
Ένας απ’ αυτούς ήταν και ο Άγιος Ζωσιμάς που εξομολόγησε, κοινώνησε και έθαψε, με τη βοήθεια ενός λιονταριού, την Οσία Μαρία την Αιγύπτια. Αυτή έζησε 47 χρόνια στην έρημο του Ιορδάνη, κοντά στο μοναστήρι του Άγιου Γερασίμου. Μάλιστα κοντά στο μοναστήρι σώζεται μια σπηλιά απόκρημνη, όπου η παράδοση λέει ότι κατοικούσε η Αγία για αρκετό καιρό. Στους μοναχούς που ζούσαν στη λαύρα ο Άγιος έδωσε εντολή να ζουν σύμφωνα με τους πιο κάτω αυστηρούς κανόνες: Τις πέντε μέρες της βδομάδας ο καθένας να ησυχάζει στο κελί του. Να τρώει μόνο ψωμί και φοινίκια και να πίνει νερό. Το Σάββατο και την Κυριακή να πηγαίνουν στο ναό του μοναστηριού, να ψάλλουν, να εξομολογούνται, να συμμετέχουν στη Θεία Λειτουργία και Θεία Κοινωνία και μετά να τρώνε στο Κοινόβιο μαγειρεμένο φαγητό και να πίνουν και λίγο κρασί. Πρόσταξε στα κελιά τους να μην έχουν τίποτε άλλο, εκτός από τα αναγκαία, να μην ανάβουν λυχνάρι ή φωτιά και να μην τρώνε μαγειρεμένο φαγητό. Απέφευγαν επίσης τη γαστριμαργία και τα πάθη της ψυχής, όπως τη λύπη, την οργή, τη δειλία και τη λήθη. Καθένας ήταν υπόχρεος να συνεισφέρει στο Κοινόβιο από το εργόχειρο του, κάθε Σάββατο, που θα ερχόταν σ’ αυτό. Το δειλινό της Κυριακής, αφού θα έπαιρνε το εφόδιό του για όλη την εβδομάδα, δηλαδή ψωμί, καρπούς φοινικιάς, νερό και κλαδιά, αναχωρούσε για το κελί του. Δεν είχαν άλλη ενδυμασία, εκτός από εκείνη που φορούσαν. Ως στρώμα είχαν ψαθί ή κάποιο ελαφρό σκέπασμα. Είχαν ένα πήλινο αγγείο για νερό, για να πίνουν και για να διατηρούν φρέσκα τα κλαδιά που θα έπλεκαν. Όταν έβγαιναν από τα κελιά τους έπρεπε να τα αφήνουν ανοικτά, ώστε όποιος ήθελε να μπορεί να μπαίνει σ’ αυτά και να παίρνει ό,τι χρειάζεται. Όλα τα πράγματα ήταν κοινά. Ορισμένοι κάτοικοι της Ιεριχώς, που βρίσκεται κοντά στο μοναστήρι του Αγίου Γερασίμου, λυπούνταν τους ασκητές και τους πήγαιναν κάθε Σάββατο και Κυριακή λιτά φαγητά και τρόφιμα. Αυτοί όμως δεν τα δέχονταν και για να τους αποφύγουν έφευγαν μακριά. Ο ίδιος ο Άγιος τηρούσε όλους αυτούς τους κανόνες και όλες τις μέρες της Αγίας Σαρακοστής δεν έτρωγε τίποτε, εκτός από τη Θεία Κοινωνία, που έπαιρνε την Κυριακή. Αφού έζησε μ’ αυτό τον τρόπο ο Άγιος Γεράσιμος ο Αναχωρητής, δίκαια έγινε πρότυπο αρετής και σωτηρίας. Ήταν ένας μεγάλος καθηγητής της ερήμου, όπως τον Άγιο Αντώνιο, τον Άγιο Σάββα τον Αγιασμένο, το Μεγάλο Ευθύμιο, τον Άγιο Θεοδόσιο τον Κοινοβιάρχη και άλλους. Φρόντιζε περισσότερο για την πνευματική εργασία, αλλά δεν παραμελούσε τελείως και την πρακτική. Ο Θεός του έδωσε μεγάλη χάρη. Τέτοια χάρη είχε όπως ο Αδάμ, πριν από την παρακοή. Ο Άγιος Γεράσιμος και το Λιοντάρι Прп. Герасим. Фреска храма св. Николая Орфанос. Салоники. XIV в. Όσιος Γεράσιμος. Τοιχογραφία (Fresco) τού 14ου αιώνα μ.Χ. στον Ιερό Ναό τού Αγίου Νικόλαου Ορφανός. Θεσσαλονίκη. Σε τέτοια πνευματικά ύψη είχε φτάσει ο Άγιος Γεράσιμος, ώστε και αυτά τα άγρια θηρία ακόμη τον σέβονταν, του υπάκουαν και τον υπηρετούσαν. Η μεγάλη χάρη που του είχε δώσει ο Θεός φαίνεται και από την ιστορία του Αγίου με το λιοντάρι. Прп. Герасим. Икона. Русь. Середина XVI в. Όσιος Γεράσιμος. Ρωσική Εικόνα τού μεσου τού 16ου αιώνα μ.Χ. Ο Άγιος εικονίζεται πάντοτε με ένα λιοντάρι. Γιατί άραγε; Αυτό το άγριο λιοντάρι έζησε κοντά στον Όσιο Γεράσιμο και τον υπηρετούσε με θαυμαστό τρόπο, όσο καιρό ζούσε. Αλλά και όταν κοιμήθηκε ο Άγιος τον ακολούθησε με παράδοξο τρόπο, αφού πέθανε πάνω στον τάφο του από υπερβολική λύπη. Κάποια μέρα, ενώ ο Άγιος περπατούσε στην όχθη του ποταμού Ιορδάνη, συναντήθηκε με ένα λιοντάρι. Μόλις το θηρίο τον αντίκρισε, άρχισε να βρυχάται με παρακλητικό τρόπο και να ανασηκώνει με δυσκολία το ένα του πόδι. Τι είχε συμβεί; Ένα μυτερό κομμάτι καλαμιού του είχε μπηχθεί στο πόδι με αποτέλεσμα αυτό να πρησθεί, να γεμίσει πύο και να μην μπορεί να περπατήσει από τους πόνους. Όταν ο γέροντας είδε τη δύσκολη θέση στην οποία βρισκόταν το λιοντάρι, το λυπήθηκε. Αφού το πλησίασε, κάθισε σε μια πέτρα, πήρε το πόδι του λιονταριού και το εξέτασε προσεκτικά. Το έσχισε με ένα σουγιά, έβγαλε το καλάμι με πολλά υγρά και πύο και καθάρισε καλά την πληγή. Μετά την έδεσε καλά με ένα πανί και έδιωξε το λιοντάρι. Αυτό όμως δεν έφευγε. Αφού θεραπεύτηκε, έμεινε κοντά στον Άγιο, δεν τον άφησε ποτέ πια, ημέρεψε σαν πρόβατο και τον ακολουθούσε σαν γνήσιος μαθητής του. Ο γέροντας θαύμαζε τη μεγάλη ευγνωμοσύνη του θηρίου, που πολύ σπάνια τη συναντάς στους ανθρώπους. Από τότε ο γέροντας έτρεφε το λιοντάρι, δίνοντας του ψωμί και βρεγμένα όσπρια. Στη Λαύρα, δηλαδή στις σπηλιές, υπήρχε ένα γαϊδούρι που έφερνε νερό από τον ποταμό Ιορδάνη για τις ανάγκες των ασκητών. Ο Άγιος ανέθεσε τη φύλαξη αυτού του ζώου στο λιοντάρι. Ήταν υπεύθυνο να το βόσκει κοντά στον ποταμό και να το προσέχει κατά τη διαδρομή του. Ο γέροντας εμπιστεύθηκε στο θηρίο το γαϊδούρι, όπως σε μικρό βοσκό ένα πρόβατο. Το λιοντάρι έκανε αυτή την υπηρεσία για αρκετό χρονικό διάστημα. Άλλοτε ακολουθούσε το γαϊδούρι, περιτριγυρίζοντας το προστατευτικά σαν σκύλος, άλλοτε καθόταν κοντά του ή πρόσεχε τους γύρω δρόμους, όταν εκείνο έβοσκε. Όσοι το έβλεπαν απορούσαν, σταυροκοπιόνταν και θαύμαζαν για το παράξενο αυτό θέαμα. Κάποτε το λιοντάρι και το γαϊδούρι χώρισαν για λίγη ώρα. Αυτό έγινε είτε γιατί το λιοντάρι αποκοιμήθηκε είτε διότι απομακρύνθηκε για λίγο, για να βρει τροφή. Κάποιοι Άραβες έμποροι καμηλιέρηδες που περνούσαν από εκεί βρήκαν το γαϊδούρι μονάχο του και το έκλεψαν. Όταν το λιοντάρι αναζήτησε παντού το «φίλο του» και δεν τον βρήκε, γύρισε στη Λαύρα σκυθρωπό και λυπημένο. Ο Όσιος, μόλις είδε το λιοντάρι μόνο του και σ’ αυτή την κατάσταση, υποψιάστηκε ότι θα έφαγε το γαϊδούρι και με ύφος γεμάτο σοβαρότητα του είπε: Τι συμβαίνει λιοντάρι; Έφαγες το γαϊδούρι; Φαίνεται λοιπόν ότι ξαναγύρισες στην προηγούμενη σου φύση, αν και δοκίμασες να μεταμορφωθείς σε πρόβατο και ν’ αποκτήσεις την ιδιότητα τον σκύλου. Αλλά η φύση νίκησε. Θυμήθηκες την προηγούμενη υπερηφάνεια και τη βασιλική σου κυριαρχία πάνω στα άλλα ζώα, εσύ ο φονιάς και πεθύμησες πάλι να είσαι αρχηγός. Αλλά εγώ θα σε ταπεινώσω και θα γκρεμίσω τον εγωισμό σου. Να είσαι λοιπόν, όχι λιοντάρι, όπως πεθύμησες, αλλά γάιδαρος κουβαλητής». Πραγματικά το λιοντάρι γίνεται τώρα γαϊδούρι. Ο Όσιος το διατάζει με απλότητα να αναλάβει την υπηρεσία του γαϊδάρου. Φορτωμένο τις στάμνες να μεταφέρει το νερό στους μοναχούς από τον ποταμό. Υποτάσσεται στον Άγιο και εκτελεί την εργασία του γαϊδάρου, όπως ακριβώς και προηγουμένως συμπεριφερόταν πρώτα σαν αρνί και μετά σαν έμπιστος σκύλος. Από τότε που κλέψανε το γαϊδουράκι πέρασε αρκετός καιρός. Το λιοντάρι εκτελούσε τη νέα του υπηρεσία ευχάριστα, ακούραστα και πρόθυμα. Μερικοί αναφέρουν και το παρακάτω περιστατικό: Κάποτε ένας στρατιωτικός πήγε να δει το γέροντα. Είδε το λιοντάρι να μεταφέρει νερό και έμεινε έκπληκτος από το παράξενο αυτό θαύμα. Τότε έδωσε στον Άγιο τρία χρυσά νομίσματα – τόση ήταν τότε η τιμή ενός γαϊδάρου – και απάλλαξε το λιοντάρι από τη δύσκολη δουλειά. Μια μέρα οι Άραβες έμποροι, που είχαν κλέψει το γαϊδούρι, περνούσαν και πάλι από τον ίδιο δρόμο, κοντά στην όχθη του Ιορδάνη, έχοντας μαζί τους και το κλεμμένο ζώο. Το λιοντάρι βρισκόταν την ώρα εκείνη σ’ αυτό το ίδιο μέρος, για να μεταφέρει νερό. Είδε το γαϊδουράκι, το αναγνώρισε και αφήνοντας την ιδιότητα του γαϊδάρου, παρουσιάζεται σαν λιοντάρι και αρχίζει να βρυχάται και να στρέφεται εναντίον των εμπόρων. Αυτοί φοβήθηκαν και το έβαλαν στα πόδια, αφήνοντας μόνα τους τα ζώα. Το λιοντάρι έπιασε με τα δόντια του το σχοινί και τράβηξε μαζί με το γαϊδουράκι και όλες τις καμήλες κατά το μοναστήρι. Όταν έφτασαν στο μοναστήρι το λιοντάρι οδήγησε όλα τα ζώα έξω από το κελί του Οσίου, γεμάτο χαρά. Ήταν πολύ χαρούμενο, έκανε διάφορα πηδήματα και κινήσεις και φαινόταν σαν ένας γενναίος στρατιώτης που έρχεται από τον πόλεμο φορτωμένος με λάφυρα. Όταν ο γέροντας είδε το πρωτοφανές αυτό θέαμα, χαμογέλασε, κατάλαβε ότι άδικα κατηγόρησε το λιοντάρι, το απάλλαξε από τη δύσκολη δουλειά του και του έδωσε και όνομα. Το ονόμασε λοιπόν Ιορδάνη. Αυτό είναι ένα άλλο σημάδι της μεγάλης χάρης που πήρε από το Θεό ο Άγιός μας. Έδινε ονόματα στα άγρια θηρία και στα άλλα ζώα, συνομιλούσε μαζί τους, ήταν ήμερα μαζί του και του υπάκουαν, όπως στον Αδάμ, πριν από το προπατορικό αμάρτημα. Μερικοί αναφέρουν ότι ο Άγιος ελευθέρωσε τελείως το λιοντάρι και αυτό έκλινε το κεφάλι, αποχαιρέτισε τον Άγιο και χάθηκε στην απέραντη έρημο. Όμως μια φορά τη βδομάδα ερχόταν στη Λαύρα και τον προσκυνούσε. Άλλοι λένε ότι ο Ιορδάνης έμεινε με το Γέροντα πέντε χρόνια και άλλοι ότι δεν τον αποχωρίστηκε ποτέ. Άλλοι πάλι αναφέρουν ότι γύριζε μέσα και έξω από τη Λαύρα για άλλα τρία χρόνια, μέχρι που κοιμήθηκε ο Άγιος. Στο μεταξύ, οι έμποροι, αφού ξεφοβήθηκαν και θαύμασαν, βλέποντας το λιοντάρι να τραβάει το γαϊδούρι από το σχοινί, ακολούθησαν από μακριά το θηρίο με τη συνοδεία του. Έφτασαν και αυτοί στη Λαύρα και παρακολούθησαν όσα έγιναν. Ένιωσαν μεγάλη ντροπή για την κακή τους πράξη, γονάτισαν και έπεσαν μπρούμυτα στα πόδια του Αγίου και τον παρακάλεσαν να τους συγχωρέσει. Ζήτησαν την ευχή και την ευλογία του και του πρόσφεραν πολλά δώρα, μερικά από τα οποία είχαν μεγάλη αξία. Ο Άγιος δέχτηκε μερικά από τα δώρα των εμπόρων, τους έδωσε χρήσιμες συμβουλές και ορισμένα δώρα από το μοναστήρι. Τους ευχήθηκε και τους έστειλε στα σπίτια τους, μαζί με τις καμήλες και τα εμπορεύματα τους. Εκείνοι έφυγαν, ευχαριστώντας τον Άγιο. Από τότε έρχονταν συχνά στο μοναστήρι και έφερναν μαζί τους πολλά δώρα. Όταν ο Άγιος κοιμήθηκε ο Ιορδάνης έτυχε να μην είναι στη Λαύρα. Μετά από λίγες μέρες ήρθε και ζητούσε να βρει το γέροντα και να τον προσκυνήσει. Μάταια όμως. Ο μεγάλος ευεργέτης του δε φαινόταν πουθενά. Μόλις ο Άγιος Σαββάτιος, ο μαθητής του Αγίου Γερασίμου, είδε το λιοντάρι να ψάχνει του είπε: – Ιορδάνη, ο γέροντας μας, μας άφησε ορφανούς και έφυγε και πήγε στους ουρανούς, κοντά στον Κύριο. Αλλά πάρε τροφή και φάγε. Το λιοντάρι όμως δεν ήθελε να φάει. Εξακολουθούσε να κοιτάζει ανήσυχα εδώ κι εκεί. Ήθελε να δει τον Άγιο και βρυχόταν δυνατά, χωρίς να σιωπά ούτε για μια στιγμή. Μάταια ο Άγιος Σαββάτιος και οι άλλοι μοναχοί το χάιδευαν στη ράχη και του έλεγαν να φάει και να ησυχάσει. Όσο προσπαθούσαν να τον παρηγορήσουν με λόγια, τόσο δυνατότερα φώναζε. Οι μοναχοί συγκινήθηκαν και δάκρυσαν, βλέποντας τη μεγάλη λύπη που ένιωθε το λιοντάρι, επειδή δεν έβλεπε τον Άγιο Γέροντα. Ο Άγιος Σαββάτιος με νοήματα προσπαθούσε να του δώσει να καταλάβει ότι ο Άγιος πέθανε. Αυτό όμως συνέχιζε να βρυχάται λυπημένο και αγανακτισμένο. Στο τέλος ο γέροντας του είπε: – Έλα μαζί μου και Θα δεις τον τάφο του. Αφού τα είπε αυτά άρχισε να προχωρεί και ο Ιορδάνης τον ακολουθούσε. Όταν έφτασαν και οι δυο στον τάφο του Αγίου σταμάτησαν. Ο Άγιος Σαββάτιος τότε είπε: – Εδώ είναι θαμμένος, Ιορδάνη, ο γέροντας Γεράσιμος. Στάθηκε ο Άγιος Σαββάτιος κοντά στον τάφο του Αγίου Γερασίμου, δάκρυσε και έβαλε μετάνοια. Όταν τον είδε το λιοντάρι, έκαμε και αυτό μετάνοια. Μετά έπεσε πάνω στον τάφο του Αγίου, κτυπούσε το κεφάλι του και βρυχήθηκε δυνατά. Από τον πολύ πόνο που ένιωσε, επειδή έχασε τον Άγιο, ψόφησε αμέσως. Τόσο πολύ αγαπούσε τον Άγιο Γεράσιμο. Αυτό το θαυμαστό γεγονός έγινε όχι γιατί το λιοντάρι είχε λογική ψυχή. Έγινε γιατί ο Θεός ήθελε να δοξάσει το μεγάλο αυτόν Άγιο και μετά το θάνατο του. Το τέλος του Οσίου Γερασίμου Αφού έζησε ζωή αγγελική, ο Άγιος Γεράσιμος κοιμήθηκε σε βαθιά γεράματα, το 475 μ.Χ. Μετά τους σκληρούς αγώνες του και τη μεγάλη προσφορά του στο μοναχισμό είχε ένα ήσυχο, οσιακό τέλος, σε ηλικία περίπου εκατό χρονών. Ο Άγιος πέθανε στις τέσσερις Μαρτίου. Από τότε που ανακηρύχθηκε άγιος γιορτάζουμε τη μνήμη του αυτή τη μέρα και πανηγυρίζει το μοναστήρι του, που βρίσκεται στους Αγίους Τόπους, στην έρημο του ποταμού Ιορδάνη, κοντά στην Ιεριχώ. Η γιορτή του έρχεται, σχεδόν πάντοτε, μέσα στη Μεγάλη Σαρακοστή. Είναι η περίοδος του πένθους και της προσευχής, που τόσο αγαπούσε ο Άγιος όσο καιρό ζούσε. Πολλοί δέχονται ότι ο Άγιος θάφτηκε μισό μίλι μακριά από το μοναστήρι του. Μετά την καταστροφή του μοναστηριού από τους Άραβες, το λείψανο του μεταφέρθηκε στη Μονή Καλαμώνος, στο μέρος που είναι σήμερα το μοναστήρι του Αγίου. Μέχρι σήμερα κανένας δεν ξέρει το ακριβές μέρος, όπου βρίσκεται το άγιο λείψανο του. Ίσως μ’ αυτό τον τρόπο ο Άγιος να αποφεύγει τις πολλές τιμές. Γύρω στα τέλη Ιουνίου του 2002, ο ηγούμενος του Αγίου Γερασίμου, αρχιμανδρίτης Χρυσόστομος, μετά από ανασκαφές, βρήκε έξω από το μοναστήρι τάφους με λείψανα. Εδώ υπολογίζεται να ήταν το κοιμητήριο του μοναστηριού. Ίσως κάπου κοντά να βρίσκεται και το πολύτιμο λείψανο του μεγάλου αυτού Αγίου. πηγη; oparadeisos.wordpress.com Ἦχος α’. Τοῦ λίθου σφραγισθέντος. Τῆς ἐρήμου πολίτης καί ἐν σώματι ἄγγελος, καί θαυματουργός ἀνεδείχθης, θεοφόρε Πατήρ ἡμῶν Γεράσιμε· νηστείᾳ ἀγρυπνίᾳ προσευχῇ, οὐράνια χαρίσματα λαβών, θεραπεύεις τούς νοσοῦντας, καί τάς ψυχάς τῶν πίστει προστρεχόντων σοι. Δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σέ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διά σοῦ πᾶσιν ἰάματα. Ἕτερον Ἀπολυτίκιον Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης. Τῆς ἐρήμου οἰκήτωρ, Ἀσκητῶν ἀκροθίνιον, καὶ ἀγγελικῆς πολιτείας ἀναδέδειξαι ἔσοπτρον, τοῦ Πνεύματος τὴ αἴγλη λαμπρυνθεῖς, Γεράσιμε Ὅσιων καλλονὴ διὰ τοῦτο θεραπεύεις διαπαντός, τοὺς πίστει ἐκβοώντας σοι, δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργούντι διὰ σοῦ, πάσιν ἰάματα. Ἕτερον Ἀπολυτίκιον Ἦχος δ'. Ταχὺ προκατάλαβε. Χριστώ εκ νεότητος, ακολούθησας πιστώς, ζωήν την ισάγγελον, επολιτεύσω σαφώς. Γεράσιμε Όσιε. συ γαρ εν Ιορδάνου, διέλαμψας τη χώρα, θήρα καθυποτάσσεις, τη στερρά σου ασκήσει. Χριστός γαρ ον εδόξασας, λαμπρος σε εθαυμάστωσε. Κάθισμα Ἦχος α’. Τοῦ λίθου σφραγισθέντος. Τὴν κλίμακα τῶν θείων ἀρετῶν διανύσας, πρὸς νοητῆς θεωρίας ἀνελήλυθας ὕψος, καὶ θείων μυστηρίων τοῦ Χριστοῦ, ἐμφάσεις ὑπεδέξω καθαράς, διὰ τοῦτο, θεοφόρε, σὲ εὐσεβῶς τιμῶμεν καὶ βοῶμεν· Δόξα τῷ ἐνισχύσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ πᾶσιν ἰάματα. Κοντάκιον Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον. Ὡς ἀστήρ οὐράνιος ἐξανατείλας, ἱερῶς ἐφαίδρυνας, τῶν ἀρετῶν σου τῷ φωτί, τοῦ Ἰορδάνου τήν ἔρημον, Ὅσιε Πάτερ, θεόφρον Γεράσιμε. |

ΑΠΟ ΤΟ ΡΩΣΙΚΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ
Η ζωή του Αγίου Πατέρα μας Γερασίμου, ο οποίος έζησε στον Ιορδάνη
Εορτάζεται στις 4 Μαρτίου
Ο Μέγας Νηστεύτης, Άγιος Γεράσιμος, καταγόταν από τη Λυκία το 1714. Από τη νεότητά του, εκπαιδεύτηκε στον φόβο του Θεού και, αφού έλαβε μοναστικούς όρκους, αποσύρθηκε στην έρημο, βαθιά μέσα στην αιγυπτιακή γη των Θηβαΐδων. Αφού πέρασε λίγο χρόνο εκεί σε ευσεβείς άθλους, επέστρεψε ξανά στην πατρίδα του, τη Λυκία. Στη συνέχεια, ήρθε στην Παλαιστίνη στο τέλος της βασιλείας του Θεοδοσίου του Νέου το 1715 και εγκαταστάθηκε στην έρημο του Ιορδάνη, όπου, σαν λαμπρό αστέρι, έλαμπε με την ενάρετη ζωή του. Εκεί, δίπλα στον Ιορδάνη ποταμό, ίδρυσε ένα μοναστήρι. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Παλαιστίνη, κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Μαρκιανού και της Πουλχερίας , πραγματοποιήθηκε στη Χαλκηδόνα η Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος των Αγίων Πατέρων εναντίον του ασεβούς Διόσκορου, Πατριάρχη Αλεξανδρείας, και του Αρχιμανδρίτη Ευτυχίου, οι οποίοι δίδαξαν ότι στον Χριστό υπάρχει μόνο μία φύση - η Θεία. Οι Άγιοι Πατέρες τους καταδίκασαν. Αργότερα, εμφανίστηκαν ορισμένοι αιρετικοί που βλασφήμησαν τη σύνοδο, ισχυριζόμενοι ότι είχε απορρίψει τα δόγματα της αληθινής πίστης και είχε αποκαταστήσει τις διδασκαλίες του Νεστορίου . Ένα τέτοιο άτομο ήταν ένας μοναχός, ο Θεοδόσιος, μολυσμένος με την ασέβεια του Ευτυχή. Φτάνοντας στα Ιεροσόλυμα, αναστάτωσε όλη την Παλαιστίνη, αποπλανώντας όχι μόνο τον απλό λαό αλλά και πολλούς αγίους και τη βασίλισσα Ευδοκία, χήρα του αυτοκράτορα Θεοδοσίου του Νεότερου, η οποία ζούσε τότε στα Ιεροσόλυμα. Με τη βοήθεια του τελευταίου και πολλών Παλαιστινίων μοναχών που είχε διαφθείρει, έδιωξε τον όσιο Ιουβενάλη , Πατριάρχη Ιεροσολύμων, από τον θρόνο και τον κατέλαβε ο ίδιος. Όσοι παρέμειναν πιστοί στην ορθόδοξη πίστη υπέφεραν πολύ από τον ψευδοπατριάρχη Θεοδόσιο και αποσύρθηκαν στα βάθη της ερήμου. Ο πρώτος που αναχώρησε ήταν ο Άγιος Ευθύμιος ο Μέγας . Άλλοι Άγιοι Πατέρες τον ακολούθησαν. Εκείνη την εποχή, με την άδεια του Θεού, ο Άγιος Γεράσιμος επίσης αποπλανήθηκε, αλλά σύντομα μετανόησε, όπως γράφει ο Κύριλλος Ιεροσολύμων στον Βίο του το 1717. Λέει ότι υπήρχε τότε στην έρημο του Ιορδάνη ένας ερημίτης, που είχε μόλις φτάσει από τη Λυκία, ονόματι Γεράσιμος. Ακολουθούσε όλους τους κανόνες της μοναστικής ζωής και αγωνιζόταν γενναία με το ακάθαρτο πνεύμα. Αλλά, ενώ νικούσε και έδιωχνε αόρατους δαίμονες, αποπλανήθηκε από ορατούς δαίμονες - αιρετικούς - και έπεσε στην αίρεση του Ευτυχίου. Εκείνη την εποχή, η φήμη της ενάρετης ζωής του Ευθυμίου εξαπλώθηκε παντού. Ο Άγιος Γεράσιμος πήγε σε αυτόν στην έρημο που ονομαζόταν Ρούβα και εγκαταστάθηκε εκεί για πολύ καιρό. Έχοντας χορτάσει από τη γλυκύτητα των διδασκαλιών και των νουθεσιών του αγίου, απέρριψε τις ψευδείς διδασκαλίες των αιρετικών, μεταστράφηκε στην αληθινή πίστη και μετανόησε πικρά για το σφάλμα του. Έτσι αφηγείται ο Κύριλλος. Τέλος, η Αυτού Αγιότητα ΙουβενάλΑνέκτησε τον πατριαρχικό θρόνο: ο ευσεβής αυτοκράτορας Μαρκιανός έστειλε να συλλάβουν τον ψευδοπατριάρχη Θεοδόσιο για να τον οδηγήσουν σε δίκη για τις πράξεις του. Αλλά ο Θεοδόσιος, μόλις το έμαθε αυτό, κατέφυγε στο Όρος Σινά και εξαφανίστηκε σε άγνωστη τοποθεσία. Έτσι, η αληθινή πίστη αναβίωσε στην Ιερουσαλήμ και σε όλη την Παλαιστίνη, και πολλοί που είχαν παρασυρθεί στην αίρεση επέστρεψαν στην ευσέβεια. Η αυτοκράτειρα Ευδοκία, αναγνωρίζοντας το σφάλμα της, επανεντάχθηκε επίσης στην Ορθόδοξη Εκκλησία.
Το μοναστήρι του Αγίου Γερασίμου απείχε 35 στάδια από την ιερή πόλη της Ιερουσαλήμ και ένα στάδιο από τον Ιορδάνη ποταμό. Εδώ δεχόταν νεοφερμένους, και σε όσους είχαν περάσει τη δοκιμασία δίνονταν ερημίτες στην έρημο. Συνολικά, είχε όχι λιγότερους από 70 ερημίτες, για τους οποίους ο Άγιος Γεράσιμος θέσπισε τον ακόλουθο κανόνα. Ο καθένας περνούσε πέντε ημέρες την εβδομάδα στο μοναχικό του κελί σιωπηλά, κάνοντας κάποια δουλειά και τρώγοντας λίγο ξερό ψωμί που φέρνονταν από το μοναστήρι, νερό και ρίζες. Κατά τη διάρκεια αυτών των πέντε ημερών, δεν επιτρεπόταν μαγειρεμένο φαγητό, ούτε καν φωτιά, ώστε να μην μπορεί να γίνει καμία σκέψη για μαγείρεμα. Το Σάββατο και την Κυριακή, όλοι έρχονταν στο μοναστήρι, συγκεντρώνονταν στην εκκλησία για τη Θεία Λειτουργία και λάμβαναν τα Πανάγια και Ζωοδόχα Μυστήρια του Χριστού. Στη συνέχεια, σε ένα γεύμα, έτρωγαν μαγειρεμένο φαγητό και λίγο κρασί προς δόξα του Θεού και παρουσίαζαν στον ηγούμενο το έργο που είχαν επιτελέσει τις τελευταίες πέντε ημέρες. Το απόγευμα της Κυριακής, ο καθένας αποσύρθηκε ξανά στο μοναχικό του κελί στην έρημο, παίρνοντας μαζί του λίγο ψωμί, ρίζες, ένα δοχείο με νερό και κλαδιά χουρμά για να υφαίνουν καλάθια. Η φτώχεια και το κενό τους ήταν τέτοια που κανένας τους δεν είχε τίποτα άλλο παρά μερικά παλιά ρούχα, ένα στρώμα για ύπνο και ένα μικρό δοχείο με νερό. Ο ηγούμενος μάλιστα τους απαγόρευσε να κλείνουν την πόρτα όταν έφευγαν από τα κελιά τους, ώστε ο καθένας να μπορεί να μπαίνει και να παίρνει ελεύθερα ό,τι ήθελε από αυτά τα πενιχρά υπάρχοντα. Έτσι ζούσαν σύμφωνα με τον αποστολικό κανόνα «μία καρδιά και μία ψυχή» και κανείς δεν ισχυριζόταν τίποτα ως δικό του, αλλά όλα ήταν μοιρασμένα. Λέγεται ότι μερικοί από τους ερημίτες ζήτησαν από τον Άγιο Γεράσιμο άδεια να ανάψουν ένα κερί το βράδυ για διάβασμα ή να ανάψουν φωτιά για να ζεστάνουν νερό, αν χρειαζόταν. Αλλά ο Άγιος Γεράσιμος απάντησε:
«Αν θέλεις να έχεις φωτιά στην έρημο, τότε έλα να ζήσεις σε ένα μοναστήρι με νεοφερμένους: όσο ζω, δεν θα επιτρέψω ποτέ στους ερημίτες να έχουν φωτιά!»
Οι κάτοικοι της πόλης της Ιεριχώ, έχοντας ακούσει για έναν τόσο αυστηρό ασκητισμό υπό την καθοδήγηση του Αγίου Γερασίμου, έκαναν κανόνα να έρχονται στο μοναστήρι του αγίου κάθε Σάββατο και Κυριακή και να φέρνουν άφθονο φαγητό, κρασί και όλα τα απαραίτητα για το μοναστήρι.
Ο Άγιος Γεράσιμος τήρησε τις νηστείες τόσο αυστηρά που κατά τη διάρκεια της Αγίας και Μεγάλης Σαρακοστής δεν έτρωγε τίποτα απολύτως μέχρι την Αναστασία, ενδυναμώνοντας το σώμα και την ψυχή του μόνο με τη συμμετοχή στα Θεία Μυστήρια. Ο ευλογημένος Κυριακός εργάστηκε επίσης υπό τον ευσεβή αυτόν μέντορα, όπως γράφεται στον Βίο του: «Αφού δέχτηκε θερμά τον Κυριακό όταν ήρθε σε αυτόν και, διαβλέποντας θεϊκή δόξα σε αυτόν, ο ίδιος ο Άγιος Ευθύμιος τον έντυσε με το σχήμα και τον έστειλε στον Ιορδάνη στον Άγιο Γεράσιμο. Ο Άγιος Γεράσιμος, βλέποντας τη νεότητα του Κυριακού, τον διέταξε να ζήσει στο μοναστήρι και να κάνει υπακοή. Έτοιμος να αναλάβει οποιαδήποτε εργασία, ο Κυριακός περνούσε όλη την ημέρα ανάμεσα στις μοναστικές εργασίες και στεκόταν όλη τη νύχτα προσευχόμενος, περιστασιακά κοιμούμενος για μικρά χρονικά διαστήματα. Επέβαλε νηστεία στον εαυτό του και μόνο μετά από δύο ημέρες έτρωγε ψωμί και νερό. Βλέποντας τέτοια εγκράτεια στον Κυριακό, παρά τη νεότητά του, ο Άγιος Γεράσιμος έμεινε έκπληκτος και τον αγάπησε. Ο Άγιος Γεράσιμος είχε τη συνήθεια να αποσύρεται κατά τη διάρκεια της Σαρακοστής στο πιο απομακρυσμένο μέρος της ερήμου, που ονομάζεται Ρούβα, όπου κάποτε ζούσε ο Άγιος Ευθύμιος. Αγαπώντας τον Άγιο Κυριακό για τη μεγάλη του εγκράτεια, τον πήρε μαζί του. Εκεί, ο Κυριακός έλαβε τη Θεία Κοινωνία από τον Άγιο Γεράσιμο κάθε εβδομάδα, παρέμεινε σιωπηλός μέχρι την Κυριακή των Βαΐων, και έπειτα επέστρεψε στο μοναστήρι, έχοντας λάβει μεγάλη πνευματική ωφέλεια.
Λίγο καιρό αργότερα, ο σεβάσμιος πατέρας μας Ευθύμιος εκοιμήθη, και ο Όσιος Γεράσιμος έμαθε για την κοίμησή του ενώ βρισκόταν στο κελί του: είδε τους αγγέλους του Θεού να ανεβάζουν με χαρά την ψυχή του Οσίου Ευθυμίου στον ουρανό. Παίρνοντας μαζί του τον Κυριακό, πήγε στο μοναστήρι του Ευθυμίου και τον βρήκε ήδη νεκρό. Αφού έθαψε το τίμιο σώμα του, επέστρεψε στο κελί του με τον αγαπημένο του μαθητή Κυριακό.
Ακόμα και ένα άλαλο θηρίο υπηρετούσε τον μεγάλο άγιο του Θεού, τον Γεράσιμο, ως λογικό άνθρωπο, όπως έγραψαν οι μακάριοι πατέρες Ευίρατος και Σωφρόνιος ο Σοφιστής στο "Λεμονάρι" τους του 1718 : "Ήρθαμε στο μοναστήρι του Πατέρα Γερασίμ, που βρίσκεται ένα μίλι από τον Ιορδάνη, και οι μοναχοί που ζούσαν εκεί μας μίλησαν για τον Πατέρα Γερασίμ. Μια μέρα, περπατώντας στην έρημο του Ιορδάνη, συνάντησε ένα λιοντάρι, το οποίο του έδειξε το πόδι του, πρησμένο και γεμάτο πύον από ένα αγκάθι που ήταν μέσα του. Το λιοντάρι κοίταξε ταπεινά τον γέροντα και, ανίκανο να εκφράσει το αίτημά του με λόγια, παρακάλεσε για θεραπεία με την ταπεινή του εμφάνιση. Ο γέροντας, βλέποντας το λιοντάρι σε τέτοια ταλαιπωρία, κάθισε, πήρε το πόδι του θηρίου και έβγαλε το αγκάθι. Όταν το πύον στράγγιξε, καθάρισε καλά την πληγή και την τύλιξε με ένα πανί. Από τότε και στο εξής, το θεραπευμένο λιοντάρι δεν έφυγε ποτέ από το πλευρό του γέροντα, αλλά τον ακολουθούσε σαν μαθητής, τόσο πολύ που ο Άγιος Γεράσιμος θαύμασε την ευφυΐα και την πραότητα του ζώου. Ο γέροντας το τάισε, δίνοντάς του ψωμί και άλλα..." φαγητό. Οι μοναχοί είχαν ένα γαϊδούρι, το οποίο χρησιμοποιούσαν για να φέρουν νερό από τον Άγιο Ιορδάνη για τους αδελφούς. Ο γέροντας εμπιστεύτηκε στο λιοντάρι να συνοδεύει το γαϊδούρι και να το φυλάει όσο έβοσκε στις όχθες του Ιορδάνη. Μια μέρα, το λιοντάρι περιπλανήθηκε σε αρκετή απόσταση από το γαϊδούρι που έβοσκε και αποκοιμήθηκε στον ήλιο. Εκείνη τη στιγμή, ένας άντρας από την Αραβία περνούσε με τις καμήλες του και, βλέποντας το γαϊδούρι να βόσκει μόνο του, το άρπαξε και το οδήγησε μακριά. Ξυπνώντας, το λιοντάρι άρχισε να ψάχνει για το γαϊδούρι και, μη βρίσκοντας το, επέστρεψε στο μοναστήρι στον πατέρα Γεράσιμο με μια απογοητευμένη και θλιμμένη έκφραση. Ο γέροντας νόμιζε ότι το λιοντάρι είχε φάει το γαϊδούρι και ρώτησε:
- Πού είναι το γαϊδούρι;
Το λιοντάρι στεκόταν σιωπηλό, με τα μάτια του χαμηλωμένα σαν ανθρώπου. Ο γέροντας τότε είπε:
«Τον έφαγες μέχρι θανάτου! Αλλά ευλογημένος ο Κύριος, δεν θα φύγεις από εδώ, αλλά θα κάνεις για το μοναστήρι ό,τι έκανε το γαϊδούρι.»
Με εντολή του γέροντα, από τότε άρχισαν να φορτώνουν ένα βαρέλι, στο μέγεθος τεσσάρων γουνών, σε ένα λιοντάρι, όπως παλιά σε ένα γαϊδούρι , και να το στέλνουν στον Ιορδάνη για νερό για το μοναστήρι.
Μια μέρα, ένας πολεμιστής ήρθε στον γέροντα για να προσευχηθεί και, βλέποντας ένα λιοντάρι να κουβαλάει νερό, τον λυπήθηκε. Έδωσε στους μοναχούς τρία χρυσά νομίσματα για να αγοράσουν ένα καινούργιο γαϊδούρι και να απαλλάξουν το λιοντάρι από την εργασία. Το γαϊδούρι αγοράστηκε για την υπηρεσία του μοναστηριού και το λιοντάρι απαλλάχθηκε από την εργασία.
Λίγο καιρό αργότερα, ένας έμπορος από την Αραβία, που είχε κλέψει το γαϊδούρι, πήγε στην Ιερουσαλήμ με τις καμήλες του για να πουλήσει σιτάρι. Το γαϊδούρι ήταν επίσης μαζί του. Κοντά στον Ιορδάνη, ένα λιοντάρι συνάντησε κατά λάθος το καραβάνι. Αναγνωρίζοντας το γαϊδούρι, βρυχήθηκε και όρμησε προς το μέρος του. Ο έμπορος και οι σύντροφοί του τράπηκαν σε φυγή τρομοκρατημένοι, και το λιοντάρι, αρπάζοντας το χαλινάρι στα δόντια του, όπως είχε κάνει και πριν, οδήγησε το γαϊδούρι μαζί με τρεις καμήλες δεμένες η μία μετά την άλλη, φορτωμένες με σιτάρι. Βρυχώμενο τη χαρά του που βρήκε το χαμένο γαϊδούρι, το λιοντάρι το οδήγησε στον γέροντα. Ο σεβάσμιος γέροντας χαμογέλασε απαλά και είπε στους αδελφούς:
– Μάταια επιπλήξαμε το λιοντάρι, νομίζοντας ότι είχε φάει το γαϊδούρι μας.
Στο λιοντάρι δόθηκε το όνομα Ιορδάνης. Μετά από αυτό, επισκεπτόταν συχνά τον γέροντα, δεχόταν φαγητό από αυτόν και δεν έφευγε από το μοναστήρι για περισσότερο από πέντε χρόνια. Όταν ο Σεβάσμιος Πατέρας Γεράσιμος κοιμήθηκε στον Κύριο το 1720 και τάφηκε από τους αδελφούς, σύμφωνα με τη διευθέτηση του Θεού, το λιοντάρι δεν βρέθηκε στο μοναστήρι εκείνη την εποχή, αλλά επέστρεψε λίγο αργότερα και άρχισε να ψάχνει για τον γέροντά του. Ο Πατέρας Σαββάτιος και ένας από τους μαθητές του Πατέρα Γερασίμ, βλέποντας το λιοντάρι, του είπαν:
- Ιορδάνη! Ο γέροντάς μας μας άφησε ορφανούς: πήγε στον Κύριο!
Άρχισαν να του δίνουν φαγητό, αλλά το λιοντάρι αρνήθηκε, κοιτάζοντας τριγύρω προς όλες τις κατευθύνσεις, ψάχνοντας τον Σεβάσμιο Πατέρα Γεράσιμο και βρυχώμενο πένθιμο. Ο Πατέρας Σαββάτιος και οι άλλοι πρεσβύτεροι χάιδεψαν την πλάτη του και επανέλαβαν:
– Ο γέροντας πήγε στον Κύριο και μας άφησε!
Αλλά αυτά τα λόγια δεν μπόρεσαν να σταματήσουν το λιοντάρι από το να ουρλιάζει και να βρυχάται πένθιμα, και όσο περισσότερο προσπαθούσαν να τον παρηγορήσουν με λόγια, τόσο πιο θλιβερά βρυχόταν, η φωνή, το πρόσωπο και τα μάτια του εξέφραζαν τη θλίψη του που δεν είδε τον γέροντα. Τότε ο πατήρ Σαββάτιος είπε:
«Αν δεν μας πιστεύεις, τότε έλα μαζί μας· θα σου δείξουμε τον τόπο όπου αναπαύεται ο γέροντας».
Και πήγαν μαζί του στον τάφο όπου ήταν θαμμένος ο Άγιος Γεράσιμος. Ο τάφος βρισκόταν κοντά στην εκκλησία. Στεκόμενος πάνω από τον τάφο, ο πατήρ Σαββάτιος είπε στο λιοντάρι:
- Ο πρεσβύτερος μας είναι θαμμένος εδώ.
Και γονατίζοντας άρχισε να κλαίει. Ακούγοντας αυτό και βλέποντας τον Σαββάτο να κλαίει, το λιοντάρι χτύπησε το κεφάλι του στο έδαφος και βρυχήθηκε τρομερά. Βρυχώμενο δυνατά, πέθανε πάνω από τον τάφο του γέροντα. Το λιοντάρι δεν μπορούσε να εκφράσει τίποτα με λόγια, ωστόσο, με το θέλημα του Θεού, δόξασε τον γέροντα τόσο στη ζωή όσο και μετά θάνατον, δείχνοντάς μας πόσο υπάκουα ήταν τα ζώα στον Αδάμ πριν από την πτώση και την εκδίωξή του από τον Παράδεισο.
Αυτά μας λένε ο Ιωάννης και ο Σωφρόνιος. Από αυτή την αφήγηση, είναι σαφές πώς ο Άγιος Γεράσιμος ευαρέστησε τον Θεό, εργαζόμενος για τη δόξα Του από τη νεότητά Του μέχρι τα γηρατειά. Αναχώρησε προς τον Κύριο στην αιώνια ζωή, όπου, μαζί με τους αγίους, δοξάζει τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα για πάντα. Αμήν.
Κοντάκιον, Ήχος 4:
Φλεγόμενος από ζήλο για τους Ουράνιους, προτίμησες την σκληρότητα της ερήμου του Ιορδάνη πάνω από όλα τα γλυκά πράγματα αυτού του κόσμου· από εκεί, το θηρίο σε υπάκουε μέχρι θανάτου, Πάτερ, υπάκουα και συμπονετικά πεθαίνοντας στον τάφο σου, δοξάζοντάς σε έτσι στον Θεό, προσευχόμενος σε Αυτόν, και ενθυμούμενος ημάς, Πάτερ Γεράσιμο.
* * *
Σημειώσεις
Η Λυκία είναι μια περιοχή που βρίσκεται στο νότιο τμήμα της Μικράς Ασίας.
Ο Θεοδόσιος Β΄, που αποκαλούνταν «ο νεότερος» στη ζωή του, ήταν εγγονός του Θεοδοσίου του Μεγάλου. Γεννημένος το 400, διαδέχθηκε τον πατέρα του Αρκάδιο ως αυτοκράτορας της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας το 408. Ανατραφείς με αυστηρή ευσέβεια, ο Θεοδόσιος αγωνίστηκε να εξαλείψει τα τελευταία ίχνη παγανισμού από την Αυτοκρατορία. Πέθανε το 450.
Ο Νεστόριος, Επίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, δίδασκε ότι ο Ιησούς Χριστός δεν είναι ο αληθινός Θεός, αλλά μόνο ένας απλός άνθρωπος, ο γιος του Ιωσήφ και της Μαρίας, στον οποίο δόθηκε ιδιαίτερη χάρη από τον Θεό για την αγιότητα της ζωής του. Σύμφωνα με τον Νεστόριο, ο Ιησούς Χριστός μας σώζει όχι με τις λυτρωτικές Του αρετές, αλλά με το παράδειγμα της καλής Του ζωής. Η διδασκαλία του Νεστορίου καταδικάστηκε στην Τρίτη Οικουμενική Σύνοδο, που πραγματοποιήθηκε το 431.
Επίσκοπος Ιεροσολύμων από το 315 έως το 386, δηλαδή πριν από τη βασιλεία του Αγίου Γερασίμου. Ο Βίος προφανώς αναφέρει λανθασμένα τον συγγραφέα. Ίσως η σωστή ερμηνεία είναι ο Κύριλλος Αλεξανδρείας (Αρχιεπίσκοπος από το 412 έως το 444), ο οποίος έγραψε εκτενώς εναντίον των αιρετικών.
Το «Λεμονάριο» («Πνευματικό Λιβάδι») είναι έργο του Έλληνα μοναχού Ιωάννη Μόσχου · γράφτηκε στις αρχές του 7ου αιώνα και περιέχει σύντομες ιστορίες για τη ζωή και τα έργα αγίων.
Το 475.






