Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς ήταν δεινός θεολόγος και διαπρεπέστατος ρήτορας και φιλόσοφος. Δεν γνωρίζουμε το χρόνο και τον τόπο της γέννησής του. (Ο Σ. Ευστρατιάδης όμως, στο αγιολόγιο του, αναφέρει ότι ο Άγιος Γρηγόριος γεννήθηκε το 1296 μ.Χ. στην Κωνσταντινούπολη, από τον Κωνσταντίνο τον Συγκλητικό και την ευσεβέστατη Καλλονή). Ξέρουμε όμως, ότι κατά το πρώτο μισό του 14ου αιώνα μ.Χ. ήταν στην αυτοκρατορική αυλή της Κωνσταντινούπολης, απ' οπού και αποσύρθηκε στο Άγιο Όρος χάρη ησυχότερης ζωής, και αφιερώθηκε στην ηθική του τελειοποίηση και σε διάφορες μελέτες.
Свт. Григорий Палама. Фреска. Афон (Ватопед). 1371 г. Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς. Τοιχογραφία (Fresco) τού έτους 1371 μ.Χ. στην Ιερά Μονή Βατοπαιδίου. Άγιον Όρος
Το 1335 μ.Χ. με τους δύο αποδεικτικούς λόγους του «Περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος», ήλθε σε σύγκρουση με τον Βαρλαάμ τον Καλαβρό, ο οποίος δίδασκε πως ο άνθρωπος δεν μπορεί να γνωρίσει το Θεό, κι ακόμα περισσότερο δεν μπορεί να ενωθεί μαζί Του. Κατά τα λεγόμενα του Βαρλαάμ, ο Θεός είναι «κλειστός στον εαυτό του» και δεν μπορεί να ενωθεί με τους ανθρώπους. Επομένως, οι «ησυχαστές», οι μοναχοί δηλαδή εκείνοι που έλεγαν ότι μπορεί ο άνθρωπος, αν έχει καθαρή καρδιά και αν συγκεντρωθεί στην «καρδιακή προσευχή» (το «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ Θεού, ελέησόν με»), να ενωθεί με το Θεό και να φωτισθεί και να δει το Άκτιστο φως, ασχέτως της μόρφωσής του, δεν ήταν Ορθόδοξοι αλλά «μεσσαλιανιστές» και «ομφαλόψυχοι». Μετά από αυτές τις τοποθετήσεις του Βαρλαάμ, ο Παλαμάς εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη από όπου και άρχισε τον αγώνα «υπέρ των Ιερώς ησυχαζόντων», δηλ. αυτών που ασκούσαν τον ησυχασμό, συγγράφοντας μάλιστα και τους ομώνυμους λόγους του. Το ζητούμενο της πάλης αυτής ήταν κυρίως το μεθεκτικόν ή αμέθεκτον της θείας ουσίας. Ο Γρηγόριος, οπλισμένος με μεγάλη πολυμάθεια και ισχυρή κριτική για θέματα αγίων Γραφών, διέκρινε μεταξύ θείας ουσίας αμεθέκτου και θείας ενεργείας μεθεκτής. Και αυτό το στήριξε σύμφωνα με το πνεύμα των Πατέρων και η Εκκλησία επικύρωσε την ερμηνεία του με τέσσερις Συνόδους. Στην τελευταία, που έγινε στην Κωνσταντινούπολη το 1351 μ.Χ., ήταν και ο ίδιος ο Παλαμάς. Αλλά ο Γρηγόριος έγραψε πολλά και διάφορα θεολογικά έργα, περίπου 60.
 Свт. Григорий Палама. Тзортзи (Зорзис) Фука. Фреска. Афон (Дионисиат). 1547 г. Άγιος Γρηγόριος Παλμάς. Τοιχογραφία (Fresco) τού έτους 1547 μ.Χ. από τον Γεώργιο Φουκά στην Ιερά Μονή Διονυσίου Αγίου Όρους
Свт. Григорий Палама. Феофан Критский и Симеон. Фреска церкви свт. Николая. Монастырь Ставроникита. Афон. 1546 год. Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς.Τοιχογραφία (Fresco) τού έτους 1546 μ.Χ. από τον Θεοφάνη τον Κρήτα και τον Συμεών στο Παρεκκλήσιο τού Αγίου Νικολάου τής Ιεράς Μονής Σταυρονικήτα. Αγίου Όρους
Αργότερα ο Πατριάρχης Ισίδωρος, τον εξέλεξε αρχικά επίσκοπο Θεσσαλονίκης. Λόγω όμως των τότε ζητημάτων, αποχώρησε πρόσκαιρα στη Λήμνο. Αλλά κατόπιν ανέλαβε τα καθήκοντα του. Πέθανε το 1360 μ.Χ. και τιμήθηκε αμέσως σαν Άγιος. Ο Πατριάρχης Φιλόθεος, έγραψε το 1376 μ.Χ. εγκωμιαστικό λόγο στο Γρηγόριο Παλαμά, μαζί και ακολουθία και όρισε την εκκλησιαστική μνήμη του στη Β' Κυριακή της Μ. Τεσσαρακοστής.
Το τίμιο σώμα του, μετά από την εκταφή, υπήρξε άφθαρτο, δηλαδή δέν σάπισε, αλλά ευωδίαζε και θαυματουργούσε. Στούς λατίνους όμως, τους υποτελείς του Πάπα, ήταν χονδρό αγκάθι η ενθύμιση του Αγίου και μάλιστα ολόσωμου. Γι αυτό πολλες φορές τον συκοφαντούσαν λέγοντας, πως για τα αμαρτήματά του έμεινε «άλυωτος», δέν δέχθηκε από απέχθεια η γη να τον διαλύσει «στα εξ ων συνετέθη»! Τον 19ο αιώνα μ.Χ. ο ναός του Αγίου καταστράφηκε από φωτιά και το τίμιο σκήνωμά του κάηκε αφήνοντας μόνον τα οστά ανέπαφα!
Τόσο γινάτι κράτησαν οι καθολικοί που όταν τυπώνονταν οι εκκλησιαστικές μας ακολουθίες στην Βενετία - κατά τους χρόνους της τουρκοκρατίας - ο Δόγης έδινε την άδειά του για την έκδοση, μόνον εφόσον δέν υπήρχε σχετική αναφορά στον Αγιο. Έτσι για αρκετά χρόνια που κυκλοφορούσαν τα έντυπα από την Βενετία, η γιορτή του είχε σχεδόν ξεχαστεί. Περί τα μέσα και τέλη του 20ου αιώνα, επανήλθε η μνήμη των ενδόξων αγώνων του και έλαβε την πρέπουσα θέση στον χώρο των Ορθόδοξων ναών.
|
|
Ἀπολυτίκιον Ἦχος πλ. δ’. Ὀρθοδοξίας ὁ φωστήρ, Ἐκκλησίας τὸ στήριγμα καὶ διδάσκαλε, τῶν Μοναστῶν ἡ καλλονή, τῶν θεολόγων ὑπέρμαχος ἀπροσμάχητος, Γρηγόριε θαυματουργέ, Θεσσαλονίκης τὸ καύχημα, κῆρυξ τῆς χάριτος, ἱκέτευε διὰ παντός, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.
Ἕτερον Ἀπολυτίκιον Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον. Τὸ πολύφωνον στόμα τῆς θείας χάριτος, τῶν Ὀρθοδόξων δογμάτων τὴν ἀληθῆ θησαυρόν, ἀνυμνοῦμέν σε πιστῶς Πάτερ Γρηγόριε· τῆς Ἐκκλησίας γὰρ φωστήρ, ἀνεδείχθης φαεινός, καὶ κλέος Θεσσαλονίκης· ἥτις ἐν σοὶ καυχωμένη, λαμπρῶς γεραίρει τοὺς ἀγῶνάς σου.
Минея - Ноябрь (фрагмент). Икона. Русь. Начало XVII в. Церковно-Археологический Кабинет Московской Духовной Академии. Μηναῖο - Νοέμβριος (τεμάχιο). Εἰκονίδιο στίς ἀρχές τοῦ 17ου αἰώνα μ.Χ. στήνἘκκλησία καί τό Αρχαιολογικό Μουσεῖο τῆς Θεολογικῆς Ἀκαδημίας τῆς Μόσχας
Κοντάκιον
Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ. Τὸ τῆς σοφίας ἱερὸν καὶ θεῖον ὄργανον Θεολογίας τὴν λαμπρὰν συμφώνως σάλπιγγα Ἀνυμνοῦμέν σε Γρηγόριε θεορρῆμον. Ἀλλ’ ὡς νοῦς νοΐ τῷ πρώτῳ παριστάμενος, Πρὸς αὐτὸν τὸν νοῦν ἡμῶν Πάτερ ὁδήγησον, Ἵνα κράζωμεν, χαῖρε κῆρυξ τῆς χάριτος.
Ἕτερον Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ. Θεσσαλονίκη ἡ περίβλεπτος πόλις, τὴν σὴν ἁγίαν ἑορτάζουσα μνήμην, πρὸς εὐφροσύνην συγκαλεῖται ἅπαντας· ταύτης ποιμενάρχης γάρ, θεοφόρος ἐδείχθης, καὶ σοφὸς διδάσκαλος, Ἐκκλησίας ἁπάσης· χαριστηρίους ὅθεν σοι ᾠδάς, ᾄδομεν πάντες, Γρηγόριε μέγιστε.
Μεγαλυνάριον
Χαίροις Ἐκκλησίας λαμπρὸς φωστήρ, καὶ Θεσσαλονίκης, ποιμενάρχης θεοειδής· χαίροις τοῦ ἀκτίστου, φωτὸς ὄργανον θεῖον, καὶ θεολόγων στόμα, Πάτερ Γρηγόριε.

Ο Όσιος Θεοφύλακτος Επίσκοπος Νικομήδειας

Καὶ σαρκὸς ἐξόριστος, ὡς καὶ πατρίδος, Θεῖος Θεοφύλακτος, οὗ Θεὸς φύλαξ. Ἤλυθεν ὀγδοάτῃ Θεοφύλακτος Θεοῦ ἄγχι. | Ο Όσιος Θεοφύλακτος καταγόταν από την Ανατολή και έζησε κατά τους χρόνους του αυτοκράτορος Λέοντος του Δ' (775 - 780 μ.Χ.). Λόγω της μεγάλης του παιδείας και προς συνέχιση των σπουδών του ήλθε στην Κωνσταντινούπολη, όπου γρήγορα απέκτησε φήμη σοφού και εδημιούργησε φιλικές σχέσεις με ανώτερους κρατικούς λειτουργούς και αξιωματούχους, καθώς και με τον μετέπειτα Πατριάρχη Ταράσιο, που ήταν τότε πρωτοσκρίτης (Πρώτος των δημοσίων υπηρεσιών της αυτοκρατορίας).
Όταν το έτος 784 μ.Χ. εξελέγη Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ο Ταράσιος, εις διαδοχήν του Πατριάρχου Παύλου, ο Όσιος Θεοφύλακτος μαζί με τον Μιχαήλ, που αργότερα έγινε επίσκοπος Συνάδων, απεστάλησαν από τον Ταράσιο σε κάποια μονή του Ευξείνου Πόντου. Λίγο αργότερα, πιθανόν περί το έτος 800 μ.Χ., εξελέγη Επίσκοπος Νικομηδείας . Από τη θέση αυτή ο Όσιος Θεοφύλακτος διέπρεψε σε έργα εκκλησιαστικής φιλανθρωπίας και κοινωνικής πρόνοιας. Ανήγειρε ναούς, το μέγα νοσοκομείο των Αγίων Αναργύρων Κοσμά και Δαμιανού, γηροκομεία, πτωχοκομεία και εδημιούργησε λογία για τις άπορες χήρες και τα ορφανά. Μάλιστα δε ο ίδιος διακονούσε και περιποιόταν τους πάσχοντες αδελφούς του.
Όταν απέθανε ο Πατριάρχης Ταράσιος, εξελέγη στον πατριαρχικό θρόνο ο Άγιος Νικηφόρος Α' (806 - 815 μ.Χ.). Στη βασιλεία υπερίσχυσε ο Λέων ο Ε' ο Αρμένιος (813 - 820 μ.Χ.), ο οποίος εκινήθηκε κατά των αγίων εικόνων. Τότε παρέλαβε ο Άγιος Νικηφόρος τον Όσιο Θεοφύλακτο, τον Άγιο Αιμιλιανό Κυζίκου, τον Άγιο Ευθύμιο Σάρδεων, τον Ευδόξιο Αμορίου, τον Άγιο Μιχαήλ Συνάδων και τον Άγιο Ιωσήφ Θεσσαλονίκης, ανέβηκε στο παλάτι και έλεγξε με αγιογραφικά χωρία τον αυτοκράτορα για τα δυσσεβή διδάγματα και την εικονομαχική του διάθεση. Επειδή ο αυτοκράτορας έμενε αμετάπειστος, ο Όσιος Θεοφύλακτος έλαβε το λόγο και του είπε με παρρησία: «Γνωρίζω ότι καταφρονείς την ενοχή και μακροθυμία του Θεού. Αλλά θα έλθει σε σένα ξαφνικά όλεθρος και η καταστροφή θα είναι όμοια με καταιγίδα».
Ο αυτοκράτορας εξαγριώθηκε και τους κατεδίκασε όλους σε εξορία. Τον μεν Πατριάρχη Νικηφόρο στη Χρυσούπολη, τους άλλους Αρχιερείς σε διαφορετικά μέρη και τον Όσιο Θεοφύλακτο στο Στρόβιλο, όπου επί τριάντα έτη παρέμεινε με καρτερία και εκεί εκοιμήθηκε με ειρήνη το έτος 840 μ.Χ.
Μετά την κατάπαυση του διωγμού, επί της ευσεβεστάτης βασιλίσσης Θεοδώρας (842 - 857 μ.Χ.) και του Πατριάρχου Μεθοδίου (842 - 846 μ.Χ.), το ιερό σκήνωμα αυτού ανακομίσθηκε στη Νικομήδεια, το 846 μ.Χ., και εναποτέθηκε στο ναό των Αγίων Αναργύρων Κοσμά και Δαμιανού, που ο ίδιος είχε οικοδομήσει.
Ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης αποκαλεί τον Όσιο Θεοφύλακτο στύλο αληθείας, Ορθοδοξίας εδραίωμα, φύλακα της ευσεβείας, στήριγμα της Εκκλησίας.
Μικρός ναός του Οσίου Θεοφυλάκτου ανηγέρθη στο παλάτι κατά τον 10 αιώνα μ.Χ., ίσως επί αυτοκράτορος Ρωμανού Α' του Λεκαπηνού (920 - 944 μ.Χ.), πατέρα του πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Θεοφυλάκτου (931 - 956 μ.Χ.).
Феофилакт еп. Никомидийский, исп. (8 марта) Менологий 5 - 8 марта; Византия. Греция; XIV в.; памятник: Византийский менологий (Byzantine illumination Menologion); 10 x 13 см.; местонахождение: Англия. Оксфорд. Бодлеанская Библиотека (Bodleian Library) Ο Όσιος Θεοφύλακτος Επίσκοπος Νικομήδειας Βυζαντινό Μηνολόγιο τού Μαρτίου (5 - 8) τού 14ου αιώνα μ.Χ. και ευρίσκεται Αγγλία. Βιβλιοθήκη Bodleian στην Οξφόρδη. Αγγλία
 Минея годовая (свт. Феофилакт). Икона. Русь. 1-я половина XVI в. Музей икон. Реклингхаузен. Германия. Μηναίο ετήσιο. (Αγ Θεοφύλακτος). Εικονίδιο Ρωσικό τού1ου εξάμηνου τού 16ου αιώνα μ.Χ. στο Μουσείο Εικόνων. Recklinghausen. Γερμανία.
|
Ἀπολυτίκιον Ἦχος γ’. Θείας πίστεως. Φύλαξ ἄγρυπνος, τῆς Ἐκκλησίας, καὶ καθαίρεσις, τῆς δυασεβείας, Ἱεράρχα Θεοφύλακτε πέφηνας, τοῦ γὰρ Χριστοῦ τὴν Εἰκόνα σεβόμενος, ὑπερορίας καὶ θλίψεις ὑπέμεινας, Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἠμιν τὸ μέγα ἔλεος.
Минея - Март (фрагмент). Икона. Русь. Начало XVII в. Церковно-Археологический Кабинет Московской Духовной Академии. Μηναῖο - Μάρτιος (τεμάχιο). Εἰκονίδιο στίς ἀρχές τοῦ 17ου αἰώνα μ.Χ. στήνἘκκλησία καί τό Αρχαιολογικό Μουσεῖο τῆς Θεολογικῆς Ἀκαδημίας τῆς Μόσχας
Ἕτερον Ἀπολυτίκιον Ἦχος πλ. β’. Λαθῶν ἐτέχθης ὑπό τό σπήλαιον. Λαθῶν ἐβίωσας Παναοίδιμε, ἀλλ᾽ ὁ Χριστός σέ πᾶσιν ἀνέδειξεν, ὡς φωστῆρα φθεγγόμενον, λυχνίαν ἐπιθείς τήν νοητήν, καί πλάκας ἐνεχείρισε, δογμάτων τῶν τοῦ Πνεύματος, δι᾽ ὧν καταύγασον ἡμᾶς.
Κάθισμα Ἦχος πλ. δ' Τὴν Σοφίαν Ἐξασκήσας ὁσίως Πάτερ σοφέ, Ἱεράρχης ἐχρίσθης ἱερουργεῖν, τὰ θεῖα μυστήρια, εἰς ψυχῶν περιποίησιν, τὴν Χριστοῦ δὲ εἰκόνα, τιμήσας ὑπήνεγκας, ἐξορίας θλίψεις, καὶ χρόνιον κάθειρξιν· ὅθεν μετὰ τέλος, ἀναβλύζων ἰάσεις, ἰᾶσαι τοὺς κάμνοντας, καὶ φωτίζεις τοὺς ψάλλοντας, Ἱεράρχα Θεοφύλακτε· πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, τῶν πταισμάτων ἄφεσιν δωρήσασθαι, τοῖς ἑορτάζουσι πόθῳ, τὴν ἁγίαν μνήμην σου
Κοντάκιον Ἦχος β’. Τούς ἀσφαλεῖς. Ὡς ἀῤῥαγῆ, Ὀρθοδοξίας πρόμαχον, καί ἰσχυρόν, κακοδοξίας ἔλεγχον, εὐφημοῦμεν και βοῶμέν σοι, Ἱερομύστα Θεοφύλακτε, ἐκ πάσης ἐπηρείας διαφύλαττε, τοὺς πίστει ἑορτάζοντας τήν μνήμην σου, πρεσβεύων σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.
ΑΠΟ ΤΟ ΡΩΣΙΚΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ (μετάφραση Google)
Μνήμη του Αγίου Θεοφυλάκτου του Ομολογητή, Επισκόπου Νικομηδείας
Τιμάται στις 8 Μαρτίου Κατά τις ημέρες που η Εκκλησία ταλαιπωρούνταν από την αίρεση της εικονομαχίας (1773) , ο ευσεβής Θεοφύλακτος ήρθε από τις ανατολικές χώρες στην Κωνσταντινούπολη και ήρθε κοντά στον φωστήρα της Εκκλησίας, τον Άγιο Ταράσιο - τότε ακόμα λαϊκό και γερουσιαστή, τον κύριο διαχειριστή των μυστικών υποθέσεων στα βασιλικά δωμάτια. Μετά τον θάνατο του εικονομάχου Τσάρου Κωνσταντίνου Κοπρώνυμου (1774) , ο γιος του Λέων ανέβηκε στον θρόνο με τη μητέρα του Ειρήνη ( 1775 ). Ο Πατριάρχης Παύλος, με το παρατσούκλι Ελεήμων, παραιτήθηκε οικειοθελώς από τον θρόνο του και ο Άγιος Ταράσιος ανυψώθηκε στο πατριαρχείο στη θέση του. Συγκάλεσε την Έβδομη Οικουμενική Σύνοδο και κατήγγειλε την αίρεση της εικονομαχίας (1776 ). Στη συνέχεια, ο μακάριος Θεοφύλακτος και ο Μιχαήλ των Συνάδων μαζί του έφυγαν από τον κόσμο, δέχτηκαν τον μοναχισμό και στάλθηκαν από τον αγιώτατο Ταράσιο σε ένα μοναστήρι χτισμένο στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας: εκεί, αγωνιζόμενοι σε μοναστικά έργα, πέτυχαν στις αρετές και έλαβαν τόλμη ενώπιον του Θεού στις προσευχές τους. Ήταν καιρός συγκομιδής και η ζέστη ήταν έντονη. Ο λαός ήταν εξαντλημένος από μεγάλη δίψα. Οι άγιοι προσευχήθηκαν στον Θεό και ένα στεγνό χάλκινο δοχείο άρχισε να ρέει με νερό αρκετό για τις ανάγκες τους. Έτσι εκπληρώνει ο Κύριος το θέλημα εκείνων που Τον φοβούνται και ακούει τις προσευχές τους! Αυτό το θαύμα ήταν παρόμοιο με εκείνο το αρχαίο θαύμα στην έρημο, όταν ο Θεός έβγαλε νερό από έναν βράχο για τον διψασμένο Ισραήλ ( Έξοδος 17:6 ), και ένα άλλο όταν τα στεγνά σαγόνια ενός γαϊδουριού έγιναν πηγή ζωντανού νερού για τον Σαμψών, που πέθαινε από δίψα ( Κριτές 15:19 ). Όταν οι σεβάσμιοι πατέρες Θεοφύλακτος και Μιχαήλ έλαμψαν σαν αστέρια με το φως της ενάρετης ζωής τους, ο Αγιώτατος Πατριάρχης Ταράσιος τους έκρινε άξιους του υψηλού βαθμού του επισκόπου και, αφού χειροτόνησε και τους δύο, έστειλε τον Μιχαήλ στη Σύναδο και διόρισε τον μακάριο Θεοφύλακτο επίσκοπο Νικομηδείας. Η φροντίδα που έδειχνε ο Άγιος Θεοφύλακτος για το ποίμνιο του Χριστού στη Νικομήδεια, η μέριμνά του για τους φτωχούς, τα ορφανά και τις χήρες - όλα αυτά αποδεικνύονταν από τις θεϊκές εκκλησίες που ίδρυσε, τα νοσοκομεία, τα ξενώνα και τις αμέτρητες ελεημοσύνες που έδινε καθημερινά. Προσωπικά διακονούσε τους αρρώστους, τους τυφλούς, τους κουτσούς και τους ανήμπορους. Γυρίζοντας σε πτωχοκομεία και πλατείες πόλεων με ένα δοχείο με ζεστό νερό, έπλενε και καθάριζε με τα ίδια του τα χέρια τους λεπρούς που συναντούσε, χωρίς να αποφεύγει τίποτα στην υπηρεσία του προς αυτούς. Μετά την κοίμηση του αγιωτάτου Ταρασίου, ο Νικηφόρος ο Σοφός τον διαδέχθηκε στον θρόνο της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως. Τότε ξέσπασε ξανά μια θύελλα εικονομαχικών αιρέσεων, που υποκινήθηκε από τον ασεβή αυτοκράτορα Λέοντα τον Αρμένιο. Ο Αγιώτατος Πατριάρχης Νικηφόρος, αφού κάλεσε τους εκλεκτούς επισκόπους - Αιμιλιανό Κυζίκου, Ευθύμιο Σάρδεων, Ιωσήφ Θεσσαλονίκης, Ευδόξιο Αμμορίας, Μιχαήλ Συνάδων και τον όσιο Θεοφύλακτο, επίσκοπο Νικομηδείας - πήγε μαζί τους στον ασεβή Αυτοκράτορα. Οι Άγιοι Πατέρες έδωσαν εκτενείς οδηγίες στον Αυτοκράτορα από τα θεία βιβλία, προτρέποντάς τον να μην σπέρνει διχόνοια στην Εκκλησία του Χριστού με την αίρεση που καταδικάστηκε από την Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο. Αλλά δεν μπόρεσαν να πείσουν τον μανιώδη Αυτοκράτορα, γεμάτο με το δηλητήριο ενός φιδιού και φυσώντας οργή και θυμό πάνω τους. Όταν οι άγιοι πατέρες σιώπησαν, ο όσιος Θεοφύλακτος είπε στον βασιλιά: «Γνωρίζω ότι προσβάλλοντας την υπομονή του Θεού και παραμελώντας τη σωτηρία σας, αντιτίθεστε στην αρχαία παράδοση των Αγίων Πατέρων και διαταράσσετε την Εκκλησία· αλλά σαν καταιγίδα, άγρια καταστροφή και απροσδόκητη συμφορά θα σας κατακλύσουν ξαφνικά, και δεν θα βρείτε σωτήρα για τον εαυτό σας». Ακούγοντας αυτό, ο Αυτοκράτορας έγινε ακόμη πιο έξαλλος και απέστειλε τους επισκόπους μακριά του με ατιμία, καταδικάζοντάς τους σε εξορία σε διάφορα μέρη: τον Παναγιώτατο Πατριάρχη Νικηφόρο στην Προκόννη (1777) , τον Άγιο Μιχαήλ, Επίσκοπο Συνάδων στην Ευδοκία, άλλους σε άλλα μέρη, και τον Άγιο Θεοφύλακτο Νικομηδείας στην παραθαλάσσια πόλη Στροβούλου, στην Κυβερραία (1778 ). Εκεί, ο ομολογητής του Χριστού και μεγάλος υπέρμαχος της ευσέβειας πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του, περίπου τριάντα χρόνια, μέσα σε καταπίεση και θλίψη για πολλούς, και αναχώρησε για τον Κύριο. Ο βασιλιάς Λέων ο Αρμένιος πέθανε, όπως είχαν προβλέψει οι άγιοι, με έναν κακό και απροσδόκητο θάνατο: αποκεφαλίστηκε από τα σπαθιά των στρατιωτών του την ημέρα της Γέννησης του Χριστού, στην εκκλησία κατά τη διάρκεια του όρθρου (820). Μετά από αυτόν έζησαν και πέθαναν ο Μιχαήλ, ο λεγόμενος Γλωσσοπαθής (829), και ο γιος του Μιχαήλ Θεόφιλος (842), εικονομάχοι βασιλιάδες. Όταν η αυτοκράτειρα Θεοδώρα (842–855) και ο γιος της Μιχαήλ (855–867) (αυτός ήταν ο τρίτος βασιλιάς με το όνομα Μιχαήλ) πήραν το σκήπτρο της βασιλείας, ο Άγιος Μεθόδιος ανυψώθηκε στο πατριαρχείο (842), και η άνομη αίρεση καταστράφηκε, και η Ορθοδοξία έλαμψε, τότε το τίμιο σώμα του σεβάσμιου πατέρα μας Θεοφύλακτου μεταφέρθηκε από την εξορία στη Νικομήδεια και τοποθετήθηκε στην εκκλησία που ίδρυσε για την προστασία της πόλης της Νικομήδειας, και προς τιμήν και δύναμη στον Χριστό Θεό μας. Κοντάκιον, Ήχος 2:Ως λυχνάρι που λαμπυρίζει στα πέρατα της γης εμφανίστηκες, άγιε Θεοφύλακτε. Κηρύσσοντας τον Λόγο ως ομοούσιο με τον Πατέρα και το Πνεύμα, διευκρίνισες τη Σύνοδο των Θείων Πατέρων και φανέρωσες τον εαυτό σου ως άγιο της Αγίας Τριάδας. Στεκόμενος μπροστά της, πρέσβευε αδιάλειπτα για όλους μας. * * * Σημειώσεις 1773 Η εικονομαχία στην Ελληνική Αυτοκρατορία ξεκίνησε επί Λέοντα Γ΄ του Ισαύρου (717–741) και έληξε επί της αυτοκράτειρας Θεοδώρας (842). Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, βασίλευσαν οι: Κωνσταντίνος Ε΄ (μέχρι το 775), Λέων Δ΄ (μέχρι το 780), Κωνσταντίνος ΣΤ΄ και Ειρήνη (μέχρι το 802), Νικηφόρος Α΄ (μέχρι το 811), Σταυρικίας και Μιχαήλ Α΄ (μέχρι το 813), Λέων Ε΄ ο Αρμένιος (μέχρι το 820), Μιχαήλ Β΄ (μέχρι το 821), Θεόφιλος (μέχρι το 840), Θεοδώρα και Μιχαήλ Γ΄ (μέχρι το 867). Τον πατριαρχικό θρόνο της Κωνσταντινούπολης υπό αυτούς τους αυτοκράτορες κατείχαν οι: Αναστάσιος ο Εικονομάχος (753), Κωνσταντίνος Β΄ ο Εικονομάχος (766), Νικήτας ο Εικονομάχος (780), Άγιος Παύλος, του οποίου η μνήμη είναι την 1η Αυγούστου (784), Άγιος Ταράσιος, η μνήμη του είναι στις 25 Φεβρουαρίου, κατά τη διάρκεια της βασιλείας του η Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος του 787 (806), Άγιος Νικηφόρος (815), Θεόδωρος ο Εικονομάχος (821), Αντώνιος ο Εικονομάχος (832), Ιωάννης Ζ΄ ο Εικονομάχος (842) και Άγιος Μεθόδιος (846). 1774 Το ψευδώνυμο Κοπρώνυμος προέρχεται από την ελληνική λέξη «κόπρος» - κοπριά. 1775 Βασίλεψε από το 775 έως το 780. Ο Λέων Δ΄ Χάζαρος, αν και υποστηρικτής της εικονομαχίας, ήταν πιο διαλλακτικός απέναντι στους αντιπάλους της: επέτρεψε την επιστροφή των μοναχών που είχαν φύγει κατά τη διάρκεια της βασιλείας του πατέρα του, υπερασπιστών της εικονολατρείας, και μάλιστα τους επέτρεψε να καταλάβουν επισκοπικές έδρες. Έτσι, ο Παύλος της Κύπρου, ένας κρυφός υποστηρικτής της εικονολατρείας, ανυψώθηκε στον πατριαρχικό θρόνο. Οι εικόνες κατέληξαν ακόμη και στο παλάτι, στα δωμάτια της αυτοκράτειρας Ειρήνης, η οποία υποστήριζε κρυφά τους εικονολάτρες από τον σύζυγό της. Όταν αυτό ανακαλύφθηκε, ο Λέων απομάκρυνε την Ειρήνη από το παλάτι, αλλά πέθανε λίγο αργότερα. 1776 Αυτή η σύνοδος έλαβε χώρα το 787. Αφού αναθεμάτισε τους εικονομάχους, η σύνοδος καθιέρωσε την προσκύνηση των εικόνων με την έννοια ότι οι εικόνες δεν πρέπει να λατρεύονται όπως οφείλεται μόνο στον Θεό, αλλά πρέπει να λατρεύονται με τον ίδιο τρόπο όπως ο ιερός ζωοδόχος σταυρός (την προσκύνηση του οποίου οι εικονομάχοι δεν απέρριψαν). 1777 Η Προκόννη είναι ένα νησί στην Προκόννη (σημερινή Θάλασσα του Μαρμαρά) βορειοδυτικά της Κυζίκου· ήταν φημισμένο για τα λατομεία μαρμάρου του. 1778 Η Κιβερρεώτια ή Καρία είναι μια νοτιοδυτική περιοχή της Μικράς Ασίας. |
|
Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου