пе­ра­то­ре Фе­о­до­сии I (379–395), по­сле объ­яв­ле­ния со­пра­ви­те­лем его сы­на Ар­ка­дия (383), при ар­хи­еп. Нек­та­рии (381–397), в год кон­суль­ства Ме­робав­да и Са­тур­ни­на (383).

[9] Γεδεών. 1899. Σ. 144–145

[10] См.: Pargoire. Les débuts. 1899. P. 124; Idem. Date de la mort. 1899. P. 145; Dagron. 1970. P. 233; Lenski. 2004. P. 109.

[11] Cameron A., Long J. Barbarians and Politics at the Court of Arcadius. Berkeley, 1993. P. 73–75). Су­ще­ству­ет мне­ние, что И. скон­чал­ся в 424 или 425 г. (Παπαδόπουλος Σ. Γ. ᾿Ισαάκιος // ΘΗΕ. Τ. 6. Σ. 1007).

[12] Παπαδόπουλος Σ. Γ. ᾿Ισαάκιος // ΘΗΕ. Τ. 6. Σ. 1007

[13] Meinardus O. F. A. A Study of the Relics of Saints of the Greek Orthodox Church // Oriens Chr. 1970. Bd. 54. S. 166, 194

МОЛИТВЫ

Тропарь преподобных Исаакия, Далмата и Фавста
глас 4
Боже отец наших,/ творяй присно с нами по Твоей кротости,/ не отстави милость Твою от нас,/ но молитвами их// в мире управи живот наш.
Кондак преподобного Исаакия
глас 8

Яко угодник Божий верный,/ по Христове Церкви ревностию разжегся,/ бразды Валентовы удержав,/ пророчески тому о затворении Церкве пагубную смерть предрекл еси, преподобне./ Темже присно моли о нас, чтущих тя, Исаакие преподобне.






MEMORIAL ΗΜΕΡΕΣ:

4ης, Απριλίου

12 Ιουνίου

16 του Αυγούστου

ΖΩΗ ΤΟΥ

Rev. Ισαάκ ήρθε "από την Ανατολή», κατά πάσα πιθανότητα από τη Συρία. Εργάστηκε στην έρημο, μέχρι που άκουσα μια φωνή από τον ουρανό, τον διέταξε να πάει στην Κωνσταντινούπολη. Φτάνοντας εκεί, βρήκε ένα ιερό κεφάλαιο καλύπτεται αίρεση του Αρειανισμού, που ήταν οπαδός του αυτοκράτορα Ουάλη (364-378). Όταν ο αυτοκράτορας ήταν να πάμε σε πόλεμο με τους βαρβάρους [1], st. Ισαάκ πολλές φορές τον πλησίασε με παραινέσεις ζητώντας ανοιχτά εκκλησίες και να σταματήσει η δίωξη των Ορθοδόξων. Κατά τη διάρκεια αυτής της κατά προσέγγιση κτύπησε το άγιο αυτοκράτορα, Valens και διέταξε να τον ρίξουν σε ένα δύσοσμο τέλμα, από την οποία ζουν να μην επιλέξουν οποιοδήποτε πλάσμα. 2 Αλλά ο άγγελος ως εκ θαύματος απελευθερωθεί st. Ισαάκ από το θάνατο. Όταν ήρθε στον αυτοκράτορα για τελευταία φορά, είχε προβλέψει την ήττα του στον πόλεμο και το θάνατο στη φωτιά. Η οργισμένη αυτοκράτορας διέταξε να εγκαταλείψει την ασκητική στη φυλακή μέχρι την επιστροφή του. Σύμφωνα με την προφητεία του Αγίου Βαλεντίνου στρατός νικήθηκε από τους βαρβάρους, και ο αυτοκράτορας, που φεύγουν, σε ένα ξύλινο αχυρώνα καίγεται, που σε διώκτες φωτιά.

Σχετικά με τη συνεδρίαση του st. Ισαάκ με Valens και την πρόβλεψη την ήττα και το θάνατο της έκθεσης του αυτοκράτορα και την εκκλησία ιστορικούς BL. Θεοδώρητος Κύρου [2], Sozomen [3] και κάποιοι άλλοι. Η ζωή του Αγίου sinaksarnom. Ισαάκ [4] σε σχέση με αυτά τα γεγονότα, δείτε την ιστορία, που δεν υπάρχουν σε άλλες εκδόσεις:. Άγιος μάθει για τον Αυτοκράτορα του θανάτου, ακόμη και πριν η είδηση ​​έφτασε στην Κωνσταντινούπολη, γιατί ως εκ θαύματος μυρωδιά της καμένης φορείς, wafting στη μάχη [5] Αυτή η ιστορία αργότερα επανέλαβε ο ιστορικός Ιωάννης Ζωναράς [6].

Μετά το θάνατο του αυτοκράτορα Ουάλη κατά τη βασιλεία του αυτοκράτορα Θεοδοσίου Α ο Μέγας (379-395). Μετά την ακρόαση σχετικά με την προφητεία του αγίου, ο αυτοκράτορας διέταξε την απελευθέρωσή του από τη φυλακή και έχει λάβει τιμητικές διακρίσεις στο παλάτι. Στη συνέχεια, Σεβ. Ισαάκ, σύμφωνα με την Ζωή, συμμετείχε στην Οικουμενική Σύνοδο II (381) (αλλά δεν σημειώνονται στους καταλόγους των μελών του Συμβουλίου). Τότε ο άγιος ήθελε να πάει πίσω στην έρημο, αλλά ο ευσεβής ευγενής Σατουρνίνος και Victor παρακάλεσε τον να μην εγκαταλείψει την Κωνσταντινούπολη και να μην αφήσει τα πνευματικά του παιδιά. Έχοντας ακούσει παρακλήσεις τους, st. Ισαάκ του ζήτησε να κτίσει ένα κελί. Κάθε μία από τις ευγενείς ανεγερθεί στο σπίτι περιουσία του για αυτόν, και ο άγιος επέλεξε μια μέτρια κυττάρων, δομές Σατουρνίνος. Ήταν σε ένα προάστιο της Κωνσταντινούπολης, έξω από τα τείχη της πόλης. Από το Άγιο πολλοί άνθρωποι βγήκαν από την πόλη, επισκέφθηκε τους κατοίκους μετά από αίτησή τους, να προσευχηθούν μαζί τους και ευλογεί τα σπίτια τους. Ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος επανειλημμένα, επίσης, τον κάλεσε στο παλάτι. Σεβάσμια. Ισαάκ πάντα προσπαθούσε να βοηθήσει τους φτωχούς, και αν κάποιος τον βρήκε στο δρόμο, παρακάλεσε, πήρε το παλτό του και έδωσε το ζητιάνο. Όταν επέστρεψε από την πόλη, και οι πύλες έκλεισαν, μετά την προσευχή και σημάδι του σταυρού του Αγίου πάντα άνοιξε ως εκ θαύματος. Μετά από κάποιο χρονικό διάστημα, η μονή ιδρύθηκε γύρω από το κύτταρο Ισαάκ, που αργότερα ονομάστηκε μοναστήρι Dalmata, το οποίο θεωρείται το παλαιότερο στην Κωνσταντινούπολη [7]? υπάρχει άγιος έζησε μέχρι το θάνατό του.

Ανίχνευση της προσέγγισης του θανάτου, st. Ισαάκ κάλεσε τους μαθητές, καθοδηγώντας τους στη σωστή πίστη, και επέλεξε ένα από αυτά, το όνομα Dalmat, ο οποίος όρισε διάδοχό του.

Μετά το θάνατο του ιερού αυτοκράτορας διέταξε να προβεί στην επίσημη νεκρική πομπή στην εκκλησία του Αγίου Ειρήνη (ο οποίος ήταν τότε ο καθεδρικός ναός της Κωνσταντινούπολης). Αδελφοί του μοναστηριού και οι μαθητές του Αγίου ζητήσει άδεια για να βάλει τα ερείπια της εκκλησίας του Αγίου Ισαάκ. Stephen, που χτίστηκε όχι μακριά από το μοναστήρι της Δαλματίας. Αγίου Ισαάκ θάφτηκε στο τέμπλο του ναού, στα δεξιά της Αγίας Έδρας.

Με βάση το κείμενο της ζωής του Ισαάκ, θα πρέπει να θεωρείται το χρόνο του θανάτου του την 383η [8]. Ωστόσο, άλλες πηγές, όπως η ημερομηνία δεν έχει επιβεβαιωθεί. Σύμφωνα με τη ζωή της Δαλματίας, ο Ισαάκ εξακολουθεί να ζει με τον Αρχιεπίσκοπο Αττικής (406-425). Καλλίνικος, συγγραφέας του Ζωές του Σεβ. Υπατία Rufinianskogo λέει επίσης ότι ο Άγιος Ισαάκ ήταν ακόμα ζωντανός το 406, όταν επισκέπτονται st. Υπατία στο μοναστήρι του. Αυτό είναι μια άλλη εκδοχή της ζωής της Δαλματίας, που δημοσιεύτηκαν από Μ Γεδεών, επιβεβαιώνει την 383 ως την ημερομηνία του θανάτου του αγίου, αλλά ο εκδότης είναι κρίσιμη από τη χρονολόγηση του έργου αυτού, δείχνοντας μια ποικιλία ασυνέπειες στο κείμενο [9].

Οι ερευνητές έχουν επανειλημμένα θέσει το θέμα αυτό, και, υποτίθεται, το 383 δεν μπορεί να θεωρηθεί το έτος του θανάτου του αιδεσιμότατου. Αναγνωρίζεται σήμερα χρονολογείται από το θάνατό του μετά από μια περίοδο 406 [10] Μερικοί ερευνητές ορίζουν ειδικότερα το χρόνο του θανάτου του Αγίου Ισαάκ. Έτσι, A. Cameron θεωρεί το θάνατό του σε 416, με βάση τα στοιχεία για την εκκλησία pervomch. Stephen, στην οποία ο Ισαάκ εξουσίας [11] έχουν τεθεί. Πιστεύεται ότι ο άγιος πέθανε το 424 ή το 425 [12]

Σύμφωνα με τον O. Meinardus, λείψανα των Αγίων. Ισαάκ και Dalmata αποθηκεύεται σε ένα μοναστήρι στο Άγιο Όρος New Fivaida [13].

Η λατρεία του Αγίου .. Ισαάκ στη Ρωσία συνδέεται με την προσωπικότητα του αυτοκράτορα Πέτρου Α ', του οποίου τα γενέθλια (30 Μαΐου) συνέπεσε με την μνήμη του αγίου. Ο αυτοκράτορας τον θεωρούσαν προστάτη τους, και προς τιμήν του καθεδρικού ναού του Αγίου Ισαάκ χτίστηκε στην Αγία Πετρούπολη.


Δείτε επίσης :. "Η ζωή του πατέρα μας Ισαάκ ο Ομολογητής,« όπως παρουσιάστηκε από St. Dimitry του Ροστόφ.


σημειώσεις

[1] Πρόκειται για μια εκστρατεία κατά των Βησιγότθων 378

[2] Θεοδώρητος. Ιστ. Εκκλ. IV 34

[3] Sozom. Ιστ. Εκκλ. V 40

[4] Υπάρχουν δύο εκδοχές της ζωής του Σεβ. Ισαάκ. Fuller (BHG, Ν 956) σώζεται σε χειρόγραφο Vat. gr. 1671 (X γ.) Και δημοσιεύονται από την Bollandists (ActaSS. Mai. Τ 7. Π 247-258). μετάφρασή του στην σλαβική γλώσσα περιέχεται στο Suprasl συλλογής (XI αι.), και είναι επίσης περιλαμβάνονται στο 21 Μαρτίου, Μεγαλομάρτυρα Metropolitan. Μακάριος (Joseph, Μεγαλομάρτυρα Αρχιμανδρίτης Περιεχόμενα Σ 37? .. Κ Ιβάνοφ Bibliotheca Hagiographica Balcano-Slavica Σόφια, 2008. 493 σελ.). Ο συγγραφέας, κατά πάσα πιθανότητα, ήταν ένας μοναχός της μονής Dalmata. Οι ερευνητές συνήθως χρονολογούνται σε αυτή την ζωή του VI-VIII αιώνα. (Dagron 1970. Π 231 ;. Lenski 2004. Ρ 108.). Σύντομη έκδοση (BHG, Ν 955) παραμένει αδημοσίευτη, Lat. μετάφραση έγινε Lippomanom Α και δημοσιεύεται μαζί με τα πλήρη Ζωές έκδοση (ActaSS. Mai. Τ 7. Π 258-260). Σύντομη Ζωή του Αγίου sinaksarnoe. Ισαάκ (BHG, Ν 956b), που περιέχει ορισμένες πληροφορίες δεν βρέθηκαν σε άλλους. Οι εκδόσεις δημοσιεύθηκαν από τον F. Alkenom 1948 N. Lenski πρότεινε ότι και οι δύο εκδόσεις Lives, καθώς και σύντομες sinaksarnoe ζωή και πάλι στο ίδιο αρχέτυπο (Lenski . 2004. Π 108). Ερευνητής ΣΤ Όμως, η αναφορά για την ύπαρξη μια άλλη εκδοχή της ζωής του Ισαάκ - στο χειρόγραφο του Παρισιού. gr. 1453 (XII αιώνα.). Fol. 225v - 226 και οδηγεί από το ένα μικρό κομμάτι, αλλά το πλήρες κείμενο παραμένει αδημοσίευτο (Nau F. Sur les mots ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ et ΠΟΛΙΤΕΥΟΜΕΝΟΣ et sur plusieurs κείμενα grecs relatifs à Saint Etienne // ROC 1906. Τόμος 11. Π 198 .. -216).
Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τον Ισαάκ και τη Δαλματία μπορεί να φανεί από το βίο του Αγίου .. Υπατία Rufinianskogo (... Καλλίνικος Vie d'Υπάτιος / Introd, TEXTE crit, παραδοσιακά et δεν GJM Bartelink Π, 1971. (SC? ... 177)), η οποία, σύμφωνα με τους ερευνητές, είναι πιο αξιόπιστη από την ιστορική άποψη .. εγγράφως, ότι σε αυτό δημιουργήθηκε λίγο μετά τα γεγονότα που περιγράφονται? είναι σε αυτή την ζωή του να έρθει σε επαφή σε περίπτωση αμφιβολίας ημερομηνίες.

[5] Halkin F. Le synaxaire grec de Christ Church, à Οξφόρδης // AnBoll. 1948. Vol. 66. Π 77

[6] Ζωναρά. Epit. Ιστ. XIII 16

[7] Theoph. Chron. Π 443

[8] Ήταν κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Θεοδοσίου Α (379-395), μετά τη δήλωση του συν-αντιβασιλέας με το γιο του Arkady (383), στο Αρχιεπισκόπου. Νεκτάριος (381 - 397), κατά το έτος του προξενείου Merobavda και Σατουρνίνος (383).

[9] Γεδεών. 1899. Σ. 144-145

[10] Βλέπε:. Pargoire. Les κάνει το ντεμπούτο του. 1899. Π 124? Idem. Ημερομηνία de la mort. 1899. Π 145? Dagron. 1970. Π 233? Lenski. 2004. Π 109.

[11] Ο Cameron A., Long J. βάρβαροι και Πολιτική στο Δικαστήριο του Αρκαδίου. Berkeley, 1993. Π 73-75). Πιστεύεται ότι Ι πέθανε το 424 ή το 425 (Παπαδόπουλος Σ. Γ. Ισαάκιος // ΘΗΕ. Τ. 6. Σ. 1007).

[12] Παπαδόπουλος Σ. Γ. Ισαάκιος // ΘΗΕ. T. 6. Σ. 1007

[13] Meinardus Ο Φ Α Μια μελέτη των λειψάνων των Αγίων της Ελληνικής Ορθόδοξης Εκκλησίας // Oriens Χρ. 1970. Bd. 54. S. 166, 194

ΠΡΟΣΕΥΧΗ

Τροπάριο του Αγίου Ισαάκ, Δαλματία Favst
τόνος 4
Ο Θεός των πατέρων μας, / διαλυθεί για πάντα μαζί μας, σύμφωνα με πραότητα σου, / συμβαδίσουν έλεός σου από εμάς, / αλλά οι προσευχές τους // διέπουν το στομάχι μας στον κόσμο.
Κοντάκιο του Αγίου Ισαάκ
τόνος 8
Yako πιστός υπηρέτης του Θεού, / για την Εκκλησία του Χριστού ζήλο άναψε, / ηνία Valentová αντισταθεί / προφητικά στην Εκκλησία μας για ανάμειξη με ολέθριες προαναγγελθέντος θανάτου Εσύ, ο Αιδεσιμότατος. / Γι προσεύχονται ποτέ για εμάς που σου τιμήσει, ο Αιδεσιμότατος Ισαάκ.

Μετάφραση Google 


Св. Исаакий был сирийским отшельником. Он жил в пустыне во время антихристианских гонений императора Валента (364-379). В 378 г., когда император готовился к военному походу против готов, которые стояли в большом числе на берегах Дуная, угрожая Константинополю, св. Исаакий по Божественному откровению явился пред Валентом и сказал: «Царь! Отопри храмы для православных, и тогда Господь благопоспешествует пути твоему». Но правитель пренебрежительно отмахнулся от пустынника. На следующий день блаженный старец снова предстал перед ним, но Валент опять не прислушался к его словам. И на третий день подвижник подошел к царю. Взяв за узду его коня, Исаакий начал еще усерднее увещевать и просить царя открыть храмы. Когда они дошли до глубокой пропасти, поросшей терниями, раздраженный император приказал стражникам бросить туда святого. По Божией милости, Исаакий упал в терния как на мягкое ложе. Тогда явились ему два светлых мужа в белых сияющих одеждах, извлекли из пропасти и тут же перенесли здравым и невредимым в Константинополь, оставив посреди агоры, куда только что прибыл император. В крайнем изумлении Валент спросил, тот ли перед ним, кого он приказал бросить в пропасть. Святой сказал ему в ответ: «Отопри храмы, и тогда ты возрадуешься. Не послушаешь меня — знай, что, хоть и спасешь свою жизнь бегством, суждено тебе принять смерть от врагов своих на куче соломы». Царь, хотя и был потрясен таким предсказанием, тем не менее не внял ему и приказал сановникам Саторнику и Виктору содержать Исаакия в узах до своего возвращения. Сражение, произошедшее около Адрианополя 9 августа 378 г., обернулось поражением войск императора. Валент сумел выбраться с поля боя и со своим советником спрятался в куче соломы. Варвары, пустившиеся за ним в погоню, обнаружили его там и подожгли. Вот так бесславно погиб тиран, так сбылось пророчество св. Исаакия. Некоторые уцелевшие после битвы воины, вернувшись, желали испытать Исаакия и сказали ему: «Готовься держать ответ за свои слова, ибо император возвращается». А святой им ответил: «Еще семь дней назад до меня дошел запах его сожженных костей». Когда власть взял Феодосий Великий, он, зная, какую роль сыграл в событиях святой инок, освободил его и незамедлительно издал эдикт, по которому православным возвращались храмы после сорокалетнего перерыва. Исаакий решил, что, поскольку его миссия завершена, ему остается лишь вернуться в сирийскую пустыню. Однако Саторник и Виктор со слезами молили святого остаться в городе, чтобы споспешествовать восстановлению иноческой жизни, подорванной во время арианских гонений. В конце концов он уступил при условии, что у него будет келья в уединенном и тихом месте, где он сможет закончить свои дни в безмолвии. Оба сановника, ставшие духовными сыновьями Исаакия, соперничали в усердии, предлагая ему такое место. Подвижник остановил свой выбор на поместье Саторника, расположенном за тогдашней городской оградой, в квартале Псамафия (Саматья), около Ксиролофских ворот. Там он поселился в маленькой келье и стал вести ангелоподобную жизнь отшельника. Каждое утро оба сановника, прежде чем приниматься за дела, приходили к нему за благословением. Все больше и больше благочестивых людей посещали Исаакия ради бесед об истинной вере и духовной жизни. Сам император Феодосий бывал у отшельника, просил дать советы и вступиться перед Господом за него и за империю. Многие христиане приглашали его к себе, и святой, отринув дух тщеславия, иногда покидал келью и навещал их. Понемногу ширился круг его учеников. Место, где он подвизался, вскоре стало первым монастырем Константинополя (382). Под его влиянием возникли другие монашеские сообщества числом до ста пятидесяти иноков как в самом городе, так и в его окрестностях, среди которых и община св. Ипатия в Руфинианском монастыре. Чтобы поддержать их духовное усердие, св. Исаакий регулярно посещал всех иноков. Несмотря на то, что он не обладал никакой официальной властью, он почитался отцом всех столичных иноков. Узнавая, что кто-то остро нуждается, он, если сам не мог помочь, обращался к зажиточным христианам, и те предоставляли нуждающимся еду и одежду. Так св. Исаакий стал не только наставником в вере и духовной жизни, но и в делах милосердия и благотворительности. Когда св. Иоанн Златоуст стал епископом Константинопольским (398), он, видя, что большое число иноков ходит по городу и посещает дома горожан, принял меры против таких нарушений, приказав всем не покидать монастыри. Кроме того, он приступил к реорганизации благотворительности, в частности создал больницу, ответственных за которую назначал сам. Такие важные пастырские меры затмили дела св. Исаакия, и многие иноки почувствовали себя отстраненными. Их недовольством поспешил искусно воспользоваться архиепископ Александрийский Феофил. Он прибыл в Константинополь и, стремясь направить против Златоуста те обвинения, которые выдвигались против него самого, привлек на свою сторону Исаакия и его иноков. И старый отшельник, к сожалению, принял активное участие в Соборе под дубом, будучи среди обвинителей св. Иоанна (403). Златоуст был свергнут и отправлен в ссылку. Однако такой приговор вызвал столь бурный протест, что святой епископ вскоре был восстановлен на престоле, но, увы, ненадолго. Св. Исаакий с тех пор больше не вмешивался в церковные дела и мирно прожил остаток жизни в своем монастыре. Получив Божественное откровение о скором конце своей земной жизни, он собрал учеников, наказал им быть твердыми в истинной вере и назначил Далматина своим преемником, а затем отошел ко Господу (406). Его оплакивал весь народ с императором во главе. После поминальной службы в кафедральном соборе, которую отслужил патриарх, процессия с его останками направилась в монастырь. Но Аврелиан, один из важных дворцовых сановников и горячий почитатель святого, преградил дорогу, выставив военный отряд. Воины завладели святыней и положили тело св. Исаакия в крипту церкви, построенной Аврелианом в честь св. Севастиана. Вынужденные смириться с таким благочестивым насилием, иноки возвратились в монастырь, лишенные утешения от мощей духовного отца. 

Из книги «Синаксарь: Жития святых Православной Церкви», вышедшей в издательстве Сретенского монастыря. 



Αγίου Ισαάκ ήταν ένας Σύριος ερημίτης. Έζησε στην έρημο κατά τη διάρκεια των αντι-χριστιανικό διωγμούς του αυτοκράτορα Ουάλη (364 έως 379). Στο 378, όταν ο αυτοκράτορας ετοιμαζόταν για μια στρατιωτική εκστρατεία εναντίον των Γότθων, οι οποίοι στέκονταν σε ένα μεγάλο αριθμό στις όχθες του Δούναβη, απειλώντας την Κωνσταντινούπολη, St. Ισαάκ από θεία αποκάλυψη εμφανίστηκε πριν Valens και είπε, "ο βασιλιάς! Ξεκλειδώστε εκκλησίες στην Ορθόδοξη, και ο Κύριος blagopospeshestvuet τρόπο σου. " Αλλά ο κυβερνήτης κυμάτισε περιφρονητικά ερημίτης. Την επόμενη μέρα, η ευλογημένη γέρος εμφανίστηκε πριν από αυτόν και πάλι, αλλά Valens και πάλι δεν τον ακούς. Και την τρίτη ημέρα, ο ασκητής πήγε στο βασιλιά. Λαμβάνοντας τα ηνία του αλόγου του, Ισαάκ άρχισε ακόμα πιο δύσκολο να προτρέψει και να ζητήσει από τον βασιλιά να ανοίξει ναούς. Όταν φτάσει σε ένα βαθύ χάσμα κατάφυτος με αγκάθια, ερεθισμένο ο αυτοκράτορας διέταξε τους φρουρούς να ρίξει τον άγιο. Με το έλεος του Θεού, ο Ισαάκ έπεσε σε ένα αγκάθι σαν ένα μαλακό κρεβάτι. Στη συνέχεια, ήρθε σ 'αυτόν δύο φωτεινά λάμπει ο άνθρωπος με τις λευκές στολές, απομακρύνθηκε από τον γκρεμό και στη συνέχεια μετακόμισε στιβαρό και ασφαλές για την Κωνσταντινούπολη, αφήνοντας στη μέση της Αγοράς, όπου ο αυτοκράτορας μόλις είχε φθάσει. Σε απόλυτη έκπληξη Valens ρώτησε αν αυτό μπροστά του, τους οποίους διέταξε να ρίξει στην άβυσσο. Ο άγιος είπε: «Ξεκλειδώστε τους ναούς, και στη συνέχεια να χαίρεστε. Μην ακούτε για μένα - να γνωρίζει ότι, όμως, και να σώσει τη ζωή του από την πτήση, που προορίζονται να πεθάνουν από τους εχθρούς τους σε ένα σωρό από άχυρο ". Ο βασιλιάς, αν και ήταν σοκαρισμένος από μια τέτοια πρόβλεψη, ωστόσο, δεν τον και είπαν αξιωματούχοι λάβουν σοβαρά υπόψη και Victor Satorniku περιλαμβάνουν Ισαάκ στις αλυσίδες πριν από την επιστροφή του. Η μάχη, η οποία έλαβε χώρα κοντά στην Αδριανούπολη, στις 9 Αυγούστου 378, μετατράπηκε σε ήττα των στρατευμάτων του αυτοκράτορα. Valens κατάφερε να ξεφύγει από το πεδίο της μάχης και με σύμβουλό του έκρυψε σε ένα σωρό από άχυρο. Μπάρμπαρα, ας κατά την άσκηση, τον βρήκε εκεί και πυρπολήθηκε. Έτσι άδοξα χάθηκαν τον τύραννο, έτσι εκπλήρωσε την προφητεία του Αγίου Ισαάκ. Κάποιοι επέζησαν μετά τη μάχη οι στρατιώτες επέστρεψαν και ήθελαν να δοκιμάσουν Ισαάκ και του είπε: ". Ετοιμαστείτε να απαντήσει για τα λόγια του, για τον αυτοκράτορα επιστρέφει" Ένας άγιος τους είπε: «Πριν από επτά ημέρες ήρθα με τη μυρωδιά της καμένης τα οστά του." Όταν η κυβέρνηση ανέλαβε ο Μέγας Θεοδόσιος, ήξερε τον ρόλο που διαδραμάτισε στα γεγονότα του ιερομονάχου, τον απελευθέρωσε, και εξέδωσε αμέσως ένα διάταγμα, στο οποίο ορθόδοξες εκκλησίες επέστρεφαν μετά από ένα διάλειμμα των σαράντα. Isaac αποφάσισε ότι, δεδομένου ότι η αποστολή του έχει ολοκληρωθεί, μπορεί να επιστρέψει μόνο σε έρημο της Συρίας. Ωστόσο Satornik και Victor παρακάλεσε με δάκρυα τον άγιο να παραμείνει στην πόλη για να ευημερήσει η αποκατάσταση της μοναστικής ζωής, υπονομεύεται κατά τη διάρκεια της Αριάν διώξεις. Τελικά ενέδωσε με την προϋπόθεση ότι θα είναι σε ένα μοναχικό κελί, και ένα ήσυχο μέρος όπου θα μπορούσε να τελειώσει τις μέρες του στη σιωπή. Τόσο αξιωματούχος, έγινε πνευματική γιοι του Ισαάκ, συναγωνιζόταν σε ζήλο, προσφέροντας μια θέση γι 'αυτόν. Ασκητική επέλεξε περιουσία Satornika που βρίσκεται πίσω από το φράχτη της τότε πόλης, στη συνοικία Psamafiya (ΣΑΜΑΤΑ), σχετικά με την πύλη Ksirolofskih. Εκεί εγκαταστάθηκε σε ένα μικρό κελί και άρχισε να οδηγήσει τη ζωή ενός ερημίτη είναι αγγελική. Κάθε πρωί, οι δύο αξιωματούχοι, πριν από την ανάληψη της υπόθεσης, ήρθε σ 'αυτόν για μια ευλογία. Όλο και περισσότεροι ευσεβείς άνδρες επισκέφθηκαν Ισαάκ για χάρη της συζήτησης σχετικά με την αληθινή πίστη και την πνευματική ζωή. Ο ίδιος ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος επισκέφθηκε το ερημίτη, και ζήτησε να δώσει συμβουλές και να σταθεί ενώπιον του Κυρίου για τον ίδιο και για την αυτοκρατορία. Πολλοί Χριστιανοί έχουν τον προσκάλεσε σε αυτήν, και ιερά, απορρίπτοντας το πνεύμα της ματαιοδοξίας, και μερικές φορές έφυγε από το κελί και επισκέφθηκε τους. Σταδιακά shirilsya κύκλο των μαθητών του. Ο τόπος όπου είχε εργαστεί, σύντομα έγινε η πρώτη μονή της Κωνσταντινούπολης (382). Κάτω από την επιρροή του κάθε άλλη θρησκευτική κοινότητα με έως εκατόν πενήντα μοναχούς, τόσο στην πόλη και στη γύρω περιοχή, μεταξύ των οποίων και η κοινότητα του Αγίου Υπατία στο μοναστήρι Rufinianskom. Προκειμένου να διατηρηθεί η πνευματική ζήλο τους, St. Ισαάκ επισκεπτόταν τακτικά όλους τους μοναχούς. Παρά το γεγονός ότι ο ίδιος δεν είχε καμία επίσημη αρχή, ήταν σεβαστός πατέρας όλων των μοναχών της πρωτεύουσας. Μαθαίνοντας ότι κάποιος έχει απόλυτη ανάγκη από αυτό, αν δεν μπορούσε να βοηθήσει, απευθύνθηκε σε πλούσιους Χριστιανούς, και ότι έχουν δώσει τροφή και ρουχισμό στους απόρους. Έτσι, St. Ισαάκ έγινε όχι μόνο ένα μέντορα στην πίστη και την πνευματική ζωή, αλλά και στα έργα του ελέους και της φιλανθρωπίας. Όταν St. Ιωάννης ο Χρυσόστομος έγινε επίσκοπος της Κωνσταντινουπόλεως (398), είδε ότι ένας μεγάλος αριθμός των μοναχών με τα πόδια γύρω από την πόλη και να επισκεφθείτε τα σπίτια των κατοίκων της πόλεως, έλαβε μέτρα εναντίον αυτών των παραβιάσεων, και διέταξε όλους να μην εγκαταλείψουν τα μοναστήρια. Επιπλέον, ξεκίνησε μια αναδιοργάνωση φιλανθρωπία, ειδικότερα, έχει δημιουργήσει ένα νοσοκομείο, η οποία είναι υπεύθυνη για το διορισμό τον εαυτό του. Μια τέτοια σημαντική ποιμαντική δράση επισκίασε την υπόθεση του Αγίου Ισαάκ, και πολλοί μοναχοί αισθάνονται αποκλεισμένοι. δυσαρέσκειά τους έσπευσε επιδέξια χρήση Αρχιεπίσκοπος Θεόφιλος Αλεξανδρείας. Έφτασε στην Κωνσταντινούπολη και σε μια προσπάθεια να κατευθύνουν Χρυσοστόμου κατά των αιτιάσεων που προέβαλε εναντίον του, επέστησε την πλευρά του Ισαάκ και τους μοναχούς του. Και το παλιό ερημίτης, δυστυχώς, πήρε ενεργό μέρος στο Συμβούλιο στο πλαίσιο της δρυός, που είναι μεταξύ των εισαγγελέων St. Ιωάννη (403). Χρυσόστομος εκθρονίστηκε και έστειλε στην εξορία. Ωστόσο, αυτή η απόφαση προκάλεσε μια τέτοια κατακραυγή που ο άγιος επίσκοπος σύντομα αποκαταστάθηκε στο θρόνο, αλλά, δυστυχώς, όχι για πολύ. Αγίου Ισαάκ από τότε δεν είναι πλέον παρεμβαίνει στις υποθέσεις της εκκλησίας, και ειρηνικά πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του σε ένα μοναστήρι. Έχοντας λάβει τη θεία αποκάλυψη της επικείμενης τέλος της επίγειας ζωής του, μάζεψε τους μαθητές, τους έδωσε εντολή να είναι σταθερή στην αληθινή πίστη και της Δαλματίας όρισε διάδοχό του, και στη συνέχεια πήγε στον Κύριο (406). Ο ίδιος θρήνησε ολόκληρο το έθνος με τον αυτοκράτορα στο κεφάλι του. Μετά από ένα μνημόσυνο στον καθεδρικό ναό, ο οποίος υπηρέτησε τον πατριάρχη, η πομπή με τα λείψανά του πήγε στο μοναστήρι. Αλλά Aurelian, μία από τις πιο σημαντικές προσωπικότητες του παλατιού και ζεστό θαυμαστής του αγίου, μπλοκάρει το δρόμο, κρατώντας ένα στρατιωτικό απόσπασμα. Στρατιώτες κατέλαβαν ένα ιερό και τοποθέτησε το σώμα του Αγίου Ισαάκ στην κρύπτη του ναού, που χτίστηκε προς τιμήν του Αγίου Aurelian. Sebastian. Αναγκάζονται να συμβιβαστούν με μια τέτοια θεϊκή δύναμη, οι μοναχοί επέστρεψαν στο μοναστήρι, στέρησε από την άνεση του λειψάνου του πνευματικού πατέρα.

Από το βιβλίο «Συναξάριον: Βίοι Αγίων της Ορθοδόξου Εκκλησίας», που δημοσιεύθηκε από τον εκδοτικό οίκο της Μονής Sretensky.