Κυριακή 1 Μαρτίου 2026

 



ΕΑΝ   ΘΕΛΕΤΕ
ΕΠΙΣΚΕΦΘΕΙΤΕ
ΤΙΣ ΠΑΡΑΚΑΤΩ 
ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΕΣ ΞΕΝΕΣ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΕΣ











Α΄ Κυριακή των Νηστειών - της Ορθοδοξίας



Η Αναστηλώση των Αγίων Εικόνων -, τέλη 16ου - αρχές 17ου αιώνα μ.Χ.
απο τον Εμμανουήλ Τζανφουρνάρη




Σ Υ Ν Α Ξ Α Ρ Ι Ο Ν
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, Κυριακῇ πρώτῃ τῶν Νηστειῶν, ἀνάμνησιν ποιούμεθα τῆς ἀναστηλώσεως τῶν ἁγίων καὶ σεπτῶν Εἰκόνων, γενομένης παρὰ τῶν ἀειμνήστων Αὐτοκρατόρων Κωνσταντινουπόλεως, Μιχαὴλ καὶ τῆς μητρὸς αὐτοῦ Θεοδώρας, ἐπὶ τῆς Πατριαρχείας τοῦ ἁγίου καὶ Ὁμολογητοῦ Μεθοδίου.

Στίχοι
Τὰς οὐ πρεπόντως ἐξορίστους Εἰκόνας,
Χαίρω, πρεπόντως προσκυνουμένας βλέπων.
Ἡ ἀπαράλλακτος Εἰκὼν τοῦ Πατρός, πρεσβείαις τῶν ἁγίων σου Ὁμολογητῶν, ἐλέησον ἡμᾶς, Ἀμήν.


 

Η αγία αυτή ημέρα είναι ξεχωριστή, διότι παρά το κατανυκτικό κλίμα της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, εορτάζει λαμπρά η Ορθοδοξία μας, η αληθινή Εκκλησία του Χριστού. Ποιούμε ανάμνηση του κορυφαίου γεγονότος της εκκλησιαστικής μας ιστορίας, της αναστηλώσεως των ιερών εικόνων, το οποίο επισυνέβη το 843 μ.Χ. στο Βυζάντιο, χάρις στην αποφασιστική συμβολή της βασιλίσσης και μετέπειτα αγίας Θεοδώρας, συζύγου του αυτοκράτορα Θεοφίλου (840 - 843 μ.Χ.).





Αναφερόμαστε στη μεγάλη εικονομαχική έριδα, η οποία συντάραξε κυριολεκτικά την Εκκλησία μας για περισσότερα από εκατό χρόνια. Το 726 μ.Χ. ο αυτοκράτωρ Λέων ο Γ' ο Ίσαυρος (717 - 741 μ.Χ.) αποφάσισε να επιφέρει στο κράτος ριζικές μεταρρυθμίσεις. Μια από αυτές ήταν η απαγόρευση προσκύνησης των ιερών εικόνων, επειδή, παίρνοντας αφορμή από ορισμένα ακραία φαινόμενα εικονολατρίας, πίστευε πως η χριστιανική πίστη παρέκλινε στην ειδωλολατρία. Στην ουσία όμως εξέφραζε δικές του ανεικονικές απόψεις, οι οποίες ήταν βαθύτατα επηρεασμένες από την ανεικονική ιουδαϊκή και ισλαμική πίστη. Η αναταραχή ήταν αφάνταστη. Η αυτοκρατορία χωρίστηκε σε δύο φοβερά αντιμαχόμενες ομάδες, τους εικονομάχους και τους εικονολάτρες. Οι διώξεις φοβερές. Μεγάλες πατερικές μορφές ανάλαβαν να υπερασπίσουν την ορθόδοξη πίστη. Στα 787 μ.Χ. συγκλήθηκε η Ζ' Οικουμενική Σύνοδος, η οποία διατύπωσε με ακρίβεια την οφειλόμενη τιμή στις ιερές εικόνες. Σε αυτή επίσης διευκρινίστηκαν και άλλα δυσνόητα σημεία της χριστιανικής πίστεως, έτσι ώστε να έχουμε πλήρη αποκρυστάλλωση του ορθοδόξου δόγματος και να ομιλούμε για θρίαμβο της Ορθοδοξίας μας.





Η εικόνα στην Ορθοδοξία μας δεν αποτελεί αντικείμενο λατρείας, αλλά λειτουργεί αποκλειστικά ως μέσον τιμής του εικονιζόμενου προσώπου. Ακόμα και ο Χριστός μπορεί να εικονισθεί, διότι έγινε άνθρωπος. Μάλιστα όποιος αρνείται τον εικονισμό του Χριστού αρνείται ουσιαστικά την ανθρώπινη φύση Του! Οι μεγάλοι Πατέρες και διδάσκαλοι της Εκκλησίας μας, που αναδείχθηκαν μέσα από τη λαίλαπα της εικονομαχίας, διατύπωσαν το ορθόδοξο δόγμα με προσοχή και ευλάβεια. Η προσκύνηση της ιερής εικόνας του Χριστού και των άλλων ιερών προσώπων του Χριστιανισμού δεν είναι ειδωλολατρία, όπως κατηγορούνταν από τους εικονομάχους, διότι η τιμή δεν απευθύνεται στην ύλη, αλλά στο εικονιζόμενο πρόσωπο, καθότι «η της εικόνος τιμή επί το πρωτότυπον διαβαίνει» (Μ.Βασίλειος P . G . 32,149) και «Προσκυνούμεν δε ταις εικόσιν ου τη ύλη προσφέροντες την προσκύνησιν, αλλά δι΄αυτών τοις εν αυταίς εικονιζομένοις» (Ι. Δαμασκ. P . G .94 1356). Η ευλογία και η χάρη που λαμβάνει ο πιστός από την προσκύνηση των ιερών εικόνων δίνεται από το ζωντανό ιερό πρόσωπο και όχι από την ύλη της εικόνας.





Η εικόνα έχει τεράστια ποιμαντική χρησιμότητα. Μια εικόνα, σύμφωνα με γλωσσική έκφραση, αξίζει περισσότερο από χίλιες λέξεις. Αυτό σημαίνει ότι μέσω της εκκλησιαστικής εικονογραφίας οι πιστοί βοηθούνται να αναχθούν στις υψηλές πνευματικές θεωρίες και στο θείον.

Βεβαίως η ηρεμία δεν αποκαταστάθηκε, διότι εξακολουθούσαν να βασιλεύουν εικονομάχοι αυτοκράτορες. Στα 843 η ευσεβής αυτοκράτειρα Θεοδώρα, επίτροπος του ανήλικου γιου της Μιχαήλ του Γ΄, έθεσε τέρμα στην εικονομαχική έριδα και συνετέλεσε στο θρίαμβο της Ορθοδοξίας.

Οι Πατέρες όρισαν να εορτάζεται ο θρίαμβος του ορθοδόξου δόγματος την πρώτη Κυριακή των Νηστειών για να δείξει στους πιστούς πως ο πνευματικός μας αγώνας θα πρέπει να συνδυάζεται με την ορθή πίστη για να είναι πραγματικά αποτελεσματικός. Νηστεία και ασκητική ζωή έχουν και άλλες αιρέσεις ή θρησκείες, και μάλιστα με πολύ αυστηρότερους κανόνες άσκησης. Όμως αυτό δε σημαίνει ότι μπορούν αυτοί οι άνθρωποι να σωθούν και να ενωθούν με το Θεό. Η σωτηρία είναι συνώνυμη με την αλήθεια, αντίθετα η πλάνη και το ψεύδος οδηγούν σε αδιέξοδα και εν τέλει στην απώλεια.


Ἀπολυτίκιον  

Ήχος β'.

Την άχραντον εικόνα σου προσκυνούμεν αγαθέ, Αιτούμενοι συγχώρεσιν των πταισμάτων ημών βουλήσει γαρ ηυδόκησας ανελθείν εν τω Σταυρώ ίνα ρύση ους έπλασες εκ της δουλείας του εχθρού όθεν ευχαρίστως βοώμεν χαράς επλήρωσας τα πάντα ο σωτήρ ημών ο παραγενόμενος εις το σώσαι τον κόσμον.

 

Κάθισμα
Ἦχος α'
Χορὸς Ἀγγελικὸς 
Τὴν θείαν σου μορφήν, ἐν Εἰκόνι τυποῦντες, τὴν Γέννησιν Χριστέ, ἀριδήλως βοῶμεν, τὰ θαύματα τὰ ἄρρητα, τὴν ἑκούσιον Σταύρωσιν· ὅθεν Δαίμονες, ἀποδιώκονται φόβῳ, καὶ κακόδοξοι, ἐν κατηφείᾳ θρηνοῦσιν, ὡς τούτων συμμέτοχοι.

Δόξα... Ὅμοιον
Μορφὰς τῶν Προφητῶν, Ἀποστόλων τὰ εἴδη, Μαρτύρων ἱερῶν, καὶ Ἁγίων ἁπάντων, Εἰκόνας καὶ μορφώματα, ἱερῶς ὡραΐζεται, τοῦ Νυμφίου δέ, τοῦ νοητοῦ καὶ τῆς Νύμφης, ἀγλαΐζεται, ταῖς νοεραῖς ἀγλαΐαις, ἡ μήτηρ ἡ ἄνω Σιών.

 

Κοντάκιον
Ἦχος πλ. δ'
Αὐτόμελον 
Ὁ ἀπερίγραπτος Λόγος τοῦ Πατρός, ἐκ σοῦ Θεοτόκε περιεγράφη σαρκούμενος, καὶ τὴν ῥυπωθεῖσαν εἰκόνα εἰς τὸ ἀρχαῖον ἀναμορφώσας, τῷ θείῳ κάλλει συγκατέμιξεν. Ἀλλ' ὁμολογοῦντες τὴν σωτηρίαν, ἔργῳ καὶ λόγῳ, ταύτην ἀνιστοροῦμεν.

Ὁ Οἶκος
Τοῦτο τὸ τῆς Οἰκονομίας μυστήριον, πάλαι Προφῆται θειωδῶς ἐμπνευσθέντες, δι' ἡμᾶς, τοὺς εἰς τὰ τέλη τῶν αἰώνων καταντήσαντας, προκατήγγειλαν, τῆς τούτου τυχόντες ἐλλάμψεως. Γνῶσιν οὖν θείαν δι' αὐτοῦ λαβόντες, ἕνα Κύριον τὸν Θεὸν γινώσκομεν, ἐν τρισὶν ὑποστάσεσι δοξαζόμενον, καὶ αὐτῷ μόνῳ λατρεύοντες, μίαν Πίστιν, ἓν Βάπτισμα ἔχοντες, Χριστὸν ἐνδεδύμεθα. Ἀλλ' ὁμολογοῦντες τὴν σωτηρίαν, ἔργῳ καὶ λόγῳ, ταύτην ἀνιστοροῦμεν.



ΕΑΝ   ΘΕΛΕΤΕ
ΕΠΙΣΚΕΦΘΕΙΤΕ
ΤΙΣ ΠΑΡΑΚΑΤΩ 
ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΕΣ ΞΕΝΕΣ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΕΣ





(σελίδες 870 - 878 )




Η Αγία Ευδοκία η από Σαμαρειτών

 

η Οσιομάρτυς





Ἡ Σαμαρεῖτις οὐχ ὕδωρ Εὐδοκία,
Ἀλλ' αἷμα, Σῶτερ, ἐκ τραχήλου σοι φέρει.
Μαρτίου ἀμφὶ πρώτῃ ἡ Εὐδοκία ξίφος ἔτλη.

 


Βιογραφία

Η Αγία Ευδοκία γεννήθηκε στη Ηλιούπολη της επαρχίας Λιβανησίας, της Φοινίκης, την εποχή του Τραϊανού (98 - 117 μ.Χ.). Πέρασε τα πρώτα χρόνια της ζωής της στην αμαρτία και την ακολασία, παρασύροντας με την εκτυφλωτική της ομορφιά πολλούς άνδρες στη αμαρτωλή ζωή, ενώ συγχρόνως συγκέντρωσε πολλά χρήματα.

Η χάρη όμως του Θεού ευδόκησε, ώστε να συμβεί η θαυμαστή αλλοίωση και στην ψυχή της Ευδοκίας. Μετά από μία σοβαρή ασθένεια, εγκατέλειψε την πόλη και την αμαρτία της, για να επιστρέψει εκεί ένα χρόνο αργότερα. Επιθυμώντας όμως να παραμείνει άγνωστη, εγκαταστάθηκε στην άκρη της πόλης. Εκεί γνωρίζει κάποιον μοναχό ονόματι Γερμανό και με τις νουθεσίες του μετανοεί.

Στην συνέχεια, αφού είδε οπτασία, προσήλθε στον Επίσκοπο Θεόδοτο και βαπτίσθηκε. Η οπτασία ήταν η εξής: Παρατηρούσε Άγγελο Θεού να οδηγεί αυτήν προς τον ουρανό και άλλους Αγγέλους να τη συγχαίρουν, ενώ την ίδια στιγμή κάποιος μαύρος ούρλιαζε και έλεγε ότι αδικείται πάρα πολύ, επειδή η Ευδοκία έγινε Χριστιανή.






Евдокия Илиопольская, прмц. (1 марта)
Менологий  1 - 4 марта;  Византия. Греция; XIV в.; памятник: Византийский менологий (Byzantine illumination Menologion); 10 x 13 см.; местонахождение: Англия. Оксфорд. Бодлеанская Библиотека (Bodleian Library)
Αγία Ευδοκία η από Σαμαρειτών η Οσιομάρτυς
Βυζαντινό Μηνολόγιο τού Μαρτίου (1 - 4)  τού 14ου αιώνα μ.Χ. και ευρίσκεται Αγγλία. Βιβλιοθήκη Bodleian στην Οξφόρδη. Αγγλία






Από τότε αλλάζει η ζωή της, χαρίζει όλη της τη περιουσία στο φιλανθρωπικό έργο της τοπικής εκκλησίας και πηγαίνει σε κάποιο μοναστήρι, όπου ζει βίο ασκητικό ως τη στιγμή που τη άρπαξαν οι πρώην εραστές της και την οδήγησαν στο Αυριλιανό για να δικαστεί.

Η Αγία όμως με την προσευχή της, κατόρθωσε να αναστήσει το νεκρό παιδί του βασιλιά και να προσελκύσει και τον ίδιο στο Χριστιανισμό. Αργότερα οδηγήθηκε μπροστά στον ηγεμόνα Διογένη, ο οποίος την άφησε ελεύθερη, αφού η Αγία και πάλι θαυματούργησε. Τελικά αποκεφαλίσθηκε από το Βικέντιο και έλαβε το στεφάνι του μαρτυρίου.



Мучение св. Евдокии.  
Фреска. 1547 г.Афон (Дионисиат).
Тзортзи (Зорзис) Фука.
Μαρτύριο Αγίας Ευδοκίας. 
Τοιχογραφία (Fresco) τού έτους 1547 μ.Χ. 
στην Ιερά Μονή Διονυσίου Αγίου Όρους 
έργο τού αγιογράφου από τον Τζώρτζη (Ζώρζη) Φουκά 



Ιερά Λείψανα

 

Αποτμήματα της Αγίας βρίσκονται στις Μονές

Σίμωνος Πέτρας Αγίου Όρους, Φανερωμένης Σαλαμίνος,

Αγίας Λαύρας Καλαβρύτων και Βουλκάνου Μεσσηνίας

και στη Λαύρα Αγίου Αλεξάνδρου Νέβσκι Αγίας Πετρουπόλεως.







Ἀπολυτίκιον  
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Φόβον ἔνθεον, ἀναλαβοῦσα, κόσμου ἔλιπες, τὴν εὐδοξίαν, καὶ τῷ Λόγῳ Εὐδοκία προαέδραμες, οὐ τὸν ζυγὸν τὴ σαρκί σου βαστάσασα, ὑπερφυῶς ἠγωνίσω δι' αἵματος. Μάρτυς ἔνδοξε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἠμὶν τὸ μέγα ἔλεος.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. δ’.
Ἐν σοί Μῆτερ ἀκριβῶς διεσώθη τό κατ᾽ εἰκόνα· λαβοῦσα γάρ τόν σταυρόν, ἠκολούθησας τῷ Χριστῷ, καί πράττουσα ἐδίδασκες, ὑπερορᾷν μέν σαρκός, παρέρχεται γάρ· ἐπιμελεῖσθαι δέ ψυχῆς, πράγματος ἀθανάτoυ· διό καί μετά Ἀγγέλων συναγάλλεται, Ὁσία Εὐδοκία τό πνεῦμά σου.



Преподобномученица Евдокия (миниатюра XV века)
Μάρτυς Ευδοκία. Μικρογραφία (Μινιατούρα) τού 15ου αιώνα μ.Χ.


Минея - Март (фрагмент). Икона. Русь. Начало XVII в. Церковно-Археологический Кабинет Московской Духовной Академии.
Μηναῖο - Μάρτιος (τεμάχιο). Εἰκονίδιο στίς ἀρχές τοῦ 17ου αἰώνα μ.Χ. στήνἘκκλησία καί τό Αρχαιολογικό Μουσεῖο τῆς Θεολογικῆς Ἀκαδημίας τῆς Μόσχας 


Κάθισμα
Ἦχος πλ. δ’. Τὴν Σοφίαν.
Φωτισθεῖσα τῇ αἴγλῃ τῇ θεϊκῇ, τὸν τῆς πλάνης κατέλιπες σκοτασμόν, καὶ βίον ἀνέλαβες, μετὰ σώματος ἄϋλον, χαρισμάτων δὲ θείων, πλησθεῖσα τοῦ Πνεύματος, ἐκ ψιλῆς προσρήσεως, νεκροὺς ἐξανέστησας· ὅθεν ἐπὶ τέλει, μαρτυρίου στεφάνῳ, ἐνθέως κεκόσμησαι, καὶ τὸν δόλιον ᾔσχυνας, Εὐδοκία Ἰσάγγελε· Πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, τῶν πταισμάτων ἄφεσιν δωρήσασθαι, τοῖς ἑορτάζουσι πόθῳ τὴν ἁγίαν μνήμην σου.




Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθείς.
Ὁ εὐδοκήσας ἐκ βυθοῦ ἀπωλείας, πρός εὐσεβείας τόν ἀκρότατον ὅρον, ἀναγαγεῖν σε ἔνδοξε ὡς λίθον ἐκλεκτόν, οὗτος καί τόν βίον σου, τῇ ἀθλήσει λαμπρύνας, χάριν ἰαμάτων σοι, Εὐδοκία παρέχει· ὃν ἐκδυσώπει σῴζεσθαι ἡμᾶς, Ὁσιομάρτυς, Ἀγγέλων ἐφάμιλλε.



ΑΠΟ ΤΟ ΡΩΣΙΚΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ

 

Η ζωή και τα πάθη της Αγίας Μάρτυρος Ευδοκίας

Εορτάζεται την 1η Μαρτίου

Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Τραϊανού (1679) , στην πόλη Ηλιούπολη (1680) , στην Κοίλη Συρία (1681) , στην περιοχή της Φοινίκης στον Λίβανο (1682) , δίπλα στη γη της Ιουδαίας, ζούσε μια κόρη ονόματι Ευδοκία. Ήταν Σαμαρείτισσα στην καταγωγή και την πίστη (1683 ). Δελεάζοντας με τη μεγάλη ομορφιά της, παρέσυρε ανελέητα πολλούς στην καταστροφή, συσσωρεύοντας τα επαίσχυντα υπάρχοντά της από τον πλούτο αυτών των χωρών μέσω σαρκικής ακαθαρσίας, ενός εύκολου τρόπου απόκτησης. Το πρόσωπό της ήταν τόσο όμορφο που ακόμη και ένας καλλιτέχνης θα δυσκολευόταν να το απεικονίσει. Η φήμη της διαδόθηκε παντού, και πλήθος ευγενών νέων, ακόμη και κυβερνητικών αξιωματούχων από άλλες χώρες και πόλεις, συνέρρευσαν στην Ηλιούπολη, φαινομενικά για κάποιον άλλο σκοπό, αλλά στην πραγματικότητα μόνο για να δουν και να θαυμάσουν την ομορφιά της Ευδοκίας, της οποίας οι αμαρτωλές πράξεις είχαν συσσωρεύσει πλούτο σχεδόν ίσο με το βασιλικό θησαυροφυλάκιο. Και μέσα από αυτή την παρατεταμένη συσσώρευση θησαυρών, η Ευδοκία νεκρώθηκε τόσο πολύ στο πνεύμα από την ακάθαρτη ζωή της και σκληρύνθηκε σε εγκάρδια πικρία που καμία δύναμη εκτός από τη Θεία δεν θα μπορούσε να θεραπεύσει την απελπιστική πνευματική ασθένεια αυτού του απελπισμένου αμαρτωλού. Ωστόσο, ήρθε η ώρα που το σωτήριο χέρι του καλού ποιμένα, αναζητώντας το χαμένο πρόβατο, έσπευσε και σε αυτήν: ο Δημιουργός κοίταξε τη δημιουργία Του, διαφθαρμένη από την κακία του διαβόλου, και επιθύμησε να την ανανεώσει. Ο αληθινός Κύριος του Οίκου προνοούσε για τους καρπούς του αμπελώνα Του, που υποβλήθηκαν στη λεηλασία του εχθρού. Ο Κύριος των ουράνιων θησαυρών έσπευσε να δεχτεί στο αιώνιο θησαυροφυλάκιό Του τη δραχμή που βρισκόταν στο χώμα και χάνονταν στη γη. Ο Φύλακας των ευλογιών που περίμεναν οι δίκαιοι κάλεσε αυτή την απελπισμένη Σαμαρείτισσα στην τέλεια ελπίδα Του και άφησε τον διάβολο σε ντροπή. Την έκανε, που κάποτε κυλούσε στο βάλτο σαν βοοειδή, να γίνει άσπιλη σαν αρνί. Το προηγούμενο δοχείο ακαθαρσίας γέμισε με αγνότητα. Ο σωρός με τα κοπριά έγινε μια καθαρή, αδιατάρακτη πηγή. Το βρώμικο ρυάκι μετατράπηκε σε μια ευωδιαστή λίμνη. Η δυσοσμία ενός σάπιου και βρωμερού πηγαδιού μετατράπηκε σε αλάβαστρο από πολύτιμο μύρο· αυτή που για πολλούς ήταν πνευματικός θάνατος, για πολλούς αποδείχθηκε η πηγή της σωτηρίας. Έτσι ξεκίνησε η μεταστροφή αυτού του μεγάλου αμαρτωλού στον Θεό.

Ένας μοναχός ονόματι Χέρμαν επέστρεφε μέσω Ηλιούπολης από ένα ταξίδι στο μοναστήρι του. Έφτασε στην πόλη το βράδυ και έμεινε με έναν χριστιανό φίλο που έμενε κοντά στις πύλες της πόλης, του οποίου το δωμάτιο εφάπτονταν στον τοίχο του σπιτιού της εν λόγω νεαρής γυναίκας. Ο μοναχός, αφού κοιμήθηκε λίγο, σηκώθηκε κατά τη διάρκεια της νύχτας, όπως συνήθιζε, για να ψάλλει ψαλμούς. Αφού ολοκλήρωσε τον κανόνα προσευχής του, κάθισε και, παίρνοντας το βιβλίο που κρατούσε στην αγκαλιά του, απορροφήθηκε βαθιά στην ανάγνωση. Το βιβλίο περιέγραφε την Τελική Κρίση του Θεού και πώς οι δίκαιοι θα φωτιστούν, όπως ο ήλιος, στη Βασιλεία των Ουρανών, ενώ οι αμαρτωλοί θα πάνε σε άσβεστη φωτιά, όπου θα υποβληθούν σε αιώνια, σκληρά βασανιστήρια. Εκείνη τη νύχτα, με θεία πρόνοια, η Ευδοκία ήταν μόνη. Η κρεβατοκάμαρα στην οποία είχε κλειστεί εφάπτεται στον τοίχο πίσω από τον οποίο ο μοναχός εργαζόταν στην προσευχή και την ανάγνωση. Όταν ο μοναχός άρχισε την ψαλμωδία του, η Ευδοκία ξύπνησε αμέσως και, ξαπλωμένη στο κρεβάτι της, άκουσε μέχρι το τέλος της ανάγνωσης. Μπορούσε να ακούσει όλα όσα διάβαζε ο μοναχός, γιατί μόνο ένας τοίχος, και μάλιστα όχι χοντρός, τους χώριζε, ειδικά επειδή ο μοναχός διάβαζε δυνατά. Ακούγοντας την ανάγνωση, η αμαρτωλή κατακλύστηκε από μεγάλη τύψεις και δεν κοιμήθηκε μέχρι την αυγή, συλλογιζόμενη με τρεμάμενη καρδιά το πλήθος των αμαρτιών της, την Τελική Κρίση και τα αβάσταχτα βάσανα των αμαρτωλών. Μόλις ξημέρωσε, αυτή (υπό την επίδραση της Θείας Χάρης, η οποία την ώθησε σε μετάνοια) διέταξε να κληθεί αυτός που είχε διαβάσει το βιβλίο κατά τη διάρκεια της νύχτας, και όταν έφτασε, τον ρώτησε:

«Τι είδους άνθρωπος είσαι και από πού είσαι; Πώς ζεις και ποια είναι η πίστη σου; Σε παρακαλώ, πες μου όλη την αλήθεια. Ακούγοντας αυτά που διάβασες χθες το βράδυ, είμαι ταραγμένος και η ψυχή μου είναι κουρασμένη, γιατί άκουσα κάτι τρομερό και θαυμαστό, που μέχρι τότε μου ήταν άγνωστο. Και αν είναι αλήθεια ότι οι αμαρτωλοί παραδίδονται στις φλόγες, τότε ποιος μπορεί να σωθεί;»

Ο ευλογημένος Χέρμαν της είπε:

- Κυρία! Σε ποια πίστη ανήκετε αν δεν έχετε ακούσει ποτέ για την Τελική Κρίση του Θεού και δεν καταλαβαίνετε το νόημα των λέξεων που διαβάζω;

«Με βάση τον τόπο γέννησής μου και την πίστη μου», είπε η Ευδοκία, «είμαι Σαμαρείτης· ο πλούτος μου είναι αμέτρητος, και με ανησυχεί και με τρομάζει ιδιαίτερα η θλίψη και το αιώνιο και άσβεστο πυρ με το οποίο το βιβλίο που διαβάζετε απειλεί τους πλούσιους. Δεν έχω συναντήσει ποτέ τέτοια λόγια στα βιβλία της πίστης μας, και γι' αυτό ανησυχούσα πολύ όταν άκουσα κάτι νέο και απροσδόκητο».

Ο ευλογημένος Χέρμαν ρώτησε:

– Έχετε σύζυγο, κυρία; Και από πού αποκτήσατε αυτόν τον αμέτρητο πλούτο, όπως λέτε;

«Δεν έχω νόμιμο σύζυγο», απάντησε, «και ο πλούτος μου έχει συσσωρευτεί από πολλούς συζύγους. Και αν οι πλούσιοι καταδικάζονται σε τέτοια οδυνηρά και αιώνια βάσανα μετά θάνατον, τότε τι θα μου ωφελήσει ο πλούτος μου;»

Ο Χέρμαν της είπε:

«Πες μου την αληθινή αλήθεια (γιατί ο Χριστός μου, τον οποίο υπηρετώ, είναι αληθινός και αλάθητος): θέλεις να σωθείς χωρίς πλούτη και να ζήσεις με ευημερία, με χαρά και αγαλλίαση, για ατελείωτους αιώνες; Ή μήπως θέλεις να υποφέρεις σκληρά σε αιώνια φωτιά με τον πλούτο σου;»

«Θα ήταν πολύ καλύτερο για μένα να αποκτήσω αιώνια ζωή χωρίς πλούτο», απάντησε η Ευδοκία, «παρά να χαθώ μια μέρα με τον πλούτο. Αλλά αναρωτιέμαι γιατί ένας πλούσιος άνθρωπος θα τιμωρούνταν τόσο πολύ μετά θάνατον; Μήπως ο Θεός σας τρέφει πραγματικά τόσο σκληρό και αδυσώπητο μίσος για τους πλούσιους;»

«Όχι», είπε ο Χέρμαν, «ο Θεός δεν απομακρύνεται από τους πλούσιους και δεν τους απαγορεύει να είναι πλούσιοι, αλλά μισεί την άδικη απόκτηση πλούτου και τη χρήση του για μια ζωή αμαρτωλών απολαύσεων και επιθυμιών. Επομένως, αν κάποιος αποκτήσει πλούτο νόμιμα και ξοδέψει ό,τι έχει αποκτήσει σε καλές πράξεις, είναι αναμάρτητος και δίκαιος ενώπιον του Θεού, αλλά όποιος συσσωρεύει πλούτο με κλοπή, ληστεία και αδικία, ή γενικά με οποιαδήποτε αμαρτωλή πράξη, που φυλάει πλούτο στα θησαυροφυλάκιά του, μη δείχνοντας έλεος στους φτωχούς, μη δίνοντας σε αυτούς που ζητούν, μη ντύνοντας τους γυμνούς, μη χορταίνοντας τους πεινασμένους - θα υποστεί βασανιστήρια χωρίς έλεος».

Η Ευδοκία ρώτησε:

– Και δεν σου φαίνεται άδικος ο πλούτος μου;

Ο Χέρμαν απάντησε:

- Πραγματικά είναι άδικο και πιο αντίθετο προς τον Θεό από οποιαδήποτε αμαρτία.

Τότε είπε:

«Γιατί συμβαίνει αυτό; Άλλωστε, έχω ντύσει πολλούς γυμνούς ανθρώπους, έχω χορτάσει πολλούς πεινασμένους, και μάλιστα έχω βοηθήσει μερικούς με λίγο χρυσάφι. Πώς μπορείς να αποκαλείς τον πλούτο κακό;»

«Κυρία», είπε ο Χέρμαν, «άκουσέ με προσεκτικά: κανείς, πηγαίνοντας στο λουτρό για να πλυθεί, δεν θα ήθελε να βυθίσει το σώμα του σε ακάθαρτο, θολό, βρώμικο και βρωμερό νερό, αλλά θα προτιμούσε να πλυθεί όπου υπάρχει καθαρό νερό. Πώς λοιπόν μπορείτε, μέσω απλών πράξεων ελέους, να καθαρίσετε τον εαυτό σας από την βρώμικη και άσχημη βρωμιά της αμαρτίας όταν βουτάτε σε αυτήν οικειοθελώς, ενώ ταυτόχρονα περιφρονείτε το καθαρό νερό του ελέους του Θεού; Σε κάθε περίπτωση, αυτός ο βάλτος της αμαρτωλής βρωμιάς, σαν πλημμύρα, θα σας βυθίσει με μεγάλη δύναμη σε ένα λάκκο από θειάφι και πίσσα, που καίγεται με τις αιώνιες φλόγες της οργής του Θεού. Γιατί ο πλούτος που κατέχετε είναι τόσο μεγάλος που είναι αντίθετος με τον μεγάλο Διδάσκαλο και αιώνιο Κριτή και έχει ήδη καταδικαστεί πριν από την Τελική Κρίση, ως αποκτημένος μέσω πλάνης και πορνείας. Και δεν θα σας βοηθήσει καθόλου το γεγονός ότι έχετε δώσει περιστασιακά ένα μέρος αυτού του μεγάλου, αλλά άθλιου και αμαρτωλού, πλούτου σε λίγους φτωχούς - γιατί η ανταμοιβή για αυτή τη μικρή αρετή καταστρέφεται από ένα αμέτρητο πλήθος κακών πράξεων, όπως ακριβώς ένα λεπτό άρωμα πνίγεται από ένα δυνατό δυσοσμία. Όχι, δεν θα λάβεις ποτέ καμία χάρη όσο παραμένεις οικειοθελώς σε ακαθαρσία, και θα θεωρηθείς άξιος του ελέους του Θεού μόνο απορρίπτοντας την αμέτρητη αμαρτωλή δυσοσμία σου, πλένοντας τον εαυτό σου με δάκρυα μετάνοιας και στολίζοντας τον εαυτό σου με δίκαιες πράξεις. Όπως κάποιος που περπατάει ξυπόλητος ανάμεσα σε αγκάθια έχει πολλά αιχμηρά αγκάθια, έτσι ώστε ακόμα κι αν μερικά βγουν, πολλά θα παραμείνουν στο σώμα και θα προκαλέσουν βασανιστήρια. Ακόμα κι αν μια μικρή ελεημοσύνη που δίνεις σε έναν ζητιάνο σε βοηθά να σβήσεις κάποια μικρή αμαρτία, το μεγαλύτερο αγκάθι της αμαρτίας παραμένει στη συνείδησή σου και θα σε οδηγήσει στο πιο σοβαρό μαρτύριο. Τρομερός και δίκαιος είναι ο ανταποδοτής - ο Θεός, οργισμένος από εσένα και απειλώντας σε με αιώνια και αβάσταχτα μαρτύρια, προετοιμασμένος για τους αμετανόητους αμαρτωλούς. Αλλά αν είσαι πρόθυμος να με ακούσεις, μπορείς να σωθείς από το μαρτύριο που σε περιμένει και να λάβεις αιώνια χαρά.

Η Ευδοκία είπε:

«Δούλε του ζωντανού Θεού, σε παρακαλώ, μείνε μαζί μου για λίγο και πες μου λεπτομερώς για τις πράξεις με τις οποίες μπορεί κανείς να λάβει το έλεος του Θεού, ώστε κι εγώ, ακολουθώντας αυτό το παράδειγμα, να λάβω σωτηρία. Είμαι έτοιμος να χρησιμοποιήσω τον πλούτο μου για καλές πράξεις. Είπες ότι ο Θεός αγαπά μια δίκαιη και ενάρετη κατανομή του πλούτου: τίποτα δεν με εμποδίζει, ακόμη και με κάποια μείωση των οικιακών μου αγαθών, να απελευθερωθώ από τα βάσανα που, σύμφωνα με εσένα, όσοι μισούνται από τον Θεό πρέπει να υπομείνουν την ημέρα της κρίσης. Ιδού, αξιότιμε πατέρα, έχω πολλούς σκλάβους. Υπό την ηγεσία σου, θα τους οδηγήσω, φορτωμένους με χρυσό, ασήμι και πολύτιμα πράγματα, στον Θεό σου, αν μόνο Αυτός, με τη μεσιτεία σου, καταδεχτεί να δεχτεί την προσφορά μου και να μου χαρίσει τη σωτηρία.»

«Μην κρίνεις τον Θεό», της είπε ο Χέρμαν, «με βάση την ανθρώπινη ηθική. Μην νομίζεις ότι χρειάζεται αυτά τα ασήμαντα πράγματα που είναι πολύτιμα για τους ανθρώπους· γιατί Αυτός, όντας ασύγκριτα πλουσιότερος από όλους τους επίγειους βασιλιάδες, έγινε οικειοθελώς φτωχός για εμάς, ώστε με αυτή τη θλιβερή φτώχεια να μπορέσει να εξαγοράσει την αιώνια σωτηρία μας. Κόρη μου, μοίρασε τον πλούτο σου στους αρρώστους και τους φτωχούς, γιατί είναι αγαπητοί στον Θεό: Θεωρεί ό,τι τους δίνεται ως δεδομένο στον Εαυτό Του, και για τα προσωρινά υπάρχοντα που δίνονται στους φτωχούς, τα ανταποδίδει με ουράνιους θησαυρούς που δεν στερεύουν ποτέ. Κάνε αυτό, και μετά πλησίασε την αγία και σωτήρια κολυμβήθρα του βαπτίσματος, και, καθαρισμένη από τη βρωμιά όλων των αμαρτιών σου, θα είσαι αγνή και άμωμη, θα αναγεννηθείς με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, και θα λάβεις μια ευλογημένη μοίρα, όπου θα απολαύσεις άφθαρτο, αιώνιο φως, όπου δεν υπάρχουν θλίψεις, ασθένειες, εγκλήματα». Θα είσαι ένα άγιο αρνί, που θα ποιμαίνεται σε ουράνια βοσκοτόπια από τον Ιησού Χριστό, τον Σωτήρα μας. Με μια λέξη: αν θέλεις να σωθείς, κόρη μου, κάνε όπως σε συμβουλεύω και θα είσαι ευλογημένη για πάντα.

Η Ευδοκία απάντησε:

«Αν τα λόγια που μου διάβασες, τα οποία άκουσα τόσο καθαρά χθες το βράδυ, δεν είχαν εντυπωθεί στο μυαλό μου, δεν θα σε καλούσα εδώ. Πάρε από μένα, Πάτερ, όσο χρυσάφι θέλεις, και μείνε εδώ για λίγες μέρες, διδάσκοντάς με στην χριστιανική σου πίστη και διδάσκοντάς με στην αρετή, ώστε, αφού μοιράσω τον πλούτο και την περιουσία μου και τακτοποιήσω τα πάντα σωστά, να μπορώ να σε ακολουθώ όπου κι αν πας».

Ο ευλογημένος Χέρμαν είπε σχετικά:

«Δεν χρειάζομαι χρυσό: η ελπίδα της σωτηρίας σας μου είναι αρκετή, και αυτός είναι ένας βάσιμος λόγος για να μείνω εδώ για λίγες μέρες, αν βρω το χαμένο πρόβατο και το φέρω στην ποίμνη του Χριστού. Επομένως, αν και έσπευδα στο μοναστήρι μου, θα παραμείνω εδώ για λίγες μέρες για χάρη της μεταστροφής σας στον Θεό. Εσείς, ωστόσο, κάντε ό,τι σας λέω - καλέστε έναν από τους Χριστιανούς ιερείς που ζουν σε αυτή την πόλη και αφήστε τον, αφού σας διδάξει, να σας βαπτίσει σύμφωνα με το εκκλησιαστικό τυπικό, γιατί αυτή είναι η αρχή και το θεμέλιο της σωτηρίας, και στη συνέχεια όλες οι άλλες θεάρεστες δραστηριότητες θα ακολουθήσουν με τη σωστή τους σειρά.»

Ακούγοντάς το αυτό από τον ευλογημένο γέροντα, η Ευδοκία κάλεσε έναν από τους υπηρέτες της και τον διέταξε να πάει αμέσως στην χριστιανική εκκλησία και να ζητήσει από τον ιερέα να έρθει αμέσως σε αυτόν που τον ζητούσε. Του απαγόρευσε να πει ποιος ακριβώς ζητούσε και γιατί. Ο ιερέας σύντομα έφτασε. Βλέποντάς τον, η Ευδοκία υποκλίθηκε μέχρι το έδαφος μπροστά του, φίλησε τα πόδια του και είπε:

«Σας παρακαλώ, κύριέ μου, πείτε μου για την πίστη σας: κι εγώ θέλω να γίνω Χριστιανός».

Ο πρεσβύτερος, έκπληκτος από μια τέτοια ομιλία, ρώτησε την Ευδοκία:

- Ποια είναι η πίστη σας που επιθυμείτε να μετατρέψετε σε χριστιανική;

Εκείνη απάντησε:

«Είμαι Σαμαρείτισσα, και εκ γενετής και εκ πίστεως, και ήμουν σύζυγος όλου του κόσμου. Ομολογώ ενώπιόν σας με έναν λόγο όλη την αλήθεια. Είμαι μια θάλασσα πολλών κακών, και όταν άκουσα ότι οι αμαρτωλοί, αν δεν μετανοήσουν και δεν γίνουν Χριστιανοί, θα βασανίζονται σε αιώνιο πυρ μετά θάνατον, τότε αποφάσισα στο μυαλό μου να γίνω Χριστιανή».

Ο πρεσβύτερος είπε σχετικά:

Αν υπήρξες θάλασσα αμαρτιών, γίνε τώρα λιμάνι σωτηρίας. Αν σε έχουν κλυδωνίσει πολλοί ανέμοι, μπες τώρα σε ένα ήσυχο λιμάνι. Και αν έχεις υποβληθεί σε βίαια κύματα, αναζήτησε τώρα την πρωινή δροσιά που κατεβαίνει από τον ουρανό. Αν έχεις βυθιστεί από μια μακρά πλημμύρα, αναζήτησε τώρα έναν καλό τιμονιέρη, για να σε οδηγήσει με ασφάλεια στο ήσυχο λιμάνι του, όπου βρίσκονται οι θησαυροί κάθε δικαιοσύνης. Προσπάθησε να γίνεις κληρονόμος των ευλογιών που βρίσκονται εκεί. Μοίρασε τον επίγειο πλούτο σου σε όσους έχουν ανάγκη και ελευθερώσου από τη λύπη της αμαρτίας, και ταυτόχρονα από το σκοτάδι και την άσβεστη φωτιά που σε περιμένει αν δεν μετανοήσεις.

Ακούγοντας αυτό, η Ευδοκία ξέσπασε σε κλάματα και, χτυπώντας τον εαυτό της στο στήθος, είπε:

– Είναι αλήθεια ότι ο Θεός σας δεν έχει έλεος για τους αμαρτωλούς;

Ο πρεσβύτερος απάντησε:

– Για τους μετανοημένους αμαρτωλούς, όταν λάβουν το σημάδι της πίστης, δηλαδή το άγιο βάπτισμα, ο Κύριος συγχωρεί όλες τις αμαρτίες της προηγούμενης ζωής τους, της ζωής της απιστίας, αλλά για εκείνους που παραμένουν στην αμαρτία και δεν σκέφτονται τη μετάνοια, δεν υπάρχει συγχώρεση, και αυτοί θα βασανιστούν χωρίς έλεος.

«Πες μου, ιερέα», ρώτησε η Ευδοκία, «νομίζεις ότι υπάρχει κάτι μεγαλύτερο και καλύτερο στον ουρανό από αυτό που βρίσκεται στη γη; Άλλωστε, έχουμε πραγματικά πολλούς θησαυρούς από χρυσό, ασήμι και πολύτιμους λίθους, κάθε είδους απολαύσεις και ηδονές, καθώς και αφθονία ψαριών και πτηνών και μια αμέτρητη προσφορά κάθε είδους φαγητού και ποτού. Τι, λοιπόν, μεγαλύτερο από όλα αυτά θα βρεθεί εκεί, στον ουρανό;»

«Αν δεν αποσπάσεις το μυαλό σου από τις γοητείες αυτού του κόσμου», της είπε ο ιερέας, «και δεν κατακλύζεις τον εαυτό σου από περιφρόνηση για τις πρόσκαιρες απολαύσεις, τότε δεν θα μπορέσεις να προσηλώσεις το βλέμμα σου στην αιώνια ζωή και να κατανοήσεις τις ανέκφραστες απολαύσεις και τα αμύθητα πλούτη που κρύβονται εκεί. Αλλά αν θέλεις να τα λάβεις, ξέχασε την υπερηφάνεια και τις χαρές αυτής της ζωής και μην θυμάσαι τα γλυκά αυτού του κόσμου».

Η Ευδοκία απάντησε:

«Μην είναι δυνατόν, κύριέ μου, να αγαπώ κάτι πρόσκαιρο και σύντομα φθαρμένο περισσότερο από μια αθάνατη και ευλογημένη ζωή. Αλλά αυτό είναι που θέλω να είμαι σίγουρος, Πατέρα: μπορώ, έχοντας αποδεχτεί τη χριστιανική πίστη, να έχω μια σταθερή και αναμφισβήτητη ελπίδα να επιτύχω εκείνη την αθάνατη ζωή για την οποία μιλάτε; Και ποια απόδειξη θα μου δώσετε για να πειστώ για την αλήθεια των λόγων σας; Πώς, τελικά, θα γνωρίσω τη συγχώρεση του πλήθους των αμαρτιών μου από τον Θεό σας; Διότι αν διανείμω τον υπάρχοντα πλούτο μου, που θα ήταν υπεραρκετός για όλες τις απολαύσεις και τις απολαύσεις για πολλά χρόνια της ζωής μου, στους άπορους, όπως με συμβουλεύετε, και στη συνέχεια δεν λάβω αυτό που έχετε υποσχεθεί, τότε τι θα μπορούσε να είναι πιο οδυνηρό και δύσκολο από αυτή την τελική καταστροφική κατάσταση, από την οποία δεν θα έχω διέξοδο;» Γιατί εκείνοι που έχω προσβάλει με την κακομεταχείρισή μου, αν τους ζητούσα βοήθεια στην ατυχία μου, θα με αποστρέφονταν με περιφρόνηση. Γι' αυτό είμαι λυπημένος και ταραγμένος, επειδή δεν έχω εμπιστοσύνη στο μέλλον. Θα ήθελα μεγαλύτερη γνώση και βεβαιότητα για όσα τόσο γενναιόδωρα υπόσχεστε, επικαλούμενοι το έλεος του Θεού σας, ο οποίος συγχωρεί πρόθυμα τις αμαρτίες των μετανοούντων. Αν είμαι απόλυτα πεπεισμένος γι' αυτό, τότε θα μοιράσω ήρεμα όλα τα υπάρχοντά μου και θα πάω όπου με καλέσετε, και θα υπηρετώ τον Ένα Θεό όλες τις ημέρες της ζωής μου. Όπως κάποτε υπηρέτησα ως πρότυπο ανομίας σε πολλούς, έτσι και τώρα θα είμαι το καλύτερο παράδειγμα μετάνοιας. Και μην εκπλήσσεσαι, Πατέρα, με τις αμφιβολίες μου: Ακούω όλα αυτά για πρώτη φορά, κάτι νέο και απροσδόκητο, κάτι που δεν έχω ακούσει ποτέ, ούτε καν βρήκα ίχνος, στα βιβλία μας και στην πίστη των Σαμαρειτών στην οποία ανατράφηκα.

Ο πρεσβύτερος της είπε:

«Μη ταράσσεσαι, μην ταλαντεύεσαι στις σκέψεις σου, Ευδοκία! Μην αφήνεις το νου σου να περιπλανιέται: αυτό που σε βασανίζει είναι οι πονηριές του διαβόλου, του άρχοντα της κακίας και εκείνου που φθονεί τη σωτηρία σου. Αυτό το πονηρό πνεύμα, μόλις σε είδε να αφυπνίζεσαι για να υπηρετήσεις τον Χριστό, αμέσως έθεσε τέτοιες αμφιβολίες στην καρδιά σου, για να καταστρέψει αυτή την καλή πρόθεση. Ελπίζει να σε απομακρύνει από το σωστό δρόμο μέσω του φόβου και να σε ενισχύσει στην προηγούμενη αμαρτωλή σου ζωή, ώστε, ντροπιαστικά δεμένος από έναν εθισμό στις κοσμικές απολαύσεις και επιθυμίες και υποδουλώνοντάς σε εντελώς, να σε παρασύρει στον θάνατο και την καταστροφή. Γιατί το ύπουλο σχέδιό του, η μόνη και ένθερμη προσπάθειά του, είναι να αποσπάσει τους ανθρώπους από το καλό δρόμο, να τους οδηγήσει στη διαφθορά και έτσι να τους κάνει συνενόχους στο αιώνιο μαρτύριο του στο άσβεστο πυρ». Ο Κύριός μας Θεός, στην αγαθότητα, το άφατο έλεος και την αγάπη για την ανθρωπότητα του οποίου επιθυμείτε βεβαιότητα, είναι έτοιμος, όπως έχετε ήδη ακούσει από μακριά, να δεχτεί τους μετανοούντες με πατρικό τρόπο, με ανοιχτές αγκάλες, και, αφού συγχωρέσει τις αμαρτίες τους, να τους χαρίσει αιώνια ζωή. Θα είστε βέβαιοι γι' αυτό αν στρέψετε το νου σας από τις γήινες ανησυχίες προς τα πάνω, αν, αφήνοντας πίσω τις πρόσκαιρες μέριμνες, συλλογιστείτε την αιώνια ζωή. Αλλά αυτό απαιτεί συγκεντρωμένη και ταπεινή προσευχή, γιατί μόνο έτσι συμφιλιώνεται ο Θεός με την ψυχή, αποκαλύπτεται το θείο φως μέσα στην ψυχή, αποκαλύπτοντας όλη την αλήθεια, και βλέπει κανείς καθαρά την ασήμαντη σημασία αυτού του φευγαλέου κόσμου και του μέλλοντος αιώνα, πόσο καταστροφικές είναι οι απολαύσεις αυτής της ζωής, και πόσο καλός είναι ο Κύριος και το αμέτρητο έλεός Του. Αν λοιπόν επιθυμείτε πραγματικά τη σωτηρία, ακούστε με. Πετάξτε τα πολύτιμα ιμάτιά σας, ντυθείτε με φθαρμένα ρούχα και, κλείνοντας τον εαυτό σας σε ένα απομονωμένο δωμάτιο στο σπίτι σας, μείνετε εκεί για επτά ημέρες, θυμούμενοι τις αμαρτίες σας και εξομολογούμενοι τες με δάκρυα ενώπιον του Θεού, του Δημιουργού σας. Νηστεύστε και προσευχηθείτε στον Κύριό μας Ιησού Χριστό να σας φωτίσει και να σας καθοδηγήσει σε ό,τι πρέπει να κάνετε για να Τον ευαρεστήσετε. Πιστέψτε με, δεν θα κάνετε μάταια όλα όσα σας συμβουλεύω: ο Κύριός μας είναι ελεήμων και απείρως ευγενικός, και από μακριά χαιρετά με τη χάρη Του όσους επιδιώκουν να στραφούν σε Αυτόν, γιατί πάντα χαίρεται με τη μετάνοια ενός αμαρτωλού.

Βλέποντας ο πρεσβύτερος ότι η Ευδοκία συμφώνησε με τη συμβουλή του, σηκώθηκε και έφυγε, λέγοντάς της σαν προφητικά, τα εξής παρηγορητικά λόγια φεύγοντας:

– Χριστός ο Θεός, που δικαίωσε τον τελώνη και ελέησε τον αμαρτωλό που έκλαιγε στα πόδια Του, ας δικαιώσει και εσένα και ας ελεήσει, και ας κάνει το όνομά σου ξακουστό σε όλη τη γη. Αμήν.

Μόλις έφυγε ο ιερέας, η ευλογημένη Ευδοκία κάλεσε αμέσως τη σκλάβα και της είπε:

«Αν κάποιος θέλει να με δει και έρθει εδώ με σκοπό να μπει στο σπίτι μου, ας προσέξει να μην μάθει ότι βρίσκομαι στο σπίτι. Ας μην του μιλήσει κανείς για μένα σε καμία περίπτωση. Να πει ότι έχω πάει σε ένα μακρινό χωριό για κάποια δουλειά και θα μείνω εκεί για αρκετό καιρό. Να διατάξει αυστηρά τον θυρωρό να μην αφήσει κανέναν να μπει εδώ. Ας σταματήσουν όλες οι συνηθισμένες εργασίες και δραστηριότητες στο σπίτι μου, και όσοι ετοιμάζουν φαγητό για το δείπνο μου κάθε μέρα, από τώρα και στο εξής, ας μην το φέρνουν εδώ. Επίσης, να κλείσουν τις μεγάλες πύλες του σπιτιού μέχρι να διατάξω να ανοίξουν ξανά, και γενικά να κάνουν τα πάντα σαν να μην ήμουν στο σπίτι.»

Αφού έδωσε τέτοιες εντολές στη σκλάβα, είπε στον ευλογημένο Χέρμαν:

«Σε παρακαλώ, Πάτερ, εξήγησέ μου τι πρόκειται να σε ρωτήσω: γιατί εσείς οι μοναχοί ζείτε σε έρημα μέρη, αποφεύγοντας τις απολαύσεις της δημόσιας ζωής; Βρίσκετε πράγματι μεγαλύτερη ευχαρίστηση στις ερήμους;»

«Όχι, παιδί μου», απάντησε ο ευλογημένος Χέρμαν, «δεν βρίσκουμε τίποτα από αυτά που εσύ θεωρείς ευχαρίστηση στις ερήμους. Εγκαταλείπουμε τις πόλεις και τις κοσμικές απολαύσεις και υποχωρούμε στις ερήμους αποκλειστικά για να αποφύγουμε την μάταιη υπερηφάνεια και να ταπεινώσουμε τις σαρκικές επιθυμίες μέσω της πείνας, της δίψας, της εργασίας, των φτωχικών κουρελιών και της έλλειψης όλων των απαραίτητων - εν ολίγοις, για να είμαστε μακριά από όλα τα μέρη που προσφέρουν ευκαιρίες για αμαρτία. Ένας κάτοικος της πόλης υποκύπτει πολύ εύκολα στην αμαρτία, είτε νικημένος από φυσική αδυναμία, είτε παρασυρμένος από τον διάβολο, είτε πειραζόμενος από την θέα όμορφων προσώπων και την ακοή άσεμνων λόγων: από εδώ προκύπτουν ακάθαρτες σκέψεις που μολύνουν την ψυχή. Αλλά για μια μολυσμένη ψυχή, η είσοδος στη Βασιλεία των Ουρανών είναι ήδη κλειστή μέχρι να καθαριστεί με μετάνοια, γιατί στον ουρανό βρίσκεται ο θρόνος μόνο του αιώνιου φωτός, της αληθινής χαράς και των αμόλυντων απολαύσεων - ένας θρόνος απαλλαγμένος από κάθε σκοτάδι, θλίψεις ή θλίψεις, ούτε κακές πράξεις. Βλέπεις γιατί υποχωρούμε στην έρημο: επιθυμούμε να προστατευθούμε από την αμαρτία στις μέρες που έρχονται και να καθαρίσουμε τις προηγούμενες παραβάσεις μας μέσω των σκληροτήτων της παραμονής μας στην έρημο». έρημο, διευκολύνοντας έτσι την πορεία μας προς την υποσχεμένη ευδαιμονία. Όλες οι προσπάθειες και οι φροντίδες μας κατευθύνονται στη διατήρηση του σώματός μας αμόλυντου και του νου μας αμόλυντο από κακές σκέψεις και απαλλαγμένο από κάθε κακία, ανομία, υποκρισία, γκρίνια, συκοφαντία, φθόνο, οργή και θυμό. Και με αυτόν τον τρόπο θα γίνουμε σαν τους αγγέλους, όπως μας διακήρυξε ο Χριστός με τα άγια χείλη Του στο Ευαγγέλιο. Ο πλούτος, όσο αφοσιωμένος και αν είναι κάποιος σε αυτόν και πόσο ακόρεστα τον συσσωρεύει, δεν θα βοηθήσει στην απόκτηση της Βασιλείας των Ουρανών: σαν νεκρός που βρίσκεται σε φέρετρο, δεν θα βοηθήσει. Επομένως, αν θέλουμε να λάβουμε άφεση αμαρτιών, τότε ας προσπαθήσουμε κατά τη διάρκεια της υπόλοιπης ζωής μας να ακολουθήσουμε την οδό των εντολών του Κυρίου, κατά μήκος των οδών της δικαιοσύνης και της αλήθειας, ας σχίσουμε τις καρδιές μας σαν ένδυμα με μετάνοια για τις αμαρτίες, και ας κραυγάσουμε αδιάκοπα στον Θεό. Με αυτόν τον τρόπο, θα καθαρίσουμε την αμαρτωλή βρωμιά για την οποία μιλάει ο Δαβίδ: «Οι πληγές μου βρωμάνε και καψαλίζουν εξαιτίας της ανοησίας μου» ( Ψαλμός 38:6 ). Και για να μπορούμε πάντα να ψάλλουμε τα λόγια του Κυρίου στην προσευχή, ο ίδιος ο Δαβίδ θυμάται: «Πόσο γλυκά είναι τα λόγια σου στη γεύση μου! Καλύτερα από μέλι στο στόμα μου» ( Ψαλμός 119:103 ). Τόσο γλυκά είναι τα λόγια του Κυρίου που ξεπερνούν κάθε γλυκύτητα των πιο νόστιμων πιάτων και των πιο ακριβών ποτών, και δυναμώνουν την ψυχή πολύ περισσότερο από ό,τι το φαγητό το σώμα. Γι' αυτό, η Θεία Γραφή λέει γι' αυτά: «Το κρασί ευφραίνει την καρδιά του ανθρώπου, και το ψωμί δυναμώνει την καρδιά του ανθρώπου» ( Ψαλμός 104:15).), που σηματοδοτούν με αυτό το ψωμί και το κρασί τις εντολές του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Είναι πραγματικά σαν ψωμί και κρασί για την ανθρώπινη ψυχή, γιατί αν κάποιος τις μελετήσει επιμελώς και ακούραστα, τότε, δίνοντας δύναμη και χαρά στην καρδιά, ελευθερώνουν τον αμαρτωλό από κάθε ακαθαρσία και τον δικαιώνουν ενώπιον του Κυρίου. Γι' αυτό, αφού βγάλετε τα όμορφα ρούχα σας και ντυθείτε με τα πιο σεμνά, αγωνιστείτε με όλες σας τις σκέψεις για μετάνοια μέσω καλών πράξεων, σπείρετε άφθονα δάκρυα στη γη, ώστε να θερίσετε χαρά και αιώνια ευφροσύνη στον ουρανό. Σβήστε τη φλόγα των αμαρτιών σας με δάκρυα, και θα θεωρηθείτε άξιοι παρηγοριάς από τον Κύριο και θα εισέλθετε στη χαρά των δικαίων. Κλάψτε για τις ανομίες σας, τις οποίες ο διάβολος έχει κάνει γλυκές στην καρδιά σας, και για χάρη των δακρύων σας ας πλησιάσει κοντά σας ο Άγγελος, ο μεσίτης για τη σωτηρία. Στεγνώστε τη βρωμερή βρωμιά της σήψης στην οποία κυλιόσασταν εδώ και καιρό, τη βρωμιά που σας έχει ρουφήξει και σας έχει κρατήσει στην εξουσία του δημιουργού κάθε κακού, ώστε να μπορείτε στο εξής να γίνετε μέτοχος στις ουράνιες απολαύσεις. Ανταπέδωσε και επιβάρυνε με μελαγχολία εκείνον που, βάζοντάς σε σε πειρασμό με επιθυμίες, σε φόρτωσε με αμαρτίες. Εργάσου επιμελώς για τον Θεό, ώστε να γίνεις κληρονόμος του άφθαρτου φωτός, και, όπως η μέλισσα, να είσαι καλός εργάτης, συλλέγοντας την αλήθεια από πολλές άγιες πράξεις και φροντίζοντας συνεχώς να ευαρεστείς τον Θεό.

Αυτή η ομιλία του Χέρμαν βυθίστηκε βαθιά στην καρδιά της Ευδοκίας, η οποία είχε ήδη προετοιμαστεί από όσα της είχε πει προηγουμένως. Θρηνώντας για τις αμαρτίες της, έπεσε στα πόδια του με τρυφερότητα, λέγοντας:

«Σε παρακαλώ, άνθρωπε του Θεού, ολοκλήρωσε το έργο που ξεκίνησες για μένα με την πρέπουσα τιμή και παρουσίασέ με καθαρό στον Θεό σου, για να μην γίνω περίγελος σε εκείνους που επιδιώκουν να με εξαπατήσουν. Αλλά, αφού ολοκληρώσω το έργο που έχω ξεκινήσει, ας μου χαριστεί η ευδαιμονία μέσω της σωτήριας διδασκαλίας σου. Μην απομακρύνεις το επιδέξιο χέρι σου από το προετοιμασμένο σανίδι μέχρι να απεικονίσεις πλήρως τον Χριστό μέσα μου».

Ο Χέρμαν της απάντησε:

- Μείνε, παιδί μου, με φόβο Κυρίου και, αφού κλειδωθείς στο δωμάτιό σου, προσευχήσου σε Αυτόν αδιάλειπτα με δάκρυα, μέχρι να καταστρέψει και να καθαρίσει όλες τις αμαρτίες σου και να σου δώσει αναμφισβήτητη εμπιστοσύνη στο έλεός Του: ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός είναι αγαθός και ελεήμων, σύντομα θα σου δείξει το έλεός Του και δεν θα καθυστερήσει να σε παρηγορήσει με τη χάρη Του.

Αφού είπε αυτά, ο ευλογημένος Χέρμαν προσευχήθηκε στον Θεό, ευλόγησε την Ευδοκία με το σημείο του σταυρού και την κλείδωσε στην κρεβατοκάμαρά της, υποσχόμενος να παραμείνει στην Ηλιούπολη γι' αυτήν για επτά ημέρες.

Όταν η Ευδοκία πέρασε επτά ημέρες νηστείας και προσευχής, ο Όσιος Γερμανός ήρθε κοντά της και, ανοίγοντας την πόρτα, την διέταξε να βγει από το υπνοδωμάτιό της. Βλέποντας ότι το πρόσωπό της είχε χλωμίσει, το σώμα της αδυνατισμένο, το βλέμμα της ταπεινό και η συνολική της εμφάνιση πολύ διαφορετική από τον προηγούμενο εαυτό της, την έπιασε από το χέρι και της διέταξε να καθίσει. Έπειτα, αφού προσευχήθηκε στον Θεό, κάθισε μαζί της και άρχισε να την ρωτάει:

- Πες μου, παιδί μου, τι σκέφτεσαι αυτές τις επτά μέρες, τι έμαθες, τι είδες, τι σου αποκαλύφθηκε;

Είπε:

«Θα σου τα πω όλα, Άγιε Πατέρα. Προσευχήθηκα θερμά για επτά ημέρες, όπως με δίδαξες. Χθες το βράδυ, ενώ ήμουν κι εγώ ξαπλωμένος μπρούμυτα στη γη, προσευχόμενος και κλαίγοντας για τις αμαρτίες μου, ένα μεγάλο φως έλαμψε πάνω μου, που ξεπερνούσε τις ακτίνες του ήλιου. Νόμιζα ότι ο ήλιος είχε ανατείλει, ανατέλλει από τη γη, και ξαφνικά είδα έναν λαμπερό και τρομερό νέο, του οποίου τα ρούχα ήταν πιο λευκά από το χιόνι. Με έπιασε από το δεξί χέρι, με σήκωσε στον αέρα και, τοποθετώντας με σε ένα σύννεφο, με οδήγησε στον ουρανό. Και υπήρχε ένα μεγάλο και θαυμαστό φως, και είδα ένα αμέτρητο πλήθος μοναχών με λευκές στολές, να χαίρονται και να χαμογελούν ο ένας στον άλλον, και απερίγραπτα χαρούμενοι. Βλέποντάς με να τους πλησιάζω, με χαιρέτησαν με αγαλλίαση και με χαιρέτησαν με χαρά ως αδελφή. Όταν εγώ, περιτριγυρισμένη και συνοδευόμενη από αυτούς, επρόκειτο να εισέλθω σε αυτό το φωτεινό βασίλειο, ασύγκριτα φωτεινότερο από τις ακτίνες του ήλιου, ξαφνικά μια τρομακτική φιγούρα εμφανίστηκε στον αέρα, μαύρη σαν αιθάλη, κάρβουνο και πίσσα. Ήταν ένα τέρας, που ξεπερνούσε κάθε μαυρίλα και σκοτάδι.

Καρφώνοντάς με ένα τρομερό και μανιασμένο βλέμμα, τρίζοντας τα δόντια του και επιτιθέμενος αδιάντροπα, προσπάθησε να με αποσπάσει από τα χέρια του οδηγού μου· ταυτόχρονα ούρλιαξε δυνατά, έτσι που η φωνή του διαδόθηκε σε όλο τον αέρα:

«Θέλεις στ' αλήθεια να την φέρεις στη Βασιλεία των Ουρανών;» φώναξε. «Γιατί εγώ, που εργάζομαι τόσο επιμελώς στη γη για να παγιδεύω τους ανθρώπους, σπαταλάω τον κόπο μου μάταια; Αυτή η γυναίκα, για παράδειγμα, έχει μολύνει ολόκληρη τη γη με την πορνεία και έχει διαφθείρει όλους τους ανθρώπους με το βδέλυγμα της μοιχείας της. Όλη μου την πονηριά και τη δύναμή μου, την ξόδεψα μόνο σε αυτήν: προμηθεύτηκα για τους εραστές της από τους πιο ευγενείς και πλουσιότερους άνδρες, αμέτρητους, και από τον πλούτο που σπαταλήθηκε για τον έρωτά της, συσσώρευσε τέτοιο πλούτο από χρυσό και ασήμι που δύσκολα θα βρισκόταν στα βασιλικά θησαυροφυλάκια. Νόμιζα με υπερηφάνεια ότι την είχα στα χέρια μου ως τη νικηφόρα σημαία μου και το αήττητο όπλο μου, μέσω του οποίου θα μπορούσα να θριαμβεύσω εναντίον εκείνων που απομακρύνονται από τον Θεό και πέφτουν στα δίχτυα μου». Και τώρα τι; Έχεις πραγματικά εξοργιστεί τόσο πολύ μαζί μου, ω Αρχάγγελε των δυνάμεων του Θεού , που θα με ρίξεις κάτω από τα πόδια αυτής της πόρνης; Δεν έχει ακόμη ησυχάσει η οργή σου εναντίον μου από το γεγονός ότι με εκδικείσαι όλο και πιο ανελέητα με κάθε μέρα που περνάει; Θέλεις πραγματικά να μου πάρεις έστω και αυτόν τον αληθινό μου σκλάβο, που αγοράστηκε σε τόσο υψηλή τιμή; Φαίνεται ότι δεν έχει απομείνει τίποτα στη γη που να είναι πραγματικά και αναπαλλοτρίωτα δικό μου! Φοβάμαι ότι θα αρπάξεις από τα χέρια μου όλους τους αμαρτωλούς που ζουν ακόμα, παρουσιάζοντάς τους στον Θεό ως άξιους κληρονόμους της Βασιλείας των Ουρανών! Οι έγνοιές μου είναι μάταιες! Οι κόποι μου είναι μάταιοι! Γιατί μου επιτίθεσαι τόσο άγρια; Σταμάτα την οργή σου και χαλάρωσε λίγο τα δεσμά που με δένουν, και θα δεις πώς σε μια στιγμή θα εξοντώσω το ανθρώπινο γένος από τη γη, χωρίς να τους αφήσω ούτε κληρονόμους. Ρίχτηκα από τον ουρανό για μια μόνο πράξη ανυπακοής, κι όμως εσύ εισάγεις τους χειρότερους αμαρτωλούς, που τόλμησαν να χλευάσουν τον Θεό και τον έχουν εξοργίσει σοβαρά εδώ και χρόνια, στη Βασιλεία των Ουρανών! Αν αυτό σε ευχαριστεί τόσο πολύ, τότε συγκέντρωσε σε μια ώρα από όλες τις γωνιές της γης όλους εκείνους που δεν ζουν ανθρώπινη αλλά κτηνώδη, ζωώδη ζωή, και φέρε τους όλους στον Θεό. Θα κρυφτώ στο σκοτάδι και θα βυθιστώ ολοκληρωτικά στην άβυσσο των αιώνιων βασάνων που έχει ετοιμαστεί για μένα.

Όταν είπε αυτά και παρόμοια λόγια με θυμό και μεγάλη οργή, ο οδηγός μου τον κοίταξε απειλητικά, αλλά γύρισε προς το μέρος μου με ένα ενθαρρυντικό χαμόγελο. Και μια φωνή ακούστηκε από εκείνο το φως, λέγοντας:

– Είναι τόσο ευάρεστο στον Θεό, που ελεεί τους υιούς των ανθρώπων, ώστε οι αμαρτωλοί, αν μετανοήσουν, να γίνουν δεκτοί στην αγκαλιά του Αβραάμ .

Και πάλι ακούστηκε μια φωνή προς αυτόν που με οδηγούσε:

«Σου λέω, Μιχαήλ , εσύ που τηρείς τη Διαθήκη μου, πήγαινε αυτή τη γυναίκα πίσω εκεί από όπου την πήρες, άφησέ την να ολοκληρώσει το κατόρθωμά της· γιατί εγώ ο ίδιος θα είμαι μαζί της όλες τις ημέρες της ζωής της».

Και αμέσως με έβαλε στην κρεβατοκάμαρά μου και μου είπε:

- Ειρήνη σε σένα, δούλη του Θεού Ευδοκία! Να έχεις θάρρος και να είσαι δυνατή, η χάρη του Θεού είναι μαζί σου τώρα και θα είναι πάντα παντού.

Ενθαρρυμένος από αυτά τα λόγια, ρώτησα:

«Κύριέ μου, ποιος είσαι; Πες μου για να ξέρω πώς να πιστεύω στον αληθινό Θεό και πώς μπορώ να λάβω την αληθινή ζωή».

«Εγώ», απάντησε, «είμαι ο αρχηγός των αγγέλων του Θεού και είναι καθήκον μου να φροντίζω τους μετανοημένους αμαρτωλούς, να τους δεχτώ και να τους οδηγήσω σε μια ευλογημένη και αιώνια ζωή. Και μεγάλη χαρά νιώθει κανείς στον ουρανό ανάμεσα στις αγγελικές στρατιές κάθε φορά που ένας αμαρτωλός στρέφεται στο καθαρό φως της μετάνοιας, γιατί ο Θεός, ο Πατέρας των πάντων, δεν επιθυμεί την απώλεια της ανθρώπινης ψυχής, την οποία δημιούργησε στην αρχαιότητα με τα αγνά Του χέρια κατ' εικόνα Του. Γι' αυτό, όλοι οι άγγελοι χαίρονται όταν βλέπουν μια ανθρώπινη ψυχή στολισμένη με αλήθεια, να λατρεύει τον αιώνιο Πατέρα, και όλοι την χαιρετούν ως αδελφή τους, γιατί, έχοντας απορρίψει το σκοτάδι της αμαρτίας, στρέφεται στον ζωντανό Θεό, τον κοινό Πατέρα όλων των γιων του φωτός, και είναι αμετάκλητα ενωμένη μαζί Του.

Αφού είπε αυτά, έκανε το σημείο του σταυρού από πάνω μου. Υποκλίθηκα μέχρι το έδαφος μπροστά του, και ενώ υποκλινόμουν, αναχώρησε για τον ουρανό.

Ο ευλογημένος Χέρμαν της είπε:

«Να είσαι σίγουρη από τώρα, κόρη μου, και μην αμφιβάλλεις πια ότι υπάρχει ένας αληθινός Θεός στον ουρανό, έτοιμος να δεχτεί όσους μετανοούν για τις αμαρτίες τους και να τους οδηγήσει στο αιώνιο φως Του, όπου βασιλεύει, περιτριγυρισμένος από τους υπηρέτες της βασιλείας Του - τους αγίους Αγγέλους. Είδες αυτούς τους Αγγέλους σε εκείνο το ουράνιο φως όπου συλλογίστηκες τη βασιλική και αθάνατη δόξα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και πείστηκες πόσο στοχαστικός είναι στο έλεος και τη συγχώρεση των αμαρτιών, πόσο γρήγορα απονέμει τη χάρη Του σε όσους επιθυμούν τη συμφιλίωση μαζί Του. Γνώρισες τη θεϊκή Του δόξα και είδες την ουράνια αυλή Του, γεμάτη από ανείπωτη ομορφιά, όπου κατοικεί. Κατάλαβες πόσο μικρό και ασήμαντο είναι το φως αυτού του κόσμου σε σύγκριση με την ουράνια λάμψη. Τι άλλο σκέφτεσαι, τι συλλογίζεσαι, πες μου!»

Η ευλογημένη Ευδοκία, έχοντας την ακλόνητη πρόθεση να υπηρετήσει με όλη της την καρδιά τον Ένα Θεό, τον Βασιλιά της δόξας, απάντησε:

«Πίστευα και πιστεύω ότι δεν υπάρχει άλλος Θεός που σώζει αμαρτωλούς ανθρώπους, εκτός από Εκείνον του οποίου τις ουράνιες πύλες είδα να λάμπουν με ένα άφατο φως».

Ο Χέρμαν είπε:

«Προετοιμάσου, κόρη μου, για ζηλωτή υπηρεσία στον Θεό. Φρόντισε προσεκτικά ώστε οι καρποί της μετάνοιάς σου, ζυγισμένοι στη ζυγαριά, να υπερτερούν των αμαρτιών της προηγούμενης ζωής σου, και πρόσφερε τον εαυτό σου στον αθάνατο και αιώνιο Θεό ως ευάρεστο δώρο. Κλάψε και θρήνε μέχρι να ξεπλυθούν εντελώς με δάκρυα όλες οι ακαθαρσίες σου, και έτσι θα κριθείς άξια να γίνεις αγνή νύφη του Χριστού. Ξέχνα την προηγούμενη υπερηφάνειά σου, τις επιβλαβείς και άγριες επιθυμίες της νεότητάς σου, ώστε ο Χριστός, με τη σειρά του, να ξεχάσει τις αμαρτίες σου. Ελευθέρωσε τον τράχηλό σου από τον βαρύ ζυγό της επαίσχυντης εργασίας, που σου επέβαλε ο διάβολος μέσω των αμαρτιών σου. Πάρε επάνω σου το καλό και ελαφρύ φορτίο της ζωογόνου μετάνοιας, και γίνε πλέον ελεύθερη από την αμαρτία και γνωστή σε όλους τους δίκαιους και άγιους αγγέλους». Ενδυναμώστε, λοιπόν, τον εαυτό σας για αληθινή πίστη και αγνότητα και, με καθαρή συνείδηση ​​από τώρα και στο εξής, μιλήστε με τόλμη στο πρόσωπο του διαβόλου: «Τώρα δεν έχω τίποτα κοινό μαζί σας, ούτε εσείς με εμένα, γιατί βρήκα τον αληθινό μου Δάσκαλο και Του παραδώθηκα ως αιώνιο κτήμα. Τελικά εγκατέλειψα και απέρριψα την προηγούμενη διαφθορά, σαρκική μου αγάπη και ντύθηκα με ένα νέο, άφθαρτο και λαμπερό ένδυμα αλήθειας. Σε αυτό το ένδυμα θα βρω τη χάρη του Θεού, η οποία με σώζει για πάντα. Δεν έχω πλέον ούτε μια γήινη προσκόλληση, καμία έλξη για τις κοσμικές απολαύσεις, την άχρηστη και φευγαλέα φύση της οποίας έχω γνωρίσει. Τώρα επιθυμώ και αγωνίζομαι επιμελώς να αποκτήσω ουράνιες ευλογίες. Γι' αυτό, διάβολε, κατέχεις ό,τι έχεις, και από μένα, τον ξένο αποπλανητή, κλέφτη και σκλάβο του αιώνιου σκότους, πήγαινε πιο μακριά».

Η Ευδοκία, ενδυναμωμένη ακόμη περισσότερο από αυτά τα λόγια, είπε στον μοναχό:

- Ειλικρινά πατέρα, τι μου προστάζεις να κάνω τώρα;

«Θέλω», απάντησε, «πρώτα απ' όλα να δεχτείς το σημάδι της πίστης - το άγιο βάπτισμα, το οποίο θα σε κρατήσει αλώβητο όλες τις ημέρες της ζωής σου, και εγώ, με τη βοήθεια του Θεού, θα πάω στο μοναστήρι μου και θα επιστρέψω ξανά σε εσένα, αν το επιθυμεί ο Κύριος».

Άρχισε να τον παρακαλεί με δάκρυα:

«Μην με αφήνεις, κύριέ μου, μην με αφήνεις μέχρι να μπορέσω να στραφώ ολοκληρωτικά στον Θεό και να λάβω τη χάρη Του που περιμένω, ώστε ο αρχικός απατεώνας, βλέποντάς με εγκαταλελειμμένο και αβοήθητο, να μην με αποσπάσει ξανά με κάποιο τρόπο, όπου θέλει, και να μην με επιστρέψει στην προηγούμενη άσωτη ζωή μου».

Και ο ευλογημένος Χέρμαν της είπε:

«Αυτή η επίμονη επιθυμία για μια καλύτερη ζωή, που ξυπνήθηκε μέσα σας από τον ίδιο τον Θεό, και η καλή σας ελπίδα θα σας προστατεύσουν από τις παγίδες του εχθρού που φοβάστε. Μείνετε για λίγο ακόμα σε ταπεινή προσευχή προς τον Θεό και εξομολόγηση των αμαρτιών σας, και σκεφτείτε να λάβετε το άγιο βάπτισμα. Θα επιστρέψω σύντομα σε εσάς, αφού ζητήσω, με τη βοήθεια του Αγίου Πνεύματος, ό,τι είναι ωφέλιμο για τη ζωή σας».

Αφού την εμπιστεύτηκε στον Θεό, ο ευλογημένος Χέρμαν έφυγε. Μετά την αναχώρηση του Χέρμαν, η ευλογημένη Ευδοκία νήστεψε για αρκετές ακόμη ημέρες, μη έχοντας τίποτα για τραπέζι της παρά μόνο ψωμί, λάδι και νερό. Μέρα και νύχτα προσευχόταν και έκλαιγε. Στη συνέχεια, πηγαίνοντας στον επίσκοπο εκείνης της πόλης, έλαβε το βάπτισμα από αυτόν στο όνομα της Αγίας Τριάδας. Λίγες μέρες μετά τη φώτισή της, έγραψε μια προσευχητική επιστολή στον ίδιο επίσκοπο. Τον ενημέρωσε για τον πλούτο της, απαριθμώντας τον λεπτομερώς, και ζήτησε από τον επίσκοπο να τον μεταφέρει στον Χριστό. Ο επίσκοπος, αφού διάβασε την επιστολή, κάλεσε την ευλογημένη Ευδοκία και τη ρώτησε:

- Εσύ, κόρη μου, μου έγραψες αυτό το γράμμα, μια αμαρτωλή;

«Έγραψα», απάντησε η Ευδοκία, «και τώρα παρακαλώ και πάλι την αγιότητά σας: διατάξτε τον οικονόμο της εκκλησίας να δεχτεί το δώρο μου, να το διανείμει στους φτωχούς και τους άπορους, στα ορφανά και στις χήρες, όπως γνωρίζετε και εσείς οι ίδιοι, γιατί είμαι πεπεισμένος ότι αυτός ο πλούτος μου είναι άδικος, καθώς αποκτήθηκε μέσω της ανομίας».

Τότε ο επίσκοπος, που ονομαζόταν Θεόδοτος, βλέποντας τις καλές της προθέσεις, καθώς και την πίστη και την αγάπη της για τον Θεό, την κοίταξε και προείδε με το πνεύμα της τη μελλοντική της ζωή και είπε:

«Πρέσβυνε για μένα, αδελφή μου εν Κυρίω, που αξιώθηκα να ονομαστώ νύφη του Χριστού, εσύ που μίσησες τον ακάθαρτο σαρκικό έρωτα, ασπάστηκες την αγνότητα και απέρριψες μια ζωή πορνείας· εσύ που άρχισες να μιμείσαι την παρθενική αγνότητα και πούλησες τον άχρηστο κόσμο για να αγοράσεις για τον εαυτό σου ένα μόνο ουράνιο μαργαριτάρι· εσύ που έζησες για λίγο καιρό στην αμαρτωλή πλάνη και μέσω της μετάνοιας απέκτησες για τον εαυτό σου ατελείωτους αιώνες ουράνιας ζωής, έχοντας ήδη δει τον θάνατο μπροστά στα μάτια σου και αποκτήσει αθανασία· εσύ που κάποτε τράβηξες πολλούς στην καταστροφή και τώρα μέσω του Χριστού θα αναστήσεις πολλούς! Αφού ντύθηκες το φως της πίστης από τα βάθη του σκότους, είσαι άξια να ονομαστείς αρνί του Χριστού. Αληθώς, εσύ είσαι η Ευδοκία, που σημαίνει εύνοια· ο Κύριος ευνοήθηκε από εσένα, που φέρθηκες στους αισθησιακούς ανθρώπους με περιφρόνηση και αγάπησες τις τάξεις των αγγέλων. Πάλι σε παρακαλώ, δούλε και φίλη του Θεού, και μνησθήσου με στη Βασιλεία των Ουρανών».

Αφού συζήτησε μαζί της για πολλά πράγματα με δάκρυα στα μάτια, ο επίσκοπος είπε στον διάκονό του:

- Φώναξέ με γρήγορα τον επικεφαλής του ξενώνα της εκκλησίας.

Όταν εμφανίστηκε, ο επίσκοπος του απηύθυνε τα εξής λόγια:

«Σε γνωρίζω ως ευσεβή και θεοσεβούμενο άνθρωπο, που φροντίζει πολλές ψυχές. Γι' αυτό, σου εμπιστεύομαι αυτή τη δούλη του Θεού, που αγωνίζεται για το καλύτερο, ότι θα φροντίσεις για τη σωτηρία της και ότι όλα όσα θα δώσει, θα τα μεταβιβάσεις στον Θεό μέσω των φτωχών».

Αυτός ο άνθρωπος ήταν ιερέας. Από τη νεότητά του είχε διατηρήσει την αγνότητά του, δώρισε όλη την περιουσία του, που του άφησαν οι γονείς του, στην Αγία Εκκλησία του Θεού και αφιερώθηκε στην υπηρεσία του Κυρίου. Παίρνοντας μαζί του την Ευδοκία, πήγε στο σπίτι της και όταν μπήκαν, η Ευδοκία κάλεσε τους οικονόμους του σπιτιού της και τους είπε:

– Φέρτε μου, ο καθένας σας, όλα όσα σας έχουν εμπιστευτεί.

Της έφεραν αμέσως δύο δεκάδες χιλιάδες χρυσάφι, δηλαδή είκοσι χιλιάδες, αμέτρητα ωραία σκεύη κάθε είδους, πολύτιμους λίθους και βασιλικά μαργαριτάρια αμέτρητα, κιβώτια με διακόσια εβδομήντα πέντε μεταξωτά ενδύματα, τετρακόσια δέκα κιβώτια με λευκά λινά ενδύματα, εξήντα κιβώτια με ενδύματα υφασμένα με χρυσό, εκατόν πενήντα δύο κιβώτια με άλλα ενδύματα στολισμένα με πολύτιμους λίθους και χρυσά κεντήματα, είκοσι πέντε δεκάδες χιλιάδες με χρυσό, δηλαδή διακόσιες πενήντα χιλιάδες, είκοσι κουτιά με αρωματικές ουσίες, τριάντα τρία κιβώτια με γνήσια ινδικά χρώματα, οκτώ χιλιάδες λίτρα ασήμι σε διάφορα δοχεία, εκατόν τριάντα δύο λίτρα μεταξωτά υφάσματα κεντημένα με χρυσό, εβδομήντα λίτρα απλά μεταξωτά υφάσματα και αμέτρητο αριθμό άλλων ενδυμάτων και πραγμάτων μικρότερης αξίας. Εκτός από αυτά τα κινητά πλούτη, η Ευδοκία κατείχε και ακίνητα: γη, χωριά, ολόκληρα βολόστ, από τα οποία εισπράττονταν έως και οκτακόσιες δύο χιλιάδες ρούβλια ετησίως . Αφού άφησε όλα αυτά τα πλούτη στα πόδια του ιερέα που ήταν υπεύθυνος για το άσυλο της εκκλησίας, η ευλογημένη Ευδοκία κάλεσε όλους τους υπηρέτες και τις υπηρέτριές της και τους μοίρασε τα δύο χιλιάδες νομίσματα που είχαν αφαιρεθεί από το σεντούκι, καθώς και σκεύη, κουρτίνες, πολύτιμα κλινοσκεπάσματα, επιχρυσωμένα έπιπλα και όλα τα όμορφα πράγματα του σπιτιού που δεν υπήρχαν στα σεντούκια, τα έδωσε και τα μοίρασε μεταξύ τους. Τέλος, απηύθυνε έναν τελευταίο χαιρετισμό:

«Σε ελευθερώνω», είπε η Ευδοκία, «από αυτόν τον βραχύβιο κόπο, αλλά εσύ, αν θέλεις, σπεύσε να ελευθερωθείς περαιτέρω από τα δαιμονικά δεσμά. Θα ελευθερωθείς αν με ακούσεις και πλησιάσεις τον Χριστό, τον αληθινό Θεό, και Εκείνος θα σου χαρίσει την αιώνια ελευθερία που απολαμβάνουν οι γιοι του Θεού και θα σε κατατάξει στον στρατό Του».

Έπειτα, στρεφόμενη προς τον πρεσβύτερο, η Ευδοκία είπε:

«Τώρα, κύριέ μου, εξαρτάται από εσάς να φροντίσετε όλα όσα σας έχουν προσφερθεί και να τα διαθέσετε όπως επιθυμείτε, γιατί αναζητώ τον Αφέντη που αναζητά εμένα.»

Ο πρεσβύτερος, έκπληκτος από την τόσο γρήγορη και απροσδόκητη αλλαγή της, τη μετάνοια και την τόσο μεγάλη αγάπη της για τον Θεό, της είπε:

«Μακάρια είσαι, Ευδοκία, γιατί αξιώθηκες να συγκαταλεγείς στις παρθένες του θαλάμου του Χριστού. Η ώρα της παρουσίας του Νυμφίου δεν σου είναι άγνωστη, ούτε αγνοείς τον τρόπο εισόδου στο νυμφικό θάλαμο. Αληθώς, φρόντισες προσεκτικά να μην μείνεις έξω από το θάλαμο: γέμισες το λυχνάρι με λάδι, και το σκοτάδι δεν θα σε κυριεύσει. Πετύχε σε αυτή την ενάρετη δύναμη, και ο Θεός θα σε βοηθήσει. Και προσευχήσου για μένα, τον αμαρτωλό, γιατί είσαι άξια να συγκαταλεγείς στους αγίους».

Εκείνη την εποχή, ο σεβάσμιος Γερμανός, φωτισμένος από τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, έφτασε και, βλέποντας ότι η Ευδοκία είχε δώσει την περιουσία της στον Θεό της, είχε απελευθερώσει τους δούλους και τις δούλες της και είχε φτωχύνει τόσο πνευματικά όσο και υλικά για χάρη του Χριστού, την πήρε και την οδήγησε σε ένα γυναικείο μοναστήρι, το οποίο είχε στη χώρα του, όχι μακριά από το δικό του μοναστήρι, και εκεί την έκανε μοναχή. Και έζησε στους κόπους και τους αγώνες της μοναστικής ζωής, υπηρετώντας τον Θεό μέρα και νύχτα.

Ο ευλογημένος Χέρμαν είχε εβδομήντα μοναχούς στην κοινότητά του, που αποτελούνταν από 1686 αδελφούς, και τριάντα μοναχές στο μοναστήρι της ερήμου, μεταξύ των οποίων και η Αγία Ευδοκία. Δεκατρείς μήνες αργότερα, η ηγουμένη αυτού του μοναστηριού, ονόματι Χαριτίνα, η οποία είχε ζήσει μια αγία ζωή, πέθανε. Υπό την καθοδήγησή της, η Ευδοκία σημείωσε σημαντική πρόοδο στις ασκητικές της προσπάθειες, αποστηθίζοντας το Ψαλτήρι, και, φωτισμένη από το Άγιο Πνεύμα, αφού διάβασε προσεκτικά ολόκληρη την Αγία Γραφή, την κατάλαβε πλήρως. Επειδή ξεπέρασε όλες τις αδελφές στην ασκητική της ζωή, εξελέγη ομόφωνα ηγουμένη. Και ο Θεός έσπευσε να βεβαιώσει την αξιότητά της και να επιβεβαιώσει την εκλογή της με ένα θαύμα.

Ένας από τους πρώην εραστές της, ένας πλούσιος νέος ονόματι Φιλόστρατος, θυμήθηκε τον παλιό του έρωτα για την Ευδοκία και, φλεγόμενος από δαιμονική λαγνεία, άρχισε να σκέφτεται πώς να την επαναφέρει στην προηγούμενη μοιχεία της. Αφού το σκέφτηκε αυτό για πολύ και φλέγεται όλο και περισσότερο από τον έρωτά του γι' αυτήν, τελικά επινόησε ένα τέχνασμα. Ντυμένος με μοναχική ενδυμασία και παίρνοντας όσο χρυσάφι μπορούσε να κουβαλήσει, ξεκίνησε με τα πόδια για το μοναστήρι της Ευδοκίας, ελπίζοντας ακράδαντα να εκπληρώσει την πρόθεσή του.

Όταν χτύπησε την πύλη του μοναστηριού, ο θυρωρός κοίταξε έξω από το παράθυρο και ρώτησε:

- Τι ψάχνεις εδώ, φίλε;

Απάντησε:

«Εγώ, ένας αμαρτωλός, ήρθα για να προσευχηθείτε για μένα και να με ευλογήσετε.»

Ο θυρωρός είπε:

«Δεν επιτρέπεται η είσοδος σε άντρες σε αυτό το μέρος, αδελφέ, αλλά όχι μακριά από εδώ θα βρείτε το μοναστήρι του Δασκάλου Χέρμαν: εκεί θα λάβετε προσευχή και ευλογία, αλλά εδώ μην μας ενοχλείτε χτυπώντας: δεν θα μπείτε ούτως ή άλλως.»

Αφού είπε αυτά, η κοπέλα έκλεισε το παράθυρο. Γεμάτος ντροπή και λύπη, φλεγόμενος από αγάπη για την Ευδοκία, ο Φιλόστρατος ξεκίνησε για το μοναστήρι του Χέρμαν και έφτασε εκεί σε μια βολική ώρα. Συναντώντας τον ευλογημένο Χέρμαν, καθισμένο στις πύλες του μοναστηριού και διαβάζοντας ένα βιβλίο, υποκλίθηκε μέχρι το έδαφος μπροστά του. Ο άγιος γέροντας, σύμφωνα με το μοναστικό έθιμο, προσευχήθηκε και ο Φιλόστρατος έλαβε την ευλογία του. Ο Άγιος Χέρμαν είπε:

- Κάθισε, αδελφέ, και πες μου: από ποια χώρα είσαι και από ποιο μοναστήρι είσαι;

Απάντησε:

«Είμαι ο μόνος γιος γονέων που πέθαναν πρόσφατα. Δεν ήθελα να παντρευτώ, αλλά ήθελα να υπηρετώ τον Θεό ως μοναχός. Αμέσως φόρεσα το σύμβολο της μοναστικής ζωής - αυτά τα άμφια - και σκοπεύω να βρω μια θέση και έναν μέντορα που θα με διδάξει στη μοναστική ζωή. Έχοντας ακούσει για την αγιότητά σας, αξιότιμε πατέρα, έχω διανύσει μακρύ δρόμο ως εδώ, επιθυμώντας να προσκυνήσω τα πόδια σας και να σας παρακαλέσω να με δεχτείτε, που επιθυμεί να μετανοήσω για τις προηγούμενες αμαρτίες μου, στο μοναστήρι σας.»

Κατά τη διάρκεια αυτής της ομιλίας, ο ευλογημένος Χέρμαν τον κοίταξε προσεκτικά και, παρατηρώντας την αισθησιακή του φύση, είπε:

«Θέλεις να αναλάβεις ένα μεγάλο έργο, παιδί μου· δεν ξέρω αν θα μπορέσεις να το κάνεις. Εμείς οι πρεσβύτεροι μόλις που μπορούμε να αντισταθούμε στους πειρασμούς του διαβόλου που μας έλκουν στην ακαθαρσία. Τι θα γίνεις εσύ, ένα ανθισμένο νέο, στα χρόνια του καυτού, φλογερού πάθους;»

Ο Φιλόστρατος έφερε αντίρρηση:

«Πάτερ! Δεν υπάρχουν παραδείγματα ενάρετης ζωής νέων σαν εμένα, που με θάρρος ξεπέρασαν τους πειρασμούς; Η Ευδοκία σας, για την οποία έχω ακούσει τόσα πολλά, γιατί η φήμη της ενάρετης ζωής της εξαπλώνεται παντού—δεν ήταν νέα και δεν ζούσε στην πολυτέλεια; Κι όμως, άκουσε την προτροπή σας και τώρα σταθερά και ακλόνητα παραμένει μοναχή, έχοντας κατακτήσει τη σάρκα της. Δεν θέλω να το κρύψω, Πάτερ, αλλά με συγκινεί ιδιαίτερα το παράδειγμά της και η επιθυμία να τη μιμηθώ. Θυμάμαι πόσο όμορφη ήταν, πόσο πλούσια, πώς περνούσε τον χρόνο της στις ηδονές, και μετά αμέσως άλλαξε και άρχισε να υπηρετεί τον Χριστό σε ένα στενό και θλιβερό μονοπάτι. Αν μπορούσε να αγνοήσει όλα αυτά και να ταπεινώσει τις επιθυμίες της για χάρη της αγάπης για τον Χριστό, τότε γιατί, Πάτερ, δεν εναποθέτεις την ελπίδα σου σε μένα, έναν άνδρα ισχυρότερο από μια γυναίκα;» Αν την έβλεπα μια μέρα, τότε ελπίζω ότι από τις συζητήσεις και τις οδηγίες της θα αντλούσα τόσο ένθερμο ζήλο για τον Θεό και δύναμη για το κατόρθωμα που αυτό θα ήταν αρκετό για μένα σε όλη μου τη ζωή για να ξεπεράσω και να αποκρούσω όλους τους πειρασμούς του διαβόλου.

Ο δούλος του Θεού Χέρμαν, ακούγοντας τέτοιες ομιλίες, δέχτηκε το ψέμα για αλήθεια και, νομίζοντας ότι πραγματικά ήθελε να εργαστεί για τον Θεό, του είπε:

«Δεν θα σε εμποδίσουμε, παιδί μου, να δεις την Ευδοκία και να ακούσεις χρήσιμες οδηγίες από αυτήν, αφού θέλεις να ακολουθήσεις το παράδειγμά της στο δρόμο της αρετής».

Μετά από αυτό, ο ηγούμενος Χέρμαν κάλεσε έναν σεβάσμιο γέροντα μοναχό που μετέφερε θυμίαμα στο μοναστήρι και συχνά τον έστελναν εκεί για να φροντίσει για τα απαραίτητα ζητήματα. Ο Χέρμαν του είπε:

«Όταν πας στο γυναικείο μοναστήρι, πάρε μαζί σου αυτόν τον αδελφό: άφησέ τον να δει την Ευδοκία, γιατί θέλει να ωφεληθεί πνευματικά από αυτήν και να μιμηθεί τη θεάρεστη ζωή της».

Λίγο καιρό αργότερα, ο μοναχός χρειάστηκε να πάει στο μοναστήρι και, με εντολή του ηγουμένου, πήρε μαζί του τον νεαρό αδελφό. Ο Φιλόστρατος, ντυμένος με μοναχική ενδυμασία, σαν λύκος με προβιά, μπήκε στο μοναστήρι και, βλέποντας τη νύφη του Χριστού, την Αγία Ευδοκία, έμεινε έκπληκτος από την ταπεινή της εμφάνιση, τη φτώχεια και το αδυνατισμένο σώμα της. Το πρόσωπό της ήταν χλωμό, τα μάτια της χαμηλωμένα, η σιωπή στα χείλη της, τα ρούχα της λεπτά, το κρεβάτι της ένα χαλάκι στο έδαφος και φορούσε ένα φουντωτό πουκάμισο. Βρίσκοντας μια κατάλληλη στιγμή, άρχισε να της μιλάει με ήσυχη φωνή (οι άλλες μοναχές στέκονταν σε απόσταση):

«Τι σημαίνει αυτό, Ευδοκία; Ποιος σε αποπλάνησε, που ζούσες σε παλατιανά δωμάτια, γεμάτα πλούτο και κάθε πολυτέλεια, ζώντας με συνεχή χαρά και ευτυχία, και σε έφερε σε αυτά τα άθλια μέρη; Ποιος σου στέρησε τη μεγάλη πόλη, όπου περπατούσες στολισμένη με τα πιο όμορφα ρούχα, και όλοι σε σεβόντουσαν, θαύμαζαν την ομορφιά σου και σε δόξαζαν με κάθε έπαινο; Ποιος αποπλανητής, από τέτοια ευδαιμονία, σε έφερε στην απόλυτη φτώχεια και αθλιότητα, σε αυτή τη φτωχή και άθλια ζωή; Και τώρα όλη η Ηλιούπολη σε αναζητά, όλοι λαχταρούν να σε δουν, οι ίδιοι οι τοίχοι των όμορφων δωματίων σου κλαίνε για σένα. Μιλώ εκ μέρους του λαού. Έχω σταλεί στο όνομά του για να σε παρακαλέσω να επιστρέψεις στην πόλη και να τερματίσεις τη θλίψη του λαού με την άφιξή σου». Άκουσέ με, κυρία, ακολούθησέ με, άφησε αυτό το άθλιο μοναστήρι, άφησε την πείνα, τα βρωμερά ρούχα, το τραχύ κρεβάτι με το πουκάμισο και γύρισε ξανά στα δωμάτιά σου, στις παλιές σου διασκεδάσεις, στις παλιές απολαύσεις που κάποτε απολάμβανες σε αφθονία. Ακόμα κι αν σπαταλήσατε τον πλούτο σας, δίνοντάς τον μάταια σε ξένους, όλοι είναι έτοιμοι να σας πλουτίσουν ξανά. Γιατί διστάζετε και διστάζετε; Γιατί, όταν όλοι σας αγαπούν και σας εύχονται το καλό, γίνεστε εχθρός και βασανιστής του εαυτού σας; Δεν είναι μάταιο, δεν είναι ντροπή να κρύβετε ένα τόσο όμορφο πρόσωπο σε αυτό το μοναστικό σκοτάδι; Δεν είναι μάταιο να κακομαθαίνετε τέτοια μάτια, σαν τις ακτίνες του ήλιου, με άσκοπο κλάμα και δάκρυα; Ποιο είναι το όφελος να εξαντλείτε αυτό το όμορφο νεανικό σώμα με πείνα και δίψα και άλλα βάσανα; Πού Και σε αυτά τα αρώματα προτίμησες οικειοθελώς τη δυσοσμία μιας ζητιάνικης και αξιοκαταφρόνητης ζωής! Ποιος σας παρέσυρε; Ποια ψεύτικη ελπίδα σας αποσπά την προσοχή από τόσο μεγάλο πλούτο, που θα μπορούσε να είναι ακόμη μεγαλύτερο; Ποιος πλούσιος άνθρωπος απορρίπτει τον πλούτο του ή τον σπαταλάει, όπως εσείς; Αλλά ξέρουμε πού είναι τα πλούτη που απορρίψατε, και μπορούμε εύκολα να σας τα επιστρέψουμε - απλώς επιστρέψτε στην πόλη μας, Κυρία Ευδοκία! Έχω φέρει αρκετό χρυσάφι για το ταξίδι, και το υπόλοιπο που σπατάλησες θα το επιστρέψουμε όταν φτάσουμε στην Ηλιούπολη.

Όταν έλεγε αυτές τις παράλογες ομιλίες, η Ευδοκία τον κοίταξε θυμωμένα και, μη μπορώντας πια να ακούσει τα πονηρά και κολακευτικά του λόγια, του είπε θυμωμένα:

«Είθε ο Θεός της εκδίκησης να σας επιτιμήσει! Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, ο Δίκαιος Κριτής, του οποίου είμαι δούλος, ανάξιος όπως είμαι, δεν θα σας επιτρέψει, που έχετε έρθει εδώ με κακή πρόθεση, να επιστρέψετε σε Αυτόν, γιατί είστε ο γιος του διαβόλου.»

Αφού είπε αυτά, φύσηξε στο πρόσωπό του και αμέσως ο υποτιθέμενος μοναχός και καταραμένος απατεώνας έπεσε νεκρός στο έδαφος. Οι αδελφές, που είχαν παρακολουθήσει τη συζήτησή τους αλλά δεν είχαν ακούσει τα λόγια τους, τρομοκρατήθηκαν όταν είδαν τη σύντροφο της Ευδοκίας να πέφτει στο έδαφος από την ανάσα της και να ξαπλώνει νεκρή στα πόδια της. Στην αρχή, θαύμασαν ένα τόσο υπερφυσικό γεγονός και διέκριναν θεϊκή ενέργεια σε αυτό, αλλά στη συνέχεια άρχισαν να φοβούνται μήπως οι κοσμικοί άνθρωποι και οι δικαστές μάθουν για αυτό το περιστατικό, το ερευνήσουν ως φόνο και κάψουν το μοναστήρι, γιατί οι ειδωλολάτρες Έλληνες μισούσαν τους Χριστιανούς και τα μοναστήρια. Μη τολμώντας να ρωτήσουν την Ευδοκία, συζήτησαν τι είχε συμβεί μεταξύ τους. Τότε μία από αυτές είπε:

«Ας περιμένουμε τώρα: είναι ήδη νύχτα, ας προσευχηθούμε τη νύχτα, ίσως ο Κύριος μας αποκαλύψει τον λόγο του θανάτου αυτού του μοναχού και μας υποδείξει τι να κάνουμε».

Τα μεσάνυχτα είχαν φτάσει. Πριν ξεκινήσει η συνηθισμένη ψαλμωδία του μεσονυχτίου, ο Κύριος εμφανίστηκε στην Ευδοκία σε όνειρο και είπε:

«Σήκω, Ευδοκία, δόξασε τον Θεό σου. Προσευχήσου γονατιστός δίπλα στο νεκρό σώμα του πειραστή που σου έστειλε ο διάβολος, και θα τον διατάξω να σηκωθεί· και θα αναστηθεί και θα γνωρίσει ποιος είμαι, σε ποιον πιστεύεις, και η χάρη μου θα είναι άφθονη πάνω σου».

Ξυπνώντας, η Ευδοκία προσευχήθηκε στον Κύριό της και ανέστησε τον νεκρό. Ο Φιλόστρατος, αναστημένος από τον θάνατο σαν από ύπνο, αναγνώρισε τον αληθινό Θεό που τον είχε συγχωρέσει, έπεσε στα πόδια του ευλογημένου και είπε:

«Σε παρακαλώ, ευλογημένη Ευδοκία, αληθινή δούλη του Αληθινού Θεού, δέξου με, μετανοημένη, συγχώρεσέ με που σε λύπησα με τα πονηρά και ακάθαρτα λόγια μου. Τώρα καταλαβαίνω τι μεγάλο και ελεήμονα Δάσκαλο υπηρετείς».

Και η ευλογημένη Ευδοκία του είπε:

- Πήγαινε στον εαυτό σου εν ειρήνη, μην ξεχνάς τις ευλογίες του Θεού που σου αποκαλύφθηκαν, μην παρεκκλίνεις από την αληθινή οδό της αγίας πίστης που έμαθες, την οποία υπόσχεσαι να δεχτείς.

Εκείνη την εποχή, η χώρα κυβερνιόταν από τον βασιλιά Αυριλλιανό (όχι τον Ρωμαίο Καίσαρα, αλλά έναν άλλον με το ίδιο όνομα που βρισκόταν υπό την κυριαρχία των Ρωμαίων Καισάρων), και η Ευδοκία συκοφαντήθηκε ενώπιόν του. Οι πρώην θαυμαστές της συγκεντρώθηκαν και, αφού συμβουλεύτηκαν μεταξύ τους, έγραψαν μια επιστολή στον βασιλιά, αναφέροντας ότι η Ευδοκία είχε φέρει μαζί της στην έρημο μια τεράστια ποσότητα χρυσού ίση με το βασιλικό θησαυροφυλάκιο. Ζήτησαν από τον βασιλιά να τους παράσχει ένα απόσπασμα στρατιωτών, ώστε, όταν έβρισκαν τον φυγά, να την επιστρέψουν στην πόλη και να πάρουν τον χρυσό για το βασιλικό θησαυροφυλάκιο, αφού είχε ασπαστεί την πίστη των Γαλιλαίων σε έναν συγκεκριμένο Χριστό και είχε απορρίψει τους θεούς που λάτρευαν ακόμη και οι βασιλιάδες. Ακούγοντας για την τεράστια ποσότητα χρυσού, ο Αυριλλιανός συμφώνησε πρόθυμα στο αίτημά τους και, καλώντας έναν κόμη , τον διέταξε να πάρει στρατιώτες, να αρπάξει την Ευδοκία και τον χρυσό της και να τον φέρει σε αυτόν. Παίρνοντας τριακόσιους στρατιώτες, ο κόμης κατευθύνθηκε στην έρημο, στο γυναικείο μοναστήρι όπου ζούσε η Ευδοκία. Καθώς περπατούσαν, ο Κύριος εμφανίστηκε στην Ευδοκία τη νύχτα και είπε:

– Ο βασιλιάς είναι θυμωμένος μαζί σου, αλλά μη φοβάσαι: εγώ είμαι πάντα μαζί σου.

Όταν ο κόμης και το απόσπασμα πολεμιστών του είδαν τα τείχη του μοναστηριού, σταμάτησαν για να περιμένουν το σκοτάδι, γιατί η μέρα πλησίαζε στο τέλος της. Χώρισαν τις δυνάμεις τους για να επιτεθούν στο μοναστήρι από παντού κατά τη διάρκεια της νύχτας. Ακριβώς τη στιγμή που επρόκειτο να εξαπολύσουν επίθεση, η παντοδύναμη δύναμη του αόρατου χεριού του Θεού τους εμπόδισε και όλη τη νύχτα δεν μπόρεσαν να πλησιάσουν το μοναστήρι. Ξημερώθηκε. Είδαν τα τείχη του μοναστηριού, αλλά δεν μπόρεσαν να τα πλησιάσουν. Για τρεις μέρες και τρεις νύχτες οι προσπάθειές τους παρέμειναν ανεπιτυχείς και δεν ήξεραν τι να κάνουν στη συνέχεια.

Και ξαφνικά, ένα τρομακτικό, τεράστιο φίδι τους επιτέθηκε, και αυτοί, πετώντας κάτω τα όπλα τους, τράπηκαν σε φυγή τρομοκρατημένοι. Αλλά παρόλο που γλίτωσαν από τα δόντια του φιδιού, δεν γλίτωσαν από το δηλητήριό του. Χτυπημένοι από τη θανατηφόρα ανάσα του φιδιού, μερικοί από αυτούς έπεσαν ξαφνικά νεκροί, άλλοι κείτονταν μόλις ζωντανοί στο δρόμο, και μόνο με τρεις πολεμιστές ο κόμης επέστρεψε στον βασιλιά. Ο εξοργισμένος βασιλιάς είπε στους ευγενείς του:

«Τι πρέπει να κάνουμε με αυτή τη μάγισσα που σκότωσε τόσους πολεμιστές με τα ξόρκια της; Τι συμβουλεύετε; Ένα τέτοιο έγκλημα δεν μπορεί να μείνει ατιμώρητο.»

Μετά τη συνάντηση, ο γιος του βασιλιά είπε:

«Θα πάω με μεγάλο στρατό, θα ισοπεδώσω αυτή την κατοικία των πορνών και θα φέρω εδώ την Ευδοκία».

Ο βασιλιάς και όλοι συμφώνησαν και την επόμενη μέρα ο γιος του βασιλιά ξεκίνησε με τους στρατιώτες του για να καταστρέψει το μοναστήρι της ερήμου και να καταλάβει την Ευδοκία. Στο δρόμο, πλησίασε ένα χωριό που ανήκε στον πατέρα του και, βλέποντας να νυχτώνει, ήθελε να σταματήσει για τη νύχτα σε αυτό το βολικό μέρος ανάπαυσης. Μέσα στην νεανική του ορμητικότητα, πήδηξε γρήγορα από το άλογό του, χτύπησε μια πέτρα και τραυμάτισε σοβαρά το πόδι του, έτσι ώστε οι στρατιώτες τον μετέφεραν στο κρεβάτι. Εκείνο το βράδυ, η ασθένειά του επιδεινώθηκε και πέθανε. Οι στρατιώτες επέστρεψαν στον βασιλιά, κουβαλώντας τον νεκρό γιο του. Στη θέα του ξαφνικού θανάτου του γιου του, ο βασιλιάς έπεσε νεκρός. Όλη η πόλη συγκεντρώθηκε και ο λαός έκλαψε, λυπούμενος τον γιο του βασιλιά και τον ίδιο τον βασιλιά, πεθαίνοντας από τη θλίψη. Ανάμεσα στον λαό ήταν και ο Φιλόστρατος. Πλησιάζοντας τους έμπιστους του βασιλιά, τους είπε ότι η Ευδοκία ήταν δούλη του Θεού και κανείς δεν μπορούσε να την βλάψει, γιατί προστατευόταν από ουράνια δύναμη. Αν όμως ο βασιλιάς θέλει να δει τον γιο του ζωντανό, ας της στείλει ένα σεβαστό αίτημα για να παρακαλέσει τον Θεό να αναστήσει τον νεκρό.

«Εγώ ο ίδιος», είπε ο Φιλόστρατος, «βίωσα τη δύναμη της προσευχής της και το έλεος του Θεού».

Ακούγοντας αυτό, ο αυτοκράτορας συνήλθε λίγο και, αφού έμαθε με μεγαλύτερη ακρίβεια από τον Φιλόστρατο για το τι του είχε συμβεί, πίστεψε τα λόγια του και έστειλε αμέσως τον χιλίαρχο Βαβύλα στην Ευδοκία με μια σεβαστή, ταπεινή και ικετευτική επιστολή. Όταν έφτασε στο μοναστήρι, η Αγία Ευδοκία, υποκλίνοντας ταπεινά, δέχτηκε την επιστολή του αυτοκράτορα και είπε:

«Γιατί ο βασιλιάς στέλνει την επιστολή του σε μένα, έναν φτωχό και ανάξιο αμαρτωλό;»

Ενώ περίμενε ο άγιος να διαβάσει τη βασιλική επιστολή, ο χιλίαρχος μπήκε σε ένα από τα δωμάτια του μοναστηριού και, βλέποντας ένα ανοιχτό βιβλίο εκεί, έσκυψε και διάβασε: «Μακάριοι οι φυλάττοντες τα μαρτύριά Του, οι εκζητούντες Αυτόν εξ όλης της καρδίας» ( Ψαλμός 119:2 ). Αφού διάβασε μέχρι το τέλος του ψαλμού, αποκοιμήθηκε και, ακουμπώντας το κεφάλι του στο βιβλίο, αποκοιμήθηκε. Σε ένα όνειρο, ένας λαμπρός νέος εμφανίστηκε σε αυτόν και, σκουντώντας τον στα πλευρά με το ραβδί που κρατούσε στο χέρι του, είπε:

– Βαβίλα, σήκω! Ο νεκρός σε περιμένει.

Μόλις ξύπνησε, η Βαβίλα τρομοκρατήθηκε από την εμφάνιση του αγγέλου και το είπε στην ευλογημένη Ευδοκία, ζητώντας της να τον απελευθερώσει γρήγορα. Κάλεσε όλες τις αδελφές μαζί και τους είπε:

- Πώς με συμβουλεύετε να προχωρήσω σχετικά με όσα γράφει ο Τσάρος για την αναξιότητά μου;

Οι αδελφές απάντησαν ομόφωνα:

– Η χάρη του Αγίου Πνεύματος σε διδάσκει: γράψε στον βασιλιά ό,τι ευαρεστεί τον Θεό.

Αφού προσευχήθηκε με ικανοποίηση, η αγία κάθισε και έγραψε στον βασιλιά: «Εγώ, μια άχρηστη γυναίκα, δεν γνωρίζω τον λόγο για τον οποίο η Μεγαλειότητά Σας καταδέχτηκε να μου στείλετε αυτό το μήνυμα. Εγώ, μια ανάξια γυναίκα γεμάτη αμαρτίες, καταδικασμένη από τη συνείδησή μου για πολλές και τρομερές ανομίες, δεν τολμώ να παρακαλέσω τον Χριστό τον Θεό μου να σας ελεήσει και να σας επιστρέψει τον γιο σας ζωντανό. Αλλά εμπιστεύομαι στην γνωστή αγαθότητα και δύναμη του Κυρίου μου, ότι θα δείξει το μεγάλο Του έλεος σε εσάς και τον γιο σας, αν πιστεύετε με όλη σας την καρδιά στον αληθινό Θεό, που ανασταίνει τους νεκρούς, και εναποθέτετε την ελπίδα σας σε Αυτόν. Είναι αδύνατο να επικαλεστείτε το άγιο και φοβερό όνομά Του και να προσευχηθείτε σε Αυτόν για οτιδήποτε, εκτός αν πρώτα πιστέψετε σε Αυτόν με όλη σας την ψυχή. Επομένως, αν πιστεύετε με όλη σας την ψυχή, θα δείτε τη μεγάλη δόξα του αθάνατου Θεού, θα θεωρηθείτε άξιοι του ελέους Του και θα απολαύσετε τις ευλογίες Του».

Αφού έγραψε την επιστολή και έκανε το σημείο του σταυρού τρεις φορές, την έδωσε στον αγγελιοφόρο και τον έδιωξε. Επιστρέφοντας στον βασιλιά, ο χιλίαρχος δεν του έδωσε την επιστολή της Αγίας Ευδοκίας, αλλά την τοποθέτησε στο στήθος του νεκρού, φωνάζοντας το όνομα του Χριστού με δυνατή φωνή. Αμέσως, ο νεκρός ζωντάνεψε, άνοιξε τα μάτια του, μίλησε και σηκώθηκε, σαν από ύπνο, ζωντανός και υγιής. Όλοι έμειναν έκπληκτοι και τρομοκρατημένοι από αυτό το εξαιρετικό θέαμα. Και ο βασιλιάς φώναξε δυνατά:

«Μέγας ο Θεός της Χριστιανής Ευδοκίας! Ο αληθινός και δίκαιος Θεός—ο Χριστιανικός Θεός! Πολλοί στρέφονται δικαίως σε Σένα, και όσοι πιστεύουν σε Σένα, Χριστέ Κύριε, ενεργούν ευσεβώς! Δέξου και εμένα που προσέρχομαι σε Σένα, γιατί πιστεύω στο άγιο όνομά Σου και αναγνωρίζω ότι Αυτός είναι ο Ένας Αληθινός Θεός, άγιος και ευλογημένος για πάντα!»

Αφού πίστεψε στον Χριστό Θεό, ο αυτοκράτορας βαπτίστηκε από τον επίσκοπο της πόλης, μαζί με τη σύζυγό του, τον γιο τους, ο οποίος είχε αναστηθεί από τους νεκρούς, και την κόρη τους, Γελασία. Στη συνέχεια, αφού μοίρασε γενναιόδωρα ελεημοσύνη στους φτωχούς και τους άπορους, έστειλε πολύ χρυσάφι στην Αγία Ευδοκία για την κατασκευή μιας ιερής εκκλησίας. Επιπλέον, διέταξε να χτιστεί μια πόλη στο σημείο όπου είχε ζήσει η Ευδοκία και της έγραφε συχνά, ζητώντας τις ιερές προσευχές της. Σύντομα, ο αυτοκράτορας, έχοντας ευημερήσει στην αγία πίστη και τα καλά έργα, κοιμήθηκε εν Κυρίω και η σύζυγός του πέθανε μετά από αυτόν. Ο γιος τους χειροτονήθηκε διάκονος και στη συνέχεια, όταν πέθανε ο επίσκοπος, χειροτονήθηκε επίσκοπος. Η αδελφή του, Γελασία, περιφρονώντας τη ματαιότητα του κόσμου και αποφεύγοντας τον έγγαμο βίο, αλλά επιθυμώντας να υπηρετήσει τον Κύριο, αποσύρθηκε κρυφά στο μοναστήρι της Αγίας Ευδοκίας και έζησε εκεί μέχρι τον θάνατό της, υπηρετώντας με ζήλο και ευαρεστώντας τον Κύριο.

Εκείνη την εποχή, η παγανιστική ασέβεια βασίλευε, και πολλοί που υπηρετούσαν κρυφά τον Κύριο ανακαλύφθηκαν από τους μισούντες τον Θεό λαούς και εξαναγκάστηκαν στην ίδια μοίρα. Ο Διογένης, ένθερμος υποστηρικτής των ασεβών θεών, ο πιο ένθερμος υπηρέτης τους και διώκτης όσων απαρνούνταν την ειδωλολατρία, ήταν κυβερνήτης της πόλης της Ηλιούπολης. Ήθελε να παντρευτεί την προαναφερθείσα βασιλική κόρη, Γελασία, στην οποία ο πατέρας της, Αυριλιανός, είχε συναινέσει όσο παρέμενε άθεος. Ωστόσο, αφού έλαβε το ιερό βάπτισμα, αρνήθηκε να τη δώσει σε έναν άπιστο σύζυγο εκτός αν δεχόταν τη χριστιανική πίστη. Ο Αυριλιανός σύντομα πέθανε, και η Γελασία, φοβούμενη ότι θα την έπαιρνε βίαια ο Διογένης, κατέφυγε, όπως ειπώθηκε, στο μοναστήρι της Αγίας Ευδοκίας, αλλά κανείς δεν ήξερε με βεβαιότητα πού είχε κρυφτεί. Η μόνη φήμη ήταν ότι κρυβόταν κάπου με την Ευδοκία. Ο κυβερνήτης, Διογένης, έστειλε πενήντα στρατιώτες για να συλλάβουν την Ευδοκία, ως Χριστιανή, για έρευνα. Καθώς οι στρατιώτες την καταδίωκαν, ο Κύριος εμφανίστηκε στην Ευδοκία τη νύχτα και είπε:

«Κόρη Ευδοκία! Να αγρυπνείς και να στέκεσαι σταθερή στην πίστη σου. Ήρθε η ώρα να ομολογήσεις το όνομά Μου και να δοξάσεις τη δόξα Μου. Ο αγώνας που θα καταφέρεις είναι κοντά. Άνδρες τρομακτικοί σαν άγρια ​​θηρία θα σου επιτεθούν τώρα, αλλά μην τρομάζεις ούτε να τρομάζεις, γιατί θα είμαι ο στενός σου σύντροφος και ο δυνατός βοηθός σου σε όλους τους αγώνες και τους κόπους σου.»

Όταν τελείωσε το όραμα, οι στρατιώτες σκαρφάλωσαν πάνω από το τείχος του μοναστηριού τη νύχτα. Ο άγιος, έχοντας μάθει γι' αυτό με το πνεύμα του, βγήκε προς το μέρος τους και τους ρώτησε:

- Τι χρειάζεσαι εδώ; Ποιον ψάχνεις;

Οι στρατιώτες την άρπαξαν και ρώτησαν για την Ευδοκία. Εκείνη υποσχέθηκε να τους παραδώσει την Ευδοκία, αρκεί να την αφήσουν ελεύθερη για λίγο. Φτάνοντας στην εκκλησία, ανέβηκε στην Αγία Τράπεζα, άνοιξε τη λειψανοθήκη που περιείχε τα Άγια και Ζωοδόχα Μυστήρια του Χριστού και, παίρνοντας ένα μέρος από αυτό το μεγάλο λείψανο, το έκρυψε στην αγκαλιά της. Μετά από αυτό, βγήκε και είπε στους στρατιώτες:

«Είμαι η Ευδοκία, πάρε με και οδήγησέ με σε εκείνον που σε έστειλε».

Την πήραν και την οδήγησαν μακριά. Ήταν μια νύχτα χωρίς φεγγάρι, σκοτεινή, και τότε εμφανίστηκε μια λαμπερή και όμορφη νεανίδα, κρατώντας ένα κερί μπροστά της και φωτίζοντας το δρόμο. Ήταν ο Άγγελος του Κυρίου, ορατός μόνο στην Ευδοκία, αλλά οι στρατιώτες δεν είδαν ούτε αυτόν ούτε το φως. Οι στρατιώτες ήθελαν να ανεβάσουν την Ευδοκία σε ένα γαϊδούρι, αλλά εκείνη αρνήθηκε και είπε:

« Άλλοι με άρματα, άλλοι με άλογα» ( Ψαλμός 19:8 ), αλλά εγώ, έχοντας εμπιστοσύνη στον Χριστό, θα πάω πεζός.

Μόλις έφτασε στην πόλη, ο κυβερνήτης διέταξε να φυλακιστεί η Ευδοκία για δύο ημέρες, και την τρίτη μέρα κάλεσε τον φύλακα της φυλακής και τον ρώτησε:

– Έδωσε κανείς φαγητό ή ποτό σε αυτή τη μάγισσα;

Ο φύλακας απάντησε:

«Ορκίζομαι στο έλεός σου, κύριέ μου, ότι κανείς δεν της έδωσε ούτε φαγητό ούτε ποτό, και όσες φορές κι αν την κοίταξα, την έβλεπα πάντα να προσκυνάει στο έδαφος και να προσεύχεται (όπως νομίζω) στον Θεό της».

Ο κυβερνήτης είπε:

- Αύριο θα διεξάγω έρευνα και δίκη εναντίον της, αλλά τώρα είμαι απασχολημένος με άλλα θέματα.

Την τέταρτη ημέρα, ο ηγεμόνας Διογένης κάθισε μπροστά στην αυλή και διέταξε να φέρουν την Ευδοκία. Βλέποντάς την ταπεινή στην εμφάνιση, φτωχικά ντυμένη, με σκυμμένο κεφάλι, διέταξε τους υπηρέτες του να αποκαλύψουν το πρόσωπό της, το οποίο αμέσως έλαμψε σαν αστραπή. Ο Διογένης έμεινε έκπληκτος και σιωπηλός για πολλή ώρα, θαυμάζοντας την απερίγραπτη ευγένεια και ομορφιά του προσώπου της, που έλαμπε από θεϊκή χάρη. Αφού συλλογίστηκε την ομορφιά της για πολλή ώρα, ταράχτηκε στο πνεύμα και, στρεφόμενος προς τους δικαστές, είπε:

«Ορκίζομαι στον θεό μου τον ήλιο! Δεν μπορώ να σκοτώσω μια τέτοια ομορφιά σαν τον ήλιο. Δεν ξέρω τι να κάνω!»

Ένας από τους δικαστές είπε:

«Μήπως, η Μεγαλειότητά σας, πιστεύει ότι μια τέτοια ομορφιά είναι φυσική; Όχι, είναι ένα μαγικό φάντασμα. Δεν γνωρίζετε τη δύναμη των μάγων; Και όταν το μαγικό ξόρκι σπάσει, η φυσική της ασχήμια θα εμφανιστεί αμέσως.»

Ο κυβερνήτης στράφηκε στον ευλογημένο:

– Πρώτα απ’ όλα, πείτε μας το όνομά σας, την καταγωγή σας και τον τρόπο ζωής σας.

Αφού έκανε τον σταυρό της, η αγία είπε:

«Το όνομά μου είναι Ευδοκία και δεν χρειάζεται να με ρωτάτε για την καταγωγή ή τον τρόπο ζωής μου. Γι' αυτό, σας παρακαλώ, Κυβερνήτη, μην σπαταλάτε τον χρόνο σας σε άσκοπες κουβέντες, αλλά κάντε μου ό,τι κάνετε συνήθως με τους Χριστιανούς. Κρίνε με, βασάνισέ με όπως θέλεις, θανάτωσέ με, αλλά εμπιστεύομαι στον Χριστό, τον αληθινό μου Θεό, ότι δεν θα με περιφρονήσει ούτε θα με εγκαταλείψει».

Ο κυβερνήτης είπε:

«Απαντάς τόσα πολλά σε μια σύντομη ερώτηση· πόσο περισσότερο θα πεις όταν αρχίσουμε να σε βασανίζουμε; Πες μας: γιατί, εγκαταλείποντας την πόλη και απορρίπτοντας τους θεούς, πήγες στην έρημο, κουβαλώντας μαζί σου την περιουσία του λαού, αδειάζοντας πονηρά το θησαυροφυλάκιο της πόλης;»

Ο άγιος απάντησε:

«Γιατί έφυγα από την πόλη—θα το πω με μία λέξη: ήμουν ελεύθερος και έκανα ό,τι ήθελα. Ποιος νόμος απαγορεύει σε έναν ελεύθερο άνθρωπο να πηγαίνει όπου θέλει; Και όσο για την κατηγορία της κλοπής χρυσού, εύχομαι να σταθεί ενώπιόν μου ο συκοφάντης, και τότε η συκοφαντία θα αποκαλυφθεί και το ψέμα θα εξαφανιστεί μπροστά στην αλήθεια. Έφυγα πραγματικά αφού έκλεψα την περιουσία κάποιου άλλου;»

Μετά από μια μακρά διαμάχη, η αγία παρέμεινε ατάραχη στα λόγια της και ακλόνητη στην πίστη της. Τότε ο κυβερνήτης διέταξε να την κρεμάσουν από ένα δέντρο και να την μαστιγώσουν σκληρά από τέσσερις στρατιώτες. Οι στρατιώτες την πήραν, την έγδυσαν μέχρι τη μέση και την κρέμασαν. Καθώς την έγδυαν, ένα κομμάτι από το Πανάγιο και Ζωοδόχο Σώμα του Κυρίου, το οποίο είχε πάρει φεύγοντας από το μοναστήρι, έπεσε από το στήθος της. Οι υπηρέτες, μη γνωρίζοντας τι ήταν, το σήκωσαν και το έφεραν στον κυβερνήτη. Αυτός άπλωσε το χέρι του για να το πάρει, και αμέσως το κομμάτι από το Πανάγιο Σώμα του Δασκάλου μετατράπηκε σε φωτιά. Οι μεγάλες φλόγες τύλιξαν τους υπηρέτες του βασανιστή και τραυμάτισαν τον αριστερό ώμο του κυβερνήτη. Έπεσε στο έδαφος από πόνο και φώναξε στον ήλιο, τον οποίο σεβόταν ως Θεό:

"Κύριε Ήλιε! Θεράπευσέ με και θα παραδώσω αμέσως αυτή τη μάγισσα στις φλόγες. Ξέρω ότι με τιμωρείς που δεν την κατέστρεψα ακόμα!"

Με αυτά τα λόγια, φωτιά έπεσε πάνω του σαν αστραπή και τον σκότωσε, καίγοντας το σώμα του σαν πύρινη δάδα. Φόβος και τρόμος έπεσαν πάνω σε όλους. Ένας στρατιώτης είδε έναν λαμπρό Άγγελο του Θεού να στέκεται κοντά στην αγία, να της μιλάει στο αυτί και να την παρηγορεί, καλύπτοντας το σώμα της με ένα σεντόνι λευκότερο από το χιόνι. Βλέποντάς το αυτό, ο στρατιώτης πλησίασε την αγία και είπε:

«Πιστεύω κι εγώ στον Θεό σας, δέξου με, έναν μετανοημένο δούλο του Ζωντανού Θεού».

Ο άγιος του απάντησε:

«Είθε η χάρη της ειλικρινούς μεταστροφής να έρθει πάνω σου, παιδί μου. Βλέπω ότι ξεκινάς μια νέα ζωή, ως κάποιος που γεννήθηκε ξανά. Αν θέλεις να σωθείς, απόφυγε την προηγούμενη απιστία σου.»

Ο πολεμιστής είπε:

«Σε παρακαλώ, δούλε του Κυρίου, ελέησέ τον κυβερνήτη, παρακάλεσε τον Θεό σου να τον επαναφέρει στη ζωή, ώστε πολλοί να γνωρίσουν τον Αληθινό Θεό και να πιστέψουν σε Αυτόν».

Μετά από αυτά τα λόγια, πλησίασε το δέντρο και απελευθέρωσε την αγία μάρτυρα, η οποία γονάτισε και προσευχήθηκε για πολλή ώρα. Τότε αυτή σηκώθηκε και φώναξε δυνατά:

«Κύριε Ιησού Χριστέ, εσύ που γνωρίζεις τα μυστήρια του ανθρώπου, εσύ που με τον λόγο Σου στερέωσες τους ουρανούς και όλα τα δημιούργησες με σοφία! Πρόσταξέ με το παντοδύναμο και παντοδύναμο θέλημά Σου να αποκατασταθούν στη ζωή όλοι όσοι κάηκαν από τη φωτιά που έστειλες από Εσένα, ώστε πολλοί πιστοί να ενισχυθούν στην αγία πίστη και οι άπιστοι να στραφούν σε Εσένα, τον Αιώνιο Θεό, και έτσι το πανάγιο όνομά Σου να δοξαστεί στους αιώνες των αιώνων!»

Μετά από αυτό πλησίασε τους νεκρούς και, πιάνοντας τον καθένα από το χέρι, είπε:

– Εις το όνομα του Αναστημένου Κυρίου Ιησού Χριστού, αναστηθείτε και να είστε υγιείς όπως πριν.

Και έτσι αναζωογόνησε τους πάντες έναν προς έναν, σηκώνοντάς τους και ξυπνώντας τους, σαν από τον ύπνο. Ενώ όλοι παρακολουθούσαν τα θαυμαστά θαύματα να εκτυλίσσονται με έκπληξη και τρόμο, ξαφνικά ακούστηκε μια κραυγή και ένας θρήνος: Ο κόμης Διόδωρος, που ήταν εκεί με τους στρατιώτες, έλαβε είδηση ​​για τον ξαφνικό θάνατο της συζύγου του Φιρμίνας, η οποία είχε δηλητηριαστεί από αναθυμιάσεις στο λουτρό. Συγκλονισμένος από την απροσδόκητη είδηση, ο Διόδωρος έσκισε τα ρούχα του και, κατακλυσμένος από οίκτο, έτρεξε δακρυσμένος στο μέρος όπου είχε πεθάνει η γυναίκα του. Πολλοί από τον κόσμο έτρεξαν πίσω του, και ο κυβερνήτης, Διογένης, που είχε αναστηθεί από τους νεκρούς, κατευθύνθηκε επίσης προς τα εκεί. Βλέποντας ότι η γυναίκα του κόμη είχε πράγματι πεθάνει, επέστρεψε στην Αγία Ευδοκία και της είπε:

«Πιστεύω ακράδαντα ότι ο Θεός σας είναι απείρως ανώτερος και ισχυρότερος από τους θεούς μας, αλλά αν θέλετε να ενισχύσετε και να ενδυναμώσετε την νεοσύστατη και ακόμη αδύναμη πίστη μου, τότε σας παρακαλώ, ελάτε μαζί μου στη νεκρή Φιρμίνα. Αν την αναστήσετε, τότε χωρίς καθυστέρηση ή αμφιβολία θα πιστέψω πλήρως στον Θεό σας.»

Η Αγία Ευδοκία του είπε:

«Όχι μόνο για εσάς θα αποκαλύψει ο Θεός το θέλημά Του με άπειρο έλεος, αλλά και για όλους όσους επιθυμούν να εισέλθουν στη Βασιλεία Του. Έτσι, με τη βοήθεια του Θεού, ας πάμε όπου με καλείτε».

Καθώς περπατούσαν μαζί με τον κόσμο, συνάντησαν κάποιον που μετέφερε ένα νεκρό σώμα. Ο άγιος διέταξε το φορείο να σταματήσει, έχυσε δάκρυα, προσευχήθηκε για λίγο και, πιάνοντας τη νεκρή γυναίκα από το χέρι, είπε με δυνατή φωνή:

«Μέγας και αιώνιος Θεός, Κύριε Ιησού Χριστέ, ο ίδιος Λόγος του Πατρός, που ανασταίνεις τους νεκρούς! Σε παρακαλούμε: ως διαβεβαίωση για τους παρόντες, καταδέξου να κάνεις ένα μεγάλο θαύμα, πρόσταξε την Φιρμίνα να αναζωογονήσει και να της χαρίσει το πνεύμα της μετάνοιας, ώστε να στραφεί σε Σένα, τον αιώνιο και αιώνιο Θεό».

Μετά από αυτή την προσευχή, η Φιρμίνα σηκώθηκε αμέσως από το κρεβάτι της και όλος ο λαός με δυνατή φωνή αναφώνησε ομόφωνα:

«Μέγας ο Θεός της Ευδοκίας, Αληθινός και Δίκαιος ο Χριστιανικός Θεός! Σε παρακαλούμε, δούλε του Ζωντανού Θεού, σώσε μας, γιατί κι εμείς πιστεύουμε στον Θεό σου».

Και ο Διόδωρος, βλέποντας τη γυναίκα του ζωντανή, χάρηκε πάρα πολύ και, πέφτοντας στα πόδια του αγίου, είπε:

«Σε παρακαλώ, δούλε του Χριστού, κάνε με κι εμένα Χριστιανό, γιατί τώρα γνώρισα αληθινά Ποιος είναι ο Παντοδύναμος Θεός, Τον οποίο εσύ υπηρετείς».

Και ο Διόδωρος βαπτίστηκε με τη γυναίκα του και με όλο το σπιτικό του στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, και πλήθος λαού, καθώς και ο Διογένης ο ηγεμόνας με το σπιτικό του, βαπτίστηκαν και παρέμειναν στην αγία πίστη μέχρι θανάτου.

Μετά από αυτό, η Αγία Ευδοκία, κατόπιν αιτήματος του Διόδωρου, έζησε στο σπίτι του, διδάσκοντας τον θείο λόγο στους νεοφώτιστους Χριστιανούς. Ένας νεαρός άνδρας ονόματι Ζήνων, ενώ εργαζόταν σε έναν κοντινό κήπο, σκοτώθηκε από την θανατηφόρα πνοή ενός φιδιού, και η χήρα μητέρα του έκλαψε απαρηγόρητα γι' αυτόν. Μόλις το έμαθε αυτό, η Ευδοκία, το αρνί του Χριστού, είπε στον Διόδωρο:

- Ας πάμε να παρηγορήσουμε την κλαίγουσα χήρα, και θα δείτε το θαυμαστό έλεος του Θεού μας.

Όταν έφτασαν, είδαν ότι το αγόρι ήταν πρησμένο, φουσκωμένο και μαυρισμένο από το δηλητήριο του φιδιού. Ο άγιος είπε στον Διόδωρο:

«Ήρθε η ώρα να δείξετε πόσο μεγάλη είναι η πίστη σας στον Θεό. Γι' αυτό, προσευχηθείτε, σηκώνοντας τα μάτια της ψυχής σας στον ουρανό, και αναστήστε τους νεκρούς».

Ο Διόδωρος είπε:

- Κυρία μου, δούλη του Χριστού! Μόλις πρόσφατα ήρθα στην πίστη, αλλά δεν μπορώ να ενισχύσω τα μάτια της καρδιάς μου στον Θεό μέσω της θεωρίας.

Ο άγιος του είπε:

«Πιστεύω ακράδαντα ότι ο Θεός ακούει τους μετανοημένους αμαρτωλούς και εκπληρώνει γρήγορα τα αιτήματά τους. Γι' αυτό, επικαλεστείτε τον Παντοδύναμο Κύριο με όλη σας την ψυχή, και θα μας δείξει το έλεός Του».

Τότε ο Διόδωρος, σκύβοντας τον λαιμό του και χτυπώντας τον εαυτό του στο στήθος, άρχισε να προσεύχεται δυνατά με δάκρυα:

«Κύριε Θεέ, που καταδέχτηκες να καλέσεις εμένα, έναν ανάξιο αμαρτωλό και άπιστο, στην αγία πίστη, και που έστειλες αυτόν τον αξιότιμο δούλο για τη σωτηρία των ψυχών μας! Γνωρίζοντας την ακλόνητη και ακλόνητη πίστη μου, εισάκουσε την αμαρτωλή και ανάξια προσευχή μου και πρόσταξε τον νεαρό, που σκοτώθηκε από το φίδι, να αναστηθεί για τη δόξα Σου, ώστε αυτός και κάθε ψυχή να δοξάζουν για πάντα το Πανάγιο Όνομά Σου».

Μετά την προσευχή, ο Διόδωρος είπε στον νεκρό:

– Ζήνων! Στο όνομα του Ιησού Χριστού, του σταυρωμένου υπό Ποντίου Πιλάτου, σήκω!

Και αμέσως ο νεκρός σηκώθηκε, σκούπισε το μαύρο, το σώμα του έγινε τόσο υγιές όσο και πριν, και όλοι πίστεψαν και δόξασαν τον Θεό, τον Δημιουργό του ουρανού και της γης. Όταν ο λαός άρχισε να διασκορπίζεται, το ευλογημένο αρνί του Χριστού, η Ευδοκία, είπε:

– Αδελφοί! Περιμένετε λίγο. Ο Χριστός ο Σωτήρας μας θα δοξαστεί ξανά.

Ο λαός σταμάτησε. Ο άγιος προσευχήθηκε και ιδού, το φίδι που είχε σκοτώσει το αγόρι σέρθηκε πίσω με ένα τρομερό σφύριγμα, σπρωγμένο από μια θαυματουργή φωτιά, και άρχισε να χτυπάει και να σπαρταράει μπροστά στα μάτια όλων, μετά διαλύθηκε και πέθανε. Τότε όλοι όσοι το είδαν αυτό, μαζί με τις γυναίκες και τα παιδιά τους, πήγαν στον Επίσκοπο Ηλιουπόλεως και έλαβαν το άγιο βάπτισμα. Εν τω μεταξύ, η Αγία Ευδοκία επέστρεψε στο μοναστήρι της και πέρασε τη ζωή της στα συνηθισμένα μοναστικά έργα. Περιστασιακά, ερχόταν στην πόλη, ενισχύοντας τους πιστούς και φέρνοντας τους άπιστους στην πίστη στον Χριστό Θεό. Μετά το βάπτισμά της, έζησε πενήντα έξι χρόνια και πέθανε μαρτυρικά με τον ακόλουθο τρόπο. Μετά τον θάνατο του κυβερνήτη Διογένη, ο οποίος πέθανε στην χριστιανική πίστη, τη θέση του ανέλαβε ο Βικέντιος, ένας σκληρός άνθρωπος και εχθρός των Χριστιανών. Ακούγοντας για την Αγία Ευδοκία, έστειλε στρατιώτες να αποκεφαλίσουν το τίμιο κεφάλι της.

Έτσι, η αγία μάρτυς Ευδοκία πέθανε την πρώτη Μαρτίου με μάχαιρα εν Χριστώ Ιησού του Κυρίου ημών, στον οποίο ανήκει η δόξα μετά Πατρός και Αγίου Πνεύματος, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

Τροπάριο, Ήχος 8:

Έδεσας την ψυχή σου με την αγάπη του Χριστού μέσω της δικαιοσύνης του νου σου, νίκησες τα φθαρτά, τα ωραία και τα εγκόσμια, ως μαθητής του Λόγου. Αφού ταπείνωσες το πρώτο πάθος με τη νηστεία, ντρόπιασες τον δεύτερο εχθρό με τα παθήματά σου. Γι' αυτό, ο Χριστός σε αξιοποίησε με διπλό στέφανο, ένδοξη Ευδοκία, σεβάσμια πάθος. Δέησόν σε Χριστό Θεό για τη σωτηρία των ψυχών μας.

Κοντάκιον, Ήχος 4:

Αφού αγωνίσθης καλά στα παθήματά σου, και μετά θάνατον αγιάζεις μας με έκχυση θαυμάτων, ω πανάξιε, που με την πίστη καταφεύγουμε στη θεία σου Εκκλησία. Και θριαμβευτικά σε παρακαλούμε, Οσία Μάρτυς Ευδοκία, να ελευθερωθούμε από τη θλίψη των ψυχών μας και να λάβουμε τη χάρη των θαυμάτων.

* * *

Σημειώσεις

1679 

Ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Τραϊανός βασίλευσε από το 98 έως το 117 μ.Χ.

1680 

Ηλιούπολη – Ηλιούπολη – η πόλη του ήλιου.

1681 

Η Κοίλη-Συρία – «βαθιά Συρία» – είναι μια χαμηλή λωρίδα γης στα βουνά του Λιβάνου στη βόρεια Παλαιστίνη.

1682 

Η Φοινίκη του Λιβάνου βρίσκεται στο ανατολικό τμήμα της Φοινίκης, δίπλα στα βουνά του Λιβάνου, ενώ η ίδια η Φοινίκη καταλαμβάνει το βορειοδυτικό τμήμα της Παλαιστίνης, που βρέχεται από τη Μεσόγειο Θάλασσα. Οι κύριες πόλεις της - η Τύρος, η Σιδώνα και η Σαρέπτα - αναφέρονται στο Ευαγγέλιο.

1683 

Η Σαμάρεια είναι το κεντρικό τμήμα της Παλαιστίνης, που συνορεύει με τη Γαλιλαία και τη Φοινίκη στα βόρεια, με την Ιουδαία στα νότια και βρέχεται από τη Μεσόγειο Θάλασσα. Ο πληθυσμός της αποτελούνταν από τις δέκα φυλές του Ισραήλ, εξαιρουμένων των φυλών του Ιούδα και του Βενιαμίν. Η πίστη των Σαμαρειτών είναι ένα σαμαρειτικό σχίσμα. Αρχικά, οι κάτοικοι της Σαμάρειας δεν διέφεραν από τους Εβραίους, ακολουθώντας τον ίδιο Μωσαϊκό Νόμο. Αργότερα, λόγω επαφής με ειδωλολάτρες ξένους, έχασαν την καθαρότητα της εβραϊκής θρησκείας και σταδιακά αποκλίνουν από τους Εβραίους. Γύρω στο 335 π.Χ., έχτισαν ακόμη και έναν ναό στο Όρος Γαριζίν, ξεχωριστό από τους Εβραίους, και καθιέρωσαν εκεί μια ξεχωριστή λατρευτική λειτουργία, κάπως παρόμοια με αυτή του Ναού της Ιερουσαλήμ. Από τότε και στο εξής, το κύριο σημείο διδασκαλίας που χώριζε τους Εβραίους και τους Σαμαρείτες ήταν η διδασκαλία του τόπου της αληθινής λατρείας ( Ιωάννης 4:19-20 ). Επιπλέον, από όλα τα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης, αναγνώρισαν μόνο την Πεντάτευχο του Μωυσή ως ιερή, η οποία, επιπλέον, είχε αλλοιωθεί σε ορισμένα σημεία από το πρωτότυπο. Απέρριψαν όλα τα άλλα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης, αν και είχαν το δικό τους χρονικό, που ονομαζόταν «Βιβλίο του Ιησού»—μια αναδιατύπωση του Βιβλίου του Ιησού του Ναυή.

1684 

Ένα λίτρο είναι μια μονάδα βάρους ίση με 72 ζολότνικ. Σε ασήμι, άξιζε έως και 42 ρούβλια· σε χρυσό, έως και 506 ρούβλια.

1685 

Ας μην φαίνεται εκπληκτικό ή απίστευτο στον αναγνώστη και τον ακροατή, όπως λέει το Μηναίον-Ανάγνωσμα, ότι μια αμαρτωλή γυναίκα απέκτησε τόσο μεγάλο πλούτο μέσω μοιχείας, όπως περιγράφεται, γιατί μεταξύ των Ελλήνων, που δεν είχαν ακόμη γνωρίσει τον αληθινό Θεό και λάτρευαν είδωλα, οι πόρνες όχι μόνο δεν ήταν περιφρονημένες αλλά και πολύ σεβαστές, όπως, για παράδειγμα, η Αφροδίτη, την οποία μάλιστα θεωρούσαν μεταξύ των ματαιόδοξων θεών τους. Σχετικά με τον πλούτο των Ελληνίδων πορνών, βρίσκουμε τα ακόλουθα στους αρχαίους ιστορικούς. Η Φρύνη, μια Αθηναία πόρνη, αφού ο Μέγας Αλέξανδρος κατέστρεψε τα πέτρινα τείχη της περίφημης ελληνικής πόλης Φοίβης ή Θήβας, προσφέρθηκε να ξαναχτίσει αυτά τα τείχη με δικά της έξοδα και να χτίσει την πόλη καλύτερη από πριν, μόνο που σε αυτά τα τείχη ήταν χαραγμένη: «Ο Αλέξανδρος κατέστρεψε, αλλά η Φρύνη η πόρνη ξαναέχτισε». Η Λάισα, μια Κορίνθια πόρνη, ήταν τόσο πλούσια και φημισμένη που, σύμφωνα με ορισμένους, κάποτε ολόκληρη η ελληνική γη βρισκόταν στην πόρτα της. Η Thaiçi, μια άλλη Αθηναία πόρνη, ήταν τόσο όμορφη, διάσημη και πλούσια που ο Πτολεμαίος, ο πρώτος Αιγύπτιος βασιλιάς μετά τον Μέγα Αλέξανδρο, δεν δίστασε να την κάνει νόμιμη σύζυγό του. Η Ραδώνη της Θράκης, μια Αιγύπτια πόρνη, ήταν τόσο πλούσια που, μιμούμενη τη δόξα των Αιγυπτίων βασιλιάδων, έχτισε μια πυραμίδα για τη δική της δόξα, που δεν ήταν καθόλου κατώτερη από τις βασιλικές πυραμίδες. Η Ευδοκία, επίσης, ήταν σαν αυτές στη ζωή και τον πλούτο, αλλά όταν τα εγκατέλειψε, φτωχάνθηκε στο πνεύμα και το σώμα και ευαρέστησε τον Θεό μέσω της μετάνοιας, έγινε σαν τις άγιες παρθένες, κοινωνήθηκε με τους αγγέλους και έγινε κληρονόμος αιώνιου πλούτου, που κανένα μάτι δεν έχει δει ποτέ.

1686 

Η Κυνόβια είναι ένα μοναστήρι με κοινοτικό καταστατικό, όπου όλοι ζουν μαζί, λαμβάνοντας κοινή υποστήριξη από το μοναστήρι.

1687 

Οι ειδωλολάτρες προίκιζαν τους θεούς και τις θεές τους με όλες τις ανθρώπινες ιδιότητες, ακόμη και με ελαττώματα, μόνο σε υπερθετικό βαθμό. Ως εκ τούτου, τους πρόσφεραν ό,τι θεωρούνταν το πιο πολύτιμο και καλύτερο στην ανθρώπινη ζωή: εκλεκτά πιάτα, ακριβά ποτά, αρωματικές ουσίες και ούτω καθεξής. Ως εκ τούτου, η Ευδοκία, βυθισμένη στην πολυτέλεια, όμορφη, πάντα πλούσια ντυμένη και ευωδιαστή, μπορούσε πραγματικά να φαίνεται κάτι σαν θεά στους συγχρόνους της.

1688 

Κομίτης ήταν το όνομα που δινόταν σε έναν ειδικό αξιωματούχο υπεύθυνο για την είσπραξη βασιλικών φόρων. Με αυτό το όνομα αποκαλούνταν επίσης και οι κυβερνήτες των πόλεων γενικά.

1689 

Ένας τριβούνος είναι εκπρόσωπος της στρατιωτικής εξουσίας, διοικητής ενός μικρού αποσπάσματος, παρόμοιος με έναν σύγχρονο συνταγματάρχη.